P.G. KALLIMARMARO LIMITED κ.α. ν. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1672/2015, 2/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1672/2015 Μεταξύ:
- P.G. KALLIMARMARO LIMITED
- ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΠΑΤΑΤΟΣ
- ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΔΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΟΥ Ενάγοντες και
- ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ
- ΦΑΙΔΩΝΑ ΦΑΙΔΩΝΟΣ
- ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΚΟΝΙΚΚΟΣ
- ΒΑΣΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
- ΕΥΡΟΣ ΛΟΙΖΙΔΗΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
- ΘΕΜΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
- ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ (ΠΑΜΠΟΣ) ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑ
- ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΛΟΥΚΑ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΝΑΡΗΣ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 06.11.15 για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 28.09.15 Ημερομηνία: 02.12.15 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές 1, 2 & 3: κος Κ. Καλλής Για Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση: κα Κ. Χριστοφόρου (η κα Θ. Γιαβάσιη για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 18.09.15 οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 (στο εξής οι 'Αιτητές') προώθησαν αυθημερόν μονομερή αίτηση στην οποία ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών αυτών να επεμβαίνουν στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 2886, Φ/Σχ. 51/3.4 και IV, τεμάχιο 338/1, τοποθεσία Περβόλια επί της οδού Ανδρέα Γερούδη στον Δήμο Πάφου, μήκους 70 ποδιών επί πλάτους 25 ποδιών, όπως σημειώνεται με κόκκινο χρώμα στο επισυνημμένο κτηματικό σχέδιο (Παράρτημα 'Α') και να μεταφέρουν και/ή μετακινούν τα εμπορεύματα και/ή υλικά και/ή μάρμαρα που είναι αποθηκευμένα στο εν λόγω ακίνητο μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Το πιο πάνω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 29.09.
- Στις 28.09.15 όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου ενώ σε σχέση με το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους του Καθ' ου η αίτηση. Στις 05.10.15 οι Αιτητές προώθησαν δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητούσαν άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκο δήλωση στην ένορκο δήλωση του Αιτητή 2 που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 18.09.
- Το εγχείρημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Κατόπιν εκδίκασης της, η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε για τους λόγους που εξηγούνται στο σκεπτικό της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.10.
- Στις 06.11.15 οι Αιτητές προώθησαν άλλη δια κλήσεως αίτηση με την οποία αυτή τη φορά αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται ο ενόρκως δηλών στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 28.09.15, Θέμης Φιλιππίδης, να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αντεξεταστεί επί της ενόρκου δηλώσεως του και ειδικότερα όπως ζητείται και αυτούσια καταγράφεται 'ως προς το περιεχόμενο μεταξύ άλλων των παραγράφων 4-10, 27-30, 33-35, 38, 40-41, 43, 46, 47, 61, 73-78, 79-88, 99-100 της ένορκης δήλωσης και γενικά στις παραγράφους της ένορκης δήλωσης που αναφέρονται στους λόγους ένστασης 3, 4, 15, 17, 21, 23-29, 33-35 και εις οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ορισθεί η αίτηση υπό τον άνω τίτλο και αριθμό.' Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 39 Κανονισμό 1 και στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1-4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος περιέχονται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 ημερομηνίας 06.11.15 στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Ο Αιτητής 2 αρνείται όλους και καθένα (προφανώς εννοείται 'ξεχωριστά') ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση Φιλιππίδη για υποστήριξη των λόγων ένστασης 3, 4, 15, 17, 21, 23-29 και 33-
- - Ο Αιτητής 2 ισχυρίζεται ότι: Ø Ο Φιλιππίδης δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του από πού αντλεί πληροφορίες και/ή πως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ειδοποίηση επιβολής 27.04.15 μόνο με προσωρινό διάταγμα σε προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης στην ιεραρχική προσφυγή θα μπορούσε να εμποδιστεί. Ø Ο Φιλιππίδης θα πρέπει να αντεξεταστεί στις θέσεις του που περιέχονται στις παραγράφους 4-10 της ένορκης δήλωσης του, μεταξύ άλλων: ê γιατί ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν καταχώρησαν προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο τη στιγμή που οι Αιτητές το έπραξαν με την καταχώρηση της προσφυγής υπ' αριθμό 1838/15, ê να επεξηγήσει γιατί ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές μηχανεύτηκαν όλα όσα αναφέρουν στην αίτηση τους για να εκδώσουν το προσωρινό διάταγμα και ποιες είναι αυτές οι μηχανογραφίες, ê πως μπορεί να παρέχεται στον Καθ' ου η αίτηση νόμιμα η εξουσία να εφαρμόσει την υποτιθέμενη τελεσιδικία και να απομακρύνει την περίφραξη και τα τοποθετημένα αντικείμενα και γιατί η πράξη αυτή δεν συνιστά παράνομη επέμβαση. Ø Στις παραγράφους 27-30, 33-35 και 47 της ένορκης δήλωσης του ο Φιλιππίδης δεν αναφέρει ότι η περιοχή που προτάθηκε στους Αιτητές για μεταφορά της επιχείρησης τους δεν έχει την αναγκαία υποδομή και δεν έχει κατασκευαστεί ο οδικός άξονας για να μπορέσουν να μετακινηθούν. Ακόμη ζητείται η αντεξέταση του Φιλιππίδη επί το ότι ο ίδιος δεν αναφέρει ότι η ενοικίαση θα επανατίθεται στην Ειδική Επιτροπή ανά δύο χρόνια ανάλογα με την περάτωση της διαμόρφωσης της βιομηχανικής περιοχής Αγίας Βαρβάρας που όμως δεν έχει περατωθεί. Επίσης ζητείται η αντεξέταση του εν λόγω ατόμου επί του ισχυρισμού ότι οι Αιτητές ζήτησαν χρόνο για μεταφορά των υλικών καθώς και στα γεγονότα που επικαλείται στις παραγράφους 33-35 της ένορκης δήλωσης του. Ø Αντεξέταση του Φιλιππίδη, μεταξύ άλλων, κατά πόσο οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να υπενοικιάζουν το επίδικο τεμάχιο (παράγραφοι 40-41, 43, 46 και 61 της ένορκης δήλωσης Φιλιππίδη). Ø Αντεξέταση του Φιλιππίδη σε σχέση με τους ισχυρισμούς του στις παραγράφους 73-78 της ένορκης δήλωσης του για αλλαγή χρήσης, κατά πόσο ή όχι δόθηκε άδεια και κατά πόσο χρειαζόταν πολεοδομική έγκριση και/ή άδεια καθώς και να εξηγήσει πως συγκρούεται με τη χωροθετική πολιτική του Τοπικού Σχεδίου Πάφου. Ø Αντεξέταση του Φιλιππίδη σε σχέση με τους ισχυρισμούς του στις παραγράφους 79-88 και 99-100 της ένορκης δήλωσης του για το νομότυπο της επέμβασης του Καθ' ου η αίτηση επί του ακινήτου χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τους Αιτητές, για τους ισχυριζόμενους εκβιασμούς των Αιτητών καθώς και για το ότι το ακίνητο θα ληφθεί από τον Καθ' ου η αίτηση για δικούς του σκοπούς. - Στοιχειοθετείται καλός λόγος έτσι ώστε να επιτραπεί η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη προκειμένου οι Αιτητές να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των γεγονότων που επικαλούνται και αμφισβητεί ο Καθ' ου η αίτηση. - Εξ' όσον ο Αιτητής 2 έτυχε συμβουλής από τον δικηγόρο των Αιτητών είναι απόλυτα αναγκαίο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αντικρουστούν οι θέσεις του Καθ' ου η αίτηση μέσα από διαδικασία αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα που προσφέρεται από τους δικονομικούς θεσμούς, τις θέσεις οποίες οι Αιτητές θεωρούν αναληθείς. - Η μη άσκηση του δικαιώματος αντεξέτασης θα καταστήσει τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση αναντίλεκτους και την υπό κρίση αίτηση σε απόρριψη. Στις 09.11.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους του Καθ' ου η αίτηση επί 47 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, οι οποίοι αφού ομαδοποιηθούν εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:
(1)Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και δεν εδράζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο αφού από αυτό απουσιάζει η Διάταξη 48 Κανονισμοί 8
(1)και 9 (λόγος ένστασης 2).
(2)Η παρούσα αίτηση συντάχθηκε ως μονομερής αίτηση κατά παράβαση των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς έτσι να καλείται κάποιος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα (λόγοι ένστασης 3 και 4).
(3)Η υπό κρίση αίτηση είναι αχρείαστη, δεν είναι καλόπιστη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προκαλώντας αδικαιολόγητη καθυστέρηση (λόγοι ένστασης 5, 6, 7, 11, 15, 16, 17, 18, 20, 21 και 22).
(4)Δεν πληρούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη και κατ' επέκταση δεν εξυπηρετείται καμία άμεση ανάγκη αλλά ούτε και η απονομή της δικαιοσύνης (λόγοι ένστασης 1, 8-10, 12-14, 25-28, 30-43, 46 και 47).
(5)Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι αναληθή (λόγος ένστασης 29).
(6)Ο Αιτητής 1 δεν εξειδικεύει τα συγκεκριμένα σημεία στα οποία επιθυμεί να αντεξετάσει αλλά προβάλλει λόγους που διακρίνονται από γενικότητα και αοριστία χωρίς να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της υπόθεσης (λόγοι ένστασης 19, 23 και 24).
(7)Η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 39 Κανονισμό 1 που την επιτρέπει επί του περιεχομένου της ενόρκου ομολογίας του ενόρκως δηλούντος Φιλιππίδη και όχι επί της ενστάσεως του Καθ' ου η αίτηση (λόγοι ένστασης 44 και 45). Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα άρθρα 2, 3, 10, 73 και 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου, στο άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου , στα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 29 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στη Διαταγή 39 Κανονισμό 1, στη Διαταγή 48 Κανονισμοί 1-4, 8 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1-17 του Ν.139/91, στα άρθρα 46-52 του Ν.90/72, στα άρθρα 2, 28 και 31 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων, στον Περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, στην πρακτική, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση ημερομηνίας 09.11.15 του κυρίου Θέμη Φιλιππίδη, δημοτικού γραμματέα του Δήμου Πάφου, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης των Αιτητών. Επειδή στην ουσία τα εν λόγω γεγονότα περιγράφουν τους λόγους ένστασης, οι οποίοι σημειώνονται πιο πάνω κατά ομάδες, οποιαδήποτε αναφορά επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Φιλιππίδη είναι άνευ χρησιμότητας και ούτε εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Ωστόσο στη συνέχεια εκεί που κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε κομμάτια του περιεχομένου της. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Με την θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 επανακαθορίστηκε ο τρόπος διεξαγωγής ακρόασης μιας ενδιάμεσης αίτησης, όπως η υπό κρίση. Η Διάταξη 48 Κανονισμός 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως πλέον έχει διαμορφωθεί από τον πιο πάνω τροποποιητικό διαδικαστικό κανονισμό, αναφέρει ότι η ακρόαση μιας ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης. Την επιθυμία διαδίκου να αντεξετάσει ενόρκως δηλούντα στη βάση της ενόρκου δηλώσεως του στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης πραγματεύεται η Διάταξη 39 Κανονισμός 1, η οποία σημειώνει κατά λέξη τα εξής: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγραφος 878, σελίδες 418-419, κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης, στην Ετήσια Πρακτική του 1961 (The Annual Practice 1961) σελίδα 921, όπου η αγγλική διάταξη 38 κανονισμός 1 (order 38, rule 1) που συναντάται είναι παρόμοια με τη δική μας Διάταξη 39 Κανονισμό 1, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ενός προσώπου που προέβηκε σε ένορκο δήλωση αλλά αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του. Μέσα από τη νομική ανάλυση που δίδει, το εν λόγω αγγλικό νομικό σύγγραμμα παρέχει συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου ένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδιδόταν. Υπάρχει όμως και νομολογία επί του θέματος αυτού. Ειδικότερα, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 280, όπου εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Διάταξη 39 Κανονισμό 1 υποδείχτηκε ότι ο εν λόγω κανονισμός της συγκεκριμένης διάταξης παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει σχετική αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της, παρά την δηλωμένη σύμφωνο γνώμη του ιδίου του καθ' ου η αίτηση. Επί του προκειμένου παραθέτω αυτούσια το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: "Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της." Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, στην κατηγορία της οποίας κατατάσσεται και η υπό εξέταση περίπτωση, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα επειδή απλά είναι δικονομικά επιτρεπτό ή δυνατό ή επιθυμητό για ένα διάδικο παρά μόνο όταν κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις είναι κατάλληλο και αναγκαίο εξυπηρετώντας έτσι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Συνάγεται ακόμη από τα προαναφερόμενα ότι ένα τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται όταν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία που θα του επιτρέψει να ασχοληθεί με την αίτηση που θα εξετάσει. Είναι προφανές ότι με την εν λόγω τροποποίηση ο νομοθέτης αποσκοπούσε στην αποφυγή της προφορικής εκδίκασης της υπόθεσης επί της ουσίας και παράλληλα να διευκολύνει αλλά και να επιταχύνει τη διεξαγωγή ενδιάμεσων δικαστικών διαδικασιών με το μη εγκλωβισμό τους σε ατέρμονες καταστάσεις μέσω της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας επί όλων των επιδίκων θεμάτων της αίτησης, η οποία μαρτυρία μπορεί να εξασφαλιστεί γραπτώς δια του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως, εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης, του οποίους και θα εξετάσω ανά ομάδες σύμφωνα με το κοινό αντικείμενο που πραγματεύονται. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον δεύτερο λόγο ένστασης όπου ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και δεν εδράζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο αφού από αυτό, όπως ισχυρίζεται, απουσιάζει η Διάταξη 48 Κανονισμοί 8
(1)και
- Είναι αλήθεια ότι από την νομική βάση της αίτησης απουσιάζουν οι πιο πάνω κανονισμοί. Ωστόσο από τη στιγμή που σ' αυτή περιλαμβάνονται οι Κανονισμοί 1-4 της Διάταξης 48 αλλά και ο Κανονισμός 1 της Διάταξης 39 που είναι οι κατ' εξοχήν σημαντικοί κανονισμοί για την παρούσα περίπτωση, η μη αναφορά των προαναφερομένων θεσμών δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Θα εξετάσω μαζί τον τρίτο και τέταρτο λόγο ένστασης όπου ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση συντάχθηκε ως μονομερής αίτηση κατά παράβαση των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς έτσι να καλείται κάποιος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα. Είναι όντως γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση φέρει την επιγραφή και τον τύπο της 'μονομερής' καθότι δεν απευθύνεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο για επίδοση και δεν καλείται κάποιος να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Παρόλα αυτά όμως η πρόθεση να ζητηθεί αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση κοινοποιήθηκε στην παρουσία της συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 03.11.
- Ακολούθως η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 06.11.15 και ορίστηκε στην ημερομηνία της επόμενης δικασίμου, ήτοι 12.11.
- Η δε συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση που ήταν από την πρώτη στιγμή ενήμερη για την πρόθεση των Αιτητών καταχώρησε ένσταση στις 09.11.15 αφού πρώτα αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, όπως ο ενόρκως δηλών Φιλιππίδης στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την παρούσα αίτηση παραδέχεται, περιήλθε στην κατοχή της όταν αυτό αφέθηκε στη θυρίδα της. Συνεπώς φαίνεται ότι η επιγραφή και ο τύπος της υπό κρίση αίτησης ήταν απλά τυπικού χαρακτήρα καθότι από την πρώτη στιγμή η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν αυτή της δια κλήσεως. Κάτω από αυτά τα δεδομένα οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Θα ασχοληθώ ευθύς με την τέταρτη ομάδα λόγων ένστασης, η οποία θεωρεί ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη και κατ' επέκταση δεν εξυπηρετείται καμία άμεση ανάγκη αλλά ούτε και η απονομή της δικαιοσύνης. Στην ομάδα αυτή ανήκουν οι λόγοι ένστασης 1, 8-10, 12-14, 25-28, 30-43, 46 και
- Μελέτη της ένορκης δήλωσης του Φιλιππίδη για την οποία ζητείται διάταγμα αντεξέτασης καθιστά αντιληπτό ότι το περιεχόμενο αυτής αποτελείται από 119 παραγράφους, με τις βασικές όμως να ανέρχονται στις
- Κοιτάζοντας το σώμα της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι ζητείται αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα σε 49 παραγράφους αυτής πλέον στις παραγράφους που σχετίζονται με 15 λόγους ένστασης που οι Αιτητές αριθμούν. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι επιδιώκεται αντεξέταση σε πολύ μεγάλο μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Φιλιππίδη με στόχο την κάλυψη πολλών και διαφόρων ζητημάτων που θίγονται στις εν λόγω παραγράφους. Θα έλεγα κατ' αρχήν ότι ο σκοπός των Αιτητών να αντεξετάσει τον Φιλιππίδη επί μεγάλου αριθμού παραγράφων της ένορκης δήλωσης του σε συνάρτηση με τα πολλά θέματα που περιέχονται σ' αυτές και με τον τρόπο που ζητείται δεν εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ο διαδικαστικός κανονισμός του 1999 που δεν είναι άλλος από την επιτάχυνση στην εκδίκαση αιτήσεων χωρίς αυτές να εγκλωβίζονται σε ατελείωτες ενδιάμεσες δικαστικές διαδικασίες δια της παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας σε πολλά επίδικα θέματα. Στις περιπτώσεις όπου η ενδιάμεση δικαστική διαδικασία αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος η διατύπωση αμφισβητουμένων θέσεων από τους διαδίκους μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε έγκριση αιτήματος αντεξέτασης υπό τον μανδύα του ισχυρισμού περί ανάγκης τεκμηρίωσης αναφορών είτε του ενός μέρους είτε του άλλου. Τούτο επειδή δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο η προσπάθεια να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι θέσεις των διαδίκων βασίζονται (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Όταν δε μια αίτηση αντεξέτασης υποβάλλεται στα πλαίσια εξέτασης κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς το Δικαστήριο με πολλή φειδώ ασκεί τη διακριτική εξουσία του υπέρ της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος επειδή δεν πρέπει να επιτρέψει δια της αντεξέτασης μεταγενέστερη μεταβολή ή αλλοίωση της εικόνας που μεταδίδεται από την ένορκο δήλωση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε μονομερώς το ενδιάμεσο διάταγμα. Είναι εμφανές ότι τούτο γίνεται για να διασφαλιστεί το πλαίσιο της μαρτυρίας με βάση το οποίο το Δικαστήριο αποφάσισε μονομερώς την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος και επί του ιδίου πραγματικού υποβάθρου ακολούθως θα κρίνει κατά πόσο το εν λόγω διάταγμα θα συνεχίσει να ισχύει. Η εξέταση αμφισβητουμένων θέσεων δεν αποτελεί μέσα από τη νομολογία καλό λόγο για να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης. Σχετική είναι η πρόσφατη υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011 ημερομηνίας 17.07.14 στην οποία και παραπέμπω όπου γίνεται αναφορά στις Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 καθώς και στο νομικό σύγγραμμα 'Injunctions' του David Bean, 8η έκδοση σελ. 70-71. Η θέση του Φιλιππίδη ότι η εκτέλεση της ειδοποίησης επιβολής ημερομηνίας 27.04.15 μόνο με προσωρινό διάταγμα σε προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 20.08.15 στην ιεραρχική προσφυγή εναντίον της εν λόγω ειδοποίησης επιβολής μπορούσε να εμποδιστεί, όπως αυτή διατυπώνεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης και για την οποία τοποθέτηση του ζητείται η αντεξέταση του (σημείο 3i της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση), εμπεριέχει νομικό στοιχείο που προφανώς έτυχε πληροφόρηση από τη δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση, όπως αναφέρει στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του. Δεν είναι θέμα γεγονότων που δικαιολογεί αντεξέταση αλλά θέμα στο οποίο αμφότεροι συνήγοροι μπορούν να αναφερθούν κατά την αγόρευση τους. Το ίδιο ισχύει για το σημείο 3ii της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Πίσω από τους λόγους που ζητείται η αντεξέταση του Φιλιππίδη για τα συγκεκριμένα θέματα των παραγράφων 4-10 της ένορκης δήλωσης υπάρχουν νομικά στοιχεία και αν κάποιος μπορεί να τα θίξει αυτοί είναι οι συνήγοροι των Αιτητών στις αγορεύσεις τους. Στο σημείο 3iii της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ζητείται αντεξέταση του Φιλιππίδη επί των παραγράφων 27-30 χωρίς όμως να εξειδικεύεται ο λόγος γι' αυτό. Όσον αφορά το θέμα της μεταφοράς της επιχείρησης των Αιτητών στην Αγία Βαρβάρα που θίγεται από το Φιλιππίδη στην παράγραφο 47 της ένορκης δήλωσης του, ζήτημα για το οποίο επίσης ζητείται να αντεξεταστεί το πιο πάνω πρόσωπο μέσα από το σημείο 3iii της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο θεωρεί πως αν οι Αιτητές επιθυμούσαν να αναφερθούν στο θέμα αυτό θα μπορούσε να το είχε πράξει ο Αιτητής 2 στην ένορκη δήλωση του βάση της οποίας εκδόθηκε μονομερώς το προσωρινό διάταγμα και εκκρεμεί η εξέταση για συνέχιση της ισχύς του. Σε σχέση με το ζήτημα των παραγράφων 35-37 της ένορκης δήλωσης του Φιλιππίδη για το οποίο ζητείται να αντεξεταστεί, όπως καταγράφεται επίσης στο σημείο 3iii της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοια αντεξέταση δεν είναι αναγκαία υπό το φως του επαρκές μαρτυρικού υλικού που ήδη βρίσκεται ενώπιον του και θα χρησιμοποιηθεί μόνο για την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα αλλά και των παραμέτρων που αναδύονται μέσα από το Κεφ.6 και τη νομολογία. Το σημείο 3iv της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση υποδεικνύει επιθυμία αντεξέτασης του Φιλιππίδη επί των παραγράφων 40, 41, 43, 46 και 61 της ένορκης δήλωσης του αναφορικά με το ζήτημα δικαιώματος υπενοικίασης του επιδίκου τεμαχίου. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι θέσεις των μερών για το συγκεκριμένο θέμα καταγράφονται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την κυρίως αίτηση και ένσταση αντίστοιχα στηριζόμενα πάνω σε στοιχεία που προσκομίστηκαν και το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση στα πλαίσια εξέτασης της συνέχισης ή μη της ισχύς του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Στο σημείο 3v της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται η ανάγκη αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη σε θέματα που σχετίζονται με την περίφραξη του επιδίκου χώρου, αλλαγή χρήσης, κατά πόσο δόθηκε ή όχι άδεια, κατά πόσο χρειαζόταν πολεοδομική έγκριση και/ή άδεια καθώς και επεξήγηση πως συγκρούεται με την χωροθετική πολιτική του Τοπικού Σχεδίου Πάφου, τα οποία ζητήματα προκύπτουν μέσα από τις παραγράφους 73-78 της ένορκης δήλωσης του Φιλιππίδη, προκειμένου οι Αιτητές να αποδείξουν την αλήθεια των δικών τους θέσεων. Δεδομένου ότι σε διαδικασία που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της συνέχισης ή μη του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς δεν επιτρέπεται η κατάληξη σε ευρήματα ή συμπεράσματα αξιοπιστίας, ο λόγος για τον οποίο ζητείται η αντεξέταση δεν κρίνεται αναγκαίος αλλά ούτε και σχετικός. Στο σημείο 3vi της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται η ανάγκη αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη σε θέματα που αφορούν κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση ενέργησε νομότυπα ή όχι σε σχέση με το διάταγμα επιβολής, το νομότυπο της επέμβασης του Καθ' ου η αίτηση επί του ακινήτου, τους ισχυριζόμενους εκβιασμούς των Αιτητών καθώς και ότι το ακίνητο θα ληφθεί από τον Καθ' ου η αίτηση για δικούς του σκοπούς, θέματα που εγείρονται στις παραγράφους 79-88, 99 και 100 της ένορκης δήλωσης του Φιλιππίδη, χωρίς όμως να εξειδικεύονται οι λόγοι που δικαιολογούν τη χρησιμότητα τέτοιας αντεξέτασης. Όσον αφορά το μέρος της αίτησης που ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη επί παραγράφων που δεν καθορίζονται αλλά απλά συνδέονται με τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης που σημειώνονται, το Δικαστήριο κρίνει πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αφού είναι γενικό και αόριστο και δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση. Γενικότερα θεωρώ χρήσιμο πως θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί ότι η επίκληση από τους Αιτητές ότι είναι απαραίτητη η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη επί των προαναφερομένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης του επειδή φέρουν το βάρος απόδειξης των γεγονότων δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο επειδή, όπως ήδη έχει λεχθεί πιο πάνω, αυτό δεν αναγνωρίζεται ως αναγκαίο ένεκα του ότι έργο του Δικαστηρίου δεν θα είναι η εξακρίβωση της αλήθειας επί αμφισβητουμένων εκδοχών αλλά θα περιοριστεί στην εξέταση κριτηρίων και προϋποθέσεων που άπτονται της κρίσης κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς θα πρέπει ή όχι να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εκδοχές των μερών έχουν διατυπωθεί και συνάμα διαμορφωθεί μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση ημερομηνίας 18.09.15 και ένσταση ημερομηνίας 28.09.15 σε συνάρτηση με τα επισυνημμένα σ' αυτές διάφορα έγγραφα και παράλληλα ότι ενώπιον του βρίσκεται επαρκές μαρτυρικό υλικό προερχόμενο από τις εν λόγω ενόρκους δηλώσεις που θα το βοηθήσουν να διεκπεραιώσει την αποστολή του. Στη βάση των πιο πάνω η τέταρτη ομάδα λόγων ένστασης επιτυγχάνει. Προχωρώ με την εξέταση της έκτης ομάδας λόγων ένστασης, στην οποία περιλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης 19, 23 και 24 στους οποίους ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής 1 δεν εξειδικεύει τα συγκεκριμένα σημεία στα οποία επιθυμεί να αντεξετάσει αλλά προβάλλει λόγους γι' αυτό που διακρίνονται από γενικότητα και αοριστία χωρίς να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της υπόθεσης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι έχει ήδη ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά πιο πάνω, στα οποία και παραπέμπει χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά. Κατά συνέπεια οι λόγοι αυτοί ένστασης επιτυγχάνουν. Με το λόγο ένστασης 29 ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση είναι αναληθή. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν ασχολείται με αξιολόγηση των εκδοχών των διαδίκων και ούτε καταλήγει σε ευρήματα ή συμπεράσματα επί της αλήθειας αυτών (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Ούτε το Δικαστήριο αποφασίζει επί αμφισβητουμένων πτυχών των εκδοχών των μερών. Παράλληλα η εξακρίβωση στοιχείων αλήθειας επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί κριτήριο ή προϋπόθεση για την επιτυχία της. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης ουδεμία σχέση έχει με τις παραμέτρους εξέτασης της υπό κρίση αίτησης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Μέσα από τους λόγους ένστασης 44 και 45 ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι ο Φιλιππίδης δύναται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 39 Κανονισμό 1 να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και όχι επί της ενστάσεως του Καθ' ου η αίτηση. Η θέση αυτή είναι ορθή και είναι αυτό που ζητείται στην παρούσα περίπτωση. Η υπό κρίση αίτηση περιστρέφεται στην αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα Φιλιππίδη σε παραγράφους της ένορκης δήλωσης του, μερικές από τις οποίες καθορίζει και μερικές γενικά συνδέει με συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Η ουσία όμως της αίτησης σχετίζεται με αντεξέταση επί παραγράφων της ένορκης δήλωσης του Φιλιππίδη και όχι με λόγους ένστασης, όπως λανθασμένα ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται. Συνεπώς οι λόγοι αυτοί ένστασης απορρίπτονται ως ανυπόστατοι. Με τους λόγους ένστασης 5, 6, 7, 11, 15, 16, 17, 18, 20, 21 και 22 ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι αχρείαστη, δεν είναι καλόπιστη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προκαλώντας αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Είναι γεγονός ότι μέσα από το σώμα της αίτησης αυτής αλλά και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν έχουν αναδειχθεί στοιχεία χρησιμότητας, σχετικότητας καθώς και αναγκαιότητας αντεξέτασης στην μορφή και στο πλαίσιο που οι Αιτητές εισηγούνται. Τυχόν ικανοποίησης τέτοιας εισήγησης θα οδηγήσει σε παρεκτροπή από το πλαίσιο εντός του οποίου εκδικάζονται αιτήσεις όπως αυτή ημερομηνίας 18.09.15 και παράλληλα μόνο καθυστέρηση θα προκαλούσε στην αποπεράτωση της. Την ίδια στιγμή όμως ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει θέσει ενώπιον μου στοιχεία που θα στοιχειοθετούσαν ισχυρισμό κακοπιστίας και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, όπως όφειλε να έπραττε προκειμένου να αποσείσει το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου ισχυρισμού. Κατά συνέπεια η πιο πάνω ομάδα λόγων ένστασης επιτυγχάνει μερικώς. Παράλληλα το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση του συνηγόρου των Αιτητών ότι σε περίπτωση που απορριφθεί η παρούσα αίτηση παραβιάζεται συνταγματικό δικαίωμα των Αιτητών που απορρέει από το άρθρο 30
(3)(γ) του Συντάγματος. Το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται πως συγκεκριμένα επηρεάζονται δικαιώματα και/ή συμφέροντα των Αιτητών που τυχόν πηγάζουν από το άρθρο αυτό του Συντάγματος στη βάση της προαναφερόμενης νομολογίας αλλά και των πιο πάνω εξηγήσεων που δόθηκαν. Ούτε όμως ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εξειδίκευσε με ποιο τρόπο συμβαίνει κάτι τέτοιο στη προκειμένη περίπτωση με αποτέλεσμα η αόριστη θέση του αυτή να παραμείνει μετέωρη και να απορρίπτεται ως ανυπόστατη. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης, η οποία και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1, 2 και 3-Αιτητών 1, 2 και 3. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Διάταξη 39 Κανονισμός 1 και Διάταξη 48 Θεσμός 4
(2)/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο