Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοχωρίων Λτδ ν. Δημήτρη Μιχαηλίδη κ.α., Γεν. Αιτ. : 46/00, 23/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Γεν. Αιτ. : 46/00 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοχωρίων Λτδ Αιτητών και
- Δημήτρη Μιχαηλίδη
- Γιαννούλας Μιχαηλίδου Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 03/12/2014 για παροχή άδειας εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 29/09/1999 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Καζάκος για κα Μαυρουδή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτήθηκαν, στις 03/12/2015, διάταγμα που να επιτρέπει την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 29/09/1999, λόγω της παρέλευσης δέκα
(10)ετών από την ημέρα εγγραφής της. Η Αίτηση για παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μιχάλη Χ'Γεωργίου, ο οποίος είναι υπάλληλος των Εναγόντων-Αιτητών. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι στις 18/01/2001 είχε εκδοθεί διαιτητική απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για το ποσό των £25.556,37- (ήτοι €43.682,73-) με τόκο 9% ετησίως από 01/01/1999 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της διαιτησίας. Στις 08/05/2000 το Δικαστήριο είχε εκδώσει διάταγμα για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν συχνή επικοινωνία, τόσο τηλεφωνική καθώς και προσωπική, με τους Εναγόμενους στην προσπάθειά τους να αποπληρωθεί το εξ αποφάσεως χρέος των Εναγομένων. Παρά τις υποσχέσεις των Εναγομένων ότι θα τακτοποιούσαν την οφειλή δεν πλήρωσαν κανένα ποσό. Οι Εναγόμενοι είχαν εγκαταλείψει την δοθείσα διεύθυνση για μεγάλο χρονικό διάστημα και οι Ενάγοντες έχουν πρόσφατα εντοπίσει την διεύθυνση διαμονής τους. Ο ίδιος πιστεύει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η παροχή του διατάγματος. Το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο ανέρχεται στις €135.710,42-. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.48 8
(1)(κκ) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνόδευε την αίτηση και οι Αιτητές ζήτησαν άδεια να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της Αίτησης θα πρέπει να αναφέρω ότι το ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει από τα όσα ο κ. Χ'Γεωργίου έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και από το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου. Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είχε καταχωριστεί στις 18/04/2000 και στις 08/05/2000 είχε εκδοθεί το διάταγμα εγγραφής της. Στις 21/02/2001 είχε καταχωριστεί αίτηση μηνιαίων δόσεων και στις 09/03/2001 είχαν εκδοθεί διατάγματα μηνιαίων δόσεων εναντίον και των δυο Καθ' ων η αίτηση. Στις 08/02/2011 καταχωρίστηκε αίτηση για παροχή άδειας εκτέλεσης της απόφασης, η οποία είχε αντιμετωπιστεί με ένσταση από πλευράς των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση, η οποία τελικά εγκαταλείφθηκε. Το επόμενο διάβημα ήταν η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Από το 2000 που είχε εκδοθεί το διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης η μόνη ενέργεια προς εκτέλεση της απόφασης ήταν η καταχώριση αίτησης μηνιαίων δόσεων το
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Η συγκεκριμένη διαταγή τροποποιήθηκε και η απόφαση ισχύει για δέκα
(10)έτη. Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός των δέκα
(10)ετών, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για ανανέωση ή εκτέλεση μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ.7). Στο The Annual Practice 1958, την Αγγλική Πρακτική, από την οποία μπορεί ν' αντληθεί καθοδήγηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue». Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας ανανέωσης και εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο δέκα
(10)ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των δέκα
(10)ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η ανανέωση της δικαστικής απόφασης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Στην Duer v. Frazer [1991] 1 All E.R. 438, διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι
(6)χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των δέκα
(10)ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάσταση του οφειλέτη από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer, (ανωτέρω), το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997, που εντοπίστηκε ο οφειλέτης, μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι
(6)ετών. Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι
(6)ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές, οι Αιτητές έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η ανανέωση της απόφασης και η άδεια εκτέλεσης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Τόσο η αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Χ'Γεωργίου, καθώς και η συμπληρωματική, είναι πολύ λακωνικές και δεν δικαιολογούν την αδράνεια των Αιτητών για δεκατρία
(13)χρόνια ή πιο συγκεκριμένα από το 2001 που είχαν εκδοθεί διατάγματα αποπληρωμής δια μηνιαίων δόσεων. Έκτοτε, δηλαδή από το 2001, δεν λήφθηκε οτιδήποτε άλλο, κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης δεν έχει ληφθεί. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το θέμα της καθυστέρησης, η αιτιολόγηση και η μαρτυρία που απαιτείται να δίδεται προς τον σκοπό αυτό από τον εξ αποφάσεως πιστωτή, ως έχοντα το βάρος απόδειξης και κατάδειξης των συνθηκών αυτών, και κατ' επέκταση το κατά πόσο θα χορηγηθεί άδεια για ανανέωση της απόφασης και εκτέλεσής της ή όχι, θα εξαρτάται από και θα εξετάζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων και γεγονότων κάθε υπόθεσης ώστε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου να είναι δίκαιη, επωφελής και να γίνεται με γνώμονα την απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των μερών. Αυτό είναι το ζητούμενο. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιονδήποτε μέτρων εκτέλεσης. Αντίθετα, παρέμειναν αδρανής για δεκατρία
(13)χρόνια σε σχέση όλους τους Καθ' ων η αίτηση ανεξαιρέτως. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία, στην ένορκη δήλωση του κ. Χ'Γεωργίου από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, δεκατρία
(13)χρόνια μετά την εγγραφή της επίδικης απόφασης, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Η έλλειψη εξήγησης θεωρώ ότι καθιστά, δίχως άλλο, έκθετη σε απόρριψη την Αίτηση, γιατί δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα ελάχιστα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέτασή της και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τόσα χρόνια αδράνειας δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη δικαιολογία ότι είναι ορθό και δίκαιο να ανανεωθεί η απόφαση για να καταστεί ευχερής η εκτέλεσή της. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Αιτητές είναι Πιστωτικό Ίδρυμα και όφειλαν να λάβουν τα προς αυτούς διαθέσιμα μέτρα εκτέλεσης, πράγμα που δεν έπραξαν. Όπως προανέφερα, τα διατάγματα του Δικαστηρίου, και δη ένα διάταγμα για ανανέωση δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση δεκατριών
(13)ετών από την παροχή άδειας για εγγραφή της, δεν εκδίδονται in abstracto και επί ματαίω. Καταλήγω, λοιπόν, ότι ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Πρέπει να τονιστεί ότι η εκτέλεση των αποφάσεων των Δικαστηρίων είναι πάντοτε κάτω από την επίβλεψη και έλεγχό τους, προκειμένου να διαπιστώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία εκτέλεσης δεν χρησιμοποιείται για σκοπούς αλλότριους, όπως μη αναγκαίας ή αχρείαστης πίεσης εις βάρος των εξ αποφάσεως οφειλετών. Το οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης σκοπό έχει βεβαίως την ικανοποίηση της απόφασης και θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα με όλη τη δυνατή σπουδή προς την κατεύθυνση αυτή. Στην υπό κρίση περίπτωση, κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν έχει ληφθεί. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο