GRAHAM ROBIN SLYPER κ.α. ν. J.N.M.4U DEVELOPMENTS AND CONSTRUCTIONS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2945/10, 4/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A238 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2945/10 Μεταξύ:
- GRAHAM ROBIN SLYPER
- GILLIAN MCKISSOCK COLLIER Εναγόντων και J.N.M.4U DEVELOPMENTS AND CONSTRUCTIONS LIMITED Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙ΄ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: J.N.M.4U DEVELOPMENTS AND CONSTRUCTIONS LIMITED Εναγόντων και
- GRAHAM ROBIN SLYPER
- GILLIAN MCKISSOCK COLLIER
- Κυπριακή Δημοκρατία, εκ Λευκωσίας
- Έπαρχο Πάφου, εκ Πάφου Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 11.6.15 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ------------------- Ημερομηνία: 4.12.2015 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χ. Παπαλλάς για Mantis & Athinodorou LLC Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Ν. Χαραλάμπους για Π. Φιλίππου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες διεκδικούν εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστησαν συνεπεία μη τήρησης των συμβατικών τους υποχρεώσεων κατά την ανέγερση κατοικίας στην Άρμου. Ισχυρίζονται πως οι Εναγόμενοι δεν κατασκεύασαν δρόμο στο συγκρότημα κατοικιών που έκτισαν στο οποίο περιλαμβάνεται η επίδικη οικία, ότι δεν κατασκεύασαν δρόμο που να συνδέει το τεμάχιο με τον πλησιέστερο ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς το χωριό Άρμου, με αποτέλεσμα τα όμβρια και άλλα ύδατα να διοχετεύονται στο ακίνητο τους έχοντας προκαλέσει ζημιές στην εξωτερική περίφραξη, κολυμβητική δεξαμενή και αλλού. Σημειώνεται επίσης στην Έκθεση Απαίτησης πως με βάση την έκθεση ειδικού εκτιμητή, η κατοικία κατασκευάστηκε σε επικλινές έδαφος, ασταθές με κίνδυνο πρόκλησης περαιτέρω ζημιών και στην κατοικία. Διεκδικούντο αποζημιώσεις για αποκατάσταση ζημιών ύψους €110.
- Με τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 24.5.2013 προστέθηκε νέα παράγραφος δυνάμει της οποίας περιγράφεται αστάθεια της οικοδομής λόγω της γενικής καθίζησης της περιοχής, η οποία δημιούργησε ζημιές σ΄ αυτήν συνολικού ύψους €121.
- Εκτιμάται επίσης πως ενώ η αγοραία αξία της κατοικίας ανερχόταν στο ποσό των €378.000 εάν δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στην περιοχή, η αξία αυτής υποβιβάζεται λόγω των προβλημάτων στις €34.000 και επιζητείται διαζευκτικά η διαφορά της αξίας δηλαδή ποσό €344.
- Με την κρινόμενη αίτηση επιζητείται η αντικατάσταση των παραγράφων 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης σύμφωνα με τις οποίες (παρ. 8) η αγοραία αξία της κατοικίας μειώθηκε στο ποσό των €5.000 και αξιώνεται με την παράγραφο 9 ποσό €373.000 ως διαφορά της αγοραίας αξίας τότε κατά τη συμπλήρωση του έργου και στο παρόν στάδιο. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Ν. Μάντη (για το οποίο υπάρχει σχετικός λόγος ένστασης) ο οποίος επεξηγεί την ανάγκη τροποποίησης ως εξής: «
- Κατά ή περί την 31/08/2010 καταχωρήθηκε η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγομένων. Περαιτέρω, κατά ή περί την 24/05/2013 καταχωρήθηκε τροποποιημένη έκθεση απαίτησης δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 16/05/
- Έχουν παρέλθει σχεδόν πέντε χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και δύο χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της τροποποιηθείσας έκθεσης απαίτησης και η υπόθεση ακόμα να δικαστεί. Με το πέρας των χρόνων αυτών, υπάρχει ταυτοχρόνως συνεχής επιδείνωση των κτιρίων, και κατ΄ επέκταση του κτιριακού συγκροτήματος, με αποτέλεσμα η αγοραία αξία της κατοικίας να μειωθεί κατακόρυφα, και δη, συμφώνως της έκθεσης του κ. Ρίκκου Γιαννή ως αναφέρεται στο αιτητικό της παρούσας αίτησης, στο ποσό των €5.
- Θεωρώ ότι η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη των στοιχείων της νέας εκτίμησης είναι απαραίτητη αφού είναι η ισχύουσα πραγματικότητα στο παρόν στάδιο, και δη, αντανακλά πλήρως την σημερινή κατάσταση της κατοικίας και δίδει στοιχεία όσον αφορά την σημερινή αγοραία της αξία.» Οι Εναγόμενοι αρνούνται με την υπεράσπιση του οποιαδήποτε εκ μέρους τους ευθύνη για τις ισχυριζόμενες ζημιές που επικαλούνται οι Ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και κατέστησαν εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους, τόσο τους Ενάγοντες όσο και την Κυπριακή Δημοκρατία και τον Έπαρχο Πάφου. Ισχυρίζονται πως εάν υπήρξαν καθιζήσεις ή μετακίνηση της κατοικίας, αυτό οφείλεται σε ενέργειας και/ή παραλείψεις της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου. Θεωρούν ότι δεν αποτελούσε δική τους υποχρέωση αλλά υποχρέωση της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου η κατασκευή δρόμου ο οποίος να συνδέει το επίδικο συγκρότημα με το χωριό Άρμου. Οι εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 3 και 4 συναινούν στο αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης απαίτησης, ενώ ένσταση φέρουν οι Εναγόμενοι. Με τον υπ΄ αριθμό 2 λόγο ένστασης, υποστηρίζεται πως «η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση τροποποίησης είναι παράτυπη και/ή αντικανονική δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη γιατί ορκίζεται ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, χωρίς να παραθέτει επαρκή αιτιολογία γιατί το πράττει ο ίδιος αντί οι ίδιοι οι Ενάγοντες και δι΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι/Αιτητές.» Η θέση αυτή επαναλαμβάνεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών πως το γεγονός και μόνο ότι οι Ενάγοντες απουσιάζουν στο εξωτερικό δεν επεξηγεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης εκ μέρους δικηγόρου, διότι δεν εξηγείται αν ο λόγος απουσίας τους οφείλεται στο γεγονός ότι διαμένουν μόνιμα εκεί ή αν προσωρινά μετέβησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα επιστρέψουν. Ιδιαίτερη ανάλυση και ανάπτυξη του λόγου τούτου έγινε από το συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγομένων. Επεσήμανε την αρχή που τέθηκε από τη νομολογία, στην οποία με λεπτομέρεια αναφέρθηκε πως είναι ανεπιθύμητο να εμφανίζονται δικηγόροι ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Επεσήμανε δε πως ο ενόρκως δηλών Ν. Μάντης είναι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση και ο ίδιος έχει υπογράψει την γραπτή αγόρευση για υποστήριξη της κρινόμενης αίτησης. Ο συνήγορος των Αιτητών δεν σχολίασε και γενικά ουδόλως ασχολήθηκε με τούτο τον λόγον ένστασης. Η επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι είναι ανεπιθύμητο για ένα δικηγόρο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση ή να καταθέτει για τον πελάτη του. Στην υπόθεση In Re Efhtymiou
(1987)1 C.L.R. 329, αποφασίσθηκε ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα στην ίδια υπόθεση. Σχολιάσθηκε δε και υποδείχθηκε πως: «το γεγονός ότι, με τον τρόπο αυτό, ο διάδικος αποστερείται του δικαιώματος που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος να έχει δικηγόρο της εκλογής του, ήταν συνέπεια της δικής του απόφασης να ασκήσει το παράλληλο δικαίωμα που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)(γ) να καλεί μάρτυρες». Η αναφορά αυτή γίνεται για το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Αυτή η ιδιότητα δικηγόρου και μάρτυρα είναι απαράδεκτο να συγκρούεται. Όχι για άλλο δικηγόρο που συνεργάζεται με το δικηγόρο του διαδίκου. Γι΄ αυτόν δεν φαίνεται να υπάρχει κώλυμα. Εν πάση όμως περιπτώσει, η μαρτυρία του δικηγόρου, όπου δεν έχει προσωπική γνώση και εμπλοκή για κάποιο θέμα, θα πρέπει να εξαντλείται σε τυπικής ή νομικής φύσεως θέματα και όχι γεγονότα επί της ουσίας. Οι αρχές αυτές αναπτύχθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. όπου λέχθηκε: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. ......................... .μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην κρινόμενη περίπτωση, τα γεγονότα που καταγράφονται για να υποστηρίξουν την αίτηση, βασίζονται στην έκθεση του κ. Ρ. Γιαννή και στο ιστορικό της υπόθεσης. Δεν γίνεται αναφορά σε ενέργειες και γεγονότα σχετικά με την ουσία της υπόθεσης όπου απαραίτητα ο διάδικος θεωρείται ο γνώστης αυτών. Στην υπόθεση Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημ. Τάξης
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1228, στην οποία παραπέμπει ο συνήγορος των Καθ΄ ων, ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία, επιθυμούσε να καταθέσει ως μάρτυρας επί γεγονότων, πράγμα που δεν του επετράπη. Κρίνεται πως, παρά το ανεπιθύμητο και αχρείαστο της καταχώρισης ένορκης δήλωσης εκ μέρους του δικηγόρου που υπογράφει και την αγόρευση, όμως δεν κατατάσσεται στις περιπτώσεις όπου η «μαρτυρία» του, αφού δεν καταθέτει για γεγονότα και επεξηγεί την απουσία των διαδίκων-πελατών του, αντιβαίνει με την ιδιότητα του δικηγόρου ώστε να καθιστά γι΄ αυτό και μόνο το λόγο την αίτηση απορριπτέα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Υποβάλλεται από το συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση πως η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε μετά από μεγάλη καθυστέρηση, ήτοι μετά πάροδο πέντε χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής και πέραν των δύο ετών από την καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Αποτελεί τη θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στη SABA & CO. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω), κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (ανωτέρω), λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing v. A.G. Leventis (ανωτέρω). Ουσιαστικά όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παροχή αιτιολόγησης. Εκείνο δε που σαφέστατα προκύπτει από τη διάφορη νομολογία είναι πως κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και ανάλογα ασκείται και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει πως με την πάροδο του χρόνου χειροτερεύει η κατάσταση της κατοικίας και μειώνεται η αγοραία αυτής αξία, για την οποία επιδιώκεται η τροποποίηση. Πέραν, επομένως, της αύξησης του ποσού των αιτουμένων αποζημιώσεων, δεν διαφοροποιείται η Έκθεση Απαίτησης σε βασικούς ισχυρισμούς ούτε θα εισαχθούν νέοι οι οποίοι να θέτουν σε δύσκολη θέση τους Εναγόμενους. Συνεπώς κρίνεται πως η σημειωθείσα καθυστέρηση δεν είναι τέτοιας μορφής ώστε να θεωρείται η άσκηση της διαδικασίας αυτής καταχρηστική ή κακόπιστη. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί πως θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Εναγόμενους η οποία να μην μπορεί να ικανοποιηθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Έκθεση Υπεράσπισης στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί δέκα μέρες μετά. Τα έξοδα της αίτησης όσο και εκείνα που θα προκύψουν από την τροποποίηση (all costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για Τροποποίηση Ε/Α) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο