Α. ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΤΤΥΠΑ, Αρ. Αγωγής: 1552/14, 20/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1552/14 Μεταξύ: Α. ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας -και- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΤΤΥΠΑ Εναγόμενου ------------------------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 11/11/2014 Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2015. Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Δ. Χατζηδημήτρη για Α. Καρράς Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση η κα Σπετσιώτη). Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Σωτηρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση η κα Γεωργίου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα-Αιτήτρια καταχώρησε μονομερή Αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ή και στον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου από το να καταβάλει ή να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό στον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση ή και διάταγμα με το οποίο ν' αναστέλλεται η καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Επιπρόσθετα, ζητήθηκε διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων Προσώπων από του να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό, το οποίο προορίζεται για την αγορά έτοιμης κατοικίας, στον Καθ' ου η αίτηση-Εναγόμενο. Νομική βάση για τη συγκεκριμένη αίτηση αποτέλεσε η Δ.28, θ.1-4, Δ.48, θ.1-9 και 12, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 29
(1)(γ), 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα πρόσωπα Νόμος, Ν.46
(1)/
- Υποστηρίχθηκε η Αίτηση, σε σχέση με τα γεγονότα, από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Τσαγγάρη, διευθυντή της Ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένου για την κατάρτιση της Ενόρκου Δηλώσεως. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, στις 25/06/2011 η Ενάγουσα, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, συνήψε συμφωνία με τον Εναγόμενο για την πώληση της κατοικίας με αρ. 10 στο οικοδομικό μπλοκ «Anemona Gardens» στο τεμάχιο 99, Τμήμα 4, περιοχή Χαραγκάς, με αρ. εγγραφής 0/3940, Φ/Σχ. 2-277-
- Ο Εναγόμενος είχε καταβάλει το ποσό των €210.000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. για την αγορά της συγκεκριμένης κατοικίας. Μετά την ολοκλήρωση της επίδικης κατοικίας η Ενάγουσα Εταιρεία, τον Ιούλιο του 2012, κάλεσε τον Εναγόμενο να της καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο του ποσού αγοράς της κατοικίας. Ο Εναγόμενος, όμως, παράνομα ή και αντισυμβατικά ή και καταχρηστικά είχε παραλάβει την κατοχή της κατοικίας χωρίς προηγουμένως να εξοφλήσει ή και να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €48.
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα, μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ο Εναγόμενος είχε υποβάλει σχετική αίτηση στην Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων για τη λήψη του βοηθήματος, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €51.
- Η αίτησή του είχε εγκριθεί και είχε λάβει το ποσό των €33.000, ενώ παρέμεινε να ληφθεί το ποσό των €18.
- Παράλληλα, ο Εναγόμενος θα λάμβανε ως επιστροφή Φ.Π.Α. ποσό ύψους €22.000, λόγω του ότι η επίδικη κατοικία ήταν η πρώτη του κατοικία. Αντί να καταβάλει τα συγκεκριμένα ποσά στην Ενάγουσα, ο Εναγόμενος αρνείται ή και αμελεί να καταβάλει το υπόλοιπο παρά το γεγονός ότι έχει λάβει την κατοχή της επίδικης κατοικίας. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ομνύοντα ότι στις 25/09/2014 οι δικηγόροι της Ενάγουσας-Αιτήτριας είχαν αποστείλει επιστολή στον Έπαρχο Αμμοχώστου σε σχέση με το ποσό που θα εκταμιευόταν και θα αποδιδόταν στον Εναγόμενο, πλην όμως ο Έπαρχος Αμμοχώστου τους ενημέρωσε ότι για την κατακράτηση του συγκεκριμένου ποσού θα έπρεπε να εξασφαλιστεί διάταγμα Δικαστηρίου. Αυτός είναι και ο λόγος της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Καταλήγει, ο ομνύοντας, ότι η Αιτήτρια Εταιρεία δεν ζητά την καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς όφελός της, παρά μόνο ζητά την παρακράτηση των ποσών αυτών μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση η Ενάγουσα κινδυνεύει να μην εισπράξει το οφειλόμενο υπόλοιπο για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς, ενώ ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση θα εισπράξει ποσό, το οποίο του χορηγείται μόνο λόγω της αγοράς της επίδικης κατοικίας αλλά θα εκμεταλλεύεται και την κατοικία. Καταλήγει ότι υφίσταται βάσιμος κίνδυνος τυχόν εκδοθείσα απόφαση να παραμείνει ανικανοποίητη λόγω της αδυναμίας ή και δυσκολίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο αφού άκουσε τον συνήγορο της Ενάγουσας Εταιρείας, σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος, έκδωσε τα διατάγματα όπως ζητούντο και τα όρισε επιστρεπτέα στις 20/11/
- Μετά την επίδοση της Αίτησης, καταχωρίστηκε Ένσταση εκ μέρους του Εναγόμενου. Ως λόγοι Ενστάσεως κατεγράφησαν οι ακόλουθοι: Ότι η Αίτηση δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου γιατί η περιουσία δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται ή και δεν νομιμοποιείται να δεσμεύει επιδόματα ή και κρατικές παροχές γιατί αποτελούν αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση, ότι με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια επιχειρεί την εκτέλεση μέτρων απόφασης εις χείρας τρίτου καταχρηστικά και προτού υπάρξει τελική ή και δεσμευτική απόφαση του Δικαστηρίου, ότι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου παρέχει εξουσία για δέσμευση περιουσίας που ανήκει στον Εναγόμενο και όχι για δέσμευση περιουσίας που θα ανήκει μελλοντικά στον Εναγόμενο, ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει δυνατή και καθαρή υπόθεση ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του απαγορευτικού ή και προστακτικού διατάγματος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι δεν αναφέρεται το μέρος της διαμονής του ενόρκως δηλούντα στην Αίτηση, ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τα γεγονότα όπως είχαν εκτεθεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ότι αποκρύφτηκαν και δεν αποκαλύφθηκαν ουσιαστικά γεγονότα, ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο του κατεπείγοντος ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα δικαιούται στις συγκεκριμένες θεραπείες, ότι η Αιτήτρια δεν είχε οποιοδήποτε πραγματικό συμφέρον ή και μερίδιο στα ποσά τα οποία προέρχονται από τον Έφορο Προστιθέμενης Αξίας ή και τον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου ή και την Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων Προσώπων, καθώς επίσης και ότι η έκδοση των διαταγμάτων έχει επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στον Εναγόμενο. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.28, θ.1-4, Δ.48, θ.1-9 και 12, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 29
(1)(γ), 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τον περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα Νόμο, Ν.46
(1)/
- Σε σχέση με τα γεγονότα, αυτά παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου, ο οποίος έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Είναι ο ισχυρισμός του ότι καταχρηστικά και ή κακόβουλα η Ενάγουσα Εταιρεία-Αιτήτρια ζήτησε την έκδοση διατάγματος για περιουσία, η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή και δεν του ανήκει. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η Αιτήτρια εμποδίζεται να αιτείται την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων γιατί τα συγκεκριμένα «επιδόματα» αποτελούν αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του ιδίου, το οποίο προκύπτει από το Νόμο και δεν μπορεί να υπόκειται σε οποιαδήποτε εκχώρηση ή και επιβάρυνση. Η συγκεκριμένη Αίτηση σκοπεί στη λήψη μέτρων για κατάσχεση εις χείρας τρίτου πριν να υπάρξει τελική και δεσμευτική απόφαση του Δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη περιουσία δεν έχει περιέλθει στη δική του ιδιοκτησία και δεν του ανήκει, οπόταν δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο έκδοσης διατάγματος. Ως προς τα περαιτέρω, υιοθετεί τους δεκαπέντε λόγους Ενστάσεως που κατεγράφησαν στην Ένσταση και καταλήγει ότι δεν αποκαλύφθηκαν όλα τα γεγονότα που αφορούσαν την υπό κρίση υπόθεση και συγκεκριμένα ότι τον Αύγουστο του 2008 είχε συνάψει προφορική συμφωνία με την Αιτήτρια για ενοικίαση της κατοικίας για το ποσό των €345 μηνιαίως. Περί τα τέλη του 2010 η Αιτήτρια, μέσω του Διευθυντή της, τον είχε συμβουλεύσει ότι θα ήταν προς το συμφέρον και όφελός του να αγοράσει την κατοικία και είχε υποσχεθεί ότι στην περίπτωση αγοράς θα αφαιρούντο τα ενοίκια που είχαν καταβληθεί από τον Αύγουστο του 2008 μέχρι και την παράδοση της κατοικίας. Στις 03/01/2011 είχε εκδοθεί επιταγή ύψους €2.000- για την αγορά της συγκεκριμένης κατοικίας. Ο ίδιος είχε ζητήσει επανειλημμένα όπως συμπεριληφθεί στη συμφωνία πώλησης ο όρος που αφορούσε την αφαίρεση των ενοικίων, όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό. Ο ίδιος είχε καταβάλει ποσό ύψους €800 για να καταβληθεί στο δικηγόρο της Ενάγουσας-Αιτήτριας έτσι ώστε να ετοιμαστούν τα σχετικά έγγραφα και να συμπεριληφθεί ο συγκεκριμένος όρος σε σχέση με τα ενοίκια αφού τα συγκεκριμένα ενοίκια ανέρχονταν στο ποσό των €14.000-. Η τελική συμφωνία είχε υπογραφτεί στις 25/06/2011 και ως τιμή πώλησης της συγκεκριμένης κατοικίας είχε καθοριστεί το ποσό των €210.000-. Ο ίδιος είχε αποταθεί στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης για παραχώρηση δανείου και μετά την έγκριση της αιτήσεως, η Ενάγουσα είχε παραλάβει από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης το ποσό των €157.000-. Τον Απρίλιο του 2012, λόγω του ότι η Αιτήτρια Εταιρεία αντιμετώπιζε δυσκολίες, ο ίδιος είχε επισκεφθεί τον πελεκάνο, που ήταν υπεύθυνος για τη συγκεκριμένη κατοικία και είχε καταβάλει σε αυτόν το ποσό των €10.000- για υλικά και εργασίες που είχε πραγματοποιήσει στη συγκεκριμένη κατοικία με την προϋπόθεση το συγκεκριμένο ποσό να αφαιρεθεί από το τίμημα πώλησης της κατοικίας. Παράλληλα, ο ίδιος είχε καταβάλει διάφορα ποσά, ήτοι ποσό €1.100- στον ηλεκτρολόγο και €747,50- σε άλλον τεχνίτη που είχε προβεί σε διάφορες εργασίες στην κατοικία με τη συμφωνία όπως τα συγκεκριμένα ποσά αφαιρεθούν από το τίμημα πώλησης. Καταβλήθηκε επίσης το ποσό των €2.000- στην εταιρεία Γ. Στασής & Υιοί Λτδ για την προμήθεια γρανιτών και μαρμάρων. Επιπρόσθετα, λόγω του ότι η Αιτήτρια Εταιρεία όφειλε το ποσό των €15.000 στον αδελφό του, του οποίου η Εταιρεία είχε εκτελέσει εργασίες προς όφελος της Αιτήτριας, είχε συμφωνηθεί όπως ο ίδιος καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό στον αδελφό του και αυτό αφαιρεθεί από το αρχικό οφειλόμενο ποσό. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, τον Ιούλιο του 2012 του είχε σταλεί επιστολή για παράδοση, στον ίδιο, της κατοικίας. Στη συγκεκριμένη επιστολή, η οποία είναι ανυπόγραφη, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ημερομηνία. Όμως, σύμφωνα με τον όρο της σύμβασης που προέβλεπε ότι η κατοικία θα παραδίδετο τον Δεκέμβριο του 2011, υπήρχε υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, στον αγοραστή, ύψους €350 μηνιαίως. Λόγω της επτάμηνης καθυστέρησης το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται στις €2.450-. Συνυπολογίζοντας όλα τα ποσά που είχαν καταβληθεί από τον ίδιο, τόσο προς την Αιτήτρια, αλλά και προς τρίτα πρόσωπα, το συνολικό ποσό που έχει καταβληθεί ανέρχεται στα €205.
- Καταλήγει ότι τα ποσά, τα οποία έχουν δεσμευθεί, θα εκταμιεύονταν εντός του προσεχούς μήνα και λόγω της έκδοσης των διαταγμάτων ο ίδιος δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού προς την Αιτήτρια από την Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων Προσώπων και δεν υπάρχει κίνδυνος να παραμείνει η Αιτήτρια ανικανοποίητη σε σχέση με οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εκδοθεί προς όφελός της, γιατί έχει την οικονομική επιφάνεια και την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό κριθεί από το Δικαστήριο ότι οφείλεται στην Αιτήτρια. Κατά τη δική του άποψη, δεν οφείλει τα ποσά που η Αιτήτρια ισχυρίζεται και κακόβουλα η Αιτήτρια έχει δεσμεύσει περιουσία επί της οποίας δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που αφορά την δέσμευση περιουσίας, αλλά ούτε και συνιστά περιουσία του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση, η οποία περιουσία δεν αποτελεί το επίδικο θέμα της αξίωσης αλλά ούτε συνιστά περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Ο Αιτητής έχει επιλέξει να βασίσει την αίτησή του επί των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι το άρθρο αυτό αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Με βάση το Κλητήριο Ένταλμα και την μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ήτοι την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, προκύπτει ότι η αξίωση της αφορά σε χρηματική αξίωση που προκύπτει από την παράβαση συμβολαίου. Η αξίωση δεν αφορά την ανάκτηση κατοχής, χρήσης ή κυριότητας του οποιουδήποτε ακινήτου. Δεδομένων αυτών των γεγονότων, το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, όπως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου του Εναγόμενου, βλ. Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR
- Περαιτέρω, η Αίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να διατάξει τη δέσμευση τέτοιου μέρους της ακίνητης περιουσίας ενός Εναγόμενου, η οποία είναι αρκετή για τη μελλοντική ικανοποίηση του Ενάγοντα σε περίπτωση που ο τελευταίος κερδίσει την αγωγή. Διατάγματα δυνάμει του άρθρου 5 δεν εκδίδονται εκτός αν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα αν φανεί στο Δικαστήριο ότι: (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων, βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54. Στην υπόθεση Λακαταμίτης (ανωτέρω) ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης υπέδειξε ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο γιατί ένα διάταγμα όπως αυτό που προνοείται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 να μην μπορεί επίσης να εκδοθεί και κάτω από το άρθρο 32 του Ν.14/60 ή ταυτόχρονα κάτω και από τα δύο άρθρα. Περαιτέρω, στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ,
(2001)1Β Α.Α.Δ. 785, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του", αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Των πιο πάνω λεχθέντων, θεωρώ ότι παρόλο που το άρθρο 4 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την έκδοση του διατάγματος μπορεί να αποτελέσει βάση για την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος το άρθρο 5 καθώς και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα οποία επικαλείται η Ενάγουσα-Αιτήτρια, οπόταν ο πρώτος λόγος ένστασης δεν μπορεί να ευσταθίσει. Όσο αφορά τον δεύτερο λόγο ένστασης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ίδιος ο περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα πρόσωπα Νόμος, Ν.46
(1)/2005 σκοπεί στο να παρέχει βοήθεια σε εκτοπισθέντες να αποκτούν στέγη. Δεν συνιστά «επίδομα» όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου-Καθ΄ου η αίτηση, αφού ο ίδιος ο Νόμος χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη βοήθεια ως «στεγαστική βοήθεια» και όχι ως επίδομα γι' αυτό και κάνει αναφορά σε στεγαστικά σχέδια στο άρθρο 8 ο ίδιος ο Νόμος. Οπόταν, ούτε αυτή η εισήγηση δεν ευσταθεί. Ισχυρίζεται, ο Καθ' ου η αίτηση, ότι επιχειρείται η εκτέλεση απόφασης με την κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Προφανώς υπάρχει μια παρανόηση αφού, πρώτον, δεν ζητήθηκε με τα αιτούμενα διατάγματα η κατάσχεση των συγκεκριμένων ποσών απλά ζητήθηκε η μη καταβολή τους στον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση και, δεύτερον, αυτό που επιχειρείται είναι να παραμείνει το συγκεκριμένο ποσό υπό την φύλαξη των κυβερνητικών αρχών μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής. Δεν ζητείται η καταβολή του στην Ενάγουσα, απλά ζητείται η φύλαξη των συγκεκριμένων ποσών. Σύμφωνα και με την παραδοχή του Εναγομένου-Καθ΄ου η αίτηση τα συγκεκριμένα ποσά, εν πάση περιπτώσει, δεν του ανήκουν. Εξετάζοντας τώρα το θέμα του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τον Καθ' ου η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία της Ενάγουσας Εταιρείας-Αιτήτριας, καθώς και τη μαρτυρία του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση. Είναι με βάση αυτές τις θέσεις που εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις διατήρησης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν εκδίδει το διάταγμα ή το οριστικοποιεί, στην περίπτωση που το διάταγμα έχει εκδοθεί μονομερώς, αν όχι τότε απορρίπτει την Αίτηση. Έχει πρόσφατα επαναληφθεί στην απόφαση στην υπόθεση Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. Ε. Σιακατίδου Πολ. Εφ. 52/10 ημερ. 19/03/2014: «Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377 και Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013).» Με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις και αρχές που θέτει η νομολογία, έρχομαι να εξετάσω την αίτηση, χωρίς βεβαίως να καταλήγω τελικά πάνω στα δικαιώματα των διαδίκων μερών, εφόσον στο αρχικό αυτό στάδιο δεν είναι επιθυμητό να αποφασίζονται τελεσίδικα αμφισβητούμενα θέματα που θα πρέπει να κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) σελ.569, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο, που είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, επιβάλλει όπως ο αιτητής δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα και είναι με βάση αυτό και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του διευθυντή της Ενάγουσας-Αιτήτριας που θα εξεταστούν τα κριτήρια αυτά. Από το περιεχόμενο του Κλητηρίου μαζί με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση καθώς και τα τεκμήρια που την συνοδεύουν, κρίνεται ότι αποκαλύπτεται ζήτημα προς εκδίκαση αφού προκύπτει ότι ο Εναγόμενος οφείλει στην Ενάγουσα Εταιρεία το ποσό των €48.200-, θέση που γίνεται αποδεκτή από τον Καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο xii της ένορκης δήλωσής του. Προβάλλονται κάποιοι ισχυρισμοί για μη έγκαιρη παράδοση της συγκεκριμένης κατοικίας στον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση και το γεγονός ότι το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ λιγότερο από αυτό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα-Αιτήτρια Εταιρεία αφού είχαν γίνει κάποιες πληρωμές σε διάφορους υπεργολάβους σε σχέση με την συγκεκριμένη κατοικία. Το ερώτημα που εγείρεται είναι πώς ενοικιάστηκε η κατοικία στον Εναγόμενο, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, το 2008 αφού δεν ήταν έτοιμη, και γιατί ο Εναγόμενος μιλά για παράδοση το 2012; Τα πιο πάνω γεγονότα, ήτοι τα ερωτήματα τα οποία μένουν αναπάντητα καθώς και οι παραδοχές του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση, αποκαλύπτουν την πιθανότητα να δικαιούται η Ενάγουσα Εταιρεία σε θεραπεία, αφού η αξίωσή της βασίζεται ακριβώς στην μη καταβολή του υπολοίπου τιμήματος για την αγορά της συγκεκριμένης κατοικίας. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά πόσο η απόδοση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση ή η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ, αποκλείεται. Θεωρώ ότι ικανοποιείται και το τρίτο κριτήριο, αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλονται προς στοιχειοθέτηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 είναι συγκεκριμένοι και επαρκής, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι όπως προκύπτει από αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο ίδιος ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του λόγω του ότι δεσμεύτηκαν, με το διάταγμα τα συγκεκριμένα ποσά, τα οποία αφορούσαν αυτή τούτη την αγορά της κατοικίας. Παράλληλα, όμως, ισχυρίζεται ότι είναι φερέγγυος. Οι θέσεις του αυτές είναι αντίθετες και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να δώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD (ανωτέρω) σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Σε συνάρτηση με το ισοζύγιο της ευχέρειας εξετάζεται και το ζήτημα της καθυστέρησης του ενάγοντα να ζητήσει θεραπεία με ζητούμενο το κατά πόσο η καθυστέρηση καθιστά την έκδοση του διατάγματος καταπιεστική (oppressive). Όπως επεξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD (ανωτέρω) η καθυστέρηση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης, αλλά είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το «ισοζύγιο της ευχέρειας». Από την άλλη, υπό τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, μπορεί «αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης να καταδεικνύει πως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από προσωρινό διάταγμα», όπως εξηγείται περαιτέρω στην BACARDI. Άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Είναι ζήτημα στάθμισης των δεδομένων. Ένας παράγοντας είναι το κατά πόσον έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί μια κατάσταση πραγμάτων που δεν θα ήταν δίκαιο για τον εναγόμενο να ανατραπεί, εξηγείται και πάλι στην BACARDI. Ο ίδιος ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση δηλώνει ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του αν δεν του καταβληθούν τα ποσά του δημοσίου βοηθήματος και η επιστροφή του ΦΠΑ. Αυτό καταδεικνύει ότι στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας δεν θα μπορεί ν' ανταποκριθεί ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση. Σταθμίζοντας τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι το αναφερθέν ισοζύγιο κλίνει υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Με βάση όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, θεωρώ ότι το προσωρινό διατάγματα που εκδόθηκε στις 12/11/2014 θα πρέπει να καταστεί απόλυτο μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης της αγωγής. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ.412, παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAΔ 12), τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο