← Κύπρος

Virginia Demetriou ν. Linda Wicham κ.α., Αγ. Αρ.: 1316/2015, 11/12/2015

Virginia Demetriou ν. Linda Wicham κ.α., Αγ. Αρ.: 1316/2015, 11/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A244 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 1316/2015 Μεταξύ: Virginia Demetriou από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο Ενάγουσας και

  1. Linda Wicham από την Πάφο
  2. Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση Ημερομηνίας 23/07/2015 και Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 27/07/
  3. Ημερομηνία: 11/12/
  4. Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Μ. Τελώνης για κ.κ. Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για την εναγόμενη αρ. 1- καθ' ης η αίτηση : κ. Δ. Δανιήλ για κ.κ. Παύλος Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 23/07/2015 και αξιώνουν εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2 Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη (misfeasance and nonfeasance) και/ή για ιδιωτική και/ή δημόσια οχληρία και/ή ρύπανση και/ή για καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και/ή παράνομη επέμβαση και δημιουργία προβλήματος ασφάλειας και υγείας και ποιότητας ζωής και παρενόχλησης στην ελεύθερη, ήρεμη και εύλογη απόλαυση της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας προκληθείσας από την εναγομένη αρ.1 και για αποστέρηση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ενάγουσας και/ή μείωση της αξίας του ακινήτου της ενάγουσας στην Τάλα της Επαρχίας Πάφου, που προκλήθηκαν από αμέλεια και/ή κακοτεχνίες και/ή παρανομίες και/ή ένεκα διαρροής και/ή συσσώρευσης νερού προερχόμενης από το ακίνητο της εναγομένης αρ. 1 προς το ακίνητο της ενάγουσας και/ή κατά παράβαση ορθολογιστικών κριτηρίων κατά την κατασκευή και/ή κατά την διάρκεια οικοδομικών εργασιών που αφορούσαν προσθηκομετατροπές στην οικία της εναγομένης αρ.
  5. Οι εναγόμενοι αρ. 2 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως η κατά Νόμο αρμόδια αρχή, για την καθαριότητα και υγιεινή στην Κοινότητα Τάλας καθώς επίσης και για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την εξάλειψη και τον περιορισμό της οχληρίας εντός των ορίων της Κοινότητας Τάλας. Περαιτέρω, αξιώνονται και διάφορα διατάγματα εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2 για άρση της οχληρίας και επαναφοράς της κατάστασης στην προτέρα της κατάσταση ή σε ενέργειες για να αποτρέπουν την εισροή νερού στο ακίνητο της ενάγουσας και επιδιόρθωσης των προκληθεισών ζημιών στην οικία της ενάγουσας. Επίσης, αξιώνονται και συγκεκριμένα απαγορευτικά διατάγματα εναντίον της εναγομένης αρ. 1 (βλ. τις αιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία αρ. Θ και Ι της γενικής οπισθογράφησης). Κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησης του πιο πάνω κλητηρίου εντάλματος, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με βάση την οποία ζητείτο από το Δικαστήριο το κάτωθι διάταγμα: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 και/ή αντιπροσώπους αυτής από το να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν δια υποθήκης ή άλλως πως το τεμάχιο υπ' αριθμό 46, αρ. εγγραφής 0/11726, Τμήμα 1, Φ/Σχ. 45/6026V01, εντός του οποίου βρίσκεται οικία, που βρίσκεται στην Κοινότητα Τάλας στην Επαρχία Πάφου, από την έκδοση του διατάγματος μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.» Στις 27/07/2015 το Δικαστήριο εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα μονομερώς. Κατά την ημερομηνία που ήταν επιστρεπτέο και αφού τελικά έγινε κατορθωτή η υπογραφή της σχετικής εγγύησης που επέβαλε το Δικαστήριο από την ενάγουσα και συγκεκριμένα στις 03/09/2015, η εναγόμενη αρ. 1 εμφανίστηκε στη διαδικασία μέσω δικηγόρου, ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης στη συνέχιση της ισχύς του πιο πάνω διατάγματος και στις 08/09/2015 καταχώρησε σχετική γραπτή ένσταση. Η μονομερής Αίτηση με βάση την οποία εξεδόθη το πιο πάνω διάταγμα Η αίτηση της ενάγουσας εδράζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4,5,7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32 και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1,2,3,8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίας και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται επίσης, από την ένορκη ομολογία της ενάγουσας ημερομηνίας 23/07/2015, στην οποία εκθέτει τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα της. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι μόνιμη κάτοικος Πάφου και ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος του ακινήτου που βρίσκεται στο τεμάχιο υπ' αριθμό 47, αρ. εγγραφής 0/8147, Φ/Σχ. 45/6026V01, στην Κοινότητα Τάλας, της Επαρχίας Πάφου και το οποίο γειτνιάζει με το τεμάχιο υπ' αριθμό 46, αρ. εγγραφής 0/11726, Τμήμα 1, Φ/Σχ. 45/6026V01, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  6. Επισυνάπτεται αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου επ' ονόματι της και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  7. Η δε εναγομένη αρ. 1 ισχυρίζεται ότι κατάγεται από το Ηνωμένο Βασίλειο και είναι επίσης μόνιμη κάτοικος Πάφου. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι η εναγόμενη αρ. 1 προέβηκε σε αυθαίρετες και/ή παράνομες εργασίες επί της οικίας της, η οποία βρίσκεται στο τεμάχιο υπ' αριθμό 46, αρ. εγγραφής 0/11726, Τμήμα 1, Φ/Σχ. 45/6026V01, στην Κοινότητα Τάλας στην Επαρχία Πάφου, με αποτέλεσμα όλο το νερό που χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της εν λόγω οικίας να διαρρέει και/ή διοχετεύεται εντός της οικίας της, η οποία βρίσκεται εντός του τεμαχίου υπ΄ αριθμό 47, αρ. εγγραφής 0/8147, Φ/Σχ. 45/6026V01, στην Κοινότητα Τάλας, της Επαρχίας Πάφου. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η αξία του ακινήτου της υπέστηκε μείωση κατά 15%, συνεπεία των ενεργειών της εναγόμενης αρ.
  8. Έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού, Δόνη Χριστοδούλου, αναφορικά με τις ενέργειες της εναγόμενης αρ. 1, ημερομηνίας 08/06/2015 σημειώνεται και επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  9. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω αναφερόμενων ενεργειών της εναγόμενης αρ. 1, είναι η θέση της ότι υπόκειται καθημερινά σε ταλαιπωρία, ζημιές και έξοδα. Συγκεκριμένα, εντός της οικίας της διοχετεύεται και/ή εισέρχεται νερό με αποτέλεσμα να καταστρέφονται τα μάρμαρα στο δάπεδο και οι τοίχοι της οικίας της και να δημιουργείται μούχλα και υγρασία. Συνεπεία των πιο πάνω ενεργειών της εναγόμενης αρ. 1 προέβηκε σε αλλαγή του πλακόστρωτου στο χώρο της αυλής, έμπροσθεν από την οικία της σύμφωνα με την γεωγραφική της θέση, ενώ το νέο πλακόστρωτο τείνει να ξανακαταστραφεί. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη αρ. 1 έχει ανεγείρει παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή αντικανονικά την οικία της επί του κοινού συνόρου του ακινήτου της, με αποτέλεσμα να προκαλείται σε αυτή οχληρία και αναστάτωση. Ως εκ τω ανωτέρω, εμποδίζεται στην εύλογη απόλαυση της ιδιοκτησίας της, ένεκα της οχληρίας που δημιουργείται από τις ενέργειες και/ή πράξεις της εναγόμενης αρ.
  10. Κάλεσε επανειλημμένα τόσο την εναγόμενη, όσο και άλλες αρμόδιες αρχές, όπως προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και/ή λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να άρουν την οχληρία, αλλά τόσο η εναγόμενη αρ. 1, όσο και τα άλλα αρμόδια Τμήματα αρνούνται και/ή αμελούν και/ή παραλείπουν να πράξουν τούτο μέχρι σήμερα. Επιστολή ημερομηνίας 27/3/2015, η οποία έχει επιδοθεί στις 31/03/2015 στο Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, στην Υγειονομική Υπηρεσία Πάφου, στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Πάφου, στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, στις 06/04/2015 στο Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας και στις 10/06/2015 στην εναγόμενη, σημειώνονται και επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3, Τεκμήριο 4, Τεκμήριο 5, Τεκμήριο 6 και Τεκμήριο 7 αντίστοιχα. Ως εκ των ανωτέρω, καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον της εναγόμενης αρ. 1 δια της οποίας αξιώνει την άρση της οχληρίας, καθώς επίσης αποζημιώσεις για τις ζημιές και την ταλαιπωρία που υπέστηκε ένεκα των παράνομων ενεργειών της εναγόμενης. Εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζει και πληροφορείται η ακίνητη περιουσία την οποία αφορά το αιτητικό της επισυνημμένης αίτησης είναι η μοναδική περιουσία της οποίας η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια και με την οποία δύναται να εξασφαλίσει το λαβείν της σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Πιστοποιητικό έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, το οποίο επιβεβαιώνει τα ανωτέρω σημειώνεται και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  11. Είναι η θέση της ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει άμεσος κίνδυνος η εναγόμενη αρ. 1 να αποξενώσει και/ή να πωλήσει και/ή να μεταβιβάσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία. Πριν από 5 ημέρες έχει πληροφορηθεί από την ίδια την εναγόμενη αρ. 1, αλλά και από την μικρή κοινωνία της Κοινότητας Τάλας, ότι η εναγόμενη αρ. 1 επιθυμεί και θέλει να πωλήσει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει εσπευσμένως την οικία της και να μετακομίσει για μόνιμη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, που είναι και η χώρα καταγωγής της. Σε τέτοια περίπτωση θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι δεν θα μπορέσει με κανένα τρόπο να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της εναγόμενης, δεδομένου και του ύψους του αιτούμενου ποσού, αλλά και του γεγονότος ότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα υφίσταται τρόπος εκτέλεσης της οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Μια τέτοια ενδεχόμενη αποξένωση της περιουσίας που περιγράφεται πιο πάνω θα έχει ως αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί εναντίον της εναγόμενης 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι είναι πολύ επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γιατί η εναγόμενη αρ. 1 μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάσει άπαξ και/ή να αποξενώσει το ακίνητο, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που, όπως αναφέρει ανωτέρω επιθυμεί εσπευσμένως να πωλήσει την οικία της και να μετακομίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνιμα. Επίσης, με βάση τα πιο πάνω και ως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της και αληθώς πιστεύει, έχει πολύ καλή υπόθεση και/ή αιτία και βάση αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1, η οποία εδράζεται και αποδεικνύεται στη βάση του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας και/ή της παράνομης επέμβασης, ενώ έχει αποδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία και υπάρχουν πολλές πιθανότητες να δικαιούται τις αιτούμενες αξιώσεις. Συνεπώς, εάν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, η οποία είναι αδύνατο να θεραπευτεί στο μέλλον έστω και αν πετύχει απόφαση εναντίον της εναγόμενης αρ. 1 και ως εκ τούτου δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη στην παρούσα υπόθεση. Ειλικρινά πιστεύει και ως την πληροφορούν και συμβουλεύουν οι δικηγόροι της είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο για πλήρη απονομή της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα γιατί σε περίπτωση μη έκδοσης του, θα είναι αδύνατη η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Εν πάσει περιπτώσει, η ζημιά την οποία θα υποστεί εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι πολύ μεγαλύτερη από τυχόν ζημιά την οποία τυχόν ήθελε υποστεί η εναγόμενη αρ. 1 από την έκδοση του διατάγματος. Η Ένσταση Η εναγόμενη με την ένσταση της προβάλει έντεκα λόγους για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και να παύσει να ισχύει ως ακολούθως: Α. Η αιτήτρια κατά παράβαση των επιτακτικών προβλέψεων των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας παρέλειψε να επιδώσει εις την καθ' ης η αίτηση την αίτηση και ένορκη δήλωση ως επίσης και τα συνοδευτικά τεκμήρια στην βάση των οποίων εξεδόθη μονομερώς το προσωρινό διάταγμα. Β. Η αίτηση δεν περιλαμβάνει στο σώμα της τους λόγους της αίτησης κατά παράβαση των θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Γ. Δεν συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος στην περίπτωση της αίτησης αυτής. Δ. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου για την ζητούμενη με την αίτηση θεραπεία, αφού δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, ούτε προοπτική επιτυχίας. Ε. Δεν στοιχειοθετείται η προϋπόθεση ότι εάν δεν εκδίδετο το προσωρινό διάταγμα θα ήταν δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΤ. Οι κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις της εναγόμενης δεν συγκεκριμενοποιούνται και/ή δεν δίδεται τέτοια μαρτυρία, σε βαθμό που το Δικαστήριο να μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια ότι η Εναγόμενη έχει παρανομήσει. Ζ. Η καταθέτης της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 23/07/2015 δεν γνωρίζει Ελληνικά και δεν είναι σε θέση να υιοθετήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της με μόνο τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο της έχει εξηγηθεί από τους δικηγόρους της, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει πιθανόν να μην γνωρίζουν την Αγγλική γλώσσα στην απαιτούμενο βαθμό. Η. Η αιτήτρια δεν ήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο της έκδοσης μονομερώς προσωρινού διατάγματος. Θ. Η αιτήτρια σκόπιμα απέφυγε τόσο στην αίτηση της όσο και εις την ένορκη της δήλωση να καθορίσει χρονικά τις κατ' ισχυρισμό έκνομες πράξεις της εναγόμενης. Ι. Η έκδοση του προσωρινού διατάγματος αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, αφού η ενάγουσα δεσμεύει περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας από το σύνολο της κατ' ισχυρισμό ζημιάς της. Κ. Δεν είναι ορθό και δίκαιον να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1,2,3,4,5,6,7,8,9, στην Διαταγή 39, στην Διαταγή 64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4,5,7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στην Κυπριακή Νομολογία και Πρακτική των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο δίκαιο της επιείκιας και εις το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εναγομένης αρ.
  12. Σε αυτή αναφέρει ότι έχει αναγνώσει και της έχει εξηγηθεί το περιεχόμενο της αίτησης της αιτήτριας και της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης τα οποία δεν της επιδόθηκαν αλλά οι δικηγόροι της εζήτησαν με επιστολή τους και τα έλαβαν με το φαξ και τα απορρίπτει πλήρως. Η αίτηση της αιτήτριας, αναφέρει, θα πρέπει να απορριφθεί και το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί με έξοδα για τους πιο κάτω λόγους: Α. Η αιτήτρια κατά παράβαση των επιτακτικών προβλέψεων των θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας παρέλειψε να επιδώσει εις την καθ' ης η αίτηση την αίτηση και ένορκη δήλωση ως επίσης και τα συνοδευτικά τεκμήρια στην βάση των οποίων εξεδόθη μονομερώς το προσωρινό διάταγμα. Οι δικηγόροι της με επιστολή τους ημερομηνίας 02/09/2015 εζήτησαν τα στοιχεία αυτά και τα οποία τους στάλησαν μερικώς με το φαξ την ίδια ημέρα. Οι δικηγόροι της αιτήτριας δεν απέστειλαν τα συνοδευτικά τεκμήρια της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Επισυνάπτει αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 02/09/2015 και σημειώνεται ως Τεκμήριο Α. Β. Η αίτηση δεν περιλαμβάνει εις το σώμα της τους λόγους της αίτησης κατά παράβαση των θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Γ. Δεν συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος στην περίπτωση της αίτησης αυτής. Η αιτήτρια της επέδωσε επιστολή ημερομηνίας 16/05/2014 με κοινοποίηση το Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας, με βάση την οποία έκανε αναφορά σε διάφορα προβλήματα. Η γνώση της ύπαρξης των κατ΄ ισχυρισμών προβλημάτων ήταν πριν από πολλούς μήνες και όχι πρόσφατα. Συνεπώς, η αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη των προβλημάτων που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν είναι πρόσφατα και υπάρχει θέμα κατεπείγοντος. Εν πάση περιπτώσει με μόνο την θεωρητική πιθανότητα να αποξενώσει την περιουσία της, την οποία σε καμία περίπτωση προτίθεται να πράξει, δεν στοιχειοθετείται το κατ επείγον. Επισυνάπτει αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 16/05/2014 που εστάλη από την αιτήτρια σε εκείνη και σημειώνεται ως Τεκμήριο Β. Δ. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου για την ζητούμενη με την αίτηση θεραπεία, αφού δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, ούτε προοπτική θεραπείας. Η ενάγουσα/αιτήτρια δεν καθορίζει με δικονομική ακρίβεια τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις κατ' ισχυρισμό βάσεις της αγωγής της. Αντίθετα η αίτηση, ένορκη δήλωση της αλλά και το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο της βρίθει αοριστίας. Ε. Δεν στοιχειοθετείται η προϋπόθεση ότι εάν δεν εκδίδετο το προσωρινό διάταγμα θα ήταν δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΤ. Οι κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις της εναγόμενης δεν συγκεκριμενοποιούνται και/ή δεν δίδεται τέτοια μαρτυρία σε βαθμό που το Δικαστήριο να μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια ότι η εναγόμενη έχει παρανομήσει. Ζ. Η καταθέτης της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 23/07/2015 δεν γνωρίζει Ελληνικά και δεν είναι σε θέση να υιοθετήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της με μόνο τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο της έχει εξηγηθεί από τους δικηγόρους της, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει πιθανόν να μην γνωρίζουν την Αγγλική γλώσσα στον απαιτούμενο βαθμό. Η. Η αιτήτρια δεν ήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο της έκδοσης μονομερώς προσωρινού διατάγματος. Η αιτήτρια εκτός από το γεγονός ότι απέκρυψε την ύπαρξη της επιστολής της ημερομηνίας 16/05/2014 απέκρυψε επίσης και την απαντητική επιστολή των δικηγόρων της στην επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 16/06/2015 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται και σημειώνεται Τεκμήριο Γ. Θ. Η αιτήτρια σκόπιμα απέφυγε τόσο στην αίτηση της όσο και εις την ένορκη της δήλωση να καθορίσει χρονικά τις κατ' ισχυρισμό έκνομες πράξεις της εναγόμενης. Και τούτο διότι η γνώση της για τις κατ' ισχυρισμό έκνομες πράξεις της εναγόμενης ανάγεται εις την προ του Μαΐου του 2014 εποχή. Ι. Η έκδοση του προσωρινού διατάγματος αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, αφού η ενάγουσα δεσμεύει περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας από το σύνολο της κατ' ισχυρισμό ζημιάς της. Η αιτήτρια απέτυχε να δώσει μαρτυρία και στοιχεία για την αξία της κατοικίας που δέσμευε με το προσωρινό διάταγμα ενώ δεν συγκεκριμενοποιεί την αξία της ζημιάς της. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζεται ότι η αξία της κατοικίας της είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό ζημιά της. Κ. Δεν είναι ορθό και δίκαιον να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω αγορεύσεις των μερών έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο λαμβάνονται υπόψη και δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε αυτές λεπτομερώς. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.,
(2009)1 A A.A.Δ. 317) λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Πέραν τούτου, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι το άρθρο αυτό αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Με βάση το κλητήριο ένταλμα και την μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, προκύπτει ότι η αξίωση των εναγόντων αφορά αποζημιώσεις και διατάγματα για άρση της κατ' ισχυρισμό οχληρίας και/ή παράνομης επέμβασης. Δεδομένων αυτών, το άρθρο 4 του Κεφαλαίου 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση (βλ. Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λιμιτεδ v. 1. Ευθύμιου Κώστα Αρίστης κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 234 σε σχέση με το πότε το ακίνητο του οποίου ζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής). Άλλωστε και η πλευρά της ενάγουσας δεν προκύπτει να προωθεί το αίτημα της με βάση το εν λόγω άρθρο. Περαιτέρω, η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων (βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1Β C.L.R. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Στην Ανδρέα Σάββα Κυτάλα και Άλλοι v. Αννας Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253 όπου παρόλο που δεν χρειάστηκε να γίνει επισκόπηση της εμβέλειας των προνοιών των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60 και η όποια μεταξύ τους διασύνδεση λέχθηκαν τα εξής: «Σημειώνουμε συναφώς πως θα ήταν, κατά την άποψη μας, αρκετό αν οι εφεσείοντες μπορούσαν να επιτύχουν στη βάση μόνο μιας από τις τρεις πρόνοιες που επικαλέστηκαν. Οι παρατηρήσεις του Εφετείου στην υπόθεση Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, ότι ορισμένες περιπτώσεις του Άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου διαπλέκονται με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 έτσι ώστε να επιβάλλεται η σωρευτική ικανοποίηση τους, όπως και οι παρατηρήσεις στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 557, περί της δυνατότητας ταυτόχρονης εξέτασης του Άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, δεν προορίζονταν να θέσουν γενική αρχή. Αλλά να επισημάνουν ανάγκες που προέκυπταν σε εκείνες τις συγκεκριμένες περιπτώσεις και άλλες παρόμοιες.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα υπόθεση, αρχίζοντας από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Να αναφερθεί επίσης, ότι το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου και των ειδικών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6, εξακολουθεί να βαραίνει τους ενάγοντες. Στο στάδιο αυτό επανεξετάζονται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, ασχέτως αν έχει εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς και οι ενάγοντες έχουν υποχρέωση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (Dolego Estates Ltd v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, κρίνω ότι αυτή ικανοποιείται έχοντας υπόψη το κλητήριο ένταλμα. Προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας - αιτήτριας αφορά κατ' ουσία το αστικό αδίκημα της οχληρίας και/ή της παράνομης επέμβασης και/ή της αμέλειας η οποία προκλήθηκε και προκαλείται λόγω της διαρροής και συσσώρευσης νερού από το ακίνητο της εναγομένης αρ. 1 προς το ακίνητο της ενάγουσας. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, θα πρέπει να γίνει μια εκ πρώτης όψεως εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να κρίνεται η αξιοπιστία της ή το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας, διαφαίνεται ότι η εναγόμενη αρ. 1 προέβηκε σε αυθαίρετες και/ή παράνομες εργασίες επί της οικίας της η οποία γειτνιάζει με αυτής της ενάγουσας με αποτέλεσμα όλο το νερό που χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της εν λόγω οικίας να διαρρέει και/ή διοχετεύεται εντός της οικίας της. Η πιο πάνω θέση και ισχυρισμοί της ενάγουσας ομολογουμένως είναι γενικοί και αόριστοι και δεν συγκεκριμενοποιούν πώς ακριβώς το νερό διοχετεύεται στην οικία της ενάγουσας και σε ποιες ενέργειες η εναγομένη αρ. 1 προέβηκε για να υπάρχει αυτό το αποτέλεσμα. Παρά ταύτα επισυνάπτεται στην ένορκη ομολογία της ενάγουσας σχετική Έκθεση του Πολιτικού της μηχανικού ως τεκμήριο
  1. Από αυτή προκύπτει η περιγραφή της οικία της ενάγουσας και η οποία συνορεύει με την αυλή της οικίας της εναγομένης αρ.
  2. Ο εν λόγω Πολιτικός Μηχανικός αναφέρει ότι επισκέφθηκε την οικία της εναγομένης στις 06/06/2015 και η έκθεση του περιλαμβάνει ό,τι ο ίδιος είδε με τα μάτια του. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι η αυλή της γειτονικής κατοικίας έχει πρόσφατα πλακοστρωθεί και έχει ανυψωθεί σε ύψος περίπου 1,5 μέτρο μεγαλύτερο από αυτό της οικίας της εναγομένης. Ως αποτέλεσμα ο νότιος τοίχος της οικίας της ενάγουσας χρησιμοποιείται ως αντιστήριγμα για να κρατά την γειτονική αυλή. Μετά την εν λόγω κατασκευή, σύμφωνα με την ενάγουσα αναφέρει ο εν λόγω Πολιτικός Μηχανικός, ο νότιος τοίχος της οικίας της παρουσιάζει υγρασίες σε διάφορα μέρη του, κάτι το οποίο και ο ίδιος διαπίστωσε και επισυνάπτει σχετικές φωτογραφίες. Περαιτέρω, αναφέρει ότι μια πλαστική σωλήνα τριών ιντζών ξεκινά από την κουζίνα της γειτονικής κατοικίας και παράνομα κατευθύνεται μέσω της οικίας της ενάγουσας στο αποχετευτικό της εν λόγω οικίας προσαρμοσμένη στην νότια πλευρά του τοίχου της. Επισυνάπτει τις φωτογραφίες αρ. 12, 13 και 14 στις οποίες φαίνεται η σωλήνα να είναι στο τοίχο της οικίας της ενάγουσας. Στην εν λόγω Έκθεση επίσης αναφέρονται και τα μέτρα τα οποία θα πρέπει να ληφθούν στην γειτονική κατοικία που είναι η αφαίρεση του πλακόστρωτου και του κάτω μέρους αυτού μέχρι τα θεμέλια της οικίας, να τοποθετηθεί μόνωση ύψους 20 εκατοστών από πάνω από το επίπεδο της αυλής, να τοποθετηθεί χαλίκι ύψους 30 εκατοστών από πάνω και να τοποθετηθεί κατάλληλο υλικό από πάνω για την τοποθέτηση των πλακών. Όσον αφορά την σωλήνα, αυτή θα πρέπει να αφαιρεθεί από τον τοίχο της ενάγουσας. Επίσης, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στο ενδεχόμενο τα νερά της βροχής να εισέρχονται από την κατοικία της εναγομένης αρ. 1 προς την κατοικία της ενάγουσας και θα πρέπει αυτά να κατευθυνθούν από την αυλή στο δημόσιο δρόμο. Με βάση όλα τα πιο πάνω γεγονότα όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και την σχετική έκθεση - τεκμήριο 2, κρίνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της ενάγουσας χωρίς φυσικά αυτά να αξιολογούνται και να προβαίνω σε σχετικά συμπεράσματα και ως εκ τούτου πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. Εξετάζοντας τώρα την τρίτη προϋπόθεση, είναι νομολογημένο ότι η ενάγουσα έχει το βάρος απόδειξης ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το παρόν διάταγμα. Θα πρέπει να διευκρινιστεί αρχικά ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή αφορούν αποζημιώσεις λόγω οχληρίας και/ή παράνομης επέμβασης και/ή αμέλειας και οι των υπόλοιπων που αναφέρει στην αγωγή της καθώς και διατάγματα άρσης των κατ' ισχυρισμό παράνομων πράξεων. Η δέσμευση επομένως του ακινήτου της εναγομένης αρ. 1 αφορά την αδυναμία της τελευταίας να ικανοποιήσει τις αξιούμενες θεραπείες και ειδικότερα οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων που τυχόν να επιδικαστούν εναντίον της. Οι ισχυρισμοί της στην ένορκη της ομολογίας περιστρέφονται γύρω από το ζήτημα της αδυναμίας της εναγομένης 1 να εξασφαλίσει το λαβείν της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής το ίδιο και η αγόρευση του συνηγόρου της (βλ. παραγράφους 25 και 42 της αγόρευσης). Το όλο ζήτημα στα πλαίσια της εν λόγω προϋπόθεσης, θα αποφασιστεί με βάση το κατά πόσο θα είναι αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη με την έννοια ότι η εναγόμενη 1 δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις τυχόν επιδικαστούν εναντίον της και να ικανοποιήσει μια μελλοντική απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Επί αυτού, η ενάγουσα, στην παράγραφο 11 της ένορκης της ομολογίας ισχυρίζεται ότι η εναγομένη αρ. 1, εξ' όσον γνωρίζει και πληροφορείται η μοναδική περιουσία της οποίας είναι ιδιοκτήτρια και με την οποία δύναται να εξασφαλίσει το λαβείν της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της είναι το συγκεκριμένο ακίνητο και επισυνάπτει ως τεκμήριο 8 πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου το οποίο καταδεικνύει ότι δεν έχει άλλη εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία επ' ονόματι της. Περαιτέρω, στην παράγραφο 12 της ένορκης της ομολογίας αναφέρεται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος η εναγόμενη να αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο της καθότι πριν από 5 μέρες έχει πληροφορηθεί από την ίδια αλλά και από την μικρή κοινωνία της Κοινότητας Τάλας ότι η εναγόμενη αρ. 1 επιθυμεί και θέλει να πωλήσει εσπευσμένως την οικία της και να μετακομίσει για μόνιμη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο που είναι και η χώρα καταγωγής της. Σε μια τέτοια περίπτωση αναφέρει θα είναι αδύνατο να εκτελέσει οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον της, δεδομένου και του ύψους του αιτούμενου ποσού αλλά και του γεγονότος ότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα υφίσταται τρόπος εκτέλεσης της οποιασδήποτε απόφασης. Από την άλλη η εναγόμενη αρ. 1 με την ένσταση και ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται ότι δεν προτίθεται να αποξενώσει την περιουσίας της. Στα πλαίσια απόδειξης της προϋπόθεσης αυτής, δεν υπάρχει ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση της εναγομένης 1 για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο το οποίο μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785). Στην παρούσα περίπτωση, παρά την περί αντιθέτου θέση της εναγομένης 1 στην ένσταση της ότι δεν προτίθεται να αποξενώσει την περιουσία της, υπάρχουν αναφορές στην παράγραφο 12 της ένορκης ομολογίας της ενάγουσας, ότι εκδήλωσε μια τέτοια πρόθεση αμέσως πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Παρά το ότι η θέση της ενάγουσας ότι οι πληροφορίες αυτές για αποξένωση της συγκριμένης περιουσίας προέρχονται από την μικρή κοινωνία της Κοινότητας Τάλας, είναι γενικές και αόριστες και δεν συγκεκριμενοποιούνται με οποιοδήποτε τρόπο, εντούτοις υπάρχει αναφορά της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 1 την πληροφόρησε ότι έχει μια τέτοια πρόθεση. Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας δεν αντικρούεται με την ένσταση ούτε και διαψεύδεται. Ως εκ τούτου, μπορεί να στοιχειοθετηθεί ότι υπάρχει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Το ουσιαστικό όμως δεν η πρόθεση αποξένωσης αυτή καθεαυτή αλλά η επίδραση που αυτή θα έχει στην ικανοποίηση μιας μελλοντικής απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Επί αυτού, η ενάγουσα αιτήτρια το μόνο το οποίο προκύπτει να προβάλει στην ένορκη της δήλωση είναι ότι η εναγομένη αρ. 1 δεν έχει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα της στην Κύπρο και ότι η επίδικη κατοικία της είναι η μόνη. Το γεγονός αυτό και μόνο όμως δεν θεωρώ ότι είναι αρκετό στο να καταδείξει ότι μια μελλοντική απόφαση δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί από την εναγομένη
  1. Ουδεμία άλλη αναφορά ή επεξήγηση στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας και συγκεκριμένα στην παράγραφο 12 αυτής γίνεται γιατί αν αποξενωθεί τα συγκεκριμένο ακίνητο θα είναι αδύνατο στο μέλλον να αποδοθεί δικαιοσύνη και συγκεκριμένα να ικανοποιηθεί μια απόφαση. Ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 και γενικότερα κατά πόσο αυτή αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα ή βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση έτσι ώστε να αδυνατεί να ικανοποιήσει μια μελλοντική απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της. Κανένα στοιχείο δεν παρατίθεται που να τείνει να καταδείξει τέτοια οικονομικά προβλήματα. Το γεγονός ότι επ' ονόματι της δεν έχει εγγεγραμμένη άλλη ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο δεν εξυπακούει ότι δεν έχει οικονομική άνεση ή δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτηση της ενάγουσας σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της. Περαιτέρω, το γεγονός που ισχυρίζεται ότι η επίδικη κατοικία είναι το μοναδικό ακίνητο που έχει στην Κύπρο γι αυτό και πρέπει να δεσμευτεί έτσι ώστε να μπορέσει να εκτελεστεί μια μελλοντική δικαστική απόφαση καθότι αν αυτή το αποξενώσει και μετακομίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα υφίσταται τρόπος εκτέλεσης της, δεν επεξηγείται ούτε διευκρινίζει τι εννοεί. Αναφέρει ότι δεδομένου του ύψους του αιτούμενου ποσού και σε περίπτωση που μετακομίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα υφίσταται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης. Παρόλο που δεν διευκρινίζεται τι εννοεί με αυτή της θέση, δεν μπορεί με κανένα τρόπο, αν αυτό εννοεί, να αποτελεί λόγο για δέσμευση του ακινήτου της εναγομένης 1 επειδή αυτή κατάγεται από το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι αν αυτή μετακομίσει εκεί δεν θα υφίσταται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπάρχουν Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί και μηχανισμοί τόσο για την αναγνώριση όσο και για την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί στην Κύπρο (βλ. ΕΚ 1215/12). Ούτε μπορεί να αποτελεί λόγο για δέσμευση μιας περιουσίας η καταγωγή του εναγομένου, όταν μάλιστα πρόκειται για ευρωπαίο πολίτη, τη στιγμή που γίνονται προσπάθειες στην Ευρώπη μέσω της θέσπισης διαφόρων Κανονισμών οι οποίες θα εφαρμόζονται από όλα τα κράτη μέλη για ενοποίηση του ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου και απλούστευση των διαδικασιών, ειδικότερα στο τομέα της αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Επίσης, η θέση που προβάλλεται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος η εναγόμενη αρ. 1 να αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο και ότι σε αυτή την περίπτωση θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη, είναι γενική και δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την προϋπόθεση αυτή. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν μελλοντική απόφαση σε περίπτωση που υλοποιηθεί αυτή η πρόθεση της εναγομένης για αποξένωση και όχι η ίδια η πρόθεση της αυτή καθεαυτή. Η γενική αναφορά περί αδυναμίας εκτέλεσης μελλοντικής απόφασης δεν αρκεί. Περαιτέρω, δεν έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε στοιχεία από την ενάγουσα που να καταδεικνύουν ότι το εν λόγω ακίνητο είναι η μοναδική περιουσία της εναγομένης αρ.1, κινητή και ακίνητη. Ούτε έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε στοιχεία ή τουλάχιστον να γίνει αναφορά ότι η εναγόμενη αρ. 1 έχει χρέη ή οφείλει χρηματικά ποσά και δεν είναι σε θέση να τα καταβάλει. Ούτε προκύπτει από το πιστοποιητικό του Κτηματολογίου - τεκμήριο 8 ότι το εν λόγω ακίνητο έχει επιβαρύνσεις. Γενικότερα, δεν δίνονται επαρκή στοιχεία και ούτε εξηγείται για ποιό λόγο θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί μια μελλοντική απόφαση από την εναγομένη 1 σε περίπτωση που το συγκεκριμένο ακίνητο αποξενωθεί ούτε καταδεικνύεται ένας τέτοιος κίνδυνος. Δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης της προϋπόθεσης αυτής παραμένει στου ώμους της ενάγουσας κρίνω ότι δεν έχει προσφερθεί ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η εναγομένη αρ.1 βρίσκεται σε τέτοια οικονομική κατάσταση που δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον της και γενικότερα ότι θα είναι αδύνατο στο μέλλον να ικανοποιηθεί μια απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της, εκτός αν δεσμευθεί το συγκεκριμένο ακίνητο της. Πέραν τούτου, στην αίτηση δεν αποκαλύπτεται και δεν στοιχειοθετείται επαρκώς για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας το ύψος των αποζημιώσεων της ενάγουσας. Ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτή για την ζημιά που υφίσταται και για το ύψος των αποζημιώσεων που ενδεχομένως να κληθεί να καταβάλει η εναγόμενη 1 σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Το μόνο το οποίο προκύπτει για το ζήτημα αυτό είναι ένα ποσό της τάξης των €5,800 στο οποίο κάνει αναφορά ο Πολιτικός της Μηχανικός στην Έκθεση του, τεκμήριο 2 το οποίο υπολογίζει με βάση την πείρα του και τις γνώσεις του. Οι εν λόγω υπολογισμοί του όμως φαίνεται να αφορούν κατά το πλείστο το κόστος επιδιόρθωσης της αυλής της εναγομένης αρ. 1 και την μετακίνηση της σωλήνας. Φαίνεται ότι το μόνο κονδύλι που αφορά τη ζημιά της ενάγουσας είναι αυτό που σχετίζεται με την επιδιόρθωση και των βάψιμο του εσωτερικού τοίχου της ενάγουσας και το οποίο ανέρχεται στα €1,
  2. Πέραν τούτου, στην Έκθεση αναφέρεται ότι η αξία της οικίας της ενάγουσας μειώνεται κατά 15% ένεκα αυτής της κατάστασης. Ουδεμία αναφορά γίνεται γι αυτή τη ζημιά και συγκεκριμένα για το ακριβές ποσό αυτής της μείωσης ή τουλάχιστον ποιά είναι η αξία η συνολική της κατοικίας της. Να αναφερθεί ότι πρόκειται για μικρή και παλαιά οικία (πέραν των 50 χρόνων, ανακαινισμένη φυσικά) όπως ο ίδιος ο Μηχανικός της την περιγράφει στην 1η σελίδα της έκθεσης του. Επίσης, δεν δίνονται επαρκή στοιχεία και για την αξίωση της που αφορά τις γενικές αποζημιώσεις, πέραν από μια γενική αναφορά στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας. Επομένως, δεν καθορίζονται ούτε προκύπτουν οι αποζημιώσεις που ενδεχομένως να κληθεί να καταβάλει η εναγόμενη, πέραν του πιο πάνω ποσού των €1,000, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Πέραν τούτου, δεν έχει προσφερθεί και οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την αξία του ακινήτου για το οποίο ζητείται η δέσμευση. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να δεσμεύσει τόσο μέρος του ακινήτου το οποίο απαιτείται για σκοπούς ικανοποίησης μελλοντικής δικαστικής απόφασης. Στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι το άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of the immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν από εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αναφορά για την αξία της οικίας της εναγομένης αρ. 1. Η εναγόμενη αρ. 1 με την ένσταση της θίγει το πιο πάνω ζήτημα και προωθεί τη θέση για υπέρμετρη δέσμευση, παρόλο που ούτε και η ίδια παραθέτει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία για το ζήτημα αυτό. Η μη αναφορά της αξίας του ακινήτου της ενάγουσας όμως και η αοριστία ή καλύτερα ο μη καθορισμός των αποζημιώσεων που ενδεχομένως η ενάγουσα να δικαιούται, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει τη δέσμευση όλου ή μέρους του εν λόγω ακινήτου της ενάγουσας. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και η προϋπόθεση του άρθρου 5
(1)του Κεφ. 6, δεν έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η ενδεχόμενη αποξένωση του ακινήτου της εναγομένης θα είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να ικανοποιηθεί μια μελλοντική απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Αυτό πάντοτε σε συσχετισμό και έχοντας υπόψη και το Συνταγματικό Δικαίωμα της εναγομένης αρ.1 να χρησιμοποιεί, απολαμβάνει, διαθέτει, ενεχυριάζει, δανείζει και υποθηκεύει την εν λόγω περιουσία της, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 23. Επίσης, να αναφερθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για δέσμευση περιουσίας η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής και για σκοπούς εξασφάλισης τυχόν μελλοντικής απόφασης θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759 αναφέρθηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους.» Τέλος και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα πρέπει να εξεταστούν και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης που εγείρονται από την εναγομένη αρ. 1. Ισχυρίζεται η εναγομένη αρ. 1 ότι δεν στοιχειοθετείται το επείγον της αίτησης. Έχει νομολογηθεί ότι η παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται κατ' εξαίρεση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης για την παροχή ευκαιρίας στην άλλη πλευρά να ακουστεί. Το άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου εφαρμόζεται όλως εξαιρετικά σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος μονομερώς (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους, Πολιτική Αίτηση Αρ. 27/10, Ημερομηνίας 23/12/2010 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011). Ο αιτητής έχει υποχρέωση να παραθέσει τέτοια μαρτυρία και στοιχεία που να δικαιολογείται η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλη πλευράς να ακουστεί. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί από το Δικαστήριο την ανάληψη σχετικής εξουσίας και επιφέρει την ακύρωση του διατάγματος λόγο έλλειψης δικαιοδοσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Η ενάγουσα - αιτήτρια στην παρούσα αίτηση, με την ένορκη της δήλωση, παράγραφος 12 αναφέρει ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος η εναγομένη αρ. 1 να αποξενώσει και/ή να πωλήσει και/ή να μεταβιβάσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία. Πριν από 5 μέρες, συνεχίζει, έχει πληροφορηθεί από την ίδια αλλά και από την μικρή κοινωνία της Κοινότητας Τάλας ότι η εναγομένη αρ. 1 επιθυμεί να πωλήσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία και να μετακομίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου είναι η χώρα καταγωγής της για μόνιμη διαμονή. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι αν συμβεί αυτό η ενάγουσα δεν θα μπορέσει με κανένα τρόπο να εκτελέσει μελλοντική απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της. Επίσης, αναφέρει ότι είναι η μοναδική ακίνητη περιουσίας που η εναγομένη 1 έχει. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και την προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς αιτητών στην μονομερή αίτηση, κρίνω ότι πληρούνταν εκ πρώτης όψεως οι προϋποθέσεις του κατεπείγοντος και της ανάληψης δικαιοδοσίας από πλευράς Δικαστηρίου για την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς. Έχει προσαχθεί μαρτυρία και/ή ισχυρισμοί για την πρόθεση της εναγομένης να αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο αλλά και ισχυρισμοί ότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα στη μη ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ της. Με την ένσταση αναφέρεται ότι τα διάφορα προβλήματα που η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ήταν πολλούς μήνες προηγουμένως γνωστά σε αυτή και συγκεκριμένα γίνεται αναφορά σε επιστολή της ημερομηνίας 16/05/2014 προς την εναγομένη αρ. 1 και απαντητική επιστολή ημερομηνίας 16/06/2015 του δικηγόρου της και ότι δεν τίθεται θέμα επείγοντος στην έκδοση του επίδικου διατάγματος. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει πρόθεση από την εναγομένη αρ. 1 να αποξενώσει την περιουσία της. Τα πιο πάνω όμως δεν σχετίζονται με το επείγον της αίτησης. Αυτά είναι γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της καταχώρισης της παρούσας αγωγής και σχετίζονται με το χρόνο που φαίνεται να προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα. Εκείνο που έχει σημασία όμως για την έκδοση ή μη του διατάγματος είναι κατά πόσο προέκυπτε κίνδυνος αποξένωσης της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας από τη εναγομένη αρ. 1 κάτι που θα καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση τυχόν μελλοντικής απόφασης εναντίον της. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της ενάγουσας εκ πρώτης όψεως καταδείκνυαν ένα τέτοιο κίνδυνο γι αυτό θεωρώ ότι ικανοποποιείτο η προϋπόθεση του επείγοντος. Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για το λόγο ένστασης που αφορά την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Η μη αναφορά στην αίτηση της επιστολής ημερομηνίας 16/05/2014 της ενάγουσας και της απαντητικής επιστολής ημερομηνίας 16/06/2015 του δικηγόρου της εναγομένης αρ. 1 δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα το οποίο αν αποκαλυπτόταν θα επιδρούσαν με οποιονδήποτε τρόπο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εν λόγω αλληλογραφία αφορούσε την ουσία της αγωγής, που δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν εκδοχές και η αποκάλυψη τους δεν θα μπορούσε να διαφοροποίησει τον τρόπο που η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε (βλ. (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1B A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1A A.A.Δ. 734 και 1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α., Πολ. Εφεση. Αρ. 310/2008, Ημερομηνίας 17/06/2011 αναφορικά με το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων). Πέραν τούτου, υπάρχει λόγος ένστασης ότι η καταθέτης της ένορκης δήλωσης δεν γνωρίζει Ελληνικά και δεν είναι σε θέση να υιοθετήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της με μόνο τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο της έχει εξηγηθεί από τους δικηγόρος τους, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει πιθανόν να μην γνωρίζουν την Αγγλική γλώσσα στον απαιτούμενο βαθμό. Ο λόγος ένστασης αυτός δεν επεξηγείται περαιτέρω ούτε παρατίθενται περαιτέρω γεγονότα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επίσης, φαίνεται να μην συνάδει και με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η ενάγουσα, ενόρκως δηλούσα, προβαίνει σε ένορκη δήλωση στην Αγγλική γλώσσα που είναι η μητρική της στην οποία παραθέτει τα γεγονότα και πουθενά δεν φαίνεται να προβαίνει σε ένορκη δήλωση που να αναφέρει ότι υιοθετεί περιεχόμενο ένορκης δήλωσης η οποία είναι συνταγμένη στα Ελληνικά. Περαιτέρω, η εν λόγω ένορκη της ομολογία μεταφράζεται στα Ελληνικά από συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο ορκίζεται ότι γνωρίζει τόσο την Ελληνική όσο και την Αγγλική γλώσσα και επισυνάπτει σχετική μετάφραση της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας. Θεωρώ ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη διαδικασία που πρέπει να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις και πουθενά δεν διαπιστώνεται κάτι μεμπτό. Η δε θέση που προβάλλεται ότι οι δικηγόροι που εξήγησαν το περιεχόμενο της ένορκης ομολογίας στην ενάγουσα - δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω - πιθανόν να μην γνωρίζουν την Αγγλική γλώσσα στον απαιτούμενο βαθμό παρέμεινε μετέωρη και απλώς μια γενική αναφορά. Η ενόρκως δηλούσα που μεταφράζει την ένορκη ομολογία της ενάγουσας από τα Αγγλικά στα Ελληνικά, δεν έτυχε αντεξέτασης για να καταδειχθεί η ισχυριζόμενη έλλειψη γνώση της Αγγλικής γλώσσας. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Τέλος, η εναγομένη αρ. 1 ισχυρίζεται ότι δεν της επιδόθηκαν η αίτηση, η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και τα σχετικά τεκμήρια κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ισχυρίζεται επίσης, ότι με επιστολή των δικηγόρων της τα ζήτησε στις 02/09/2015 και της αποστάληκαν μερικώς με το φαξ χωρίς να της αποσταλούν τα σχετικά τεκμήρια. Είναι γεγονός ότι με βάση τη Διαταγή 48, Θεσμό 13 οποτεδήποτε επιδίδεται διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν της συνόδευσε. Πέρα τούτου όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι με την Διαταγή 64 οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς θα αποτελεί παρατυπία και δεν θα καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Η Δ.64, θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: «Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.» Περαιτέρω η Διαταγή 64, Θεσμός 2 προνοεί τα ακόλουθα: «Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Σύμφωνα με την πιο πάνω Διάταξη οποιαδήποτε παράβαση με τις πρόνοιες των Θεσμών αποτελεί παρατυπία η οποία δύναται να διορθωθεί. Η Διάταξη αυτή όμως, δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, απλώς παρέχει ένα ένδικο μέσο για να θεραπεύονται τυχόν παρεκκλίσεις από τους Θεσμούς. Όπως έχει λεχθεί και στην Aννα Πετρίχου v. Xατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει τις παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» (βλ. επίσης Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique U.K. Inc.
(2010)1 A.A.Δ. 1395 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκος Σιακόλας, Πολ. Έφεση Αρ. Ε21/2013, Ημερ. 11/11/2015). Η συγκεκριμένη Διάταξη δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (βλ. MI HOLDINGS PUBLIC LTD v. ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ
(2006)1 Α.Α.Δ. 298). Σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην ETAIREIA DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD v. ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ,
(2009)1Α Α.Α.Δ. 356 λέχθηκε με αναφορά στην Καλιά κ.α v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 149 ότι η θεραπεία της παρατυπίας επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. Ο τρόπος που ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις και οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη έχουν αναλυθεί στην Wunderlich κ.α v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Έχει λεχθεί ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά του εναγομένου στην παρατυπία και κατά πόσο έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του επί της παρατυπίας. Επίσης, κατά πόσο θα υπάρξει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο από αυτή την παρατυπία. Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, το ζήτημα της παρατυπίας εγείρεται στην ένσταση της εναγομένης αρ.
  2. Επομένως, υπάρχει αναγνώριση της παρατυπίας από την άλλη πλευρά. Όφειλε όμως η πλευρά της εναγομένης αρ. 1 να λάβει οποιοδήποτε άλλο δικονομικό μέτρο προς παραμερισμό της διαδικασίας της παρούσας αίτησης και του διατάγματος λόγω παρατυπίας; Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 64 προβλέπει ρητά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται τέτοια αίτηση για παραμερισμό διαδικασίας η οποία μιαίνεται από παρατυπία. Η εναγόμενη αρ. 1 στην παρούσα περίπτωση έχει επιλέξει απλώς την αναφορά της ύπαρξης της παρατυπίας στους λόγους ένστασης. Δεν προχώρησε με οποιονδήποτε διάβημα για παραμερισμό της παρούσας αίτησης και δεύτερο προέβηκε σε νέο διάβημα (δηλ. την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης) αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση της (δεδομένο το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο της ένστασης της). Επομένως, κρίνω ότι η εναγόμενη αρ. 1 έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα το οποίο της παρέχει η παρατυπία. Αυτό, ασφαλώς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Επίσης, δεν διαπιστώνω στην παρούσα περίπτωση να έχει επηρεαστεί με οποιονδήποτε δυσμενή τρόπο η καθ' ής η αίτηση από την παράλειψη της αιτήτριας να της επιδόσει την αίτηση και την ένορκη ομολογία που την συνοδεύει. Άλλωστε και από την ένσταση προκύπτει ότι τελικά της αποστάληκαν με φαξ τα συγκεκριμένα έγγραφα, αφού φυσικά είχε επιλέξει να τα ζητήσει, και έλαβε γνώση για το περιεχόμενο τους. Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 της ένορκης ομολογίας της εναγομένης αρ. 1 που συνοδεύει την ένσταση της αναφέρει ότι έχει αναγνώσει και της έχει εξηγηθεί το περιεχόμενο της αίτησης και της συνοδευτικής ένορκης ομολογίας και το απορρίπτει πλήρως. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένσταση ευσταθεί και σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης η εν λόγω παρατυπία δεν θα αποτελούσε εμπόδιο για οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί καταλήγω ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της συνέχισης της ισχύς του επίδικου διατάγματος. Δεν έχει τεκμηριωθεί η αδυναμία στην ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Ως εκ τούτου η αίτηση ημερομηνίας 23/07/2015 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27/07/2015 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης αρ. 1 - καθ' ής η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / interim Αναφορά: Πολιτική/Προσωρινό Διάταγμα/ δέσμευση ακινήτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.