← Κύπρος

AESTAS TRADING LIMITED ν. F.M.A. MASTERMIND SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 1371/2013, 19/1/2015

AESTAS TRADING LIMITED ν. F.M.A. MASTERMIND SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 1371/2013, 19/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στην Λάρνακα) Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1371/2013 Μεταξύ: AESTAS TRADING LIMITED Ενάγουσας και

  1. F.M.A. MASTERMIND SERVICES LIMITED,
  2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ,
  3. ΓΕΡΟΛΕΜΟΣ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ,
  4. SUSHI LA SERVICES LIMITED,
  5. SUSHI LA LARNACA LIMITED, Εναγόμενων Και δι' Ανταπαιτήσεως
  6. F.M.A. MASTERMIND SERVICES LIMITED, Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων και AESTAS TRADING LIMITED
  7. Γιάννη Λυρά Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 23/10/2014 για έκδοση απόφασης Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου,
  8. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Μ. Ιωάννου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Θεοδώρου). Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1-3: κα Χατζήκωνσταντη με κα Εγγλέζου για Γ. Φ. Πιττάτζη. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία καταχώρησε Αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, λόγω παράλειψης καταχώρησης τροποποιημένης Υπεράσπισης. Ως νομική βάση της Αίτησης κατεγράφησαν η Δ.21, θ.1

(1), θ.9
(2), θ.14, θ.15, η Δ.26, θ.2-15 και η Δ.48, θ.1, 4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και η εν γένει δικαιοδοσία, εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα παρατέθηκαν σε αυτή τούτην την Αίτηση και ήταν τα ακόλουθα: Ότι στις 24/06/2014 το Δικαστήριο είχε εκδώσει διάταγμα τροποποίησης και είχε δώσει οδηγίες όπως η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος επιτευχθεί εντός δέκα ημερών από την σύνταξη του συγκεκριμένου διατάγματος. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα είχε καταχωριστεί στις 25/07/2014 και είχε επιδοθεί στους Εναγόμενους 1 στις 17/09/2014, στον Εναγόμενο 2 στις 23/09/2014 και στον Εναγόμενο 3 στις 17/09/2014, χωρίς όμως οποιοσδήποτε από αυτούς να καταχωρίσει Υπεράσπιση. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αντιμετώπισαν την Αίτηση με την καταχώριση Ένστασης. Ως λόγους Ένστασης, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, απαρίθμησαν το γεγονός ότι η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αστήριχτη, ότι το τροποποιημένο κλητήριο και η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης είναι αντιφατικά και δεν είναι συμμορφωμένα με το διάταγμα ημερομηνίας 24/06/2014, ότι το τροποποιημένο κλητήριο και η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης είναι άκυρα εξ υπαρχής, ότι οι Εναγόμενοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταχωρίσουν Υπεράσπιση αφού η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης δεν συντάχθηκε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου και, εν πάση περιπτώσει, υπάρχει καταχωρημένη Υπεράσπιση εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και
  1. Νομική βάση για την Ένσταση αποτέλεσαν η Δ.9, θ.1 και 2, η Δ.21, θ.1, 8, 9, 14 και 15, η Δ.25, θ.1-6, η Δ.26, θ.1-15 και η Δ.48, θ.1-9 καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Βαγιαντή, η οποία γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 στην κατάρτιση της υπό κρίση Ένορκης Δήλωσης. Σύμφωνα με την ομνύουσα, οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν αποταθεί, στις 18/03/2014, στο Δικαστήριο με αίτημα τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησής τους. Είχε εκδοθεί, μετά από ακρόαση, διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 24/06/2014, με το οποίο εγκρίθηκε μερικώς η Αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών. Καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες-Αιτητές τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης στις 04/09/2014 και είχε επισυναφθεί το διάταγμα που είχε συνταχθεί στις 18/07/
  2. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης δεν συνάδει με το διάταγμα ημερομηνίας 24/06/2014, αφού προβάλλουν ισχυρισμούς που δεν επιτράπηκαν από το Δικαστήριο. Καταλήγει ότι η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης είναι λανθασμένη, αντικανονική και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την έκδοση απόφασης. Ο κ. Ιωάννου, προωθώντας την Αίτηση, υποστήριξε ότι πράγματι είχε προστεθεί στην Έκθεση Απαίτησης κάτι που δεν υπήρχε στο διάταγμα του Δικαστηρίου. Η προσθήκη αυτή συνιστά, κατά τη δική του άποψη, απλή παρατυπία που μπορεί να διορθωθεί αυτεπάγγελτα και να διαγραφούν οι τελευταίες οκτώ γραμμές από την Έκθεση Απαίτησης αυτεπάγγελτα. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι η καταχώρηση της Ένστασης συνιστά μια προσπάθεια καθυστέρησης και επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στην σύγχρονη τάση να αποφεύγεται τυπολατρική εφαρμογή των θεσμών και εισηγήθηκε, προς το Δικαστήριο, να δώσει οδηγίες για διόρθωση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης με τη διαγραφή των συγκεκριμένων οκτώ γραμμών. Η κα Χατζήκωνσταντη κατέθεσε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση, στην οποία ανέλυσε τους λόγους Ενστάσεως και ισχυρίστηκε ότι η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης θα έπρεπε να είχε περιοριστεί στα όσα είχαν εγκριθεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης για τροποποίηση. Η μη συμμόρφωση των Αιτητών με το λεκτικό της επιτρεπόμενης τροποποίησης και η παρέλευση του χρόνου συμμόρφωσης, όπως είχε τεθεί από το Δικαστήριο, κατέστησε αυτοδικαίως άκυρο το διάταγμα τροποποίησης. Προώθησε την άποψη ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Αιτητών, αφού οι Εναγόμενοι μπορούσαν και να μην καταχωρήσουν οποιαδήποτε Υπεράσπιση, λόγω του ότι υπήρχε καταχωρισμένη Έκθεση Υπεράσπισης. Διαπιστώνεται πράγματι ότι η παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι οι τελευταίες οκτώ γραμμές, είναι εκτός της επιτρεπόμενης από το Δικαστήριο, δυνάμει του Διατάγματος ημερομηνίας 24/06/14, τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Η προσθήκη των συγκεκριμένων ισχυρισμών δεν είχε επιτραπεί από το Δικαστήριο. Αυτό μπορεί να σημαίνει ένα εκ των δυο γεγονότων. Είτε ότι απλά οι Ενάγοντες παράκουσαν ή και αγνόησαν το Δικαστήριο και τροποποίησαν την Έκθεση Απαίτησης όπως η ίδιοι επιθυμούσαν, παρά το γεγονός ότι δεν τους επιτράπηκε ή ότι απλά έκαμαν λάθος. Όμως, όποιο και από τα δυο αυτά γεγονότα και να ισχύει το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία, από μόνο του, να διαγράφει ή να προσθέτει οποιοδήποτε ισχυρισμό στα δικόγραφα, απλά έχει καθήκον να αγνοήσει οτιδήποτε έχει προστεθεί χωρίς την άδειά του. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λίμιτεδ ν. Σαββίδη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 685 είχε αποφασιστεί, στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή, ότι η διαγραφή δικογράφων αποτελεί δραστικό μέτρο, το οποίο ουσιαστικά επιτρέπει επέμβαση του Δικαστηρίου στα δικόγραφα και των δύο πλευρών και αυτό πρέπει να ασκείται με προσοχή, φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Αντλώντας καθοδήγηση από την νομολογία που υπάρχει, σε σχέση με την διαγραφή δικογράφων μη αναγκαίων και ενοχλητικών, η εξουσία του Δικαστηρίου που ενεργοποιείται από τους θεσμούς και αφορά σε επέμβαση του Δικαστηρίου στα δικόγραφα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όσο αφορά τον ισχυρισμό του κ. Ιωάννου ότι το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει τις τελευταίες οκτώ γραμμές της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης, η υποχρέωση του Δικαστηρίου, ως αυτή επεξηγείται στην υπόθεση Williams and Glyn's Bank plc v. Του Πλοίου Maria
(1992)1A A.A.Δ.309 στις σελίδες 335 μέχρι 337 είναι η ακόλουθη: «Συμφωνώ ότι πράγματι το εναγόμενο πλοίο στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ξέφυγε από τα "επιτρεπτά" πλαίσια. Εάν επιθυμούσε να έκανε περισσότερες τροποποιήσεις από ότι ήταν απαραίτητο, θα έπρεπε να είχε κάνει σχετική αίτηση. Όμως το θέμα είναι τι έπρεπε να έκαναν οι ενάγοντες βλέποντας αυτή την εκτροπή. Σίγουρα θα έπρεπε να έκαναν αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης που ξέφυγαν από την εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για τροποποίηση. ................................... Πιστεύω ότι στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται ρητή διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση ενός δικογράφου, και η τροποποίηση που τελικά επιτελείται ξεφεύγει από τα πλαίσια της διαταγής, τότε έστω και εάν η άλλη πλευρά απαντήσει στο τροποποιημένο δικόγραφο, ή δεν εγείρει τέτοιο θέμα στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τις τροποποιήσεις οι οποίες έγιναν καθ' υπέρβαση της διαταγής. Αυτό πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι η σωστή νομική θέση, αλλιώς η όλη διαδικασία θα εξέφευγε από τον πραγματικό έλεγχο του Δικαστηρίου και κατά κάποιο τρόπο θα παραγνωρίζοντο οι διαδικαστικές διαταγές του. Βέβαια εάν δοθεί μαρτυρία χωρίς ένσταση πάνω σε θέματα τα οποία εγείρονται από παραγράφους που το Δικαστήριο θα έπρεπε να αγνοούσε, τότε το Δικαστήριο μπορεί, εάν το κρίνει απαραίτητο, από μόνο του να διατάξει την τροποποίηση των δικογράφων για να συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία. (Ίδε Georgiou v. Kyriacou
(1986)1 C.L.R. 433 και Stylianou v. Manoli
(1982)1 C.L.R. 287.) Όμως, η αρχή αυτή δε νομίζω να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπως τη συγκεκριμένη, δηλαδή εάν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα διατάγματος τροποποίησης άλλου δικογράφου και σαν συνέπεια αυτού γίνονται οι άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις (όπως νομολογήθηκε στην Squire v. Squire (ανωτέρω), τότε το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν εγείρει το θέμα έγκαιρα, ή συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάγεται ότι τις δέχεται (π.χ. καταχωρεί απάντηση), είναι αρκετό για να θεωρήσει το Δικαστήριο ότι εφόσον πρόκειται για απλή παρατυπία, αυτή μπορεί να παραγνωρισθεί. (Βλέπε Spyropoullos ν.Transavia Holland N.V. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421). Ο λόγος που πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει η διαφοροποίηση στην περίπτωση αυτή είναι διότι εδώ δεν υπάρχει ρητή διαταγή, ούτε χρειάζεται ρητή διαταγή, αλλά η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρισε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η "εξουσιοδότηση" που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, έστω και εάν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιό βαθμό. Έτσι δεν τίθεται ξεκάθαρα θέμα υπέρβασης ρητής διαταγής του Δικαστηρίου εφόσον πλέον το θέμα ανάγεται από νομικό σε καθαρά πραγματικό.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγεται ότι, πλην της περίπτωσης όπου μια υπόθεση προχωρά σε ακρόαση και οι διάδικοι δεν προβαίνουν σε διορθωτικά μέτρα για ακύρωση παράτυπης τροποποίησης, υποχρέωση των διαδίκων αλλά και του Δικαστηρίου, κατά τον έλεγχο της διαδικασίας, είναι ο ορθός προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων στη βάση των εγγράφων προτάσεων. Κατ' επέκταση, όταν η μια πλευρά θεωρεί ότι η τροποποίηση του δικογράφου είναι ασύμβατη με το διάταγμα που εκδόθηκε και προτίθεται να την αμφισβητήσει, τότε οφείλει να πράξει τούτο το συντομότερο δυνατό. Αυτή η αμφισβήτηση είναι το μέσο που θα οδηγήσει σε διευκρίνιση των δικογραφημένων θέσεων και ενδεχομένως να επαναφέρει τα επίδικα θέματα σε τάξη. Ακόμη και εν τη απουσία τέτοιας αμφισβήτησης το Δικαστήριο οφείλει να αγνοήσει ισχυρισμούς που εισάγονται παράτυπα, εκτός εάν η παρατυπία υιοθετήθηκε από τις δύο πλευρές. Από την άλλη, η υπεράσπιση δεν έχει απεριόριστο και εν λευκώ δικαίωμα τροποποίησης του δικογράφου της σε κάθε περίπτωση που ο Ενάγων εξασφαλίζει διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Η υπεράσπιση έχει περιορισμένο δικαίωμα καταχώρισης νέου δικογράφου και σε τέτοια περίπτωση οι τροποποιήσεις στις οποίες προβαίνει πρέπει να περιορίζονται στα σημεία που τροποποιήθηκε η Έκθεση Απαίτησης ή που επηρεάζονται από την τροποποίηση που προηγήθηκε. Σχετικό με τα υπό εξέταση γεγονότα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Squire v.Squire
(1972)1 All ER 891, από τις σελίδες 895, 896 και 897 της απόφασης: «For the plaintiff it was contended that the right of a defendant to amend in such circumstances was, without special leave, limited to making amendments consequential on the amendments made to the statement of claim. Some criticism having been directed in the cause of debate to the word consequential, a definition was, we understand, found acceptable to both sides in the formula that if the right to amend is limited, the extent to which it is limited is that it does not permit amendments of the defence which relate only to those allegations or contentions contained in the statement of claim that are not affected by amendments to the latter. For the plaintiff it was argued, correctly in our view, that apart from RSC Ord 20 a defendant always requires leave to amend his defence; that the need for leave is inconsistent with an unqualified ability to amend the defence after leave is given to amend the statement of claim; although the need for leave is consistent with a universal practice of leave being assumed to be given for consequential amendments as defined above, since justice plainly requires such limited leave. Further (it was contended) it would be unjust that a defendant should, by the slightest amendment permitted to the statement of claim, be able to avoid the imposition of stringent terms of an independent application for leave to amend the defence, or even a refusal of leave. For the defendants to argue that, because the amended statement of claim can be described as a new pleading, the right to the defendant to amend is at large is (it was said) a non sequitur. The fact that, when the plaintiff is given leave to amend his statement of claim, the defendant is not then and there required to formulate the amendments to his defence is precisely because it is assumed that the amendments will be limited and consequential. The defendants' argument (it was said) would confer rights on the defendants wholly unconnected with that which was the sole cause of the ability to amend the defence, i.e. the leave to make particular amendments to the statement of claim.' . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ................................... In our judgment the arguments advanced by the plaintiff are to be preferred, and the leave to amend the defence in circumstances such as the present is limited to those amendments that the consequential in the sense of the formula abovementioned.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η άλλη πλευρά δεν έχει υποχρέωση να καταχωρίσει τροποποιημένη Υπεράσπιση αν θεωρήσει ότι όλα τα θέματα, τα οποία έχουν εισαχθεί με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης απαντιόνται στην είδη καταχωρηθείσα Υπεράσπιση. Οπόταν, δεν μπορεί και ούτε χωρεί οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης αφού τέτοια υπεράσπιση είναι καταχωρημένη. Ως εκ τούτου, θα απέρριπτα την υπό κρίση αίτηση για αυτό και μόνο τον λόγο. Εγείρεται όμως και ως λόγος απόρριψης της Αίτησης, το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Το διάταγμα τροποποίησης είχε συνταχθεί στις 18/07/14 και είχε δοθεί από το Δικαστήριο χρόνος δέκα
(10)ημερών από την σύνταξή του για να καταχωριστεί το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα. Το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα είχε καταχωριστεί στις 17/09/14, ενώ τα αντίγραφα του Κλητηρίου Εγγράφου, που είχαν επιδοθεί, έφεραν ημερομηνία 25/07/14 ως την ημερομηνία καταχώρισής τους. Ο χρόνος για την καταχώριση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος είχε παρέλθει αφού έπρεπε να είχε καταχωριστεί στις 28/07/
  1. Εκεί όπου δίδονται οδηγίες από το Δικαστήριο επιτρέπεται η καταχώριση δικογράφων και εντός των καλοκαιρινών διακοπών. Όμως, ακόμη και αυτό να μην υπήρχε θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί μέχρι 13/09/14 αφού τα Πρωτοκολλητεία δέχονται καταχωρίσεις από τις 03/09/
  2. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις υποθέσεις Lysandrou v. Schiza
(1979)1 CLR 267 και Σάκκουλα v. Αρέστη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 355 κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο καθότι, αφ' ης στιγμής εκπνέει ο χρόνος που αναφέρεται στο διάταγμα για τροποποίηση και ουδέν μέτρο λαμβάνεται εμπρόθεσμα για παράταση τούτης της προθεσμίας, το διάταγμα καθίσταται ipso facto void (by the mere fact a nullity), δηλαδή άκυρο. Παρόλα αυτά, στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (αρ.2)
(2009)1Α Α.Α.Δ.356, στην οποία μνημονεύεται και η υπόθεση Σάκκουλα, πιο πάνω, αναφέρεται ότι: «Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Στην υπόθεση Βαρδιάνος v. Richards
(1998)1 (B) Α.Α.Δ. 698, επισημαίνονται τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο, που αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, το απαύγασμα της νομολογίας γύρω από το θέμα: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράληψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded. " Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1190, και Κληρίδης v. Σταυρίδη
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.» Στην υπόθεση Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Βαρδιανός (ανωτέρω), ότι ο ισχυρισμός πως η παράλειψη καταχώρησης της υπεράσπισης μέσα στην προθεσμία που καθόρισε το Δικαστήριο, οφειλόταν σε λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα, οι οποίοι παρέλειψαν να σημειώσουν τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου, ορθά δεν έγινε αποδεκτός πρωτόδικα, ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Την ίδια κατάληξη είχε και η αίτηση επαναφοράς της έφεσης στην Πέτρου v. Διευθυντή Κτηματολογίου Λεμεσού κ.ά.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 184. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε στην υπό κρίση αίτηση, που να μου επιτρέπει να αποστώ του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισε την αίτηση της εφεσείουσας το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πέτρου (ανωτέρω), ιδιαίτερα ενόψει του ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει παρατεθεί κανένας λόγος για την εκπρόθεσμη καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Καταλήγω, λοιπόν, ότι η παρούσα Αίτηση για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα, υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.