Γεώργιου Βασιλείου ν. Μιχάλη Παράσχου, Αρ. Αγωγής: 439/13, 15/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 439/13 Μεταξύ: Γεώργιου Βασιλείου Εναγόντα -και- Μιχάλη Παράσχου Εναγόμενου ------------------------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 22/9/2014 Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Γαβριηλίδη για Χρίστο και Αντιγόνη Γαβριηλίδη (για να ακούσει απόφαση κ. Γαβριηλίδης). Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Λουκά για Δειλινό & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας-Αιτητής καταχώρησε μονομερή Αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, δωρίσει, μεταβιβάσει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει ή απαλλοτριώσει τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/4407, Φ/Σχ 0/2-293-378, τεμάχιο 556 στο Δήμο Παραλιμνίου και 0/6895, Φ/Σχ 0/2-292-378, τεμάχιο 524 στο Δήμο Παραλιμνίου. Νομική βάση για τη συγκεκριμένη αίτηση αποτέλεσε η Δ.48, θ.2, 3, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Υποστηρίχθηκε, σε σχέση με τα γεγονότα, από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα. Στην ένορκη δήλωσή του ο Ενάγοντας καταγράφει ότι στις 16/02/2011, στη Λάρνακα, είχε πωλήσει στον Εναγόμενο τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΑΒΝ53, μάρκας Isuzu Pick-up, με αριθμό πλαισίου 4ΗΜ7102464 και τον εκσκαφέα, τύπου Terex Digger Loader, με αρ. εγγραφής ΚVR631 και αριθμό πλαισίου SMFH44ΤC08CGM
- Το τίμημα πώλησης είχε συμφωνηθεί στο ποσό των €55.000-, πλέον Φ.Π.Α.. Το ποσό των €8.250- θα πληρωνόταν εντός έξι
(6)μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Η παράδοση των οχημάτων είχε γίνει την 01/05/2011, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και η μεταβίβασή τους, σύμφωνα με τον ομνύοντα, θα γινόταν ταυτόχρονα με την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα, ότι δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει όπως του καταβάλλει το ποσό των €1.000- ως δικαίωμα χρήσης των οχημάτων. Η συγκεκριμένη χρέωση θα ήταν ξεχωριστή και δεν συνιστούσε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος. Λόγω της προφορικής συμφωνίας ο Ενάγοντας είχε εκδώσει τιμολόγια αξίας €19.000-, τα οποία ο Εναγόμενος είχε υπογράψει. Είχε πληροφορηθεί από κοινούς γνωστούς του ιδίου, καθώς και του Εναγόμενου, ότι ο Εναγόμενος αδυνατεί να εξοφλήσει τα διάφορα χρέη του και ότι διαπραγματευόταν να υποθηκεύσει τα ακίνητα προς εξεύρεση χρημάτων. Καταλήγει, ότι εάν δεν εμποδιστεί ο Εναγόμενος με διάταγμα Δικαστηρίου, από το να πωλήσει και υποθηκεύσει ή και αποξενώσει την περιουσία του, ο ίδιος θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντά του και η αξίωσή του θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το Δικαστήριο αφού άκουσε τον συνήγορο του Ενάγοντα, σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος μονομερώς, με ενδιάμεση απόφασή του όρισε την αίτηση για επίδοση. Μετά την επίδοση της Αίτησης, καταχωρίστηκε ένσταση εκ μέρους του Εναγόμενου. Ως λόγους Ενστάσεως, ο Εναγόμενος, κατέγραψε τους ακόλουθους: Ότι η Αίτηση είναι κατ' ουσία και νόμο αβάσιμη, ότι είναι αντικανονική και δεν βασίζεται στη σωστή νομική βάση, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, λόγω της μακρόχρονης καθυστέρησης στην καταχώρησή της, ότι δεν συντρέχει ή και δεν έχει καταδειχθεί ο ορατός κίνδυνος μη απονομής πλήρους δικαιοσύνης, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος, ότι δεν έχει αποδειχθεί ο κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας ή και ο κίνδυνος μη ικανοποίησης του Ενάγοντα, ότι ζητείται η δέσμευση περιουσίας του Εναγόμενου που υπερβαίνει κατά πολύ το αξιούμενο ποσό, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είναι αξιόχρεος και έτοιμος να ανταποκριθεί σε κάθε οικονομική απαίτηση που προκύψει. Η Ένσταση βασίστηκε στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48, θ. 2, 3 8 και 9 και Δ.64, θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, στην νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα, αυτά παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου, ο οποίος παραδέχθηκε τους ισχυρισμούς του Αιτητή που αφορούσαν την πώληση, προς τoν ίδιο, των δύο οχημάτων. Υποστήριξε, όμως, ότι ολόκληρο το τίμημα για την αγορά των οχημάτων θα καταβάλλετο ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των οχημάτων επ' ονόματί του, η οποία θα πραγματοποιείτο έξι
(6)μήνες μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και συγκεκριμένα στις 16/08/
- Παρά το γεγονός ότι τα οχήματα θα έπρεπε να του είχαν παραδοθεί την 01/03/2011, ο ίδιος αποδέχθηκε την παράδοσή τους στις 23/03/2011 και είχε προφορικά συμφωνηθεί η μετακίνηση της ημερομηνίας μεταβίβασης των επιδίκων οχημάτων και αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης στις 16/09/
- Ο ίδιος κατέβαλλε στον Ενάγοντα διάφορα ποσά, σε τακτά χρονικά διαστήματα, όμως ο Ενάγοντας, με δόλιο τρόπο και ασκώντας στο άτομο του ψυχική πίεση και εξαναγκασμό, τον είχε οδηγήσει, παρά τη θέλησή του, να υπογράψει διάφορα τιμολόγια με αντάλλαγμα την παραχώρηση προς τον ίδιο του δικαιώματος χρήσης των οχημάτων. Δηλώνει, περαιτέρω, ότι ο ίδιος είναι καθόλα αξιόχρεος και η αγοραία αξία των δύο ακινήτων του, των οποίων ζητείται η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι €1.335.000-, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που ετοιμάστηκαν από το εκτιμητικό γραφείο George Georgiades Ltd. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι τα χρέη του δεν υπερβαίνουν τις €347.000-. Καταλήγει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ο ίδιος θα είναι σε θέση να αποζημιώσει τoν Ενάγοντα, αφού η αξίωσή του είναι μόνο χρηματική. Παράλληλα, σημειώνει ότι ο Ενάγοντας συνεχίζει να παραμένει ιδιοκτήτης των οχημάτων, τα οποία ουδέποτε έχουν μεταβιβαστεί στο δικό του όνομα. Συνεπακόλουθα, ο Ενάγοντας είναι από κάθε άποψη ασφαλισμένος πιστωτής και δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Εισηγείται ότι η ζημιά του Ενάγοντα-Αιτητή είναι υπολογίσιμη εφόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων συνιστά επαρκή αποζημίωση για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Γι' αυτό και εισηγείται την απόρριψη της Αίτησης. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που αφορά την δέσμευση περιουσίας του Εναγομένου, η οποία περιουσία δεν αποτελεί το επίδικο θέμα της αξίωσης. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Ο Αιτητής έχει επιλέξει να βασίσει την αίτησή του επί των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι το άρθρο αυτό αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Με βάση το Κλητήριο Ένταλμα και την μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ήτοι την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, προκύπτει ότι η αξίωση του Ενάγοντα αφορά σε χρηματική αξίωση που προκύπτει από την παράβαση συμβολαίου και την έκδοση τιμολογίων. Η αξίωση δεν αφορά την ανάκτηση κατοχής, χρήσης ή κυριότητας του οποιουδήποτε ακινήτου. Δεδομένων αυτών των γεγονότων, το άρθρο 4 του Κεφαλαίου 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, όπως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου του Εναγόμενου, βλ. Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR
- Περαιτέρω, η Αίτηση του Ενάγοντα στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να διατάξει τη δέσμευση τέτοιου μέρους της ακίνητης περιουσίας ενός Eναγομένου, η οποία είναι αρκετή για τη μελλοντική ικανοποίηση του Ενάγοντα σε περίπτωση που ο τελευταίος κερδίσει την αγωγή. Διατάγματα δυνάμει του άρθρου 5 δεν εκδίδονται εκτός αν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα αν φανεί στο Δικαστήριο ότι: (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων, βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54. Στην υπόθεση Λακαταμίτης (ανωτέρω) ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης υπέδειξε ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο γιατί ένα διάταγμα όπως αυτό που προνοείται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 να μην μπορεί επίσης να εκδοθεί και κάτω από το άρθρο 32 του Ν.14/60 ή ταυτόχρονα κάτω και από τα δύο άρθρα. Περαιτέρω, στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ,
(2001)1Β Α.Α.Δ. 785, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του", αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Των πιο πάνω λεχθέντων, σε αντίθεση με την θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση, θεωρώ ότι η παράλειψη αναφοράς του άρθρου 32 δεν είναι μοιραία για την Aίτηση. Κατά την άποψή μου, δεν ήταν απαραίτητη η επίκληση του άρθρου 32 του Ν.14/60, οπόταν δεν πρόκειται για ουσιώδη παράλειψη αλλά για μια παρατυπία, η οποία είναι θεραπεύσιμη. Στην In re Hadjisoteriou
