← Κύπρος

Ιωάννης Αϊτίδης κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1645/10, 9/12/2015

Ιωάννης Αϊτίδης κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1645/10, 9/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A242 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής:1645/10 Μεταξύ:

  1. Ιωάννης Αϊτίδης, από την Πάφο
  2. Ολέγκ Δομοτσίδης, από την Πάφο Ενάγοντες και
  3. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα
  4. Κυριάκος Μιλτιάδους, από τη Πάφο
  5. Χρυσόστομος Μιχαηλίδης, από την Πάφο
  6. Άριστος Αριστείδης, από την Πάφο
  7. Κυριάκος Νικολάου, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 9.12.15 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Χ. Φωτίου Για τον Εναγόμενο 1: κα Κόκκινου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για επίθεση και ξυλοδαρμό που δέχθηκαν από τους Εναγόμενους 2-5 καθώς και για την ως εκ της πιο πάνω αναφερόμενης επίθεσης σε αυτούς προκληθείσα ταπείνωση, ψυχική οδύνη και εξευτελισμό. Αξιώνουν, επίσης, αποζημιώσεις για παράνομη σύλληψη και κράτηση τους από τους εν λόγω Εναγόμενους καθώς και για την κακόβουλη και καταχρηστική ποινική δίωξη που έγινε εναντίον τους από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου η οποία βασίσθηκε σε ψευδείς καταθέσεις των Εναγόμενων 2-5 και η οποία απέληξε στην αθώωσή τους. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η επίδικη επίθεση έλαβε χώρα στις 21.6.04 από τους Εναγόμενους 2-5 εν ώρα υπηρεσίας. Οι Εναγόμενοι 2-5 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και υπάλληλοι του Εναγόμενου 1 εν τη εννοία του άρθρου 172 του Συντάγματος. Αυτοί απρόκλητα, αδικαιολόγητα και παράνομα επιτέθηκαν στους Ενάγοντες, παράνομα τους συνέλαβαν, τους έθεσαν υπό παράνομη κράτηση και τους προκάλεσαν σωματικές βλάβες. Η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και 5 αποσύρθηκε και εναντίον του Εναγόμενου 4 διακόπηκε. Εκκρεμεί, επομένως, μόνο για τον Εναγόμενο
  8. Οι πλευρές δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία και περιορίσθηκαν σε παραδεκτά γεγονότα. Αυτά έχουν ως ακολούθως:
  9. στις 21.6.04 οι Ενάγοντες υπέστηκαν από τους Εναγόμενους 2 και 5 και κατά την άσκηση των καθηκόντων των τελευταίων παράνομα ξυλοδαρμό, βασανισμό και κακοποίηση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι προαναφερόμενοι Εναγόμενοι ήταν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και βρίσκονταν εν ώρα καθήκοντος και υπηρεσίας
  10. οι πιο πάνω παράνομες πράξεις έλαβαν χώρα κατά την σύλληψη των Εναγόντων στην οδό Λαέρτη στην Πάφο και μετά την σύλληψή τους ενώ τελούσαν υπό κράτηση στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου
  11. η σύλληψη των Εναγόντων ήταν παράνομη και, κατ' επέκταση, παράνομη ήταν και η κράτησή τους. Η κράτηση των Εναγόντων διήρκησε 24 ώρες
  12. από την επίδικη επίθεση καταχωρήθηκε εναντίον αστυνομικών η ποινική υπόθεση με αριθμό 1882/07 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και εναντίον των Εναγόντων η ποινική υπόθεση με αριθμό 583/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Και στις δύο υποθέσεις οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν. Παρουσιάσθηκαν, επίσης, από κοινού δύο ιατρικά σημειώματα του ιατροδικαστή Μάριου Ματσάκη. Σύμφωνα με αυτά ο Μάριος Ματσάκης εξέτασε τους Ενάγοντες στις 22.6.
  13. Συγκεκριμένα και αναφορικά με τον Ενάγοντα 1 παρουσιάσθηκε έγγραφο που φέρει τίτλο «Ιατροδικαστικό Σημείωμα» ημερομηνίας 8.3.05 και δεύτερο έγγραφο που φέρει τίτλο «Συμπληρωματικό Σημείωμα» ημερομηνίας 10.4.
  14. Αναφορικά με τον Ενάγοντα 2 παρουσιάσθηκε έγγραφο που φέρει τίτλο «Ιατροδικαστικό Σημείωμα» ημερομηνίας 10.4.
  15. Τα πιο πάνω έγγραφα συνοδεύονται από ανατομικό σχεδιάγραμμα προς κατανόηση των θέσεων των σωματικών βλαβών επί του ανθρωπίνου σώματος. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων. Η δέσμη που αφορά στον Ενάγοντα 1 σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 και η δέσμη που αφορά στον Ενάγοντα 2 ως Τεκμήριο
  16. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 έγινε από κοινού παραδεκτό εκτός από κάποια σημεία. Παρουσιάσθηκε, επίσης, από κοινού φωτογραφία η οποία απεικονίζει τον Ενάγοντα 2 μετά την επίδικη επίθεση και η οποία λήφθηκε κατά την εξέταση που διενεργήθηκε σε αυτόν από τον Μάριο Ματσάκη στις 22.6.
  17. Η εν λόγω φωτογραφία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  18. Συμφωνήθηκαν, επίσης, από κοινού ως ειδικές ζημιές το ποσό των Ευρώ 685,00 σεντ για έκαστο των Εναγόντων ως έξοδα για την εξέτασή τους από τον ιατροδικαστή Μάριο Ματσάκη. Αποτελούν, επίσης, παραδεκτά γεγονότα τα κάτωθι: Ότι ο Ενάγων 1 ως εκ της επίδικης επίθεσης υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες: θλαστικό τραύμα συρραφέν. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην περιοχή του αριστερού φρυδιού Χρειάσθηκαν δύο ραφές πρήξιμο 4Χ3 εκατοστά με άλγος. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην περιοχή του αριστερού μάγουλου πρήξιμο 2Χ2 εκατοστά. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην περιοχή του κρανίου πάνω από το αριστερό αυτί αυχενικό άλγος μώλωπας 10Χ8 εκατοστά. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην ωμοπλάτη αριστερά πρήξιμο προκληθέν από χειροπέδες. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στους καρπούς των χεριών ζάλη και πονοκέφαλο Ο Ενάγων 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοικος Πάφου, ηλικίας 32 ετών και πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα. Ότι ο Ενάγων 2 ως εκ της επίδικης επίθεσης υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες:
  19. πρήξιμο 5x4 εκατοστά με άλγος. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην περιοχή κάτω από το δεξί μάτι
  20. προεφ. μολωμισμός αμφοτεροπλεύρως 5 x 5 εκατοστά και αιμορραγική διήθηση λευκού χιτώνα αριστερά. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα και την φωτογραφία - Τεκμήριο 3 - προκύπτει ότι ο μολωμισμός ήταν στην περιοχή και των δύο ματιών
  21. υπό επούλωση θλαστικό τραύμα (με μαλάκια εφελκίδα) 1.5x0.3 εκατοστά. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα και την φωτογραφία προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην περιοχή κάτω από το δεξί μάτι
  22. μολωμισμός, πρήξιμο και άλγος στο πτερύγιο του αριστερού αυτιού
  23. απόξεση επιδερμίδας 5x0.6 εκατοστά
  24. απόξεση επιδερμίδας 6x0.6 εκατοστά. Η θέση του τραύματος αυτής της παραγράφου όπως και της προηγούμενης φαίνεται στο ανατομικό σχεδιάγραμμα
  25. τέσσερεις αποξέσεις επιδερμίδας 0.3x0.2 εκατοστά έκαστη. Οι θέσεις των εν λόγω τραυμάτων φαίνονται στο ανατομικό σχεδιάγραμμα
  26. απόξεση επιδερμίδας 2.5Χ2 εκατοστά
  27. απόξεση επιδερμίδας 1Χ0.1 εκατοστά
  28. απόξεση επιδερμίδας 1.5Χ0.5 εκατοστά. Η θέση του τραύματος αυτής της παραγράφου όπως και των παραγράφων 8 και 9 φαίνονται στο ανατομικό σχεδιάγραμμα
  29. άλγος, πρήξιμο και εκδορές προκληθείσες από χειροπέδες. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στους καρπούς των χεριών
  30. μικρό θλαστικό τραύμα υπό επούλωση 0.3Χ0.2 εκατοστά. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην άνω επιφάνεια του δεξιού κάτω άκρου
  31. εκδορά 1Χ0.1 εκατοστά. Από το ανατομικό σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το εν λόγω τραύμα ήταν στην μέσα επιφάνεια του αριστερού κάτω άκρου
  32. πρήξιμο 8Χ5 εκατοστά με άλγος. Η θέση του εν λόγω τραύματος φαίνεται στο ανατομικό σχεδιάγραμμα. Επεξηγήθηκαν και έγιναν από κοινού παραδεκτά τα ακόλουθα: · ο «προεφ μολωμισμός» υπό παράγραφο 2 ανωτέρω σημαίνει τον εμφανή μολωμισμό · η αιμορραγική διήθηση λευκού χιτώνα υπό παράγραφο 2 ανωτέρω είναι ο τραυματισμός των τριχοειδών αγγείων του αριστερού ματιού με αποτέλεσμα να υπάρχει εκροή αίματος στο μάτι η οποία προκαλεί παρατεταμένο έντονο πόνο και προσωρινή μείωση της ικανότητας για όραση η οποία αποκαθίσταται με την εξαφάνιση του αίματος και εντός μιας έως 4 εβδομάδων · υπό επούλωση θλαστικό τραύμα (με μαλάκια εφελκίδα) υπό παράγραφο 3 ανωτέρω σημαίνει θλαστικό τραύμα το οποίο βρίσκεται υπό επούλωση και το αίμα έχει αποξηρανθεί. Ο Ενάγων 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οικοδόμος. Η εξέτασή του από τον ιατροδικαστή Μάριο Ματσάκη έλαβε χώρα ενώ ο εν λόγω διάδικος ήταν κλινήρης στον Χειρουργικό Θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα αποτελούν ευρήματά μου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1 παρουσίασαν αγορεύσεις υποστηρίζοντας την πλευρά του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Διαφωτιστική είναι η υπόθεση Symeon Georghiou v. Attorney-General of the Republic

(1982)1 CLR
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγων/εφεσείων υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία επίθεσης που δέχθηκε από αστυνομικούς στα πλαίσια ανάκρισης που διεξάχθηκε από αυτούς για σκοπούς λήψης κατάθεσης του. Παρά το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστή ότι ο εφεσείων είχε πέσει θύμα κακομεταχείρισης από τους εν λόγω αστυνομικούς κατά την λήψη της κατάθεσής του απέρριψε την αγωγή με την οποία ο εφεσείων αξίωνε αποζημιώσεις υπό το φως του άρθρου 28 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, και στην βάση του ότι εξέλιπε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι η Δημοκρατία ως ο κύριος των αστυνομικών που διέπραξαν την επίθεση την είχε εξουσιοδοτήσει ρητά ή σε μεταγενέστερο στάδιο την είχε επικυρώσει. Κατ' έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα κατά πόσο το κράτος δικαιούταν να περιορίσει την ευθύνη για παράνομες ενέργειες των υπαλλήλων του οι οποίες διαπράττονται κατ' ενάσκηση ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 172 του Συντάγματος. Το άρθρο 28 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού, αντιπροσωπευόμενος ή κύριος δεν ευθύνεται για επίθεση που διαπράττεται από τον αντιπρόσωπο ή τον υπηρέτη του εκτός αν ρητά εξουσιοδότησε ή ενέκρινε αυτήν». Το άρθρο 172 του Συντάγματος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Η Δημοκρατία ευθύνεται διά πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας». Λέχθηκε ότι το άρθρο 172 του Συντάγματος δύναται δεόντως να διαχωριστεί σε τρία μέρη: (α) η φύση των πράξεων για τις οποίες η Δημοκρατία δύναται να θεωρηθεί υπόλογη, (β) η έκταση της ευθύνης της και (γ) η ανάγκη για θέσπιση Νόμου που να διέπει την ρύθμιση ζητημάτων που άπτονται μιας τέτοιας ευθύνης. Αναφορικά με το πρώτο λέχθηκαν τα ακόλουθα. Ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη είναι η πράξη ή παράλειψη η οποία προκαλεί ζημία (damage) ή επιφέρει δυσμενή επηρεασμό (adverse effects) στα δικαιώματα του προσώπου που επηρεάζεται από αυτήν. Για να είναι η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη αγώγιμη (actionable) πρέπει να είναι «άδικος», ήτοι πρέπει να έχει διαπραχθεί χωρίς εξουσία (without authority) ή νόμιμη δικαιολογία (justification in law). Η εξουσία των υπαλλήλων ή των λειτουργών του κράτους πηγάζει από τον νόμο ή τους νόμους που διέπουν την ίδρυση του αξιώματός τους και οι οποίοι καθορίζουν τα καθήκοντά τους και ρυθμίζουν την εκτέλεση τους πάντοτε υπό το φως των θεμελιωδών προνοιών του Συντάγματος και της έννοιας της χρηστής διοίκησης. Η κατάχρηση εξουσίας ή αξιώματος βρίσκεται στην ρίζα της ευθύνης της Δημοκρατίας για πράξεις ή παραλείψεις των αξιωματούχων ή υπαλλήλων της τόσο στο πεδίο του δημοσίου όσο και στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου. Ευθύνη υπάρχει όχι μόνο όταν η παράνομη πράξη λαμβάνει χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους αλλά και στα πλαίσια της κατ' επίκληση εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Οι λέξεις «κατ' επίκληση» είναι δηλωτικές της ευθύνης, όταν διαπράττεται αδίκημα, διά της επίκλησης των εξουσιών λειτουργού του κράτους και περιλαμβάνει πράξεις οι οποίες φαινομενικά (ostensibly) εμπίπτουν στην εξουσία λειτουργού. Το κράτος ευθύνεται, επίσης, για παράνομες πράξεις οι οποίες διαπράττονται από λανθασμένη αντίληψη ως προς τα καθήκοντα λειτουργού του και, κατ' επέκταση, από καλόπιστο λάθος καθώς και για πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες συνιστούν εσκεμμένη κατάχρηση εξουσίας και οι οποίες γίνονται με κακή πίστη. Εν ολίγης καλύπτει πράξεις που συναρτώνται με την εξουσία του αξιώματος του προσώπου που διενεργεί την πράξη αλλά εκτός της εμβέλειας της εξουσίας του όπως αυτή ορίζεται από τον νόμο. Η φράση «εκτέλεση καθήκοντος» περιλαμβάνει την εκτέλεση καθηκόντων που καθορίζονται από τον νόμο και καλύπτει περιπτώσεις ζημίας η οποία προκύπτει από παράνομη εκτέλεση νομίμων καθηκόντων είτε με πρόθεση είτε άνευ προθέσεως. Κατ' επίκληση άσκηση καθήκοντος περιλαμβάνει παράνομες πράξεις εν τη εννοία του άρθρου 172 οι οποίες διαπράττονται από λειτουργούς ή αρχές της Δημοκρατίας ενώ αυτοί διατείνονται ή ισχυρίζονται ότι εκτελούν καθήκοντα συνυφασμένα με το αξίωμά τους. Με άλλα λόγια κατά κατάχρηση της εξουσίας τους. Αναφορικά με το δεύτερο λέχθηκαν τα ακόλουθα. Η ευθύνη του κράτους κάτω από το άρθρο 172 του Συντάγματος επεκτείνεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες διαπράττονται στην σφαίρα τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού δικαίου. Με την εξής διαφοροποίηση. Όταν η παράνομη πράξη διαπράττεται στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου η ακύρωσή της δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος αποτελεί προϋπόθεση για έγερση πολιτικής αγωγής στην βάση του άρθρου 146.
  2. του Συντάγματος. Η ανίχνευση του εγκλήματος όπως και οι ενέργειες της Αστυνομίας προς την κατεύθυνση αυτή είναι πράξεις που δεν άπτονται του άρθρου 146 ένεκα του ότι είναι στενά συνυφασμένες με την ποινική διαδικασία και την ποινική δίωξη που δύναται να ακολουθήσει. Έτσι, παράνομες πράξεις ή παραλείψεις σε αυτό το πεδίο δύνανται να είναι το αντικείμενο αγωγής σε πολιτικό Δικαστήριο. Αναφορικά με το τρίτο λέχθηκαν τα ακόλουθα. Το Σύνταγμα προνοεί για θέσπιση Νόμου που να ρυθμίζει την ευθύνη της Δημοκρατίας. Η ύπαρξη, όμως, δικαιώματος δεν εξαρτάται από την θέσπιση οποιουδήποτε Νόμου. Ο Νόμος απλά ελέγχει την άσκηση του δικαιώματος και ο θεσμικός έλεγχος είναι υποκείμενος της ύπαρξης του συνταγματικού δικαιώματος. Ένα παράδειγμα αυτού του ελέγχου αποτελεί η θέσπιση του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο προβλέπει ότι οι διαδικασίες εναντίον του κράτους εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. Ενδεικτική είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Phedias Kyriakides v. The Republic, 1 RSCC 66 όπου λέχθηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 172 είναι δηλωτικές και καθοριστικές των δικαιωμάτων που δημιουργούνται από αυτό ώστε να έχουν εφαρμογή χωρίς την ανάγκη για περαιτέρω Νομοθετική ρύθμιση. Κανένας Νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εύρος του δικαιώματος. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντισυνταγματικό καθότι το άρθρο 172 είναι καθοριστικό της ευθύνης του κράτους και των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο ζημιώνει ως αποτέλεσμα πράξεων για τις οποίες το κράτος είναι υπόλογο σύμφωνα με τις πρόνοιές του. Είναι βέβαιο ότι η ευθύνη του κράτους δυνάμει του άρθρου 172 δεν είναι η ίδια με την ευθύνη του κυρίου για τις πράξεις του υπηρέτη του όπως αυτή καθορίζεται από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.
  3. Η στοιχειοθέτηση ευθύνης δυνάμει του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, δεν είναι προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση ευθύνης δυνάμει του άρθρου
  4. Η ευθύνη του κράτους κάτω από το άρθρο 172 είναι μορφή δημοσίου δικαίου ευθύνης ενώ η ευθύνη κάτω από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 καλύπτει κυρίως περιπτώσεις στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Το άρθρο 28 το οποίο περιορίζει την ευθύνη κυρίου για επίθεση που διαπράττεται από τον αντιπρόσωπο ή τον υπηρέτη του σε περιπτώσεις μόνο ρητής εξουσιοδότησης ή μετέπειτα επικύρωσης είναι εντελώς άσχετο στον καθορισμό της ευθύνης του κράτους για επίθεση η οποία διαπράττεται από λειτουργούς της Δημοκρατίας. Δεν αποβλέπει στην ρύθμιση της ευθύνης κάτω από το άρθρο 172 του Συντάγματος για παράνομες και άδικες πράξεις των λειτουργών της Δημοκρατίας οι οποίες διαπράττονται κατ' ενάσκηση ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους. Συμπεριλήφθηκε στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, όπως και το άρθρο 4
(1)το οποίο απαγορεύει ρητά την έγερση αγωγής εναντίον του κράτους για αστικά αδικήματα των υπηρετών του και το οποίο κρίθηκε αντισυνταγματικό (Βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic, 1 RSCC 66). Αντίκειται στο άρθρο 172 του Συντάγματος. Αν κρινόταν συμβατό με το άρθρο 172 του Συντάγματος θα έδινε την δυνατότητα στο κράτος να περιορίσει την ευθύνη του για ποικίλες παράνομες πράξεις εξουδετερώνοντας τις επιτακτικές πρόνοιες του Συντάγματος οι οποίες δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα στις παράνομες πράξεις εν τη εννοία του άρθρου 172 για τις οποίες το κράτος δύναται να βρεθεί υπόλογο. Η επίδικη επίθεση διαπράχθηκε από τους Εναγόμενους 2 και 5 οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και βρίσκονταν εν ώρα υπηρεσίας και καθήκοντος, ήτοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Οι πράξεις των εν λόγω Εναγόμενων αφ' ης στιγμής προκάλεσαν φυσική ζημία στους Ενάγοντες καθώς και στέρηση της ελευθερίας τους, ήταν ζημιογόνες εν τη εννοία του άρθρου
  1. Την ίδια στιγμή ήταν και άδικες αφού διαπράχθηκαν άνευ εξουσίας ή νόμιμης δικαιολογίας. Η εξουσία και τα καθήκοντα των μελών της Αστυνομικής Δύναμης καθορίζονται από τον Περί Αστυνομίας Νόμο, Κεφ. 285, όπως τροποποιήθηκε, και τους δυνάμει του εν λόγω Νόμου Κανονισμούς. Καμία πρόνοια του Νόμου ή των Κανονισμών δεν προβλέπει για άσκηση βίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των μελών της Αστυνομικής Δύναμης. Ούτε και θα μπορούσε η παραχώρηση μιας τέτοιας εξουσίας να συμβιβασθεί με τις βασικές πρόνοιες του Συντάγματος οι οποίες διασφαλίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως είναι το άρθρο 8 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο ουδείς υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία ή μεταχείριση ή το άρθρο 11.1 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο έκαστος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας και της προσωπικής ασφάλειας. Είναι έκδηλο ότι με τις πράξεις και την συμπεριφορά τους οι Εναγόμενοι 2 και 5 καταχράστηκαν το αξίωμά τους και την εξουσία που τους δίνεται από τον Νόμο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ακολουθεί ότι ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται για την επίθεση που διενεργήθηκε στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους 2 και
  2. Οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες οι οποίες προκλήθηκαν από την επίθεση, για παράνομη σύλληψη και παράνομη κράτηση η οποία διήρκησε 24 ώρες και για κακόβουλη δίωξη που έγινε εναντίον τους από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου. Σε σχέση με το τελευταίο αναφέρονται τα ακόλουθα. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κακόβουλης δίωξης είναι (α) η έναρξη ή η συνέχιση ποινικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή διαδικασίας για διάλυση εταιρείας, (β) η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης και η έλλειψη εύλογης αιτίας, (γ) η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας (αθώωση στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας) και (δ) η πρόκληση ζημιάς στην φήμη ή την υπόληψη ή πιθανής απώλειας της ελευθερίας. Η πρόκληση σκανδάλου στην φήμη και την υπόληψη του ενάγοντα σημαίνει ζημιά που προκύπτει ως εκ της δυσφήμησης που δυνατό να υφίσταται ο ενάγων ανάλογα με την φύση του αδικήματος με το οποίο αυτός έχει κατηγορηθεί. Στην υπόθεση Savill v. Roberts
(1968)12 Mod. 208 στην οποία έγινε αναφορά στην υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 CLR 50 ο Αρχιδικαστής Holt ανέφερε ότι τρία είναι τα είδη της ζημιάς για να ικανοποιηθεί το στοιχείο αυτό του αδικήματος: (α) ζημιά στην φήμη κάποιου, (β) κίνδυνος για τη ζωή, σωματική ακεραιότητα και ελευθερία και (γ) ζημιά σε περιουσία. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ως εκ της εν λόγω δίωξης προκλήθηκε ζημιά στη φήμη ή την υπόληψη των Εναγόντων. Ούτε ποια ήταν η φύση ή η έκταση αυτής της ζημιάς. Καμία, επίσης, μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης δεν στοιχειοθετήθηκε. Χώρια που ό,τι μόνο έγινε παραδεκτό είναι ότι η ποινική δίωξη εναντίον των Εναγόντων προήλθε από την επίδικη επίθεση. Δεν έγινε αναφορά στο αδίκημα με το οποίο κατηγορήθηκαν οι Ενάγοντες και δεν μπορεί να εκληφθεί δίχως άλλο ότι είναι για επίθεση των αστυνομικών που κατηγορήθηκαν και εν τέλει δικάσθηκαν οι Ενάγοντες. Με αποτέλεσμα και αν ακόμα παρουσιαζόταν μαρτυρία προς απόδειξη της ζημίας η επιδίκαση αποζημιώσεων ενδεχομένως να μην καθίστατο ευχερής ή δυνατή αφ' ης στιγμής θα ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να συνυπολογισθεί η δυσφήμηση που δυνατό να είχαν υποστεί οι Ενάγοντες ως εκ της δίωξης μιας και δεν δηλώθηκε για ποιο αδίκημα κατηγορήθηκαν, δικάσθηκαν και εν τέλει αθωώθηκαν. Όπως σε κάθε αστικό αδίκημα έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα (compensatory) και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του θύματος. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, οι οποίες μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στην θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αδικήματος. Με την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων όχι σαν μέτρο τιμωρίας του εναγόμενου, αλλά σε τέτοιο μέγεθος που να αντικατοπτρίζεται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου. Είναι αποζημιώσεις αποκατάστασης εφόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της πληγείσας αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος και για τον λόγο αυτό διακρίνονται από τις τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις οι οποίες αποσκοπούν στην τιμωρία του παραβάτη και την αποτροπή (Βλ. Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 CLR 254). Στην Αγγλικές υποθέσεις Rookes v. Barnard
(1964)1 All E R 367 και Cassell & Co Ltd v. Broome
(1972)1 All E R 801, αναφορά στις οποίες έγινε στην υπόθεση Symeon Georghiou v. Attorney-General of the Republic
(1982)1 CLR 938, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι όταν οι υπηρέτες του κράτους καταχρώνται της εξουσίας τους σε βαθμό που να είναι ένοχοι καταπιεστικής (oppressive) ή αντισυνταγματικής διαγωγής είναι υπόλογοι σε παραδειγματικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα, όμως, με την πιο πάνω Κυπριακή υπόθεση δεν υπάρχει τίποτα στο άρθρο 172 του Συντάγματος που να συνηγορεί με το ότι η ευθύνη του κράτους είναι της ίδιας έκτασης με αυτή του αδικοπραγούντα. Η ζημία που προκαλείται από την άδικη και παράνομη πράξη του λειτουργού του κράτους σημαίνει την απώλεια και βλάβη η οποία είναι θεραπεύσιμη με την απόδοση αποζημίωσης η οποία επιφέρει την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος. Η έννοια των τιμωρητικών αποζημιώσεων περιλαμβάνει το στοιχείο της τιμωρίας του αδικοπραγούντα. Και δεν νοείται η τιμωρία κάποιου για τις αντισυνταγματικές πράξεις των εργοδοτουμένων του. Έτσι κι' αλλιώς ο εργοδότης αποβαίνει το θύμα της διαγωγής του εργοδοτουμένου του αφού είναι υπόλογος σε αποζημίωση του ζημιωθέντος. Είναι μόνο όταν ο εργοδότης ενθαρρύνει την εκτέλεση της παράνομης πράξης που δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον του για τις πράξεις του υπηρέτη του (Βλ. Σύγγραμμα «Assessment of Damages» των Harold Luntz, παράγραφοι 1220 και 1814). Στην απουσία μαρτυρίας ή παραδεκτού γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 1 ενεθάρρυνε τους Εναγόμενους 2 και 5 να συμπεριφερθούν όπως συμπεριφέρθηκαν δεν μπορούν να επιδικασθούν εναντίον του Εναγόμενου 1 τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αναπόφευκτα οι αποζημιώσεις που θα επιδικασθούν εναντίον του Εναγόμενου 1 θα περιορισθούν σε αποζημιώσεις αντισταθμιστικού χαρακτήρα (compensatory) οι οποίες θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις ώστε να αντανακλάται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχουν υποστεί τα αισθήματα, η αξιοπρέπεια και η περηφάνια των Εναγόντων λόγω της συμπεριφοράς των Εναγόμενων 2 και 5. Στον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της Νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789), τάση που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, πιο πάνω). Δεν πρέπει, όμως, οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66). Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66 υπογραμμίζεται η σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Παράλληλα τονίζεται ότι σταθερή είναι η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 8.000,00 σεντ αναφορικά με τον Ενάγοντα 1 και ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 12.000,00 σεντ αναφορικά με τον Ενάγοντα 2 θα ήταν επαρκές για να αποζημιώσει τους Ενάγοντες για τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτοί υπέστησαν, την βλάβη και το πλήγμα που επήλθαν στα αισθήματα, την αξιοπρέπεια και την περηφάνια τους συνεπεία της επίδικης επίθεσης και γενικά της συμπεριφοράς των Εναγόμενων 2 και 5 καθώς και για την παράνομη σύλληψη και κράτηση τους. Συνακόλουθα επιδικάζω ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των Ευρώ 8.000,00 σεντ υπέρ του Ενάγοντα 1 και το ποσό των Ευρώ 12.000,00 σεντ υπέρ του Ενάγοντα 2. Επιδικάζω, επίσης, υπέρ έκαστου των Εναγόντων το ποσό των Ευρώ 685,00 σεντ ως ειδικές ζημιές. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη Λτδ κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049: «Ο νόμος απολήγει στην παροχή ευχέρειας επιδίκασης τόκου για ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος ή από οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, ως ήθελε κριθεί δίκαιο, προς 8%». Στην υπόθεση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475 λέχθηκε ότι όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκου υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί ότι ο ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο ενάγων στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δεν θα κατέτασσαν μιαν υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων του είδους δύναται να ληφθεί υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσει σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Επισημαίνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε μια αγωγή προς εκδίκαση και ότι στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Ο λόγος είναι γιατί για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο διάδικος στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα (Βλ. Birkett v. Hayes and Another
(1982)2 All E R 710 (C.A.)). Οι Ενάγοντες αξιώνουν τόκο από τις 21.6.
  1. Με την αγόρευσή του, όμως, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων περιόρισε τον τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Και ορθά καθότι από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής για την οποία ευθύνονται αποκλειστικά οι Ενάγοντες. Συγκεκριμένα παρατηρείται ότι ενώ το επίδικο περιστατικό επισυνέβη στις 21.6.04 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 14.5.10, ήτοι 6 χρόνια μετά, και χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την πιο πάνω καθυστέρηση. Υπό το φως τούτου κρίνω ορθό και δίκαιο να επιδικάσω τόκο επί του συνόλου των επιδικασθέντων αποζημιώσεων ο οποίος θα αρχίζει από τις 14.5.
  2. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 1 και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των Ευρώ 8.685,00 σεντ πλέον τόκο επ' αυτού προς 5,5% ετησίως από 14.5.10 μέχρι 31.12.14 πλέον τόκο επί του ποσού των Ευρώ 8.685,00 σεντ προς 4% ετησίως από 1.1.15 μέχρι εξόφλησης. Επίσης εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 2 και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των Ευρώ 12.685,00 σεντ πλέον τόκο επ' αυτού προς 5,5% ετησίως από 14.5.10 μέχρι 31.12.14 πλέον τόκο επί του ποσού των Ευρώ 12.685,00 σεντ προς 4% ετησίως από 1.1.15 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα Ευρώ 10.000 - Ευρώ 50.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Επίθεση - Αποζημιώσεις Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.