Bank of Cyprus Public Company Limited ν. Evans John Christopher κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2184/14, 23/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2184/14 Μεταξύ :- Bank of Cyprus Public Company Limited Ενάγουσα Και
- Evans John Christopher
- Evans Deborah Jayne
- Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρέα Γεωργίου Λιμιτεδ Εναγόμενοι Ημερομηνία Αίτησης :- 23/4/2015 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τρίτη 1η Μαρτίου 2017 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές :- κα. Ραλλία Δρακουλάκου για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μυριάνθη Ζυμπουλάκη και κα. Νικολίνα Πολυδώρου Ενδιάμεση Απόφαση 1 Με την αίτηση τους οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») αιτούνται σε πέντε παραγράφους διάφορες θεραπείες οι οποίες έχουν σχέση με θέματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και της επίδοσης της αγωγής. 2 Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται απλά πως οι εναγόμενοι μετά και από την έγκριση σχετικής αίτησης καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία με σκοπό να καταχωρηθεί η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 3 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω το αίτημα των εναγόμενων παρατίθεται σε πέντε παραγράφους. Σε τρεις από αυτές το αίτημα περιορίζεται στο θέμα της επίδοσης (παράγραφοι Γ έως Ε) ενώ στις υπόλοιπες δύο σε μία το θέμα αυτό συμπλέκεται με το θέμα της δικαιοδοσίας (παράγραφος Α) ενώ στην άλλη το αίτημα περιορίζεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Β). 4 Έχοντας υπόψη ότι τα δύο βασικά θέματα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση είναι αυτά της επίδοσης της αγωγής και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κρίνεται ως πιο λογικό και πρακτικό όπως εξεταστεί πρώτα το θέμα της επίδοσης και του αιτούμενου παραμερισμού αυτής και όπως το θέμα της δικαιοδοσίας εξεταστεί στη συνέχεια έστω ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία όντως το αίτημα των εναγόμενων γίνεται δεκτό σε σχέση με το θέμα της επίδοσης. Από πρακτικής άποψης εάν το Δικαστήριο δεχτεί τον παραμερισμό της επίδοσης τότε η εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας θα εξακολουθεί να έχει σχέση με την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο ορθά η αγωγή εναντίον των εναγόμενων καταχωρίσθηκε στην Κύπρο έτσι ώστε στη συνέχεια να παρέχεται και η ευχέρεια νέας προσπάθειας επίδοσης της αγωγής προς τους εναγόμενους. 5 Ως προς το θέμα της επίδοσης παρατηρείται πως αυτό προωθήθηκε διαφορετικά στο στάδιο της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης, υπό μορφή υιοθέτησης γραπτής αγόρευσης, από ότι αρχικά με την καταχώρηση της αίτησης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ανδρομάχης Κλεάνθους η οποία είναι δικηγόρος και εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Κλεάνθους»). Ουσιαστικά προστέθηκαν τρεις επιπρόσθετοι λόγοι βάσει των οποίων οι εναγόμενοι καλούσαν το Δικαστήριο όπως ακυρώσει ή παραμερίσει είτε την ίδια την επίδοση είτε το διάταγμα βάσει του οποίου επιτράπηκε αυτή η επίδοση. Αξίζει να σημειωθεί πως η ένορκη δήλωση αυτή όχι μόνο είναι εκτενέστατη καθώς αποτελείται από σχεδόν 19 σελίδες και 61 παραγράφους αλλά ουσιαστικά αυτή προσλαμβάνει μορφή επιχειρηματολογίας με συγκεκριμένη μάλιστα δομή η οποία παρατίθεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους. 6 Το Δικαστήριο θα επιστρέψει σε αυτό το θέμα στη συνέχεια, παρατηρώντας απλά πως ασφαλώς ορθό και δίκαιο είναι όπως όλα τα σημεία επί των οποίων βασίζεται ένα αίτημα να τίθενται εις γνώση της αντίδικης πλευράς με την καταχώριση της αίτησης και όχι να εγείρονται δίχως προειδοποίηση στο στάδιο της επιχειρηματολογίας. Βεβαίως το Δικαστήριο προσπάθησε κατά την εκδίκαση της αίτησης όπως προνοήσει για αυτό το ενδεχόμενο παρέχοντας χρόνο σε αμφότερες τις αντίδικες πλευρές, μετά και από την υιοθέτηση και κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων, έτσι ώστε να διασφαλιζόταν η δυνατότητα επιπρόσθετης τοποθέτησης επί οποιωνδήποτε θεμάτων εάν και εφόσον αυτό επέλεγαν οι δικηγόροι των διαδίκων. Επιλογή η οποία δικαιωματικά δεν ακολουθήθηκε. 7 Πρόθεση του Δικαστηρίου είναι όπως πρώτα εξετάσει, σε σχέση με το θέμα της επίδοσης, οποιαδήποτε θέματα προκύπτουν από την ίδια την καταχώριση της αίτησης και στη συνέχεια όπως εξετάσει και οποιοδήποτε θέμα ηγέρθηκε για πρώτη φορά με τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων. 8 Υπάρχει συγκεκριμένο μέρος της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους το οποίο αναφέρεται στο «παράτυπο της ισχυριζόμενης επίδοσης» (παράγραφοι 51 έως και 55). Υπενθυμίζεται πως σε σχέση με αυτό το μέρος της όλης βάσης του αιτήματος υπό εξέταση, οι εναγόμενοι, μέσω της ενόρκως δηλούσας, περιορίζονται σε δύο μόνο σημεία.
- 1 Πρώτο, ότι η επίδοση υπό αμφισβήτηση με την αίτηση τους, παραδόθηκε στην προηγούμενη διεύθυνση τους στην Αγγλία από την οποία είχαν μετακομίσει τον Αύγουστο του
- Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με τα τεκμήρια προς υποστήριξη της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης της ενάγουσας, η επίδοση έγινε στις 5/3/2015 (τεκμήριο Β). Παρατηρείται επίσης πως αυτή έγινε στη διεύθυνση η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Κλεάνθους ως η προηγούμενη διεύθυνση των εναγόμενων με ταχυδρόμηση των επιδοθέντων εγγράφων.
- 2 Δεύτερο, ότι, εάν η επίδοση έγινε μέσω της υπηρεσίας παραλαβής (όπως και όντως έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση) τότε θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 (στο εξής θα καλείται ο «Κανονισμός του 2007»), να είχε επιδοθεί επίσης και το έντυπο το οποίο προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 8 του Κανονισμού του 2007 και το οποίο παρατίθεται στο Παράρτημα ΙΙ του συγκεκριμένου Κανονισμού. 9 Βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, με τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, οι εναγόμενοι ήγειραν τρία επιπρόσθετα σημεία προς υποστήριξη του μέρους του αιτήματος τους σε σχέση με το θέμα της επίδοσης. Τα οποία όμως θα εξεταστούν μετά και από την εξέταση των προαναφερόμενων δύο σημείων. 10 Αναφορικά με τη θέση πως θα πρέπει να θεωρηθεί παράτυπη η επίδοση καθότι αυτή έγινε σε προηγούμενη διεύθυνση των εναγόμενων διαπιστώνεται πως αυτή είναι εντελώς αβάσιμη για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ως προς την πραγματική πτυχή του αιτήματος των εναγόμενων ότι όντως η συγκεκριμένη διεύθυνση είναι η προηγούμενη διεύθυνση τους ή καν ότι οι εναγόμενοι είχαν μετακομίσει και αλλάξει διεύθυνση στο χρονικό διάστημα στο οποίο οι ίδιοι αναφέρονται προ της επίδοσης προς αυτούς, δηλαδή από τον Αύγουστο του 2014, μέχρι είτε την επίδοση είτε ακόμη και την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης του. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό νέα διεύθυνση των εναγόμενων. 11 Μάλιστα όχι μόνο η μαρτυρία την οποία έχουν παρουσιάσει οι ίδιοι οι εναγόμενοι δεν στοιχειοθετεί τη θέση τους για αλλαγή διεύθυνσης αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει πως η διεύθυνση τους παρέμεινε η ίδια όχι μόνο μετά από τον Αύγουστο του 2014 αλλά ακόμη και κατά και μετά τόσο της επίδοσης προς αυτούς στις 5/3/2015 όσο και εντός του μηνός καταχώρισης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, δηλαδή τον Απρίλιο του
- 12 Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση Κλεάνθους επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 δήλωση μάρτυρος (Witness Statement) του εναγόμενου 1 και ως τεκμήριο 2 επίσης δήλωση μάρτυρος της εναγόμενης 2 με την οποία συμφωνεί με τη δήλωση μάρτυρος του συζύγου της, εναγόμενου 1, η οποία, όπως αναφέρει συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3, είναι της ίδιας ημερομηνίας («...of even date...») με τη δική της. Παρά και το γεγονός ότι δεν αναφέρεται οποιαδήποτε ημερομηνία επί του τεκμηρίου 1 εντούτοις στο τεκμήριο 2 αναφέρεται ο μήνας Απρίλιος του
- 13 Βεβαίως, πέραν και από τη χρονική πτυχή αυτής της μαρτυρίας, ιδιαίτερη σημασία έχει το εξής δεδομένο. Η διεύθυνση η οποία αναφέρεται ως η διεύθυνση των εναγόμενων και στις δύο δηλώσεις μαρτύρων είναι επακριβώς η ίδια με τη διεύθυνση στην οποία έγινε επίδοση προς τους εναγόμενους και η οποία αναφέρεται στο Πιστοποιητικό Επίδοσης το οποίο προβλέπεται από το Παράρτημα Ι του Κανονισμού του 2007 (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης). 14 Ακόμη όμως και να είχε στοιχειοθετηθεί η πραγματική πτυχή της θέσης των εναγόμενων, ότι δηλαδή η επίδοση δεν είχε γίνει στη διεύθυνση τους ή στη διεύθυνση στην οποία όντως κατοικούσαν κατά την ημερομηνία της επίδοσης, εντούτοις από νομικής άποψης το Δικαστήριο θεωρεί πως και πάλι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό το αίτημα τους για παραμερισμό ή ακύρωση της επίδοσης. 15 Το συμπέρασμα αυτό του Δικαστηρίου βασίζεται σε σχετική νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής θα καλείται το «ΔΕΕ») με την οποία εξετάστηκε ουσιαστικά ο ισχυρισμός ως προς την παραπλάνηση ή ουσιαστικά τη στέρηση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των ατόμων στα οποία είχε γίνει επίδοση και όπως κρίθηκε αυτό δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι ίσχυε εφόσον τα άτομα αυτά είχαν έγκαιρα εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία με κύριο σκοπό την αμφισβήτηση της εγκυρότητας της επίδοσης η οποία έγινε προς αυτά. 16 Αναφέρονται χαρακτηριστικά στην κατάληξη της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- Si Senh Dau κ. ά.
(2013)1Γ Α. Α. Δ. 1935, της 13ης Σεπτεμβρίου 2013 (στο εξής θα καλείται η «πρώτη απόφαση») τα ακόλουθα,:- «Κατά την κρίση μας το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/
- Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ΄ ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ΄ αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση»[1]. 17 Επί αυτού του θέματος όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 24 της απόφασης του ΔΕΕ της 16ης Σεπτεμβρίου 2015 στην υπόθεση C-519/13 Alpha Bank Cyprus Ltd κατά Dau Si Senh κ. ά (στο εξής θα καλείται η «απόφαση του ΔΕΕ»), «...σκοπός του ... κανονισμού είναι η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εναγόντων και των εναγομένων, προς διασφάλιση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, οπότε έχει ιδιαίτερη σημασία να λάβει ο εναγόμενος γνώση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, πλην όμως δεν προκύπτει ότι στις υποθέσεις της κύριας δίκης προσβλήθηκαν τα δικαιώματα των εφεσίβλητων, δεδομένου ότι αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του κυπριακού δικαστηρίου και δεν προσδιόρισαν ούτε τη φύση ούτε τις συνέπειες της «παραπλανήσεως» της οποίας διατείνονται ότι υπήρξαν θύματα». 18 Ουσιαστικά, ως προς αυτό το μέρος της θέσης των εναγόμενων, αναφορικά με το παράτυπο της επίδοσης, το παράπονο τους εστιάζεται απλά και μόνο στην κατ΄ ισχυρισμό επίδοση όχι προς τους ίδιους αλλά προς τους νέους ένοικους στην «παλιά διεύθυνση» των ιδίων, ισχυρισμός ο οποίος απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστος. Όμως, ακόμη και να γινόταν δεκτός ως αξιόπιστος ο ισχυρισμός αυτός, ούτε καν προβάλλεται η θέση ότι εξαιτίας αυτής της μορφής επίδοσης οι ίδιοι στερήθηκαν του οποιουδήποτε δικαιώματος. 19 Επιπλέον, η μη στέρηση οποιουδήποτε δικαιώματος αποδεικνύεται έμπρακτα και από το γεγονός ότι εγκαίρως εντός της προβλεπόμενης, σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, προθεσμίας για καταχώριση εμφάνισης των 30 ημερών από την ημερομηνία της επίδοσης στις 5/3/2015, όχι μόνο είχαν καταχωρίσει οι εναγόμενοι σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 24/3/2015, αλλά επιπλέον και την αίτηση, επίσης στις 24/3/2015, με την οποία εξασφαλίστηκε αυθημερόν το διάταγμα για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Ενώ στη συνέχεια στις 23/4/2015 καταχωρίσθηκε και η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 20 Συνεπώς, ακόμη και να ίσχυε, υπό την έννοια της πραγματικής πτυχής αυτής, η θέση ότι η επίδοση δεν έγινε προς τους ίδιους τους εναγόμενους αλλά στους νέους ένοικους της προηγούμενης διεύθυνσης τους, τέτοιο δεδομένο και πάλι δεν θα αναιρούσε την εγκυρότητα της επίδοσης, διατηρώντας υπόψη δηλαδή το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν στερήθηκαν του δικαιώματος καταχώρισης εμφάνισης υπό διαμαρτυρία προς διασφάλιση επίσης του δικαιώματος σε μία δίκαιη δίκη υπό την έννοια της ακρόασης των θέσεων τους αναφορικά με την αμφισβήτηση τόσο της εγκυρότητας της επίδοσης η οποία έγινε προς αυτούς όσο και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. 21 Ως προς το δεύτερο σημείο (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο
- 2 αυτής της απόφασης) υπενθυμίζεται πως και αυτό το θέμα έχει πλέον επιλυθεί όχι μόνο με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και του ΔΕΕ. 22 Στην αιτιολογική σκέψη 12 στο προοίμιο του Κανονισμού του 2007 το έντυπο το οποίο προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 8 και το οποίο παρατίθεται στο Παράρτημα ΙΙ του συγκεκριμένου Κανονισμού περιγράφεται ως ένα τυποποιημένο έντυπο (στο εξής θα καλείται το «τυποποιημένο έντυπο»). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, η «...υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη εγγράφως, μέσω ενός τυποποιημένου εντύπου, ότι μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει την επιδιδόμενη ή κοινοποιούμενη πράξη, είτε τη στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης είτε επιστρέφοντας την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός εβδομάδος, εφόσον η πράξη δεν έχει συνταχθεί σε γλώσσα κατανοητή από τον παραλήπτη ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. Αυτός ο κανόνας θα πρέπει να ισχύει εξίσου και στην επόμενη επίδοση ή κοινοποίηση εφόσον ο παραλήπτης έχει ασκήσει το δικαίωμα άρνησης». 23 Ενημερώνεται δηλαδή με το τυποποιημένο έντυπο ο παραλήπτης για το δικαίωμα του να αρνηθεί την παραλαβή της πράξης. Η αναφορά στη λέξη «πράξη» ακολουθεί τη γενικότερη περιγραφή του Κανονισμού του 2007 στα Ελληνικά αναφορικά με την επίδοση και κοινοποίηση δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Στα Αγγλικά η αναφορά είναι σε "documents", δηλαδή έγγραφα. Όπως αναφέρεται και σε σχετική υποσημείωση στην πρώτη απόφαση (βλ. σχετικά την παράγραφο 16 αυτής της απόφασης), στα Ελληνικά ο Κανονισμός χρησιμοποιεί τη λέξη «πράξη» για να αποδώσει τον αγγλικό όρο «document» και ως εκ τούτου το Ανώτατο Δικαστήριο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των επίδικων θεμάτων, χρησιμοποίησε τον όρο «έγγραφα» αντί «πράξεων». 24 Όπως ενημερώνεται σχετικά με το τυποποιημένο έντυπο ο παραλήπτης έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξης, δηλαδή του εγγράφου, εφόσον αυτό δεν είναι συνταγμένο ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. Η αναφορά βεβαίως στο έγγραφο στον ενικό δεν αποκλείει και το ενδεχόμενο επίδοσης πέραν του ενός εγγράφου. 25 Ενημερώνεται επίσης αναφορικά με τον τρόπο άσκησης αυτού του δικαιώματος. Εάν επιθυμεί να ασκήσει αυτό το δικαίωμα τότε υπάρχουν δύο τρόποι να το πράξει ή ουσιαστικά δύο ξεχωριστά χρονικά σημεία. Ο ένας είναι να δηλώσει την άρνηση παραλαβής κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης απευθείας στο πρόσωπο που επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη. Ο άλλος είναι να επιστρέψει την πράξη (δηλαδή το έγγραφο) εντός μίας εβδομάδας σε διεύθυνση η οποία αναφέρεται εντός του τυποποιημένου εντύπου δηλώνοντας ότι αρνείται την παραλαβή της. 26 Ο δεύτερος τρόπος προφανώς είναι δυνατό να ακολουθηθεί ακόμη και σε περίπτωση ταχυδρόμησης των επιδοθέντων εγγράφων. Όπως δηλαδή και στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 27 Ουσιαστικά το τυποποιημένο έντυπο αποτελεί ενδεχόμενη δήλωση του παραλήπτη ή μία πιθανή προοπτική ως μέρος της όλης διαδικασίας επίδοσης βάσει του Κανονισμού του
- Δήλωση δηλαδή η οποία απαιτείται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία όντως ο παραλήπτης επιλέγει να ασκήσει το δικαίωμα το οποίο αναφέρεται εντός του τυποποιημένου εντύπου. 28 Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του το περιεχόμενο τόσο του Κανονισμού του 2007 όσο και σχετικής νομολογίας γενικότερα αλλά και ειδικότερα όπως αυτή της πρώτης απόφασης (βλ. σχετικά την παράγραφο 16 αυτής της απόφασης), της απόφασης του ΔΕΕ (βλ. σχετικά την παράγραφο 17 αυτής της απόφασης) αλλά και της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12ης Απριλίου 2016 στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- Si Senh Dau κ. ά. (στο εξής θα καλείται η «δεύτερη απόφαση»). Υπενθυμίζονται σχετικά τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του ΔΕΕ και στη δεύτερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς τη θεραπευσιμότητα ουσιαστικά της μη επίδοσης του τυποποιημένου εντύπου. 29 Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση του ΔΕΕ (βλ. σχετικά την παράγραφο 17 αυτής της απόφασης), η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτίμησης να γνωστοποιεί στον παραλήπτη το δικαίωμα άρνησης παραλαβής χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο (αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 55 της απόφασης του ΔΕΕ πως η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να επισυνάπτει στο επίμαχο έγγραφο το τυποποιημένο έντυπο). Προσθέτοντας βεβαίως πως η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώ η συγκεκριμένη παράλειψη της υπηρεσίας παραλαβής μπορεί να θεραπευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του
- 30 Βεβαίως σύμφωνα και με τη δεύτερη απόφαση (βλ. σχετικά την παράγραφο 28 αυτής της απόφασης) η μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου περιγράφεται ως δικονομική παράλειψη την οποία καλείται να θεραπεύσει ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει την επίδοση σχετικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής του Κανονισμού του
- Συνεπώς, σε περίπτωση κατά την οποία η αίτηση υπό εξέταση δεν γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, θα πρέπει στη συνέχεια η ενάγουσα να λάβει τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα έτσι ώστε να θεραπεύσει τη μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου προς τους εναγόμενους. 31 Τα προαναφερόμενα δύο σημεία προς υποστήριξη του αιτήματος παραμερισμού της επίδοσης προέκυπταν βάσει του ίδιου του περιεχομένου της αίτησης υπό εξέταση ενώ, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης προστέθηκαν άλλα τρία σημεία σε σχέση με το θέμα της επίδοσης αν και το τρίτο κυρίως έχει σχέση με την άδεια η οποία δόθηκε για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 32 Σύμφωνα με το πρώτο από αυτά τα τρία σημεία η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων είναι πως η εγκυρότητα της επίδικης επίδοσης είναι θέμα αλλοδαπού δικαίου το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πραγματικό γεγονός σε σχέση με το οποίο όμως η ενάγουσα δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία για το τι ως θέμα αγγλικού δικαίου συνιστά καλή επίδοση στην Αγγλία. Προτάσσεται και η εισήγηση πως η ένορκη δήλωση Κλεάνθους όντως περιέχει τέτοια μαρτυρία. Συγκεκριμένα υπό τη μορφή της αναφερόμενης ενημέρωσης της ενόρκως δηλούσας από Άγγλους δικηγόρους και συγκεκριμένα τον Duncan McNair. 33 Βεβαίως αυτό το οποίο όντως αναφέρεται, ως ενημέρωση από τον Duncan McNair, στην παράγραφο 54 της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους είναι πως εάν η επίδοση έχει γίνει βάσει του άρθρου 15 του Κανονισμού του 2007, δηλαδή με απευθείας επίδοση και όχι μέσω της υπηρεσίας παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου, τότε αυτή θα πρέπει να παραμεριστεί ως ανεπίτρεπτη. 34 Έχοντας υπόψη και τα πιστοποιητικά επίδοσης τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ως τεκμήριο Β το Δικαστήριο θεωρεί ως δεδομένο ότι η επίδοση έγινε μέσω της υπηρεσίας παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνεπώς, αυτή η θέση δεν ευσταθεί είτε από πραγματικής είτε νομικής άποψης. 35 Εντούτοις τα όσα αναφέρονται σχετικά στην ένορκη δήλωση Κλεάνθους ουσιαστικά παραποιούνται στη συνέχεια με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης έτσι ώστε πλέον να υποστηρίζεται άλλη θέση η οποία όμως επίσης έχει ως βάση την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας αναφορικά με το τι συνιστά καλή επίδοση στην Αγγλία. Ότι δηλαδή θα έπρεπε πιο γενικά να είχε παρουσιαστεί μαρτυρία από την ενάγουσα ως προς το τι συνιστά καλή επίδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ως έγκυρη η επίδοση προς τους εναγόμενους. 36 Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση πως η ενάγουσα είχε την οποιαδήποτε υποχρέωση όπως παρουσιάσει μαρτυρία αλλοδαπού δικαίου ως πραγματικό γεγονός αναφορικά με το τι συνιστά καλή επίδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πραγματικά η αποδοχή μίας τέτοιας θέσης θα εμπόδιζε σημαντικά τη δυνατότητα της αποτελεσματικής και πρακτικής εφαρμογής του Κανονισμού του 2007 ως προς την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (βλ. σχετικά την αιτιολογική σκέψη
(2)στο προοίμιο του Κανονισμού του 2007). 37 Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται πως επισυνάπτονται ως μέρη του τεκμηρίου Β προς υποστήριξη της ένστασης τα σχετικά πιστοποιητικά επίδοσης σύμφωνα και με το άρθρο 10 του Κανονισμού του 2007. Όπως αναφέρεται στα σημεία 12.2.1 και 12.2.2 αυτών των πιστοποιητικών επίδοσης, τα έγγραφα επιδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής. Συγκεκριμένα ότι αυτά επιδόθηκαν με ταχυδρόμηση τους, μέθοδος επίδοσης η οποία θεωρείται ως καλή επίδοση σύμφωνα με τη Διαταγή 6.3
(1)(c) των Civil Procedure Rules of England and Wales[2]. 38 Επιπλέον, υπάρχει και σχετική νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος δηλαδή η απόφαση ημερομηνίας 26/3/2015 στην Πολιτική Αίτηση 193/2014 για την έκδοση εντάλματος της φύσης certiorari, ημερομηνίας 26/3/2015, Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd v. Andrew Timothy Edward Popple, στην οποία κρίθηκε πως η μη αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο της επίδοσης που έγινε στα πλαίσια του Κανονισμού του 2007 και δυνάμει της βεβαίωσης του άρθρου 10 (δηλαδή, το πιστοποιητικό επίδοσης), σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, συνιστούσε ενέργεια κατά παράβαση του γράμματος και του πνεύματος του Κανονισμού του 2007. Παραπέμπει επίσης το Ανώτατο Δικαστήριο στην αιτιολογική σκέψη
(10)του προοιμίου του Κανονισμού του 2007 σύμφωνα με την οποία, χάριν της αποτελεσματικότητας του Κανονισμού, η άρνηση της επίδοσης θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Προσθέτοντας ότι είναι φανερή η βούληση να δοθεί τέτοια δραστικότητα και ισχύς στον Κανονισμό του 2007 έτσι ώστε να εξυπηρετείται αποτελεσματικά και ουσιαστικά η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς τηρουμένων των ασφαλιστικών δικλείδων που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Κανονισμού. 39 Αξίζει να σημειωθεί, σε σχέση και με τα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, πως στην υπόθεση Popple η επίδοση είχε γίνει σε κάποιο τρίτο πρόσωπο το οποίο περιγραφόταν ως ο τωρινός ένοικος της περιουσίας («current tenant of property»). Εντούτοις και πάλι με τη σχετική βεβαίωση η επίδοση είχε γίνει σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους παραλαβής. 40 Το επόμενο σημείο προς εξέταση από το Δικαστήριο και το οποίο επίσης προέκυψε στο στάδιο της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης έχει σχέση όχι μόνο με την εγκυρότητα της επίδοσης αλλά επιπλέον και με την εγκυρότητα του ίδιου του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27/10/2014 βάσει του οποίου είχε δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προς τους εναγόμενους. Κυρίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχε επιτραπεί η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα η θέση των εναγόμενων είναι πως επιτράπηκε η επίδοση όχι μόνο ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος αλλά και του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος «...κατά παράβαση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να κλητεύει άτομα από το εξωτερικό επί των οποίων δεν επεκτείνεται η επικράτεια του» (σελίδα 4 της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης). 41 Παρά και το γεγονός πως επιδόθηκε και η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος η θέση των εναγόμενων είναι πως η επίδοση θα πρέπει να κριθεί ως άκυρη διαφορετικά το Δικαστήριο θα επικυρώσει μία πράξη ή ουσιαστικά κλήτευση την οποία ουδέποτε είχε την εξουσία να κάνει. 42 Σύμφωνα με αυτή τη θέση θα έπρεπε να είχε επιδοθεί ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα με αναφορά στην Δ. 6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών. Βασίζεται η θέση αυτή στην απόφαση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd στην Πολιτική Έφεση 387/2011, ημερομηνίας 17/10/2014. Βεβαίως στη δεύτερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την παράγραφο 28 αυτής της απόφασης) παρατηρείται πως υπήρξε ακόμη και εισήγηση του συνηγόρου των εφεσίβλητων όπως αναθεωρηθεί η πρώτη απόφαση ως προς το θεραπεύσιμο των δικονομικών παραλείψεων και όπως ακολουθήσει το Ανώτατο Δικαστήριο την μεταγενέστερη απόφαση της πλειοψηφίας στην Consortia. 43 Η απόρριψη της εισήγησης αυτής από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν σαφέστατη καθώς θεωρήθηκε μάλιστα πως τα όσα εισηγείτο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσίβλητων ουσιαστικά αποδοκίμαζαν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα όσα δικαστικώς αποφασίστηκαν από το συγκεκριμένο Εφετείο και τα οποία αποτελούσαν δεσμευτικό προηγούμενο. Επιπλέον, παρά και την αποφυγή σχολιασμού των όσων είχαν αποφασιστεί στην Consortia, εντούτοις επισημάνθηκε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της πρώτης απόφασης (βλ. σχετικά την παράγραφο 16 αυτής της απόφασης) προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου. Επιπλέον, υπάρχει και άλλο δικαστικό προηγούμενο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd v. Shammusi-Deen Alabi, Shitta Bey στην Πολιτική Έφεση 113/2012, ημερομηνίας 4/3/2014 το οποίο επίσης δεν λήφθηκε υπόψη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην Consortia. 44 Το Δικαστήριο αυτό είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοια εισήγηση και σε άλλες αποφάσεις του. Αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως υπάρχει διάσταση απόψεων στη νομολογία μας αναφορικά με το κατά πόσο η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι εισαγωγικό της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού του 2007 και - ουσιαστικά κατ΄ επέκταση - κατά πόσο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εθνικό Δικαστήριο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σε θέση να θεωρήσει ως άκυρη την επίδοση ενός κλητηρίου εντάλματος η οποία έχει γίνει σε πλήρη συμμόρφωση με τον Κανονισμό του 2007 για το λόγο ότι διαδικαστικός κανονισμός του κράτους/μέλους προβλέπει για επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και όχι του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος. 45 Βεβαίως το όλο θέμα όπως τίθεται με τη νομολογία μας δεν έχει σχέση τόσο με το κατά πόσο η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι εισαγωγικό της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού του 2007 αλλά κατά πόσο θα πρέπει σε περίπτωση επίδοσης σε πολίτη και κάτοικο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμόζεται η Δ. 6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας έτσι ώστε δηλαδή αντί κλητηρίου εντάλματος να επιδίδεται σε αυτόν ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος. 46 Το θέμα το οποίο τίθεται αφορά ουσιαστικά ερμηνεία της Δ. 6 θ. 6 ή ακόμη και προσαρμογή της συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης σύμφωνα με τα νέα δεδομένα τα οποία πλέον ισχύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη σχετική τροποποίηση του Συντάγματος εξαιτίας αυτής της ένταξης. 47 Σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος πέραν από τις προαναφερόμενες αποφάσεις στις Πολιτικές Εφέσεις 23 έως και 29 του 2013 (δηλαδή η πρώτη και η δεύτερη απόφαση) δεν είναι μόνο η απόφαση Consortia Europe Ltd. v. Fregata Holdings Ltd. (βλ. σχετικά την παράγραφο 42 αυτής της απόφασης) αλλά και η απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. v. Shammusi-Deen Alabi, Shitta Bey (βλ. σχετικά την παράγραφο 43 αυτής της απόφασης), η οποία σημειωτέον εκδόθηκε πριν από την απόφαση Consortia. 48 Όντως αυτές οι δύο αποφάσεις έχουν αντίθετες αιτιολογίες και καταλήξεις και ως αποτέλεσμα δημιουργούν δίλημμα αναφορικά με το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Μάλιστα η απόφαση Consortia αν και η πιο πρόσφατη από τις δύο αποφάσεις όχι μόνο δεν αναφέρεται καθόλου στην προηγούμενη απόφαση αλλά ούτε και εξετάζει συνεπώς τις αρχές βάσει των οποίων το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να αποκλίνει από προηγούμενη απόφαση του. Επιπλέον, βεβαίως στην απόφαση Consortia υπάρχει και απόφαση μειοψηφίας με εντελώς αντίθετη αιτιολογία και κατάληξη από την απόφαση της πλειοψηφίας. 49 Αναμφίβολα προκύπτει ερώτημα κατά πόσο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής η Δ. 6 θ. 6 σε περιπτώσεις επίδοσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πολίτη και κάτοικο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει δηλαδή διάσταση απόψεων στη νομολογία μας σε σχέση με το είδος του εγγράφου το οποίο θα πρέπει να επιδίδεται σε πολίτη και κάτοικο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά πόσο αυτό θα πρέπει να είναι ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η διάσταση αυτή έχει σχέση βεβαίως με το κατά πόσο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται η Δ. 6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και πως αυτό είναι ερώτημα το οποίο συνδέεται άρρηκτα με ερμηνεία της Δ. 6 θ. 6 εφαρμόζοντας βεβαίως το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 50 Σύμφωνα με τη Δ. 6 θ. 6, όπως αυτή έχει αναπροσαρμοστεί από τη νομολογία μας μετά και από εφαρμογή του Συντάγματος, αντί αυτή να διαβάζεται ως ακολούθως, "When the defendant is neither a British subject nor in British Dominions, notice of the writ, and not the writ itself, is to be served upon him", θα πρέπει πλέον να διαβάζεται ως εξής, "When the defendant is not a Cypriot national, notice of the writ and not the writ itself is to be served upon him". Σχετική επί αυτού του θέματος είναι η απόφαση E. Philippou Ltd. v. Littner Hampton Ltd.
(1984)1 Α. Α. Δ. 716. Απόφαση η οποία έκτοτε εφαρμόζεται πιστά από τα κυπριακά Δικαστήρια δίχως αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση να έχει τύχει οποιασδήποτε αμφισβήτησης. 51 Η ανάλυση η οποία εμπεριέχεται σε αυτή την απόφαση αναφορικά με την αναγκαιότητα προσαρμογής των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτοί ίσχυαν προ της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά και από την δημιουργία ενός νέου κράτους, αξίζει μελέτης και είναι δυνατό ακόμη και σήμερα να προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση με ανάλογο παραλληλισμό στον τομέα του ισχύοντος δικονομικού δικαίου στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αναγκαιότητα προσαρμογής αυτού του τομέα του εθνικού δικαίου βάσει αυτών των νέων δεδομένων. 52 Θεωρητικά δηλαδή, βάσει του ίδιου σκεπτικού το οποίο οδήγησε στην αναδιαμόρφωση από τη νομολογία μας της Δ. 6 θ. 6 εξαιτίας του Συντάγματος, θα μπορούσε αυτή η δικονομική διάταξη να διαφοροποιηθεί εκ νέου έτσι ώστε αυτή πλέον να διαβαζόταν ωσάν να περιείχε την ακόλουθη διατύπωση, "When the defendant is not a citizen and resident of another Member State of the European Union, notice of the writ and not the writ itself is to be served upon him". Σχετική αναφορά επί του προκειμένου υπάρχει και εντός της προτελευταίας παραγράφου της απόφασης μειοψηφίας στην Consortia. 53 Σύμφωνα δηλαδή και με τον περί της Πέµπτης Τροποποίησης του Συντάγµατος Νόµο του 2006 (Νόµος 127(Ι)/2006) ο οποίος ενσωμάτωσε και στο Σύνταγμα τη νομική ισχύ στη Δημοκρατία των Κανονισμών, Οδηγιών ή άλλων πράξεων ή δεσμευτικών μέτρων νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθώς δηλαδή πλέον το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πηγή δικαίου που έχει αυξημένη ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία και περιλαμβάνει και τους κανόνες που προέρχονται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λαμβάνουν την μορφή Κανονισμών, Οδηγιών ή Αποφάσεων. 54 Ανεξάρτητα και από την ύπαρξη της μεταγενέστερης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλαδή της απόφασης Consortia (βλ. σχετικά την παράγραφο 42 αυτής της απόφασης), η συγκεκριμένη απόφαση - με όλο τον προσήκοντα σεβασμό - δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως παραφωνία σε σχέση με τη νομολογία η οποία έχει προηγηθεί της έκδοσης της. Καθώς αυτή η απόφαση βρίσκεται σε δυσαρμονία όχι μόνο με προηγούμενη νομολογία αλλά και με βασικές αρχές ως προς την τήρηση της αρχής του δικαστικού προηγούμενου εφόσον μέρος αυτής της προηγούμενης νομολογίας δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη κατά την έκδοση της. 55 Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία βεβαίως έχει σχέση όχι μόνο με την απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. (βλ. σχετικά την παράγραφο 43 αυτής της απόφασης) αλλά και με την πρώτη απόφαση (βλ. σχετικά την παράγραφο 16 αυτής της απόφασης), στην οποία η επίδοση και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος μαζί με το κλητήριο ένταλμα δεν θεωρήθηκε κακή επίδοση και η οποία επί του συγκεκριμένου θέματος ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε και με τη δεύτερη απόφαση (βλ. σχετικά την παράγραφο 28 αυτής της απόφασης) στην ίδια υπόθεση μετά και από εξέταση σχετικού ερωτήματος και έκδοση απόφασης από το ΔΕΕ (βλ. σχετικά την παράγραφο 17 αυτής της απόφασης). 56 Παρά μάλιστα και την αντίθετη επί του θέματος εισήγηση του δικηγόρου των εφεσίβλητων με συγκεκριμένη αναφορά στην απόφαση Consortia (βλ. σχετικά την παράγραφο 42 αυτής της απόφασης). Μάλιστα, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την εισήγηση του δικηγόρου των εφεσίβλητων ανέφερε χαρακτηριστικά ότι με αυτή ουσιαστικά αποδοκιμαζόταν ".κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα όσα δικαστικώς αποφασίστηκαν από αυτό το Εφετείο και αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο" ενώ πρόσθεσε πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επιθυμούσε να σχολιάσει τα όσα είχαν αποφασισθεί στην Consortia εφόσον στη συγκεκριμένη απόφαση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της πρώτης απόφασης (βλ. σχετικά την παράγραφο 16 αυτής της απόφασης) ". προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου". 57 Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. (βλ. σχετικά την παράγραφο 43 αυτής της απόφασης) με αναφορά στην πρώτη απόφαση (βλ. σχετικά την παράγραφο 16 αυτής της απόφασης) αν και σε εκείνη την περίπτωση είχε επιδοθεί τόσο πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, όσο και ειδοποίηση του κλητηρίου, εντούτοις τέθηκε προς εξέταση το ευρύτερο θέμα της εφαρμογής του Κανονισμού του 2007 σε σχέση με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε με αναφορά στο προοίμιο
(1)του Κανονισμού του 2007 ότι αυτό το οποίο επιδιωκόταν ήταν «η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων. 58 Δίχως επανάληψη και των όσων αναφέρονταν στην πρώτη απόφαση (βλ. σχετικά την παράγραφο 16 αυτής της απόφασης) το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. (βλ. σχετικά την παράγραφο 43 αυτής της απόφασης) περιορίστηκε στο να σημειώσει ότι ο Κανονισμός του 2007 υπερισχύει των εθνικών προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης ενώ παράλληλα επεσήμανε και την ύπαρξη της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Κανονισμού του 2007, σύμφωνα με την οποία, η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο» εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν. 59 Αναφέρεται επίσης στη συνέχεια, στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd., (βλ. σχετικά την παράγραφο 43 αυτής της απόφασης) πως το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του κλητηρίου παραβίαζε την Δ.
- θ. 6 καθότι η προσέγγιση αυτή παραγνώριζε την ύπαρξη του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του Κανονισμού του
- 60 Επιπλέον, προστίθεται σημαντική αναφορά ως προς το ότι για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Κανονισμού του 2007 προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον Κανονισμό, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης (σχετική επί του θέματος είναι επίσης και η απόφαση Popple (βλ. σχετικά την παράγραφο 38 αυτής της απόφασης). 61 Επισημαίνεται επίσης πως στόχος ουσιαστικά του Κανονισμού του 2007 είναι να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Αναφέρθηκε επιπλέον πως το γεγονός ότι η Δ.6 θ.6 δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής ενόψει της εισαγωγής του Κανονισμού του 2007, δεν θα έπρεπε να είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Υπήρξε επίσης και σχετική αναφορά ως προς την αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας με επισήμανση όμως πως μέχρι αυτό να γίνει κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε νa διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο αυτοί έχουν θεσπιστεί. 62 Εν κατακλείδι δεν γίνεται δεκτή η θέση των εναγόμενων ότι θα πρέπει να παραμεριστεί ή ακυρωθεί είτε η επίδικη επίδοση είτε το διάταγμα του Δικαστηρίου βάσει του οποίου επιτράπηκε αυτή η επίδοση καθότι η ενάγουσα επέδωσε όχι μόνο ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος αλλά και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Διευκρινίζεται απλά πως το συμπέρασμα του Δικαστηρίου θα ήταν το ίδιο ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα είχε επιδώσει μόνο το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και όχι και ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. 63 Τελευταίο σημείο το οποίο για πρώτη φορά εγέρθηκε στο στάδιο της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης είναι η θέση πως στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17/10/2014, στην οποία βασιζόταν η αίτηση με την οποία εκδόθηκε στις 27/10/2014 το επίδικο διάταγμα επίδοσης, δεν στοιχειοθετείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Προσθέτοντας πως αν και επισυνάπτεται η σχετική συμφωνία δανείου δεν υπάρχει παραπομπή στη ρήτρα δικαιοδοσίας και συνεπώς η επίδοση θα πρέπει να παραμεριστεί. 64 Αναφορικά με αυτή τη θέση αυτό το οποίο κατ΄ αρχάς παρατηρείται είναι ότι ασφαλώς το Δικαστήριο σε περιπτώσεις όπου επισυνάπτονται τεκμήρια σε ένορκες δηλώσεις, εντός των οποίων αναμένεται να αναφέρονται τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι αιτήσεις προς εξέταση, δεν περιορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ως προς την εξέταση του συνόλου του περιεχομένου της γραπτής μαρτυρίας, συνήθως και υπό μορφή τεκμηρίων, απλά και μόνο διότι ο ενόρκως δηλών δεν παραπέμπει ρητά σε συγκεκριμένο μέρος του οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο. Ούτε τέτοια παραπομπή κρίνεται να ήταν απαραίτητη αλλά ούτε και η απουσία τέτοιας παραπομπής εκμηδενίζει το οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας η οποία είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 27/10/
- 65 Βεβαίως δεν είναι τόσο το θέμα μόνο της ρήτρας δικαιοδοσίας το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σχετικό στο στάδιο εξέτασης αιτήματος για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Κυρίως αυτό το οποίο εξετάζεται σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης αποκαλύπτεται καλή συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μίας από τις υποπαραγράφους της Δ. 6 θ. 1 υπό την έννοια απόδειξης εκ πρώτης όψεως καλής ή συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. σχετικά την GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd.
(2000)1Γ Α. Α. Δ. 1584). 66 Το βάρος δηλαδή απόδειξης ύπαρξης δικαιοδοσίας για την προώθηση αγωγής στην Κύπρο είναι αυτό της απόδειξης μόνο εκ πρώτης όψεως καλής ή συζητήσιμης υπόθεσης με βάση την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει αίτημα ακόμη και για σκοπούς σφράγισης δυνάμει της Δ. 6 θ. 1 (βλ. σχετικά την Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co. Ltd.
(2012)1B Α. Α. Δ. 1460). Αξίζει να σημειωθεί πως στην περίπτωση της GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd. (βλ. πιο πάνω) εξεταζόταν από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά πόσο είχε συναφθεί σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και κρίθηκε πως οι δύο πλευρές δεν ξεπέρασαν το στάδιο των διαπραγματεύσεων και ποτέ δεν έφθασαν σε μια έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση. 67 Στην περίπτωση υπό εξέταση από το Δικαστήριο στις 27/10/2014 η ενάγουσα είχε επισυνάψει αντίγραφο της επίδικης σύμβασης δανείου, μαρτυρία η οποία ορθά λήφθηκε υπόψη έτσι ώστε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως καλής ή συζητήσιμης υπόθεσης με βάση την ένορκη δήλωση η οποία υποστήριζε την αίτηση. Ως εκ τούτου ούτε αυτή η θέση των εναγόμενων είναι δυνατό να γίνει δεκτή προς ακύρωση ή παραμερισμό είτε της επίδοσης είτε του διατάγματος δυνάμει του οποίου δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 68 Έχοντας ολοκληρώσει την εξέταση του μέρους του αιτήματος των εναγόμενων το οποίο βασίζεται στο θέμα της επίδοσης στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει το μέρος εκείνο του αιτήματος το οποίο έχει σχέση με την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην περίπτωση των εναγόμενων. 69 Υπενθυμίζεται σχετικά πως σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής θα καλείται ο «Κανονισμός του 2001») και σχετική νομολογία μας πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους µέλους, σύμφωνα µε τον Κανονισμό του 2001, μπορεί να εναχθεί ενώπιον των Δικαστηρίων άλλου κράτους µέλους µόνο σύμφωνα µε τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του Κανονισμού, στα οποία περιλαμβάνονται τα Άρθρα 5 μέχρι 24. 70 Σχετική επί αυτού του σημείου είναι η Loughrans Stores Ltd v. D. P. Agroproducts Limited
(2013)1Γ Α. Α. Δ. 2589, η οποία αυθεντία βεβαίως αφορούσε σύμβαση πώλησης αγαθών όμως η αρχή στην οποία αναφέρεται ως προς τα όσα προνοούνται από τον Κανονισμό του 2001 ισχύει γενικότερα. 71 Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού του 2001 πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Ουσιαστικά, όπως και στην περίπτωση της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, βασικός και πρωταρχικός κανόνας είναι ότι ο εναγόμενος πρέπει να ενάγεται στα δικαστήρια της χώρας της κατοικίας του όχι απλά επειδή ο ενάγων έχει δικαίωμα να τον εναγάγει εκεί αλλά επειδή ο εναγόμενος έχει τέτοιο δικαίωμα. Βεβαίως, αυτός είναι ο βασικός κανόνας με εξαιρέσεις όμως οι οποίες αναφέρονται εντός του Κανονισμού του
- Συνεπώς το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσο η περίπτωση των εναγόμενων καλύπτεται από αυτό το βασικό κανόνα ή εμπίπτει σε οποιαδήποτε από αυτές τις εξαιρέσεις. 72 Εντός της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους παρατίθεται εκτεταμένο ιστορικό γεγονότων αναφορικά με το πως οι εναγόμενοι αγόρασαν ακίνητο στην Κύπρο. Βεβαίως η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται πως τα όσα περιγράφει αποτελούν το υπόβαθρο της αγωγής όμως το Δικαστήριο δεν συμφωνεί πως όντως αυτό ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όντως σε κάποιο σημείο αυτής της περιγραφής αναδεικνύεται και η διασύνδεση αυτής της αγοράς και με την ενάγουσα καθώς η τράπεζα η οποία δανειοδότησε τους εναγόμενους για τη συγκεκριμένη αγορά ήταν τράπεζα της οποίας η ενάγουσα είχε αναλάβει υποχρεώσεις και δικαιώματα της μετά και από εξυγίανση της (στο εξής θα καλείται η «δανειοδότρια τράπεζα»). 73 Βεβαίως, σύμφωνα με αυτά τα γεγονότα, η σύσταση με τη δανειοδότρια τράπεζα έγινε κατά τη διάρκεια ταξιδιού της εναγόμενης 2 στην Κύπρο τον Οκτώβριο του
- Η επίδικη συμφωνία δανείου, ημερομηνίας 3/7/2007 υπογράφηκε από δικηγόρο ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους των εναγόμενων. Διευκρινίζεται πως η περιγραφή των γεγονότων, όπως αυτή παρατίθεται στο μέρος αυτής της απόφασης, βασίζεται στα όσα αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους. Στη συνέχεια υπάρχουν αναφορές και στον τρόπο λειτουργίας του επίδικου δανείου κυρίως αναφορικά με τη δυνατότητα αποπληρωμής του, διατηρώντας υπόψη ότι αυτό είχε γίνει σε ελβετικά φράγκα. 74 Το Δικαστήριο θεωρεί πως αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας κυρίως σημασία έχει το αρχικό στάδιο στο οποίο οι εναγόμενοι είχαν συνομολογήσει την επίδικη συμφωνία δανείου με τη δανειοδότρια τράπεζα σύμφωνα βεβαίως με τον τρόπο περιγραφής αυτού του γεγονότος εντός της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους. Τα όσα αναφέρονται στη συνέχεια δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία αναφορικά με αυτό το θέμα ενώ έμμεση σχέση προκύπτει από την επικοινωνία την οποία οι εναγόμενοι είχαν με δικηγόρους στην Αγγλία για να τους εκπροσωπήσουν κατά τον Απρίλιο του 2014 η οποία προφανώς οδήγησε και στην καταχώριση της αγωγής των εναγόμενων εναντίον της ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 10/12/
- 75 Προβάλλεται, εντός της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους, συγκεκριμένη θέση των εναγόμενων αναφορικά με τις συναλλαγές τους με την ενάγουσα. Βεβαίως προφανώς οι εναγόμενοι αναφέρονται σε συναλλαγές με τη δανειοδότρια τράπεζα και μόνο κατ΄ επέκταση με την ενάγουσα καθώς αυτή είναι στη συνέχεια που είχε αναλάβει τις υποχρεώσεις και δικαιώματα της υπό εξυγίανση δανειοδότριας τράπεζας. Το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του αυτή τη διάκριση και, όπου αυτό κρίνεται χρήσιμο και προς απλοποίηση της παράθεσης των γεγονότων, θα υπάρχει αναφορά σε αυτά τα γεγονότα σύμφωνα και με τον τρόπο παρουσίασης τους από τους εναγόμενους. Δηλαδή, όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι τα προβάλλουν εντός της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους. Στο βαθμό όμως στον οποίο θεωρείται πως η περιγραφή των γεγονότων θα ήταν σαφέστερη με αναφορά στη δανειοδότρια τράπεζα αντί στην ίδια την ενάγουσα το Δικαστήριο θα διατηρεί αυτή τη διάκριση και στην περιγραφή αυτή. 76 Η προαναφερόμενη θέση των εναγόμενων συγκεκριμενοποιείται με αναφορά σε γεγονότα σύμφωνα με τα οποία οι ίδιοι κατείχαν την ιδιότητα του καταναλωτή σε σχέση με τις ενέργειες τους κατά τη διάρκεια των συναλλαγών τους με τη δανειοδότρια τράπεζα. Διατηρώντας όμως υπόψη τόσο αυτά τα γεγονότα όσο και την επιχειρηματολογία προς προώθηση της, η θέση αυτή δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ορθή καθότι, όπως κρίνεται, δεν συνάδει με τα όσα προνοούνται σχετικά από τον Κανονισμό του
- Υπενθυμίζω σχετικά τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 15,:- «Άρθρο 15
- Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή· β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή· γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ' αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.» 77 Σαφώς η περίπτωση των εναγόμενων δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω κατηγορίες. Το ερώτημα το οποίο τίθεται δεν είναι δυνατό να ιδωθεί με τον τρόπο τον οποίο οι δικηγόροι των εναγόμενων καλούν το Δικαστήριο να το αντιμετωπίσει. Δηλαδή, με εισήγηση πως οι εναγόμενοι στις συναλλαγές τους είτε σε σχέση με την αγορά του ακινήτου (θέμα το οποίο δεν έχει οποιαδήποτε άμεση σχέση με την ενάγουσα ή την δανειοδότρια τράπεζα) είτε με τη δανειοδότρια τράπεζα ενεργούσαν όχι ως επαγγελματίες αλλά ως καταναλωτές. 78 Σημασία δεν έχει ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή στην καθομιλουμένη ή ακόμη και βάσει της κοινής λογικής ή της κοινής αντίληψης της απλής πραγματικότητας, η έννοια της διαφοράς μεταξύ ενός επαγγελματία, συνήθως επενδυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, και ενός απλού αγοραστή ενός ακινήτου ή ενός δανειολήπτη για τέτοια αγορά. Σημασία έχει ο όρος «καταναλωτής» όπως αυτός καθορίζεται από τον Κανονισμό του 2001 κυρίως με αναφορά όχι στον ίδιο τον συγκεκριμένο όρο αλλά σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ως ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, με αναφορά όμως σε συγκεκριμένες κατηγορίες συμβάσεων. 79 Επιπλέον, διευκρινίζεται πως ασφαλώς η εξέταση αυτού του θέματος διενεργείται από το Δικαστήριο με αναφορά στη συμβατική σχέση μεταξύ της δανειοδότριας τράπεζας και όχι της εναγόμενης 3 ως η εταιρεία ανάπτυξης γης η οποία είχε πωλήσει το ακίνητο προς τους εναγόμενους για την αγορά του οποίου οι εναγόμενοι είχαν εξασφαλίσει δάνειο από τη δανειοδότρια τράπεζα. 80 Ούτε και αποδεικνύεται με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί η οποιαδήποτε δραστηριοποίηση της δανειοδότριας τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο όταν η επίδικη συμφωνία δανείου καταρτίσθηκε έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί πως όντως αυτή ασκούσε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας των εναγόμενων ή ακόμη ότι κατεύθυνε με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μάλιστα η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τους εναγόμενους αντιθέτως υποστηρίζει πως η οποιαδήποτε συναλλαγή με τη δανειοδότρια τράπεζα έγινε στην Κύπρο. 81 Ούτε και το τεκμήριο 16 προς υποστήριξη της αίτησης αποδεικνύει σαφώς οτιδήποτε με απλή γενική αναφορά σε ιστοσελίδα της παρουσίας της δανειοδότριας τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σχετική επί αυτού του θέματος είναι η υποπαράγραφος (στ) της παραγράφου 46 της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους όμως στην υποπαράγραφο (ε) υπάρχει αναφορά σε συνάντηση των εναγόμενων με αντιπροσώπους της τράπεζας στην Κύπρο. Πραγματικά η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί δεν είναι δυνατό να κριθεί πως ικανοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο τα όσα προνοούνται σχετικά στην υποπαράγραφο (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Κανονισμού του
- Δεν στοιχειοθετείται καθόλου η θέση των εναγόμενων πως η επίδικη συμφωνία ενέπιπτε στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της δανειοδότριας τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τον ουσιώδη χρόνο ή ότι αυτή προσπαθούσε να δανείσει σε πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου και ως αποτέλεσμα είχε συναφθεί το επίδικο δάνειο (παράγραφος 47 της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους). 82 Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, οι εναγόμενοι δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν από το Δικαστήριο ως καταναλωτές σε σχέση με την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. 83 Απορρίπτουν οι εναγόμενοι τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 22 του Κανονισμού του 2001 την οποία επικαλείται η ενάγουσα. Διατηρώντας υπόψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης απαίτησης σε συνδυασμό και με τα όσα στοιχεία προκύπτουν από τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί υπόψη του το Δικαστήριο συμφωνεί με τη νομική ορθότητα αυτής της θέσης. 84 Βεβαίως το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του ότι στην περίπτωση υπό εξέταση η αγωγή έχει σχέση και με συγκεκριμένο ακίνητο αναφορικά με το οποίο η εναγόμενη 3 ενεργούσε ως πωλήτρια και οι εναγόμενοι ως αγοραστές. Υπάρχει επίσης αναφορά στην έκθεση απαίτησης ως προς την ύπαρξη συμφωνίας εκχώρησης των δικαιωμάτων των εναγόμενων τα οποία προκύπτουν από αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ τους και της εναγόμενης
- Ως επίσης και αναφορά σε ανέκκλητη δέσμευση για την υποθήκευση του ακινήτου μετά και από την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Συνεπώς κατ΄ επέκταση αναδεικνύεται εντός της έκθεσης απαίτησης και κάποια σχέση των επίδικων θεμάτων με εμπράγματα δικαιώματα επί του συγκεκριμένου ακινήτου (όπως, το πωλητήριο έγγραφο και εκχώρηση αυτού και η επιδίωξη ως θεραπείας της ειδικής εκτέλεσης αυτού). 85 Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν και σχετικές αυθεντίες ως προς το ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 22 του Κανονισμού του 2001 θα πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Σύμφωνα με αυτές τις αυθεντίες παρά και το γεγονός πως όσον αφορά τη δικαιοδοσία σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, όπως προκύπτει από την παράγραφο 1 του άρθρου 22 αποκλειστικώς αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου εντούτοις η εφαρμογή του κανονισμού θα πρέπει να γίνεται βάσει της νομολογίας του ΔΕΕ. 86 Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή σε σχέση με το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η οποία ισχύει, κατά την αιτιολογική σκέψη 19 του Κανονισμού του 2001 και για την ερμηνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Κανονισμού του 2001, το ΔΕΕ έχει κρίνει πως το άρθρο αυτό έχει την έννοια ότι στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου δεν περιλαμβάνονται όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, αλλά μόνον οι αγωγές εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης Σύμβασης στις οποίες περιλαμβάνονται αγωγές βάσει των οποίων επιδιώκεται, αφενός, ο καθορισμός της εκτάσεως, της συστάσεως, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών και, αφετέρου, η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους (βλ. σχετικά την αιτιολογική σκέψη 21 της απόφασης ημερομηνίας 3/10/2013 στην υπόθεση C-386/12 Schneider εντός της οποίας υπάρχει αναφορά και στην αιτιολογική σκέψη 11 της απόφασης ημερομηνίας 10/1/1990 στην υπόθεση C-115/88 Reichert και Kockler ως επίσης και στην αιτιολογική σκέψη 30 της απόφασης ημερομηνίας 18/5/2006 στην υπόθεση C-343/04 Land Oberösterreich v. ČEZ a.s.). 87 Δηλαδή αν και οι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων θα πρέπει γενικά να εκδικάζονται σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου εντούτοις δεν περιλαμβάνονται στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου όλες οι αγωγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, αλλά μόνον οι αγωγές εκείνες οι οποίες, αφενός, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Συμβάσεως και, αφετέρου, περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της υφής, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομιών που συνδέονται με τον τίτλο τους. 88 Επομένως, βάσει και των δεδομένων της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και κυρίως το γεγονός πως το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων αλλά και ολόκληρη η ουσία ή αντικείμενο της αγωγής βασίζεται σε συμφωνία τραπεζικού δανείου, κρίνω πως δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αυτό το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία εξαιτίας της εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Κανονισμού του
- 89 Θεωρώ δηλαδή πως η αγωγή αυτή δεν εμπίπτει στην προαναφερόμενη κατηγορία αγωγών οι οποίες αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων και οι οποίες καλύπτονται από τον Κανονισμό του
- Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι αυτό το Δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία διότι η αγωγή έχει σχέση με εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κανονισμού του
- 90 Προτείνεται από τους δικηγόρους της ενάγουσας βάσει και του άρθρου 23 του Κανονισμού του 2001 πως το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σύμφωνα και με τη ρήτρα δικαιοδοσίας, δηλαδή τον όρο 24 της επίδικης συμφωνίας δανείου. Αναφέρονται συγκεκριμένα στο άρθρο 23 τα ακόλουθα,:- «Άρθρο 23
- Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως.» 91 Το σχετικό μέρος της επίδικης συμφωνίας δανείου είναι το ακόλουθο,:- «
- GOVERNING LAW AND JURISDICTION 24.01 This Agreement shall be governed and construed in accordance with the Laws of the Republic of Cyprus. The parties agree that any legal actions or proceedings arising out of or in connection with this Agreement may be brought in the courts of the Republic of Cyprus and hereby irrevocably submit to the non-exclusive jurisdiction of such courts. 24.02 Provided that the parties have the right to bring any action or commence any proceedings in a country other than Cyprus.» 92 Αναφορικά με τη ρήτρα δικαιοδοσίας παρατηρείται από το Δικαστήριο πως παρά και συγκεκριμένη αναφορά στην αρχή της παραγράφου 59 της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους, με την οποία το Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα, εντούτοις η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των εναγόμενων στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης ακολούθησε διαφορετική προσέγγιση βασισμένη κυρίως στη θέση πως οι εναγόμενοι θα πρέπει να θεωρηθούν καταναλωτές. Θέση βεβαίως η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Ούτε όμως και η θέση των δικηγόρων της ενάγουσας γίνεται δεκτή. 93 Συγκεκριμένα αναφέρεται στην αρχή της παραγράφου 59 της ένορκης δήλωσης Κλεάνθους πως «...ορθό είναι να επισημανθεί ότι η ρήτρα 24 ... [της επίδικης συμφωνίας δανείου] ... προνοεί ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών αναφορικά με την Συμφωνία Δανείου μπορεί να εγερθεί στην Κύπρο χωρίς όμως να επηρεάζεται το δικαίωμα των μερών να εγείρουν την αγωγή σε άλλη χώρα εκτός Κύπρου...» ενώ όπως προστίθεται από την ενόρκως δηλούσα «...αυτή η ρήτρα συνιστά ρήτρα μη αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (non-exclusive jurisdiction clause)...». 94 Όντως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ερμηνευθεί ο συγκεκριμένος όρος. Συνεπώς, τέτοιος όρος δεν καλύπτεται από το άρθρο 23 του Κανονισμού του
- Όπως αναφέρεται σχετικά στις παραγράφους 4-061, 4-067 και 4-068 της 8ης έκδοσης του συγγράμματος «The Conflict of Laws» του J. H. C. Morris,:- "A clause giving jurisdiction to the English courts or those of another Member State will often fall within art. 23 of the Brussels I Regulation...An exclusive jurisdiction clause satisfying the requirements of art. 23
(1)and naming the English courts will plainly give those courts exclusive jurisdiction...Where the parties have agreed a non-exclusive choice of court clause...art.23 of the Brussels I Regulation will not preclude proceedings in another Member State than that named in the clause, the courts of which have jurisdiction under the terms of the Regulation." 95 Ακολουθώντας το ίδιο σκεπτικό το Δικαστήριο κρίνει πως η περίπτωση υπό εξέταση δεν καλύπτεται από το άρθρο 23 του Κανονισμού του
- 96 Εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως οι δικηγόροι των εναγόμενων δεν έχουν καταφέρει να πείσουν το Δικαστήριο βάσει είτε της μαρτυρίας την οποία έχουν παρουσιάσει είτε της επιχειρηματολογίας τους πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στην παρούσα αγωγή η οποία καταχωρίσθηκε από την ενάγουσα εναντίον τους. 97 Επίσης στο βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί πως έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η μία ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και η άλλη σε δικαστήριο στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση και με την πιθανή εφαρμογή είτε του άρθρου 27 είτε του άρθρου 28 του Κανονισμού του 2001, υπενθυμίζεται απλά πως αυτό το Δικαστήριο έχει επιληφθεί πρώτο. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή να επιβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο όπως ανασταλεί η διαδικασία ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου βάσει και της εφαρμογής είτε του άρθρου 27 είτε του άρθρου
- 98 Βεβαίως, ούτε και οι θέσεις της ενάγουσας ως προς την εφαρμογή του Κανονισμού του 2001 αναφορικά με την ύπαρξη δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν γίνει δεκτές από το Δικαστήριο. Εντούτοις, αυτό από μόνο του δεν οδηγεί σε συμπέρασμα πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ως προς την εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων, βάσει και των προνοιών του Κανονισμού του
- 99 Υπό τις περιστάσεις, παρά και το δεδομένο πως το θέμα της ύπαρξης δικαιοδοσίας δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, από τους δικηγόρους της ενάγουσας, με τον τρόπο ο οποίος αναφέρεται πιο κάτω έτσι ώστε να παρεχόταν και η ευκαιρία στους δικηγόρους των εναγομένων να προβάλουν σχετική επιχειρηματολογία, είναι δυνατό να θεωρηθεί πως τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 5 του Κανονισμού του 2001 στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα,:- «Τμήμα 2 Ειδικές δικαιοδοσίες Άρθρο 5 Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
- α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών· γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)» 100 Δεν κρίνεται σκόπιμο όπως το Δικαστήριο επεκταθεί περισσότερο επί του συγκεκριμένου θέματος. Περισσότερη σημασία έχει το γεγονός πως έχοντας εξετάσει το αίτημα των εναγόμενων τόσο ως προς το θέμα της επίδοσης όσο και αυτό της δικαιοδοσίας αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ως βάσιμο. 101 Συνεπώς η αίτηση υπό εξέταση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. 102 Δεν παύει βεβαίως να υφίσταται ως γεγονός η μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου από την υπηρεσία παραλαβής. Υπενθυμίζεται σχετικά, όπως αναφέρεται στην απόφαση του ΔΕΕ (βλ. σχετικά την παράγραφο 17 αυτής της απόφασης), πως η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτίμησης να γνωστοποιεί στον παραλήπτη το δικαίωμα άρνησης παραλαβής χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο (αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 55 της απόφασης του ΔΕΕ πως η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να επισυνάπτει στο επίμαχο έγγραφο το τυποποιημένο έντυπο). Προσθέτοντας βεβαίως πως η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώ η συγκεκριμένη παράλειψη της υπηρεσίας παραλαβής μπορεί να θεραπευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού. 103 Βεβαίως σύμφωνα και με τη δεύτερη απόφαση (βλ. σχετικά την παράγραφο 28 αυτής της απόφασης) η μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου περιγράφεται ως δικονομική παράλειψη την οποία καλείται να θεραπεύσει ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει την επίδοση σχετικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής του Κανονισμού. Ως εκ τούτου η ενάγουσα θα πρέπει εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης να λάβει τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα έτσι ώστε να θεραπεύσει τη μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου προς τους εναγόμενους. 104 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων επιφυλαγμένων αποφάσεων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. ___________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, σε κάθε περίπτωση είναι του Δικαστηρίου ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). [2] «...served in accordance with the law of the Member State addressed, namely ... served by ... posting them through the defendant's letterbox. This method is good service under rule 6.3
(1)(c) of the Civil Procedure Rules of England and Wales».