← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. AMBER PROPERTY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3513/13, 22/12/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. AMBER PROPERTY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3513/13, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A250 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3513/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από την Πάφο Ενάγουσας και AMBER PROPERTY LIMITED (HE 143244), από την Πάφο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (Α.Τ.0543026), από την Πάφο ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΣΑΠΗ-ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (Α.Τ.0659831), από την Πάφο Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 4.5.2015 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ------------------- Ημερομηνία: 22.12.2015 Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Ν. Χαραλάμπους για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κα Μ. Αναστάση για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Χ. Μίτλεττον για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ (κα Κ. Αντρέου για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής, αποτελούσε (χρησιμοποιείται παρατατικός χρόνος για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια) συμφωνία δανείου ημερομηνίας 16.11.2007 που συνομολογήθηκε μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 με την οποία η πρώτη χορηγούσε στη δεύτερη δάνειο ύψους €525.000 με τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και

  1. Εξασφάλιση του δανείου παρείχετο και με την υποθήκη με αριθ. Υ6880/07 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Δεδομένων ισχυριζόμενων καθυστερήσεων στην αποπληρωμή και καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων η Ενάγουσα προέβηκε σε τερματισμό της συμφωνίας με επακόλουθο την καταχώριση της παρούσας αγωγής με την οποία αξιώνεται ποσό €588.624,60, πλέον τόκους και έξοδα. Με την καταχωρηθείσα έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή είναι η ίδια με την αγωγή 3518/13 Ε.Δ. Πάφου, την οποία η Ενάγουσα καταχώρησε εναντίον τους και σχετιζόταν με τους τόκους που επιβάλλονταν επί του δανείου. Παρά το ότι δέχονται τη σύναψη της συμφωνίας δανείου, αμφισβητούν νομιμότητα όρων της κυρίως για το δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου, χρέωση τόκου υπερημερίας, χρέωση τόκων μετά τον τερματισμό κ.λ.π.. Αναφέρονται εν εκτάσει στο περιεχόμενο και όρους της συμφωνίας που αποτελούσε αντικείμενο της αγωγής 3518/
  2. Εν εκτάσει επίσης δικογραφούν γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά το Μάρτιο του 2013, με το Νόμο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων, Ν.17

(1)/2013, και τις διαδικασίες του λεγόμενου bail-in και προτείνουν αντισυνταγματικότητα των σχετικών Νόμων και διαταγμάτων. Ισχυρίζονται ότι η διαδικασία του bail-in επηρέασε καταθέσεις της εταιρείας Sockendale Ltd, με την οποία η Εναγόμενη 3 συνήψε πωλητήριο έγγραφο δια του οποίου πωλούσε σ΄ εκείνη ακίνητο της, το οποίο ήταν υποθηκευμένο στην Ενάγουσα για την τιμή πώλησης του οποίου είχαν συμφωνήσει με την τρίτη εταιρεία όπως μέρος των καταθέσεων της στην Ενάγουσα δοθεί ως αντάλλαγμα καθιστάμενοι οι Εναγόμενοι δικαιούχοι των καταθέσεων αυτών. Είναι συνεπώς ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι με τη σύναψη του πωλητηρίου εγγράφου που υπόγραψαν με την τρίτη εταιρεία, επήλθε συμψηφισμός και συνεπώς εξόφληση των υποχρεώσεων τους προς την Ενάγουσα. Ανταπαιτούσαν οι Εναγόμενοι εναντίον της Ενάγουσας (α) γενικές αποζημιώσεις, (β) διάταγμα εξάλειψης της υποθήκης και (γ) έκδοση διαταγμάτων και δηλώσεων εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι ο συμψηφισμός που έγινε μεταξύ Εναγομένης 3 και της τρίτης εταιρείας ήταν νόμιμος και έγκυρος. Στις 27.1.2015 μετά από αίτημα της Ενάγουσας, στο οποίο οι Εναγόμενοι έφεραν ένσταση, εξεδόθη απόφαση με την οποία η αγωγή εδιακόπτετο ως εξωδίκως διευθετηθείσα και διαγράφετο αριθμός παραγράφων της έκθεσης υπεράσπισης οι οποίες αναφέροντο στην αγωγή 3518/
  1. (Οι Εναγόμενοι σύμφωνα με οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχώρισαν στις 6.2.2015, νέο δικόγραφο, όπως προέκυπτε μετά τη διαγραφή των παραγράφων που αναφέρθηκαν ανωτέρω.) Εναντίον της ενδιάμεσης αυτής απόφασης δυνάμει της οποίας διεκόπη η αγωγή χωρίς όρους και διαγράφησαν αρκετοί παράγραφοι, καταχωρήθηκε έφεση εκ μέρους των Εναγομένων. Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται εκτεταμένη τροποποίηση του δικογράφου της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Επιδιώκεται η προσθήκη αρκετών παραγράφων οι οποίες αποδίδουν στην Ενάγουσα ασυνείδητη πίεση και/ή οικονομικό εξαναγκασμό και/ή εκβιασμό κυρίως σε σχέση με το δικαίωμα της εταιρείας Sockendale για μεταφορά των καταθέσεων της στο εξωτερικό καθώς και λεπτομέρειες ζημιών που προκλήθηκαν συνεπεία της άρνησης της Ενάγουσας να εφαρμόσει τον συμψηφισμό των καταθέσεων και δικαιωμάτων της τρίτης εταιρείας (Sockendale Ltd). Η Ενάγουσα ενίσταται στην πρόθεση αυτή των Εναγομένων και εγείρει διάφορους λόγους για τους οποίους θεωρεί την αίτηση αβάσιμη και απορριπτέα. Τόσον η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις στο περιεχόμενο των οποίων, καθώς και στο περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, γίνεται αναφορά όπου κρίνεται αναγκαίο. Προτού εξετασθεί η νομική θέση της τροποποίησης, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστούν οι τρεις πρώτοι λόγοι της ένστασης οι οποίοι δηλώνουν πως: «
  2. Ο τίτλος της αίτησης των Αιτητών είναι λανθασμένος καθώς αναφέρεται στους Καθ΄ ων η αίτηση ως 'Ενάγοντες' ενώ η αγωγή των Καθ΄ ων η αίτηση έχει διακοπεί την 27.01.2015 και δεν υφίσταται.
  3. Δεν υφίσταται υπεράσπιση για να τύχει τροποποίησης και/ή η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου στο μέρος που αναφέρεται σε υπεράσπιση.
  4. Η αίτηση των Αιτητών είναι πρόωρη καθότι οι Αιτητές έχουν εφεσιβάλει την απόφαση ημερομηνίας 27.01.2015, με την οποία επιτράπηκε η διακοπή της αγωγής των Καθ΄ ων η αίτηση και διατάχθηκε η διαγραφή ορισμένων παραγράφων της ανταπαίτησης τους.» Ο πρώτος λόγος στερείται ερείσματος. Παρά την διακοπή της αγωγής, αυτός είναι ο τίτλος της αγωγής όπως καταχωρήθηκε και ο τίτλος του δικογράφου. Η διακοπή της αγωγής δεν εξαλείψει την αρχική ιδιότητα των διαδίκων με την οποίαν εμφανίζονταν στην αγωγή. Αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος ένστασης. Παρά το γεγονός ότι διακόπηκε η αγωγή, όμως οι υπερασπίσεις σε αυτή και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται αποτελούν τους λόγους και το κείμενο που στηρίζει την ανταπαίτηση των Εναγομένων. Παρά την νομική υποχρέωση όπως διατυπώνεται στην Ετήσια Πρακτική 1958, σελ. 504, (O.21 r.110) ότι η ανταπαίτηση θα πρέπει να φέρει τον σχετικό τίτλο ξεχωριστό από εκείνο της έκθεσης υπεράσπισης και να περιγράφει όλα τα γεγονότα επί των οποίων θα βασιστεί ο Εναγόμενος κατά τρόπον ώστε να ξεχωρίζουν από εκείνα της υπεράσπισης, εντούτοις, προστίθεται και η εξής αναφορά. Εάν οποιαδήποτε από τα γεγονότα επί των οποίων θα βασιστεί η ανταπαίτηση, έχουν ήδη καταγραφεί στην υπεράσπιση, τότε δεν χρειάζεται να καταγραφούν και πάλιν υπό μορφή επανάληψης αλλά μπορούν να ενσωματωθούν με αναφορά στην υπεράσπιση. Στο βαθμό βέβαια που οι ισχυρισμοί της έκθεσης υπεράσπισης έχουν ως μοναδικό σκοπό την αντίκρουση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης δεν μπορούν βέβαια να κριθούν ως υπαρκτοί ή ότι στηρίζουν την ανταπαίτηση. Η υπάρχουσα ανταπαίτηση έχει ως έρεισμα τις ισχυριζόμενες ενέργειες και διαδικασίες γύρω από την πώληση του κτήματος της εναγόμενης 3 προς την Sockendale. Η ανταπαίτηση επιδιώκει την αποζημίωση των Εναγομένων από τη διαφορά πώλησης της περιουσίας εκείνης και αξιώνει την κήρυξη ως έγκυρου του γενόμενου συμψηφισμού και δήλωση ότι η απαίτηση εξοφλήθηκε. Δεν επιζητεί επιστροφή παράνομων χρεώσεων, τόκων, τόκων υπερημερείας κ.λ.π.. Μη ικανός κρίνεται και ο τρίτος λόγος περί του πρόωρου της αίτησης, αρκεί να επισημανθούν τα εξής: Η καταχώρηση έφεσης δεν αναστέλλει την οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, ώστε να είναι αναγκαίο να αναμένεται η έκβαση εκείνης για να προωθηθεί οποιοδήποτε περαιτέρω διαδικαστικό μέτρο. Οι λοιποί λόγοι ένστασης άπτονται του αναγκαίου και νομότυπου της αίτησης τροποποίησης, γι΄ αυτό εξετάζονται κατωτέρω, αφού παρατίθεται η νομική πτυχή του θέματος. Νομική Πτυχή Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Αποτελεί θέση των Αιτητών πώς η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε μετά την απόσυρση της αγωγής και πως, όπως η απόσυρση αποτελεί νέο γεγονός, έτσι και η τροποποίηση θα επικαλεστεί και βασιστεί σε νέα γεγονότα. Η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα δηλαδή όσα περιστρέφονται γύρω από το γεγονός της διακοπής της αγωγής που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση τον Ιανουάριο του 2015, ενώ η εξόφληση της πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2014, δεν αντανακλούνται στα επιδιωκόμενα να εισαχθούν ως τροποποιήσεις. Πλείστοι όσοι ισχυρισμοί περιστρέφονται γύρω από το διάταγμα εξυγίανσης που έλαβε χώρο το 2013, τον ισχυριζόμενο γενόμενο συμψηφισμό που επίσης έλαβε χώρα το ίδιο έτος, τις καταθέσεις της Sockendale και την πρόθεση της να μεταφέρει τις καταθέσεις της εκτός Κύπρου. Επίσης επιζητούν να εισάξουν ερμηνεία των όρων της συμφωνίας δανείου που συνομολογήθηκε μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, το έτος 2007. Συνεπώς κρίνεται πως δεν υπάρχουν νέα γεγονότα, όπως εξηγείται κατωτέρω, τα οποία είτε δεν γνώριζαν είτε τώρα περιήλθαν στην αντίληψη των Εναγομένων, για τα οποία χρήζει τροποποίησης η έκθεση υπεράσπισης. Νέα βάση ανταπαίτησης/υπεράσπισης Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 237, κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης υιοθετήθηκε αυτό που αποφασίστηκε στην World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488: «ότι ο ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί μαζί με την αρχική απαίτηση.» Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω), όπου η έκθεση απαίτησης αναφερόταν σε πώληση με γραπτό πωλητήριο έγγραφο, επετράπη τροποποίηση ώστε να εισαχθεί ισχυρισμός, ο οποίος διατείνετο ότι έγινε προφορική συμφωνία η οποία επιβεβαιώθηκε με έγγραφη αναγνώριση. Εκρίθη δε, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση υποκατάστασης του βάθρου της αγωγής και επετράπη με την επισήμανση ότι η αίτηση υποβλήθηκε στην αφετηρία της δίκης. Στη SABA & CO. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1A.A.Δ. 426, επετράπη τροποποίηση δι΄ εισαγωγής ισχυρισμών περί δυσφήμισης επιπρόσθετα των ισχυρισμών επιζήμιας ψευδολογίας, αστικά αδικήματα καθοριζόμενα από το άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, με την υπόδειξη ότι δεν δημιουργείτο νέα βάση αγωγής, αφού όλα τα γεγονότα προέκυψαν από την ισχυριζόμενη επιζήμια ψευδολογία που περιέχετο στην επιστολή ημερομηνίας 30.5.1988. Υπογραμμίσθηκε δε, με παραπομπή στη Χρίστου (ανωτέρω) ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι τα γεγονότα των οποίων γινόταν επίκληση δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Ήσαν κυρίως τα ίδια και από αυτά θεμελιώνονται διάφορες και διαφορετικές θεραπείες και νομικοί ισχυρισμοί. Είχε αποφασισθεί ότι δεν άλλαζε άρδην η βάση της αγωγής και ότι οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί και τροποποιήσεις εμπλέκοντο και ήσαν σχετικοί με τους ήδη υπάρχοντες (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης κ.α. (ανωτέρω)). Αμφότεροι οι συνήγοροι έχουν προβεί με τις γραπτές αγορεύσεις τους, εκτός από ανάλυση της νομικής πτυχής και σε απαρίθμηση γεγονότων τα οποία πλαισιώνουν την υπόθεση. Στο βαθμό που αυτά άπτονται της ουσίας της αγωγής, δεν θα ληφθούν υπόψη. Θα γίνει χρήση και αναφορά σε όσα είναι αναγκαία και όσα προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις με αναφορά στα δικόγραφα. Για να γίνει κατανοητή η επιχειρούμενη τροποποίηση καταγράφεται το αιτητικό της ανταπαίτησης του υφιστάμενου δικογράφου και ακολούθως το επιχειρούμενο να εισαχθεί: Υφιστάμενο δικόγραφο «(Α) Γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις από την Ενάγουσα για την διαφορά του οφειλόμενου ποσού της αγοράς της περιουσίας της Εναγόμενης 3 από την Sockendale Ltd και των δανειακών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας ως αυτές θα αποδειχτούν από την Ενάγουσα. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο συμψηφισμός μεταξύ της Εναγόμενης 3 και της εταιρείας Sockendale Ltd είναι έγκυρος και νόμιμος. (Γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι έχουν εξοφληθεί οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα και ότι δεν οφείλονται οιαδήποτε ποσά σε αυτήν. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου εξάλειψης και ή ακύρωσης και ή διαγραφής των υποθηκών και όλων των εξασφαλίσεων του δανείου της Ενάγουσας ως αυτή θα τις αποδείξει, συμπεριλαμβανομένου της υποθήκης Υ6880/07 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και οιωνδήποτε επιβαρύνσεων επί της περιουσίας των Εναγομένων και των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγόμενων. (Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και ή εύλογη. (ΣΤ) Έξοδα, πλέον ΦΠΑ (δυνάμει πιστοποιητικού εγγραφής με αριθμό 10320422V) και νόμιμο τόκο.» Η ανταπαίτηση του επιχειρούμενου να εισαχθεί δικογράφου έχει ως ακολούθως: «(Α) Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για τα ποσά που πληρώθηκαν στους Ενάγοντες και δεν οφείλοντο και/ή τα ποσά που παρανόμως χρεώθηκαν ως οφειλόμενα στους Εναγόμενους και/ή στερήθηκαν από τους Εναγόμενους και/ή την απώλεια κέρδους και/ή χρηματικού ή άλλου οφέλους και/ή οι Εναγόμενοι ζητούν την επιστροφή του κέρδους και/ή χρηματικού ή άλλου οφέλους και/ή οι Εναγόμενοι ζητούν την επιστροφή του κέρδους που άδικα ή αδικαιολόγητα έλαβα η Ενάγουσα/δι΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη υπό διαμαρτυρία και/ή ως αποτέλεσμα του οικονομικού εκβιασμού της και κατά παράβαση των συμφωνιών μεταξύ των Εναγομένων/δι΄ ανταπαιτήσεως Εναγόντων και της Ενάγουσας/δι΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενης. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι ο συμψηφισμός μεταξύ των δανειακών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και/ή 3 με τις καταθέσεις της Sockendale Ltd και/ή με τις δεσμευμένες καταθέσεις της Sockendale Ltd κατά 62.5% ή 52.5% της αρχικής κατάθεσης και/ή τις μετοχές προς 1 ευρώ έκαστη, ήταν νόμιμος και εφαρμόσιμος από τις 15.05.2013 ή από όποια μεταγενέστερη ημερομηνία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια και οι Ενάγοντες/δι΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι οφείλουν να επιστρέψουν στους Εναγόμενους/δι΄ ανταπαιτήσεως Ενάγοντες τα χρήματα που χρέωσαν και/ή έλαβαν ως τόκους και κεφαλαιοποίηση τόκων και εξόδων πέραν της ημερομηνίας αυτής. (Γ) Διαζευκτικά με το (Β), δήλωση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι ο συμψηφισμός των δανειακών υποχρεώσεων των Εναγομένων με τις καταθέσεις της Sockendale Ltd ήταν νόμιμος και εφαρμόσιμος κατά την ημερομηνία και με τον τρόπο που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο και οι Ενάγοντες/δι΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι οφείλουν να επιστρέψουν στους Εναγόμενους/δι΄ ανταπαιτήσεως Ενάγοντες τα χρήματα που έλαβαν ως τόκους και κεφαλαιοποίηση τόκων πέραν της ημερομηνίας αυτής. (Δ) Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο συμψηφισμός είναι εφαρμόσιμος μόνο με την κατάθεση και όχι με τις μετοχές ή ότι δεν είναι εφαρμόσιμος πριν τις 29.04.2014, τότε οι εναγόμενοι ζητούν αποζημιώσεις δυνάμει του νόμου και ή του δικαίου της επιείκειας για το 47.5% της κατάθεσης της Sockendale Ltd το οποίο έγινε μετοχές. (Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη. (ΣΤ) Έξοδα, πλέον ΦΠΑ (δυνάμει πιστοποιητικού εγγραφής με αριθμό 10320422V) και νόμιμο τόκο.» Αποτελεί τη θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση πως το υφιστάμενο δικόγραφο δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και επιχειρείται αναδόμηση και αναπροσαρμογή του ώστε να αποκτήσει νέα βάση αγωγής. (Συναφής προς τούτο το λόγο (6ος λόγος ένστασης) και ο λόγος 7 περί μη προοπτικής επιτυχίας.) Τονίζει πως βάση της ανταπαίτησης του υφιστάμενου δικογράφου είναι ο ισχυριζόμενος συμψηφισμός που επήλθε μεταξύ Εναγομένων και Sockendale χωρίς όμως αυτός να δεσμεύει την Ενάγουσα. Σημειώνει δε πως «Εάν η Sockendale Ltd υπήρξε «καταθέτης χρημάτων» στην Τράπεζα, η νομική σχέση που είχε διαμορφωθεί μεταξύ της Τράπεζας και της Sockendale Ltd, ήταν σχέση οφειλέτη-πιστωτή (debtor-creditor relationship). O συμψηφισμός (set-off) υφίσταται ως δικαίωμα της Τράπεζας, και όχι ως υποχρέωση της Τράπεζας, και όχι ως δικαίωμα του εκάστοτε πελάτη της να τον απαιτεί ή να τον ορίζει ή να τον συμφωνεί με τρίτους. Είναι δικαίωμα της Τράπεζας, που μπορεί να ασκηθεί για τους δικούς της σκοπούς, εκτός εάν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συμβατική πρόνοια στη σύμβαση της με τον πελάτη της, που να υπαγορεύει κάτι διαφορετικό. Σε περίπτωση που ο πελάτης της έχει τέτοιο προβλεπόμενο δικαίωμα, αυτό περιορίζεται σε απαίτηση και χρέος του ιδίου (είτε ως πρωτοφειλέτη είτε ως εγγυητή), όχι τρίτων, άσχετων προσώπων.» Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος των Εναγομένων-Αιτητών, επιβεβαιώνει την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία προέκυψε μετά από το γεγονός της «υπό διαμαρτυρία» (όπως την χαρακτηρίζει) πληρωμή του χρέους. Εισηγείται όμως πως ακόμη και νέα γεγονότα να μην υπήρχαν, αυτό δεν αποκλείει την εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής αλλά αυτό εξετάζεται και συνεκτιμάται πάντοτε υπό το πρίσμα των στοιχείων της κάθε περίπτωσης. Κυρίαρχο στοιχείο, τονίζει, αποτελεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τονίζει περαιτέρω ο συνήγορος πως εισάγεται ως νέα βάση αγωγής ο οικονομικός εξαναγκασμός ο οποίος απαιτεί
(1)απειλή ή πίεση (ασυνείδητη ή παράνομη),
(2)η οποία οδήγησε στην πληρωμή
(3)χωρίς οι Αιτητές να συμφωνούν με την πληρωμή
(4)αλλά το έπραξαν λόγω της απειλής ή πίεσης διότι δεν είχαν άλλη πρακτική επιλογή. Η συνήγορος της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση υποδεικνύει πως η πληρωμή του χρέους της Εναγόμενης 1 έγινε αφού έλαβαν τις επιβεβαιωτικές οδηγίες της Sockendale Ltd στις 29.4.2014 από την κα Natalya Fyodorova, ιδιοκτήτρια της ανωτέρω Εταιρεία και τις εκτέλεσαν αυθημερόν. Είναι σαφές από τα ανωτέρω πως επιχειρείται νέα βάση αγωγής/ανταπαίτησης. Επιχειρείται ουσιαστικά εντέχνως να αποφασίσει το Δικαστήριο και να κρίνει το δικαίωμα της τράπεζας για λήψη μέρους καταθέσεων της Sockendale, τρίτης προς την επίδικη διαφορά εταιρείας και διαδίκου και άσχετου με την επίδικη διαφορά θέματος. Εισάγεται αναφορά σε συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ Εναγόμενης 1 και Εναγόμενης 3, με την οποία η Εναγόμενη 1 ανελάμβανε να ανεγείρει επί ακινήτου της Εναγομένης 3, πολυκατοικία με αντάλλαγμα την παραχώρηση σε αυτήν κάποιων διαμερισμάτων. Εισάγεται επίσης νέα βάση, δηλαδή το δικαίωμα που δημιουργείται, εάν δημιουργείται, από το εξ΄ επιεικείας εμπίστευμα, το οποίο προϋποθέτει εξέταση του ζητήματος, εάν οι Εναγόμενοι κατέστησαν εμπιστευματοδόχοι των καταθέσεων της Sockendale προς την Ενάγουσα. Με το υφιστάμενο δικόγραφο, όπως διατυπώνονται οι πρόνοιες τις ανταπαίτησης δεν αναζητούν αποζημιώσεις ή αξιώσεις δυνάμει των, μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, συμβατικών σχέσεων. Η ανταπαίτηση εδράζεται στο γεγονός πως η Ενάγουσα δεν εκτέλεσε έγκαιρα το περιεχόμενο σύμβασης και συμφωνίας που δέσμευε ουσιαστικά τους Εναγόμενους και την Sockendale Ltd. Ουσιαστικά θα κληθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει τις σχέσεις μεταξύ Ενάγουσας και Sockendale, οι οποίες διέπονται από τη σχέση χρεώστη και πιστωτή (δέστε Foley v. Hill
(1948)H.L. cas. 28, Joachimson v. Swiss Bank Corporation
(1921)3 K.B. 110, Duggan v. Governor of Full Sutton Prison
(2004)2 All E.R. 968). To δικαίωμα της τράπεζας να συμψηφίσει ή να συνδυάσει λογαριασμούς δηλαδή να αντιμετωπίσει πέραν του ενός λογαριασμού του ιδίου πελάτη ως ένα λογαριασμό (National Westminster Bank Ltd v. Hallsowen Presswork and Assemblies Ltd
(1972)1 All E.R. 641) εφαρμόζεται σε λογαριασμούς του ιδίου πελάτη και όχι σε λογαριασμούς τρίτου. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός πως αναφορά σε συμψηφισμό - και όχι εκχώρηση - γίνεται και στο υφιστάμενο δικόγραφο, με τις προτεινόμενες όμως τροποποιήσεις επεκτείνεται και εισάγονται νέες βάσεις όπως ανωτέρω εκτέθηκε και όπως είναι παραδεκτό από τους συνηγόρους των Αιτητών - σε εκβιαστικό, ασυνείδητο εξαναγκασμό πληρωμής, βασιζόμενων σε δικαιώματα της τρίτης εταιρείας για μεταφορά και αποδέσμευση των καταθέσεων της και για το εξ επιείκειας εμπίστευμα. Με τις επιχειρούμενες να εισαχθούν λεπτομέρειες ζημιών εισάγεται επίσης νέα βάση αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το υφιστάμενο δικόγραφο επιζητούνται με την ανταπαίτηση, ως είναι διατυπωμένη, αποζημιώσεις καλούμενο το Δικαστήριο να υπεισέλθει στη σχέση και συμφωνία Εναγομένων και Sockendale, παρά την αρχή του privity of contract. Στην προτεινόμενη τροποποίηση, επιζητούνται πέραν των ανωτέρω, αποζημιώσεις προς τους Εναγόμενους, βασιζόμενη και στις επίδικες συμφωνίες μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων για παράνομες, αδικαιολόγητες και πέραν των νομίμων χρεώσεων, θεραπείες που δεν επιζητούνται με την υφιστάμενη ανταπαίτηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω πως το γεγονός της εξόφλησης της απαίτησης της Ενάγουσας και κατ΄ ακολουθία η απόσυρση της αξίωσης, έδωσε ουσιαστικά έναυσμα και έρεισμα για νέες ανταπαιτήσεις, ουσιαστικά αχρείαστες για επίλυση των επιδίκων θεμάτων και αφετέρου για αναδόμηση της υπάρχουσας. Τα επικαλούμενα ως γεγονότα εκβιασμού της πληρωμής ξεφεύγουν από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπάρχουσας διαφοράς, τα οποία να καθιστούν αναγκαία ή επιτρεπτή την εισαγωγή τους. Τούτα δεν δημιουργήθηκαν ούτε ενυπήρχαν κατά τον επίδικο χρόνο αλλά δημιουργήθηκαν κατά την εξόφληση της απαίτησης. Όπως ορθά επισημαίνει η συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση, στις περιπτώσεις πληρωμής ποσού για ικανοποίηση χρέους τρίτου προσώπου μπορεί πράγματι να επηρεάζονται έμμεσα τα δικαιώματα του τρίτου αυτού προσώπου, όπως π.χ. το δικαίωμα του να αμφισβητήσει το χρέος του. Ωστόσο ο οποιοσδήποτε έμμεσος επηρεασμός δεν δίδει στους Αιτητές αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της τράπεζας. Αποτελούν γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να παρέχουν βάση για νέα αξίωση και όχι εισαγωγή νέας βάσης απαίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για Τροποποίηση Ε/Υ και ανταπαίτησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.