(1986)1 Α.Α.Δ. 429 αποφασίστηκε ρητά ότι η παράλειψη αναφοράς του άρθρου 9 του Κεφ. 6 στη νομική βάση μονομερούς αίτησης δεν συνιστά ουσιαστική δικονομική παρατυπία συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας. Η θέση αυτή δεν διαφοροποιήθηκε με την Bank for Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Εκεί απλώς αποφασίστηκε ότι η Δ.64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους Θεσμούς, και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει, και ότι η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένων άρθρων της νομοθεσίας, όπως του άρθρου 9 του Κεφ. 6, σε αίτηση βάσει της Δ.48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους Θεσμούς, σε συγκεκριμένο άρθρο της νομοθεσίας. Δεν αποφασίστηκε ότι η παράλειψη αναφοράς του άρθρου 9 του Κεφ. 6 στη νομική βάση μονομερούς αίτησης συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας ή καθιστά το τυχόν εκδοθέν διάταγμα ακυρωτέο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από την παρατυπία αυτή, αφού έλαβε μέρος στη διαδικασία με την καταχώριση ένστασης και γνώριζε περί τίνος επρόκειτο, θεωρώ ορθό και δίκαιο να μην απορρίψω την Αίτηση γι΄ αυτό το λόγο. Από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο Eνάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του Eνάγοντα. Ο Eνάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Eναγομένου, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο Ενάγων να λάβει υπέρ του. Εξετάζοντας, ακολούθως, κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ.6 προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα-Αιτητή ότι, παρόλο που δίδει κάποιες λεπτομέρειες της φύσης της αγωγής του, δεν δίδει επαρκή στοιχεία που καταδεικνύουν την πρόθεση του Εναγόμενου να αποξενώσει τα επίδικα της Αιτήσεως κτήματα. Δεν έχει αναφερθεί κατά πόσο τα επίδικα ακίνητα είναι δεσμευμένα, ούτε έχει προσκομιστεί πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου. Ο Ενάγοντας-Αιτητής αναφέρει γενικά και αόριστα ότι ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η αίτηση αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και ότι πληροφορήθηκε την πρόθεση αποξένωσης του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η αίτηση από κοινούς γνωστούς χωρίς να αναφέρει πότε το πληροφορήθηκε ή από ποιόν. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι δεν έχει αποκαλυφθεί κατά πόσο με την πώληση ή τη μεταβίβαση της συγκεκριμένης περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο Ενάγοντας στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Έχω αχθεί στο συγκεκριμένο συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή αφορά ένα αυτοκίνητο και ένα εκσκαφέα για τα οποία ο Ενάγοντας-Αιτήτης ζητά διάταγμα επιστροφής τους, στην αγωγή, οπόταν αυτό θα μειώσει την απώλειά του σε μεγάλο βαθμό έτσι που να καθίσταται πιο ευχερής η ικανοποίηση τυχών εκδοθείσας απόφασης ή ακόμη και να την εξαλείψει. Ο γενικός ισχυρισμός του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος προτίθετο να πωλήσει ή άλλως να αποξενώσει την περιουσία του ή και να την υποθηκεύσει ώστε ενδεχόμενη απόφαση να παραμείνει ανικανοποίητη και ότι ο κίνδυνος αυτός είναι άμεσος, δεν συγκεκριμενοποιήθηκε και δεν ήταν από μόνος του επαρκής, δοθέντων μάλιστα των όσων γεγονότων ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση έχει θέσει με την ένορκη δήλωσή του. Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο αφερεγγυότητας του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση και ο ισχυρισμός ότι αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα έμεινε μετέωρος. Αντίθετα ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η αίτηση έχει θέσει στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που συνηγορούν υπέρ της κατάληξης ότι είναι φερέγγυος και ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας του, για την οποία ζητείται το δεσμευτικό διάταγμα, υπερβαίνει κατά πολλού τις οικονομικές του υποχρεώσεις, τις οποίες ο ίδιος αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο Ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας-Αιτητής, σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις, θα έπρεπε να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Εναγομένου-Καθ΄ ου η αίτηση, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας, τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται να λάβει υπέρ του. Όλα αυτά δεν αποκαλύφθηκαν από τον Ενάγοντα-Αιτητή, οπόταν δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ικανοποιήσει την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 Κεφ. 6 και γι' αυτό το λόγο η Αίτησή του είναι έκθετη σε απόρριψη και απορρίπτεται. Όμως, θα αγόμουν ακριβώς στην ίδια κατάληξη στην περίπτωση που εξέταζα την υπό κρίση Αίτηση κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 32 Ν.14/
- Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ο Αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και διατήρησης του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στο πλαίσιο των οποίων εξετάζεται η Αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους του Αιτητή ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμό του δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος για ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η απαίτηση του Ενάγοντα βασίζεται σε παράβαση σύμβασης και υπόλοιπο τιμολογίων που αφορά την πώληση ενός αυτοκινήτου και ενός εκσκαφέα καθώς και το τέλος χρήσης των συγκεκριμένων. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα από το οποίο αποκαλύπτεται ότι υπήρχε συμφωνία για την πώληση ενός αυτοκινήτου και ενός εκσκαφέα για το ποσό των €55.000-, πλέον ΦΠΑ, καθώς και μια γενική αξίωση ύψους €19.000- για την χρήση των συγκεκριμένων οχημάτων. Τα γεγονότα αυτά είναι παραδεκτά και από τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση. Σύμφωνα με την νομολογία, αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Ο Ενάγοντας-Αιτητής έχει ικανοποιήσει τα πρώτα δυο κριτήρια. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτή η προϋπόθεση. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, η αφερεγγυότητα ή η δυσκολία εκτέλεσης, από μόνη της, δεν θεμελιώνει την τρίτη προϋπόθεση. Είναι στοιχείο, όμως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη εφόσον με τη μη έκδοση διατάγματος θα καθίστατο αναποτελεσματική η δικαστική διαδικασία, βλ. Poldava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1301. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο Ενάγοντας-Αιτητής μπορεί να ικανοποιηθεί χρηματικά αν πετύχει στην αγωγή του, καθώς επίσης να λάβει πίσω τα επίδικα οχήματα. Οπόταν, θα αποζημιωθεί για όποια ζημιά ήθελε υποστεί. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι αυτή η προϋπόθεση δεν εκπληρούται. Το ενδεχόμενο μη ικανοποίησης μιας δικαστικής απόφασης φαίνεται απομακρυσμένο. Εξάλλου, η θέση του Αιτητή για βλάβη και ανεπανόρθωτη ζημιά δεν φαίνεται να στοιχειοθετείται και όλα αυτά που εισηγείται για βλάβη παρέμειναν αόριστα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και την, ως εκ τούτου, μη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος, θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή. Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να δώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788 σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον Ενάγοντα ή τον Εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφασή του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Ο φόβος που έχει καταγράψει ο Εναγόμενος-Αιτητής, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι γενικός, δεν είναι εύλογος και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785. Αν ο Εναγόμενος ήθελε να προβεί σε οποιαδήποτε αποξένωση των ακινήτων, έτσι ώστε να αποφύγει τις συνέπειες μια εκδοθείσας απόφασης, θα το έπραττε αφού έχουν μεσολαβήσει σχεδόν δυο χρόνια από την καταχώριση της αγωγής. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι δεν έχω ικανοποιηθεί από τον Ενάγοντα-Αιτητή ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις τόσο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ή του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτοντας την Αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο