Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ανδρέα Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής 578/07, 14/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 578/07 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας -και-
- Ανδρέα Γεωργίου
- Δημήτρη Χρίστου Εναγομένων --------- Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Πασχαλίδης για Άντυ Τριανταφυλλίδη & Υιοί (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Ανδρέας Ρίγας). Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Πέτρου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των Λ.Κ.35.942,07- πλέον τόκους 11,5% ετησίως από 01/01/07 με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους ως το υπόλοιπο της γραπτής σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ή τραπεζικής διευκόλυνσης προς τους Εναγόμενους, ημερομηνίας 13/09/99, δυνάμει του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής». Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Κατά ή περί την 13/09/99, μετά από αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 για συμμετοχή τους στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής», οι Ενάγοντες παραχώρησαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους Εναγόμενους 1 και 2 μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 529/338295-2, του οποίου πιστωτικού λογαριασμού το όριο ανερχόταν στις Λ.Κ.50.000-. Αποκλειστικός σκοπός των πιστωτικών διευκολύνσεων ήταν η αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών. Οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν τους όρους της αίτησης υπογράφοντας την επιστολή αποδοχής στις 29/09/
- Ήταν ρητοί ή και συμφωνηθέντες ή και εξυπακουόμενοι όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων ότι οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού θα χρεωνόταν με τόκο 8% το χρόνο ή με το εκάστοτε επιτρεπόμενο ανώτατο ποσοστό επιτοκίου, ότι όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών αξιών που θα αγοράζονταν από τους Εναγόμενους ή και τους δικαιούχους τους ή και τους αντιπροσώπους τους θα ενεχυριάζονταν υπέρ των Εναγόντων και τα σχετικά δικαιώματα θα εκχωρούνταν προς όφελος των Εναγόντων ως εξασφαλίσεις των υποχρεώσεων των Εναγομένων, ότι οι Ενάγοντες δικαιούνταν κατά την απόλυτη κρίση τους οποτεδήποτε επιθυμούσαν και χωρίς προειδοποίηση προς τους Εναγόμενους να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσουν απαιτητές άμεσα όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και περαιτέρω να προβούν σε εκποίηση των αξιών που ήταν ενεχυριασμένες υπέρ τους, ότι σε περίπτωση τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο 9% το χρόνο ή με το ανώτατο καθοριζόμενο επιτόκιο, ότι οι Εναγόμενοι υποχρεούνταν να παραχωρούν ενέχυρο, υπέρ των Εναγόντων, υπό τη μορφή αξιών ή και μετοχών ή και κατάθεσης μετρητών ίσης προς το 30% του ύψους του ορίου ως πρόσθετη ασφάλεια του εγκεκριμένου ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων και ότι η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να προβεί σε πώληση των αξιών και κλείσιμο του λογαριασμού των Εναγομένων όταν η αγοραία αξία του συνόλου των ενεχυριασμένων αξιών και της κατάθεσης μετρητών ήταν κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων. Κατά ή περί την 05/10/99 οι Εναγόμενοι είχαν διορίσει το χρηματιστηριακό γραφείο «Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου» ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους υπογράφοντας σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Στις 16/06/2003 οι Εναγόμενοι είχαν διορίσει και εξουσιοδοτήσει τους Ενάγοντες, δυνάμει πληρεξουσίου, ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους τους. Προς υλοποίηση της συμφωνίας οι Εναγόμενοι στις 05/10/99 είχαν υπογράψει και παραδώσει στους Ενάγοντες έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών. Ήταν ρητοί ή και συμφωνηθέντες ή και εξυπακουόμενοι όροι του συγκεκριμένου εγγράφου ενεχυρίασης ότι η ενεχυρίαση αποτελούσε επιπρόσθετη εξασφάλιση ή και εγγύηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, ότι σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι παρέλειπαν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό ή ποσά που οφείλονταν στους Ενάγοντες είτε ως κεφάλαιο, είτε ως τόκος, ανεξάρτητα από την προέλευση ή πηγή ή στην περίπτωση που η αγοραία αξία των ενεχυριασμένων μετοχών ήταν τέτοια που να μην υπερκαλύπτει τα οφειλόμενα ποσά, οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα, χωρίς ειδοποίηση προς τους Εναγομένους, να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές ή και αξίες. Στις 29/08/2006 ο συγκεκριμένος λογαριασμός των Εναγομένων παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.34.556,26-. Οι Ενάγοντες είχαν κατ' επανάληψη ειδοποιήσει τους Εναγόμενους ότι ο λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση ορίου και ότι το ύψος των εξασφαλίσεων που αφορούσαν τις αξίες ή και τις μετοχές που είχαν ενεχυριασθεί ή και εκχωρηθεί ήταν χαμηλότερες από την οφειλή των Εναγομένων και τους είχαν καλέσει να προχωρήσουν στη συμπλήρωση των εξασφαλίσεων ή και να συμμορφωθούν με τους όρους του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής» και των εγγράφων ενεχυρίασης. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, οι Ενάγοντες σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ των ημερομηνιών 15/05/2006 και 31/05/2006, είχαν ασκήσει το δικαίωμα που τους παρεχόταν, από τους όρους 5 και 7 της συμφωνίας ημερομηνίας 13/09/99 και είχαν πωλήσει, μέσω της Εθνικής Χρηματιστηριακής Λτδ, 844 μετοχές της Leptos Calypso Hotels Public Ltd, 200 μετοχές της Salamis Tours (Holdings) Public Ltd, 2.053 δικαιώματα αγοράς μετοχών της Athina Cyprus Public Co Ltd και 36.967 μετοχές της Athina Cyprus Public Co Ltd. Στις 29/08/2006 οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τους Εναγόμενους 1 και 2 είχαν τερματίσει την αναφερόμενη πιστωτική διευκόλυνση και τη λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού μεταφέροντας το υπόλοιπο στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού 529/399648-4 και κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως καταβάλουν την οφειλή τους. Με την ίδια επιστολή οι Εναγόμενοι είχαν ενημερωθεί ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο θα έφερε αυξημένο επιτόκιο 11,5% το χρόνο κεφαλαιοποιούμενο την 30 Ιουνίου και την 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι είχαν πληροφορηθεί ότι το συγκεκριμένο υπόλοιπο είχε προκύψει από τον συμψηφισμό του ποσού Λ.Κ.7.683,12- που αποτελούσε το προϊόν από την πώληση των ενεχυριασθέντων αξιών μετά την αφαίρεση των σχετικών εξόδων και Λ.Κ.38.763,33- που είχε αντληθεί από λογαριασμούς των Εναγομένων επί των οποίων η Τράπεζα είχε το δικαίωμα επισχέσεως. Το οφειλόμενο ποσό δεν εξοφλήθηκε και ανερχόταν στις Λ.Κ.35.942,07-. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν στην κατοχή τους αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας. Είναι η δική τους θέση ότι υπήρχε ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος στην επίδικη συμφωνία ή και το επίδικο σχέδιο ότι οι Ενάγοντες υποχρεούνταν να συμμορφώνονται προς τις εγκυκλίους και οδηγίες που θα εκδίδονταν από την Κεντρική Τράπεζα καθώς επίσης ότι υπήρχε εξυπακουόμενος όρος ότι οι Ενάγοντες, ως τραπεζίτες, είχαν υποχρέωση πίστεως έναντι των Εναγομένων. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι το έγγραφο ενεχυρίασης αξιών που είχαν υπογράψει ήταν άκυρο ή και ανεφάρμοστο γιατί δεν είχε καταρτιστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας ή και γιατί δεν πληρούσε τους όρους για την κατάρτιση έγκυρης συμφωνίας ενεχυρίασης κινητών αξιών γιατί δεν υπογράφτηκε ενώπιον δύο μαρτύρων αλλά και γιατί ήταν αόριστο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Εναγομένων το ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού κατά ή περί την 29/08/2006 έπρεπε να μην υπάρχει. Προωθούν τη θέση ότι οι Ενάγοντες παράνομα και χωρίς δικαίωμα ή και κατά παράβαση των όρων των επίδικων συμφωνιών είχαν προβεί στην πώληση των μετοχών που τους ανήκαν. Αρνούνται ότι οι Ενάγοντες είχαν αποστείλει την επιστολή τερματισμού ή και ότι είχαν παραλάβει την επιστολή τερματισμού των Εναγόντων καθώς επίσης και ότι η επίδικη συμφωνία είχε τερματιστεί νόμιμα. Επικαλούνται παράνομη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού κατά παράβαση των εγκυκλίων και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες εν γνώσει τους και εκ προθέσεως ή και με κακή πίστη επέτρεπαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου ή και κατά παράβαση των ρητών ή και εξυπακουόμενων όρων της επίδικης συμφωνίας. Ανταπαιτούν το ποσό των Λ.Κ.35.942,07- ως ζημιές τις οποίες υπέστηκαν από την αμέλεια ή και την παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόντων. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης των καθηκόντων των Εναγόντων καταγράφουν το γεγονός ότι οι Ενάγοντες επέτρεπαν τη λειτουργία του λογαριασμού των Εναγομένων καθ' υπέρβαση του ορίου της συμφωνίας ή και του περιθωρίου ασφαλείας της συμφωνίας ή και γενικά κατά παράβαση των προνοιών του επίδικου σχεδίου. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι ενώ οι Ενάγοντες είχαν καθήκον να εφαρμόζουν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, εντούτοις παρέλειπαν να εφαρμόσουν τις υποχρεώσεις τους αυτές και επέτρεπαν τη λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού παραχωρώντας χρηματοδοτήσεις κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας καθώς και ότι, ενώ είχαν υποχρέωση να προειδοποιήσουν τους Εναγόμενους για το περιεχόμενο των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας ή και για τους κινδύνους που διέτρεχαν, παρέλειψαν να το πράξουν. Επίσης, προωθούν την θέση ότι παρέλειψαν να τερματίσουν τον επίδικο λογαριασμό ή και το επίδικο σχέδιο παρά την υποχρέωσή τους να το πράξουν με βάση τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω προωθούν την θέση ότι ενώ είχαν υποχρέωση να καλέσουν τους Εναγόμενους ή και να τους προειδοποιήσουν για την εκποίηση των ενεχυριασμένων μετοχών, οι Ενάγοντες, παρέλειψαν να το πράξουν και συνέχισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού κατά τρόπο που γνώριζαν ή και που όφειλαν να γνωρίζουν ότι ήταν επικίνδυνος ή και ζημιογόνος για τους Εναγόμενους. Καταλήγουν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι λόγω των παραβάσεων των καθηκόντων των Εναγόντων η επίδικη συμφωνία ή και ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσαν κατά τρόπο παράνομο και αντίθετο με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή και κακόπιστα ή και αντίθετα με τη δημόσια πολιτική και, κατά συνέπεια, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία. Εάν οι Ενάγοντες εφάρμοζαν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και εκτελούσαν τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από αυτές, ο επίδικος λογαριασμός δεν θα έπρεπε να παρουσιάζει οποιονδήποτε υπόλοιπο, αλλά θα ήταν κερδοφόρος. Για τους Ενάγοντες μαρτυρία δόθηκε από την κα Τούλια Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.1), της οποίας η γραπτή κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με τη γραπτή της δήλωση εργοδοτείται από τους Ενάγοντες εδώ και 14 χρόνια και συγκεκριμένα από την 01/11/
- Το κατάστημα στο οποίο υπηρετούσε συστεγαζόταν με την υπηρεσία «Εθνοεπενδυτή» και γι΄ αυτό η ίδια διεκπεραίωνε την εργασία της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Οι Ενάγοντες είχαν αποφασίσει τη δημιουργία του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής», περί τα τέλη του 1996, με σκοπό την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού σε πελάτες που επιθυμούσαν να πραγματοποιούν αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων ή και αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (εφεξής Χ.Α.Κ.). Μεταξύ των δικών της καθηκόντων ήταν και η παρακολούθηση των ειδικών τρεχούμενων λογαριασμών για τον σωστό έλεγχό τους. Ήταν η καταγραφείσα θέση της ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν υποβάλει αίτηση, κατά ή περί την 13/09/99, για να τους παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.50.000- με σκοπό να επενδύσουν το συγκεκριμένο ποσό στο Χ.Α.Κ.. Μετά από εξέταση της αίτησης και λαμβάνοντας υπόψη τα επαγγελματικά, προσωπικά και περιουσιακά στοιχεία και των δύο Εναγομένων με επιστολή αποδοχής, ημερομηνίας 29/09/99, είχε εγκριθεί η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για το ποσό των Λ.Κ.50.000-, η οποία επιστολή είχε υπογραφτεί και από τους δύο Εναγόμενους. Η συγκεκριμένη επιστολή εμπεριείχε και τους όρους της συμφωνίας και είχε καταστεί η γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών. Κατά ή περί την 29/09/99 είχε υπογραφτεί και από τα δύο μέρη έγγραφο τροποποίησης της συμφωνίας με την οποία απαλείφετο από τον όρο 6 η φράση «30% του ύψους του ορίου» και αντικαθίστατο από τη φράση «40% του ύψους του ορίου ή οποιοδήποτε άλλο ποσοστό το οποίο η Τράπεζα ήθελε κατά την απόλυτη κρίση της οποτεδήποτε αποφασίσει και το οποίο θα γνωστοποιούσε γραπτώς στον επενδυτή. Οποιαδήποτε ειδοποίηση σταλεί από την Τράπεζα θα θεωρείται ότι έχει ληφθεί από τον επενδυτή 24 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της ή όταν παραδοθεί προσωπικά στον επενδυτή». Επίσης, στο τέλος του όρου 7 προστέθηκε η φράση «το περιθώριο ασφάλειας δύναται να τροποποιείται από την Τράπεζα οποτεδήποτε κατά την απόλυτη κρίση της και προς τούτο θα ενημερώνεται γραπτώς ο επενδυτής. Οποιαδήποτε ειδοποίηση σταλεί από την Τράπεζα θα θεωρείται ότι έχει ληφθεί από τον επενδυτή 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση ή όταν παραδοθεί προσωπικά στον επενδυτή». Οι Εναγόμενοι, κατά ή περί την 05/10/99, είχαν υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο είχαν διορίσει ως χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής τους και πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους την Εθνική Χρηματιστηριακή (Κύπρου) Λτδ για να εκτελεί τις αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων ή και αξιών για λογαριασμό τους. Την ίδια μέρα είχαν υπογράψει έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών προς εξασφάλιση των Εναγόντων, αναφορικά με την παραχώρηση της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης. Ακολούθως, είχε ανοιχθεί ειδικός τρεχούμενος λογαριασμός στο όνομα των Εναγομένων με αρ. 529-338295-
- Όλα τα έγγραφα τα οποία αφορούσαν το άνοιγμα και τη λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού είχαν σταλεί στους Εναγόμενους 1 και 2 και είχαν επίσης γνωστοποιηθεί στο αρμόδιο Χρηματιστηριακό Γραφείο επιλογής των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι, με το άνοιγμα του λογαριασμού, είχαν στη διάθεσή τους το ποσό του ορίου, δηλαδή Λ.Κ.50.000- για να προβαίνουν σε αγορές μετοχών, χρεογράφων και άλλων αξιών εισηγμένων στο Χ.Α.Κ.. Στο συγκεκριμένο λογαριασμό υπήρχε και δικαίωμα παρατραβήγματος. Οι Εναγόμενοι έδιναν εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο και όταν πραγματοποιείτο η συναλλαγή το χρηματιστηριακό γραφείο έκδιδε και απόστελλε στους Ενάγοντες τα έντυπα συναλλαγής, μαζί με την εξουσιοδότηση για τη χρέωση ή την πίστωση του λογαριασμού των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες, βασιζόμενοι στα συγκεκριμένα στοιχεία, πλήρωναν το συνολικό ποσό του κάθε εντύπου αγοράς, την προμήθεια του Χρηματιστή και το τέλος του Χ.Α.Κ. χρεώνοντας ανάλογα τον λογαριασμό των Εναγομένων. Ακολούθως, οι αγορασθείσες μετοχές ή αξίες ενεχυριάζονταν προς όφελος των Εναγόντων προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων. Εκεί όπου υπήρχε πώληση αξιών οι Ενάγοντες πίστωναν τον λογαριασμό του πελάτη με το καθαρό ποσό του συμβολαίου πώλησης. Ήταν ο καταγραφείς ισχυρισμός της κας Θεμιστοκλέους, (Μ.Ε.1), ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση ή ανάμειξη στη λήψη των αποφάσεων από μέρους των Εναγομένων 1 και 2 για την αγορά και πώληση αξιών, ούτε και είχαν οποιαδήποτε συμβουλευτική ιδιότητα. Η λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων αφορούσε αποκλειστικά τους Εναγόμενους. Το χρηματιστηριακό γραφείο, που οι Εναγόμενοι είχαν διορίσει, είχε αναλάβει να ενημερώνει τόσο τους Εναγόμενους καθώς και τους Ενάγοντες για τις συναλλαγές που διενεργούσε εκ μέρους των Εναγομένων. Οι αγορασθείσες αξίες γράφονταν στο όνομα των Εναγομένων και ενεχυριάζονταν προς όφελος των Εναγόντων με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων προς την Τράπεζα. Οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να ελέγχουν τις εντολές που οι Εναγόμενοι 1 και 2 έδιναν στον χρηματιστή τους. Οι συναλλαγές των Εναγομένων καταγράφονταν στη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού που λάμβαναν οι Εναγόμενοι. Στις συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού καταγραφόταν το όνομα του πελάτη, ο αριθμός του σημειώματος συναλλαγής, ο οποίος ήταν μοναδικός, το είδος της συναλλαγής, το τίμημά της και η σχετική ημερομηνία της συναλλαγής και της πραγματοποίησής της. Οι αγορασθείσες αξίες ενεχυριάζονταν, μετά την εγγραφή τους στο όνομα των Εναγομένων, προς όφελος των Εναγόντων για σκοπούς εξασφάλισής τους. Στην περίπτωση που οι τιμές των μετοχών ανέβαιναν σε σημείο που η συνολική εξασφάλιση ήταν περισσότερο απ' ότι ζητούσε η Ενάγουσα Τράπεζα, τότε οι Εναγόμενοι μπορούσαν να αιτηθούν να τους παραχωρηθεί το περίσσευμα σε μετοχές που οι ίδιοι επέλεγαν ή να τους παραχωρηθεί το ποσό σε μετρητά. Στην αντίθετη περίπτωση, αν οι τιμές μειώνονταν, τότε οι Εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να προβούν σε κάλυψη του περιθωρίου ασφαλείας σύμφωνα με τη συμφωνία, είτε με την παραχώρηση προς τους Ενάγοντες νέων αξιών ή με την καταβολή μετρητών. Όλες οι διευκολύνσεις, σύμφωνα με τον όρο 4 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, θα επιβαρύνονταν με 8% τόκο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή με το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρεπόταν από τη νομοθεσία. Με γνωστοποίηση στον ημερήσιο τύπο οι Ενάγοντες ενημέρωναν όλους τους πελάτες τους για τις μεταβολές του χρεωστικού επιτοκίου. Πέραν των δημοσιεύσεων, οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν ότι σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου ο λογαριασμός τους θα επιβαρυνόταν με επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, οι Ενάγοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 29/08/2006, είχαν ενημερώσει τους Εναγόμενους ότι το χρεωστικό υπόλοιπο είχε αυξηθεί σε 11,5%. Στις 16/06/2003 οι Εναγόμενοι είχαν υπογράψει, προς όφελος των Εναγόντων, πληρεξούσιο λόγω και της αποϋλοποίησης των αξιών και τη σύσταση του κεντρικού μητρώου στο Χ.Α.Κ.. Με τα νέα δεδομένα η πώληση και η αποδέσμευση αξιών δεν μπορούσε πλέον να γίνεται ταυτόχρονα. Γι' αυτό και είχε δοθεί από τις αρχές του Χ.Α.Κ. η επιλογή στις τράπεζες να υπογράφεται το σχετικό πληρεξούσιο έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργεί ο λογαριασμός με βάση το νέο μηχανογραφικό σύστημα. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι, με βάση τον όρο 5 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, η Τράπεζα δικαιούτο, κατά την απόλυτη κρίση της, οποτεδήποτε ήθελε και χωρίς ειδοποίηση προς τον επενδυτή να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητές όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσει άμεσα την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών και να προβεί σε εκποίηση ενεχυριασμένων μετοχών. Επιπρόσθετα, ο όρος 13 έδιδε στους Ενάγοντες δικαίωμα να χρεώσει τους Εναγόμενους με οποιαδήποτε έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες οποιουδήποτε είδους είχαν δημιουργηθεί ή και θα δημιουργούνταν άμεσα ή έμμεσα συνεπεία των πιστωτικών διευκολύνσεων. Οι Ενάγοντες, δυνάμει του όρου 13, χρέωναν τον λογαριασμό των Εναγομένων για κάθε αγορά αξιών 1% επί του ποσού της αγοράς με ελάχιστη ετήσια χρέωση 2% επί του παραχωρηθέντος ορίου, όποιο από τα δύο ήταν μεγαλύτερο. Από 01/01/2001 με την εφαρμογή της ελευθεροποίησης του επιτοκίου οι Ενάγοντες χρέωναν μόνο 1% επί των οποιωνδήποτε αγορών πραγματοποιούνταν στο λογαριασμό των Εναγομένων. Η συγκεκριμένη χρέωση αποσκοπούσε στο να καλύπτει τα έξοδα των Εναγόντων και περιλάμβανε: Την καταγραφή των συναλλαγών τους, τον έλεγχο των συμβολαίων συναλλαγών, των σχετικών εξουσιοδοτήσεων, των πληρωμών και των εισπράξεων από τον χρηματιστή, την ενημέρωση του χρηματιστή για την κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων, την ενημέρωση του πελάτη για τις αξίες που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και το υπόλοιπό του, για την εξάσκηση δικαιωμάτων, αξιών, έκδοση δωρεάν μετοχών εκ μέρους του πελάτη και με σχετική ενημέρωσή του και τη διεκπεραίωση αιτήσεων για την αγορά αξιών προ της έκδοσης εταιρειών που θα εισάγονταν στο Χ.Α.Κ.. Στις 29/11/99 οι Εναγόμενοι είχαν αποσύρει κέρδη Λ.Κ.77.800- από τον συγκεκριμένο λογαριασμό, όπως προκύπτει και από την κατάσταση λογαριασμού. Το ποσό τους είχε καταβληθεί δυνάμει επιταγής. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν χρησιμοποιήσει το παραχωρηθέν όριό τους για την αγορά αξιών, οι οποίες και ενεχυριάζονταν στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες απέστελλαν στους Εναγόμενους μηνιαία κατάσταση λογαριασμού και ταχυδρομικώς. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε επικοινώνησαν με τους Ενάγοντες για να διαφωνήσουν ή να παραπονεθούν για τις συναλλαγές που κατέγραφαν οι καταστάσεις που ελάμβαναν. Οι συγκεκριμένες καταστάσεις τηρούνταν αποκλειστικά σε υπολογιστή των Εναγόντων και συνιστούν τα βιβλία της. Οι καταχωρήσεις γίνονταν επί καθημερινής βάσεως και κατά την κανονική διεξαγωγή των εργασιών λειτουργών των Εναγόντων και το υπόλοιπο αναπροσαρμοζόταν αυτόματα. Η ίδια είχε ελέγξει προσωπικά όλες τις καταστάσεις του λογαριασμού των Εναγομένων που είχε εκτυπώσει με όλες τις καταχωρήσεις που είχαν γίνει στο λογαριασμό των Εναγομένων και είχε διαπιστώσει ότι ήταν ορθές. Στην κατάσταση λογαριασμού, ημερομηνίας 29/08/2006, καταγράφεται ένα υπόλοιπο και μια πιστωτική εγγραφή για το ποσό των Λ.Κ.34.555,26-. Η συγκεκριμένη εγγραφή είχε γίνει για εσωτερικούς σκοπούς κατά τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού των Εναγομένων και κατά τη μεταφορά του οφειλομένου υπολοίπου κατά τις καθυστερήσεις. Από τη θέση της η μάρτυρας είχε υπό την επίβλεψη της την παρακολούθηση των λογαριασμών των Εναγομένων, ο οποίος είχε αρχίσει να παρουσιάζει προβλήματα τον Φεβρουάριο του
- Γι' αυτό και οι Ενάγοντες είχαν αρχίσει να τους αποστέλλουν σχετικές επιστολές σε τακτά χρονικά διαστήματα, με τις οποίες τους καλούσαν να καταθέσουν πρόσθετη εξασφάλιση λόγω της πτώσης της αξίας των μετοχών τους και να συμμορφωθούν με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Επιπλέον, τους ενημέρωναν, οι Ενάγοντες, ότι ο λογαριασμός τους βρισκόταν σε υπέρβαση του συμβατικού ορίου και θα έπρεπε να φροντίσουν την επαναφορά του στο εγκεκριμένο πλαίσιο. Λόγω παράλειψης των Εναγομένων να ανταποκριθούν, στάληκε επιστολή από τους δικηγόρους των Εναγόντων προς τους Εναγομένους, ημερομηνίας 12/04/
- Λόγω και πάλι μη ανταπόκρισής τους οι Ενάγοντες, στις 29/08/2006, είχαν αποστείλει στους Εναγόμενους επιστολή με την οποία είχαν τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και είχαν μεταφέρει το υπόλοιπο του Λ.Κ.34.555,26- στις καθυστερήσεις με αρ. λογαριασμού 529/399648-
- Καταλήγει ότι οι σχέσεις των Εναγόντων με τους Εναγόμενους ήταν αποκλειστικά σχέσεις δανειστού και χρεώστου και δεν υφίστατο οποιαδήποτε σχέση καταπιστευματοδόχου, διαχειριστή χαρτοφυλακίου ή οποιαδήποτε άλλη σχέση και ότι οι Ενάγοντες ενεργούσαν πάντοτε κατόπιν ρητών ή και γραπτών οδηγιών των Εναγομένων ή και των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους, αναφορικά με τις επενδύσεις τους σε μετοχές. Οι Ενάγοντες ουδέποτε είχαν προβεί σε οποιαδήποτε αγοραπωλησία μετοχών χωρίς τις ρητές και έγγραφες οδηγίες των Εναγομένων ή και των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους. Οι αγορασθείσες μετοχές ανήκαν στο χαρτοφυλάκιο των Εναγομένων και συνιστούσαν περιουσία τους και αυτοί ήταν που θα υφίσταντο ζημιά από την οποιαδήποτε πτώση της τιμής των μετοχών καθώς επίσης και θα καρπούντο οποιαδήποτε κέρδη από τυχόν άνοδο στην αξία τους. Οι Ενάγοντες απλώς είχαν δανείσει στους Εναγόμενους το ποσό, μετά από δική τους αίτηση και τους ενημέρωναν, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για το υπόλοιπο του λογαριασμού τους, για την υπέρβαση του συμβατικού ορίου του λογαριασμού τους καθώς και για τη μείωση των εξασφαλίσεών τους. Η κα Θεμιστοκλέους κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τη γραπτή συμφωνία για συμμετοχή στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής», ως Τεκμήριο 2 την επιστολή αποδοχής της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 3 έγγραφο τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας, ως Τεκμήριο 4 πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 05/10/99, ως Τεκμήριο 5 σύμβαση ενεχυρίασης των τίτλων αξιών, ως Τεκμήριο 6 δέσμη των εξουσιοδοτήσεων για τις πράξεις που είχαν διενεργηθεί, ως Τεκμήριο 7(1-4) τις ανακοινώσεις στον τύπο ημερομηνίας 01/01/2001, ως Τεκμήριο 8(α-β) ανακοινώσεις ημερομηνίας 15/08/2001, ως Τεκμήριο 9 δημοσίευση ημερομηνίας 22/09/2001, ως Τεκμήριο 10 δημοσίευση ημερομηνίας 10/11/2001, ως Τεκμήριο 11 δημοσίευση ημερομηνίας 19/12/2002, ως Τεκμήριο 12 δημοσίευση ημερομηνίας 09/04/2003, ως Τεκμήριο 13 δημοσίευση ημερομηνίας 05/05/2004, ως Τεκμήριο 14 δημοσίευση ημερομηνίας 04/03/2005, ως Τεκμήριο 15 δημοσίευση ημερομηνίας 26/05/2005, ως Τεκμήριο 16 δημοσίευση ημερομηνίας 11/06/2005, ως Τεκμήριο 17(Α - Β) δύο επιστολές τερματισμού, ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο του πληρεξουσίου που είχε παραχωρηθεί στην Ενάγουσα, ως Τεκμήριο 19 την εκχώρηση της προθεσμιακής κατάθεσης, ως Τεκμήριο 20 αντίγραφο της επιταγής και του εντάλματος πληρωμής για το ποσό των Λ.Κ.77.800-, ως Τεκμήριο 21 κατατέθηκε δέσμη καταστάσεων λογαριασμών των Εναγομένων, ως Τεκμήριο 22 κατατέθηκε κατάσταση λογαριασμού μέχρι την 31/12/2007, ως Τεκμήρια 23 μέχρι 38 κατατέθηκε αριθμός επιστολών προς τους Εναγόμενους που αφορούσαν ενημέρωση σε σχέση με την υπέρβαση του ορίου στο λογαριασμό των Εναγομένων, ως Τεκμήριο 39 επιστολή ημερομηνίας 12/04/2006 των δικηγόρων των Εναγόντων, ως Τεκμήριο 40 έντυπο σε σχέση με τα έξοδα του επενδυτή, ως Τεκμήριο 41 επιστολή, ημερομηνίας 25/08/2006, των ελεγκτών των Εναγομένων με την οποία ζητούσαν τη χορήγηση κάποιων εγγράφων από την Τράπεζα. Εξήγησε, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι στις επιστολές που είχαν σταλεί προς τους Εναγόμενους υπήρχαν δύο διαφορετικές διευθύνσεις γιατί ο Δήμος Παραλιμνίου το 2000 είχε αλλάξει τις ονομασίες των οδών και η διεύθυνση των Εναγομένων από Συνοικισμός Παραλιμνίου Γ39 είχε γίνει Φιλικής Εταιρείας
- Ο ταχυδρομικός τους τομέας δεν είχε αλλάξει και είχε παραμείνει
- Είχε στην κατοχή της επιστολές που είχαν σταλεί από τον Εναγόμενο 1 προς την Τράπεζα, για άλλους λογαριασμούς από τον επίδικο, στις οποίες επιστολές αναφέρει ότι η διεύθυνσή του μέχρι τις 17/02/2000 ήταν Συνοικισμός Παραλιμνίου Γ39 και στις επόμενες δύο επιστολές, με ημερομηνίες 28/11/2001 και 26/2/2003, ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ως διεύθυνσή του την οδό Φιλικής Εταιρείας 45, ταχυδρομικός τομέας
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 42, τις τρεις επιστολές στις οποίες είχε αναφερθεί. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι, με βάση το συμβόλαιο, η ασφάλεια του συγκεκριμένου λογαριασμού ήταν σε μετοχές και όφειλαν οι Εναγόμενοι να παραχωρήσουν ως ενέχυρο μετοχές αξίας Λ.Κ.50.000- ή, μετά την τροποποίηση με το Τεκμήριο 3, ποσό σε μετρητά ίσο με το 40% του ορίου. Εξήγησε ότι ο όρος 6 του Τεκμηρίου 1 ήταν ο όρος για ενεργοποίηση του λογαριασμού, ενώ ο όρος 7, όπως είχε τροποποιηθεί με το Τεκμήριο 3, επέτρεπε στην Τράπεζα, προς διασφάλιση του δανείου, να προβεί σε πώληση όλου ή μέρους των αξιών. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το όριο εξασφάλισης είναι αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 1 και έπρεπε να υπάρχει καθ΄ όλη τη διάρκεια του λογαριασμού. Ερωτηθείς ανέφερε ότι σε περίπτωση που ο επίδικος λογαριασμός ήταν εκτός των ορίων του όρου 7 του Τεκμηρίου 1, η Τράπεζα είχε διακριτική ευχέρεια να δεχθεί ή να αρνηθεί την εξουσιοδότηση από το χρηματιστηριακό γραφείο για τη χρέωση των Εναγομένων. Εξήγησε ότι οι πελάτες πολλές φορές αγόραζαν μετοχές και το χρηματιστηριακό γραφείο γνώριζε ότι θα υπήρχαν πωλήσεις. Σε τέτοια περίπτωση, που θα ακολουθούσαν πωλήσεις των μετοχών στις άμεσα επόμενες μέρες, η Τράπεζα είχε τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει τη χρέωση του λογαριασμού των Εναγομένων. Όταν της υποβλήθηκε ότι η Τράπεζα δεν είχε το δικαίωμα να διαχειρίζεται τον λογαριασμό των Εναγομένων κατά βούληση, ήταν η θέση της ότι τόσο οι Εναγόμενοι καθώς και το χρηματιστηριακό γραφείο ήταν πάντοτε ενήμεροι για το υπόλοιπο του λογαριασμού και την αξία του χαρτοφυλακίου. Το χρηματιστηριακό γραφείο μαζί με τους Εναγόμενους είχαν την ευθύνη να παρακολουθούν τον λογαριασμό. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ο λογαριασμός του πελάτη, στην περίπτωση αγοράς μετοχών, χρεωνόταν τρεις μέρες μετά, λόγω και του ξεκαθαρίσματος του Χρηματιστηρίου. Οπόταν, μέχρι να χρεωθεί ο λογαριασμός ο πελάτης μπορούσε να είχε ήδη προβεί σε πωλήσεις. Όμως, και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, η Τράπεζα επικοινωνούσε με το χρηματιστηριακό γραφείο και τον πελάτη. Παραδέχθηκε ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία είχε εξουσιοδοτηθεί από τους Εναγόμενους να εκτελεί χρηματιστηριακές πράξεις, ήταν θυγατρική της Ενάγουσας Τράπεζας. Διευκρίνισε ότι με βάση τον όρο 7 του Τεκμηρίου 1 υπήρχε περίπτωση η αξία των ενεχυριασθέντων μετοχών να είναι πολύ ψηλή, οπόταν η Τράπεζα επέτρεπε και την χρέωση πέραν του ορίου. Η Τράπεζα έλεγχε με βάση τα δεδομένα του λογαριασμού και της κάλυψης και αποφάσιζε κατά πόσο να επιτρέψει τη χρέωση οποιασδήποτε αγοράς μετοχών. Ερωτηθείς ανέφερε ότι οι πράξεις ελέγχονταν από την Τράπεζα αφού η κάθε εξουσιοδότηση συνοδευόταν με το «contract note», το οποίο έφερε αριθμό που δινόταν από το Χ.Α.Κ.. Η Τράπεζα λάμβανε πληροφόρηση σε σχέση με τις αξίες που αγοράζονταν από τον χρηματιστή μέσω των εξουσιοδοτήσεων για την πληρωμή που αποστελλόταν στην Τράπεζα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το δικαίωμα που παρείχετο στην Τράπεζα από τον όρο 7 του Τεκμηρίου 1 το είχαν ασκήσει, οι Ενάγοντες, τον Μάιο του 2006 μετά που είχαν εξαντληθεί όλα τα άλλα περιθώρια για τη διευθέτηση του συγκεκριμένου λογαριασμού. Όταν της υποβλήθηκε ότι οι ειδοποιήσεις ή τα έγγραφα που στέλλονταν σε άλλη διεύθυνση, από την Συνοικισμός Παραλιμνίου Γ 39, δεν είχαν παραληφθεί ποτέ, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η διεύθυνση η καινούργια είχε γνωστοποιηθεί από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 με έγγραφα τα οποία ο ίδιος είχε αποστείλει στους Ενάγοντες. Υποστήριξε ότι η ίδια η Τράπεζα δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο οι Εναγόμενοι προσωπικά είχαν δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες για την αγοραπωλησία των αξιών. Αυτό που γνώριζε, όμως, ήταν ότι η Τράπεζα ενεργούσε κατόπιν ρητών ή γραπτών οδηγιών των ίδιων των Εναγομένων ή των χρηματιστών τους. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 6 καθώς και στο Τεκμήριο 19 που αφορούσε οδηγίες των Εναγομένων. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Εναγόμενο 1 και ακόμη ένα μάρτυρα τον κ. Πανίκο Χριστοφόρου, λειτουργό στο Χ.Α.Κ.. Ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), στη γραπτή του κατάθεση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Β, κατέγραψε τα ακόλουθα: Υπήρχε μεταξύ του, της Τράπεζας και του Εναγομένου 2 συμφωνία παρατραβήγματος μέχρι Λ.Κ.50.000- με αποκλειστικό σκοπό την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών μέσω του Χ.Α.Κ.. Τον συγκεκριμένο λογαριασμό θα τον διαχειριζόταν και θα τον λειτουργούσε αποκλειστικά το χρηματιστηριακό γραφείο, στο οποίο είχε υπογραφτεί σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο Δημήτρης Χρίστου είχαν οποτεδήποτε συμφωνήσει για την τροποποίηση του ορίου του λογαριασμού αλλά ούτε και είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα να υπερβαίνουν το ύψος του συμφωνηθέντος ορίου. Το χρηματιστηριακό γραφείο που οι ίδιοι είχαν διορίσει δεν είχε δικαίωμα να αγοράζει μετοχές ή αξίες και να χρεώνει τον επίδικο λογαριασμό πέραν του ορίου. Είναι ο ισχυρισμός του ότι ούτε και η ίδια η Τράπεζα είχε δικαίωμα να πληρώνει στο χρηματιστηριακό γραφείο οποιαδήποτε ποσά πέραν των Λ.Κ.50.000-. Όλα αυτά καθορίζονταν από το περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας καθώς και το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου που είχε υπογραφεί προς το χρηματιστηριακό γραφείο που τους εκπροσωπούσε. Οι ίδιοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ούτε το όριο του λογαριασμού, αλλά ούτε και ποιες μετοχές ή αξίες είχαν αγοραστεί από το χρηματιστηριακό γραφείο. Η ασφάλεια των Εναγομένων ήταν ακριβώς το όριο μέσα στο οποίο έπρεπε να λειτουργεί ο επίδικος λογαριασμός. Κατά τη δική του άποψη μόνο εάν υπήρχε τροποποίηση της συμφωνίας και αύξηση ή διαφοροποίηση του ορίου της θα μπορούσε η Τράπεζα να αποδεχθεί συναλλαγές πέραν του ορίου και να πληρώσει ποσά μεγαλύτερα ή και έξω από τα συμφωνηθέντα όρια του λογαριασμού. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο Δημήτρης Χρίστου δεν είχαν εξουσιοδοτήσει τους χρηματιστές να προβούν σε αγορά μετοχών ή αξιών πέραν των Λ.Κ.50.000-, ούτε και είχαν ζητήσει ποτέ από την Τράπεζα ή είχαν συμφωνήσει με την Τράπεζα να πληρώσει στους χρηματιστές οποιαδήποτε ποσά πέρα από το όριο του λογαριασμού και έξω από τους όρους της συμφωνίας. Υποστηρίζει ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν ούτε και μπορούσαν να γνωρίζουν κατά πόσο ο λογαριασμός τους λειτουργούσε μέσα στα όριά του γιατί όλες οι αγορές και οι πωλήσεις γίνονταν από το χρηματιστή τους και θεωρούσαν ως δεδομένο ότι τόσο ο χρηματιστής καθώς και η Τράπεζα θα λειτουργούσαν το σχέδιο καθώς και τον λογαριασμό μέσα στα πλαίσια των ορίων που είχαν συμφωνηθεί. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού υποστήριξε ότι αυτές αποστέλλονταν από τους Ενάγοντες εκ των υστέρων και μετά το τέλος του κάθε μήνα. Ισχυρίστηκε ότι τόσο οι δικές του οδηγίες αλλά και του Εναγόμενου 2 προς τους χρηματιστές και την Τράπεζα ήταν ότι έπρεπε να αγοράζουν και να πληρώνουν εφόσον ήταν μέσα στα όρια του λογαριασμού και όχι εκτός από αυτά. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η Τράπεζα τους είχε αποκρύψει τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, μετά τις 24/11/1999, οι οποίες απαγόρευαν τη χρηματοδότηση για αγορά μετοχών ενώ παράλληλα επέβαλλαν στην Τράπεζα να κλείσει τους επενδυτικούς λογαριασμούς, όπως αυτόν που οι ίδιοι διατηρούσαν στους Ενάγοντες. Εάν η Τράπεζα, είναι ο ισχυρισμός του, τους προειδοποιούσε τότε οι ίδιοι θα πωλούσαν έγκαιρα τις μετοχές τους και θα έκλειναν τον λογαριασμό. Ο ίδιος προσωπικά είχε λάβει μόνο όσες ειδοποιήσεις είχαν αποσταλεί στη διεύθυνσή του, δηλαδή Συνοικισμός Παραλιμνίου Γ39 και καμιά άλλη επιστολή. Δεν παρέλαβε ποτέ την ειδοποίηση ημερομηνίας 29/08/2006, την οποία η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέστειλε για να τερματίσει την επίδικη συμφωνία και τον επίδικο λογαριασμό. Η διεύθυνση, Φιλελλήνων 11, 5290, Παραλίμνι, ανήκει στον Εναγόμενο 2 και όχι στους ίδιους. Υποστηρίζει ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού αποτελεί την ζημιά που οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί λόγω της συμπεριφοράς της Τράπεζας γι΄ αυτό και αξιώνουν την καταβολή του από τους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τον τόκο, ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα μπορούσε να χρεώνει μόνο τους τόκους που είχαν συμφωνηθεί, ήτοι 8,5% ετησίως, πάνω στα χρεωστικά υπόλοιπα του λογαριασμού. Διαφώνησε με τη θέση της κας Τούλιας Θεμιστοκλέους ότι η σχέση των Εναγομένων με την Τράπεζα ήταν απλά σχέση δανειστού και χρεώστη. Προώθησε τη θέση ότι ήταν μια σχέση για τη λειτουργία του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής». Η λειτουργία του συγκεκριμένου σχεδίου γινόταν ουσιαστικά από τους χρηματιστές, οι οποίοι προέβαιναν σε όλες τις συναλλαγές χωρίς να ενημερώνουν τους ιδίους. Ισχυρίζεται ότι είχε γίνει συμψηφισμός των καταθέσεων του ιδίου καθώς και του Εναγομένου 2, χωρίς να έχει ο ίδιος παραχωρήσει ένα τέτοιο δικαίωμα στους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες είχαν προχωρήσει στην πώληση των μετοχών που υπήρχαν χωρίς να αποστείλουν στους Εναγόμενους οποιαδήποτε ειδοποίηση. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ο ίδιος μαζί με τον Εναγόμενο 2 είχαν αιτηθεί τη συμμετοχή τους στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» και είχε εγκριθεί η αίτησή τους με παραχωρηθέν όριο τις Λ.Κ.50.000-. Παραδέχθηκε επίσης ότι είχαν υπογραφτεί από τον ίδιο και τον Εναγόμενο 2 τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4 και
- Ο ίδιος μπορούσε να αντιληφθεί πώς λειτουργούσε το σχέδιο «Εθνοεπενδυτής», δηλαδή ότι διενεργούνταν συναλλαγές από τον πληρεξούσιο χρηματιστή, οι οποίες αποστέλλονταν στην Ενάγουσα Τράπεζα ώστε να χρεωθεί ανάλογα ο λογαριασμός. Παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχαν περιορισμοί στον τρόπο που ο χρηματιστής θα ασκούσε τις εξουσίες που του παρείχαν οι ίδιοι δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο
- Όμως υποστήριξε ότι υπήρχε ο περιορισμός των Λ.Κ.50.000-, παρόλο που δεν καταγραφόταν σε οποιοδήποτε έγγραφο. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε διαβάσει ποτέ του το πληρεξούσιο έγγραφο. Όμως, ήταν με την εντύπωση ότι ο χρηματιστής θα του αγόραζε πάντοτε μετοχές με βάση το υπόλοιπο του λογαριασμού, γιατί ελεγχόταν από την Τράπεζα. Ο ίδιος είχε υπόψη του ότι όταν υπερέβαινε το όριο ο χρηματιστής, η Τράπεζα δεν θα τον εξουσιοδοτούσε να προχωρήσει στην αγορά των μετοχών. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε διαβάσει κανένα από τα Τεκμήρια 1 μέχρι 4 πριν τα υπογράψει. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είχε αναφέρει κάτι τέτοιο στη γραπτή του δήλωση, ισχυρίστηκε ότι η γραπτή του δήλωση είχε γίνει με βάση την κοινή λογική. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τα γεγονότα λόγω του ότι είχαν παρέλθει δεκαπέντε χρόνια και εξήγησε στη συνέχεια ότι ακόμα και αν τα διάβαζε, τα συγκεκριμένα έγγραφα, δεν θα ήταν σε θέση σήμερα να θυμάται. Παραδέχθηκε ότι είχαν εξουσιοδοτήσει τον χρηματιστή να διαχειρίζεται το ποσό των χρημάτων όπως ο ίδιος θεωρούσε σωστό. Ανέφερε ότι ο ίδιος συνεργαζόταν με την Ελληνική Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου και δεν είχε συνεργαστεί ξανά με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Όταν του υποβλήθηκε ότι διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ένα δάνειο, πριν την παραχώρηση των συγκεκριμένων διευκολύνσεων, απάντησε καταφατικά. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε δώσει καμία οδηγία προς τον χρηματιστή σε σχέση με τις κινητές αξίες. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 19 (δ), αναγνώρισε την υπογραφή του, όμως, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει το Τεκμήριο 19(δ) και ζήτησε να μιλήσει με το δικηγόρο του. Ακολούθως, μετά που το ανέγνωσε, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν το έβλεπε ως εντολή στο χρηματιστή του. Του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς ο ίδιος ερμήνευε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19(δ). Ως απάντηση, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν θυμόταν να υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο και αρνήθηκε ότι ήταν τα δικά του γράμματα. Όμως, αμέσως μετά, αναγνώρισε την υπογραφή του και τον αριθμό δελτίου ταυτότητάς του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι με τους χρηματιστές δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία, ενώ με την Τράπεζα είχε επικοινωνία έτσι που ο λογαριασμός του να μην περάσει το όριο των Λ.Κ.50.000-. Τους τηλεφωνούσε κατά διαστήματα για να ελέγξει το όριο. Καθόρισε τα τηλεφωνήματα εντός του πρώτου μήνα λειτουργίας του λογαριασμού. Παραδέχθηκε ότι δεν ενδιαφερόταν κατά πόσο το υπόλοιπο ξεπερνούσε το όριο του λογαριασμού γιατί ήταν σίγουρος ότι η Τράπεζα μαζί με τον χρηματιστή δεν θα επέτρεπαν την υπέρβαση του ορίου. Παραδέχθηκε ότι λάμβανε κατάσταση λογαριασμού μετά το τέλος του μηνός και ισχυρίστηκε ότι μπορούσαν να περάσουν και σαράντα μέρες από μια αγορά αξιών για να διαπιστώσει τη συγκεκριμένη αγορά. Επέμενε στη θέση του ότι ήταν καθήκον της Τράπεζας και του χρηματιστή να μην υπερβούν το ποσό των Λ.Κ.50.000-. Παραδέχθηκε ότι τους πρώτους δύο μήνες ο ίδιος τηλεφωνούσε τόσο στο χρηματιστή καθώς και στην Τράπεζα για να διασφαλίσει ότι δεν θα υπήρχε υπέρβαση του συγκεκριμένου ορίου. Όταν του υποβλήθηκε ότι τις πρώτες δύο μέρες λειτουργίας του λογαριασμού του το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού είχε αυξηθεί στις Λ.Κ.51.000-, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και επιπρόσθετα προώθησε την θέση ότι ποτέ δεν ενημερωνόταν και αρνήθηκε ότι είχε επικοινωνία με την Τράπεζα τους πρώτους δυο μήνες των συναλλαγών. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι δεν ενημερωνόταν σε σχέση με τις μετοχές που αγοράζονταν για λογαριασμό του και ότι απλώς ρωτούσε για το όριό του. Παραδέχθηκε ότι είχε λάβει την κατάσταση λογαριασμού του Οκτωβρίου 1999 γύρω στις 15/11/
- Παραδέχθηκε επίσης ότι όταν παρέλαβε την συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία κατέγραφε ότι χρωστούσε Λ.Κ.45.758-, ο ίδιος δεν είχε ιδέα τι αφορούσε η συγκεκριμένη οφειλή. Ήταν η θέση του ότι ο χρηματιστής του είχε αγοράσει μετοχές αξίας Λ.Κ.44.000- και εξήγησε ότι ο ίδιος λόγω του ότι είχε κατατεθειμένες στην Τράπεζα Λ.Κ.30.000- και είχε όριο παρατραβήγματος μέχρι τις Λ.Κ.50.000- δεν μπορούσε να διακρίνει οτιδήποτε μεμπτό ή οτιδήποτε παράνομο αφού είχε συμφωνήσει με την Τράπεζα για να πάρει τις Λ.Κ.30.000-, να πουλήσει και τις μετοχές του και να κλείσει ο λογαριασμός. Παραδέχθηκε ότι στις 13/10/1999 είχε προβεί σε κατάθεση μετρητών ύψους Λ.Κ.5.000- γιατί το υπόλοιπό του ανερχόταν στις Λ.Κ.52.285,60-. Συμφώνησε ότι είχε καταθέσει τις Λ.Κ.5.000- για να επανέλθει ο λογαριασμός εντός του ορίου. Όταν ερωτήθηκε πώς γνώριζε ότι υπήρχε υπέρβαση του ορίου και προχώρησε στη συγκεκριμένη κατάθεση, ισχυρίστηκε ότι τον είχε ενημερώσει ο τραπεζίτης του. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού του Νοεμβρίου του 1999, παραδέχθηκε ότι στις 22/11/1999 το υπόλοιπο ήταν Λ.Κ.55.351,17-. Μετά από αυτή την κατάσταση προκύπτει ότι είχε αποσυρθεί το ποσό των Λ.Κ.77.802,50-, το οποίο ποσό αφορούσε κέρδη από τις αγοραπωλησίες των μετοχών. Παραδέχθηκε ότι τους είχε ενημερώσει η Τράπεζα ότι δικαιούντο να αποσύρουν το συγκεκριμένο ποσό. Ακολούθως παραδέχθηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού, στο τέλος Νοεμβρίου 1999, είχε ανέλθει στις Λ.Κ.133.000- λόγω της ανάληψης του συγκεκριμένου ποσού και ο ίδιος δεν είχε παραπονεθεί. Λόγω ακριβώς του συγκεκριμένου υπολοίπου είχαν γίνει άμεσα πωλήσεις μετοχών και είχαν πιστωθεί τρία ποσά συνολικού ύψους Λ.Κ.83.160-. Του επισημάνθηκαν από τον συνήγορο των Εναγόντων οι διάφορες πράξεις οι οποίες είχαν γίνει, κάποιες την ίδια μέρα και κάποιες μετά παρέλευση πέντε με έξι ημερών, οι οποίες πράξεις οδηγούσαν τον λογαριασμό σε υπέρβαση του ορίου και ακολούθως, με την πώληση μετοχών ή την κατάθεση μετρητών, ο λογαριασμός επανερχόταν άμεσα στο όριό του. Μέχρι και το τέλος Νοεμβρίου του 1999 το υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στις Λ.Κ.49.994- και τον Μάιο 2000 το υπόλοιπο ανερχόταν στις Λ.Κ.38.566-, που ήταν η τελευταία φορά που είχαν γίνει οποιεσδήποτε πράξεις. Παραδέχθηκε ότι ο χρηματιστής φαινόταν να διαχειρίζεται σωστά τον λογαριασμό, αφού μόλις ο λογαριασμός ξεπερνούσε το όριο προέβαινε σε πωλήσεις έτσι ώστε το υπόλοιπο στο τέλος του μηνός να είναι πάντοτε εντός του συμφωνηθέντος ορίου. Με αναφορά στο Τεκμήριο 6, του υποδείχθηκε ότι μέχρι το τέλος Μαΐου του 2000 ο χρηματιστής διαχειριζόταν τον λογαριασμό εντός του ορίου των Λ.Κ.50.000- και ο Εναγόμενος συμφώνησε. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.50.000- γιατί είχε κατατεθειμένες Λ.Κ.30.000-, οι οποίες ήταν δεσμευμένες. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι όφειλε ο χρηματιστής του να πουλήσει τις μετοχές του έτσι ώστε να αποπληρώσει το χρέος του στους Ενάγοντες και να κλείσει τον λογαριασμό. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι πράξεις, τις οποίες ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει ως αυθαίρετες και παράνομες δεν ήταν τέτοιες στην ουσία, ήταν ο ισχυρισμός του ότι υπήρχαν καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες υπήρχε υπέρβαση του ορίου των Λ.Κ.50.000- χωρίς τη δική του εξουσιοδότηση και η Τράπεζα όφειλε να μην επιτρέπει στον χρηματιστή να αγοράζει μετοχές πέραν των Λ.Κ.50.000-. Όταν του υποδείχθηκε ότι όλες οι χρεώσεις στο λογαριασμό του ήταν σωστές και νόμιμες ισχυρίστηκε ότι στο λογαριασμό υπήρχαν υπερβάσεις άνω των Λ.Κ.50.000-, τις οποίες η Τράπεζα είχε επιτρέψει χωρίς τη δική του εξουσιοδότηση. Αρνήθηκε ότι ενημερωνόταν από τους Ενάγοντες σε σχέση με την κατάσταση του λογαριασμού του και υποστήριξε ότι λάμβανε κατάσταση 45 μέρες μετά τη διενέργεια των πράξεων και στο μεταξύ άλλαζαν οι τιμές των μετοχών. Παραδέχθηκε, όμως, ότι υπήρχαν δύο διευθύνσεις και είχε λάβει κάποιες από τις καταστάσεις και άλλες όχι. Ήταν η θέση του ότι η οδός Φιλικής Εταιρείας 45 ήταν η νέα οδός, μετά από μετονομασία της οδού Συνοικισμός Παραλιμνίου Γ
- Αρνήθηκε ότι είχε παραλάβει τα Τεκμήρια 17 Α και Β και υποστήριξε ότι ουδέποτε του είχαν τηλεφωνήσει από την Τράπεζα για να διευθετήσει το λογαριασμό του. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο για υπέρβαση του λογαριασμού του στην Τράπεζα ισχυρίστηκε ότι είχε υποβάλει παράπονο όταν του επήραν τα λεφτά του χωρίς να τον ρωτήσουν και όταν πωλήθηκαν οι μετοχές του χωρίς να τον ρωτήσουν και ακολούθως είχε τύχει ενημέρωσης ότι είχαν συμψηφιστεί οι καταθέσεις του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί για τον συμψηφισμό από κάποιο τραπεζίτη ή ακόμα μπορεί και να του είχε σταλεί κάποια επιστολή, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ακόμα και όταν ο συνήγορος των Εναγόντων του είχε επισύρει την προσοχή του στην δική του δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, Τεκμήριο Β, στην οποία κατέγραφε ότι η δική του διεύθυνση ήταν πάντοτε Συνοικισμός Παραλιμνίου Γ΄39 και ότι η οδός Φιλικής Εταιρείας ήταν η ίδια διεύθυνση συνέχιζε να αρνείται την παραλαβή οποιασδήποτε επιστολής. Μαρτυρία για τους Εναγόμενους δόθηκε και από τον Πανίκο Χριστοφόρου (Μ.Υ.2), Λειτουργό του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Είχε εκτυπώσει από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις συναλλαγές στο Χ.Α.Κ. των δύο Εναγομένων που αφορούσαν την περίοδο 22/11/99 μέχρι 12/6/
- Εξήγησε ότι οι συγκεκριμένοι επενδυτές είχαν προβεί στις συγκεκριμένες συναλλαγές μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου Εθνική Χρηματιστηριακή, ενώ κάποιες από τις συναλλαγές είχαν γίνει από τον επενδυτή Ανδρέα Γεωργίου μέσω άλλης χρηματιστηριακής εταιρείας. Κατατέθηκαν, ως Τεκμήριο 44, τα στοιχεία συναλλαγών του Εναγομένου 1 και ως Τεκμήριο 45 τα στοιχεία των συναλλαγών του Εναγομένου
- Ερωτηθείς ανέφερε ότι μετά τις 29/02/2000 ο Ανδρέας Χρίστου, με αρ. δελτίου ταυτότητας 644281, προέβαινε σε αγοραπωλησίες μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας «Marketrends Ltd» με τον κωδικό
- Η χρηματιστηριακή εταιρεία «Εθνική Χρηματιστηριακή» είχε κωδικό
- Όπως προκύπτει, από την αναφορά των συναλλαγών, κάποιες από τις συναλλαγές, όπως για παράδειγμα αυτή που είχε διενεργηθεί στις 22/11/99, είχαν γίνει από την Εθνική Χρηματιστηριακή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνολική αξία των συναλλαγών ήταν Λ.Κ.84.000- προς όφελος του επενδυτή. Εξήγησε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο των δυο Τεκμηρίων 43 και
- Ερωτηθείς ανέφερε ότι κατά την επίδικη περίοδο το Χρηματιστήριο δεν τηρούσε μητρώα των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών. Μέχρι και το τέλος του 2003 ευθύνη της τήρησης των μητρώων είχαν οι γραμματείς των εταιρειών. Μετά το 2003 δημιουργήθηκε κεντρικό μητρώο στο οποίο συμπεριλήφθηκαν, για κάθε επενδυτή, όλες οι αξίες που κατέχονται και σε ποια κατάσταση βρίσκονται, δηλαδή αν είναι ελεύθερες ή δεσμευμένες. Η συγκεκριμένη μερίδα του επενδυτή συνιστά και το χαρτοφυλάκιό του. Μέχρι το 2003 η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του επενδυτή τηρείτο από τον χρηματιστή, ο οποίος είχε υποχρέωση να το τηρεί. Εάν δεν τηρούνταν τέτοιες καταστάσεις από τον χρηματιστή καθημερινά, ο χρηματιστής δεν μπορούσε να γνωρίζει καθημερινά ποιες μετοχές είχε ο κάθε επενδυτής. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι οι χρηματιστές είχαν υποχρέωση να αποστέλλουν τις καταστάσεις που αφορούσαν το χαρτοφυλάκιο των επενδυτών στους ίδιους τους επενδυτές. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι είχαν υποχρέωση με κάθε συναλλαγή να ενημερώνουν τους πελάτες τους. Για την περίοδο 1999 μέχρι το 2002 υπήρχε και μια πρόσθετη υποχρέωση να ενημερώνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα τους επενδυτές, ακολούθως ο τρόπος επικοινωνίας των χρηματιστών με τους επενδυτές είχε θεσμοθετηθεί. Ερωτηθείς εξήγησε ότι οι πράξεις, ήτοι οι συναλλαγές, γίνονταν από κοινό λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
- Εξήγησε ότι το Τεκμήριο 43 αφορούσε όλες τις πράξεις που είχαν γίνει από τον κοινό λογαριασμό των επενδυτών και το Τεκμήριο 44 αφορούσε τις πράξεις που είχαν γίνει στο επενδυτικό σχέδιο «Εθνοεπενδυτή». Κλήθηκε και η κα Άννα Πασχάλη, (Μ.Υ.3), η οποία εργάζεται στην Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου. Κατέθεσε ως μάρτυρας «non est decum» και εξήγησε ότι το σύστημα δεν παρέχει την ευχέρεια λήψης αντιγράφων των καταστάσεων αποτίμησης χαρτοφυλακίου. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι η Εθνική Χρηματιστηριακή απλά εκτελούσε τις συναλλαγές του πελάτη. Ο Εθνοεπενδυτής, οι πελάτες, έστελναν καθημερινά τα υπόλοιπα με τα οποία μπορούσε, το χρηματιστηριακό γραφείο, να εκτελέσει συναλλαγές. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές είχαν προωθήσει τις θέσεις τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου και στις οποίες το Δικαστήριο θα κάνει αναφορά όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η κα Τούλια Θεμιστοκλέους, (Μ.Ε.1), ήταν σταθερή, ειλικρινής και πειστική μάρτυρας. Παρά την πιεστική αντεξέταση την οποία είχε υποστεί συνέχισε να επεξηγεί με λεπτομέρεια τι είχε διαμειφθεί μεταξύ των μερών και πως είχε εξελιχθεί η υλοποίηση της συμφωνίας μεταξύ τους. Τα όσα είχε αναφέρει υποστηρίχθηκαν και από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι τα κατατεθέντα τεκμήρια, αλλά και σε μεγάλη έκταση από την μαρτυρία του Εναγόμενου 1, ο οποίος είχε παραδεχθεί ότι γνώριζε τον τρόπο που λειτουργούσε ο λογαριασμός καθώς και ότι είχε προβεί σε ανάληψη σεβαστού ποσού χρημάτων και ότι πάντοτε επανερχόταν στο όριο του ο λογαριασμός, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μετά από αγορές οι οποίες οδηγούσαν στην υπέρβασή του. Όπως διαφάνηκε, από αυτή τούτη την μαρτυρία της, γνώριζε πολύ καλά τα στοιχεία για τα οποία κατέθεσε, αλλά, είχε και πολύ καλή γνώση για τους όρους της επίδικης συμφωνίας και των σχετιζόμενων με αυτή εγγράφων. Ήταν πολύ συγκεκριμένη στις απαντήσεις της παραπέμποντας στα τεκμήρια τα οποία είχε παρουσιάσει. Η συνολική εικόνα που αφέθηκε στο Δικαστήριο από τη μάρτυρα ήταν πολύ καλή, αφού υπήρξε ευθύς και πρόθυμη να επεξηγήσει τα πάντα. Συνακόλουθα των πιο πάνω η μαρτυρία της κρίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Εναγόμενος 1, (Μ.Υ.1), έκανε μεγάλες προσπάθειες να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των θέσεών του αλλά το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να υποπέσει σε πολλές και μεγάλες αντιφάσεις. Ενώ στα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, που άπτονται καίριων επιδίκων ζητημάτων, δηλαδή ως προς την υπογραφή του επί της επίδικης συμφωνίας αλλά και επί του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών και του πληρεξουσίου εγγράφου προς το χρηματιστηριακό γραφείο υπάρχει αποδοχή, προσπάθησε να δώσει άλλη δική του ερμηνεία επί των εν λόγω εγγράφων μέχρι του σημείου που ανέφερε ότι δεν τα είχε διαβάσει. Είχε παραδεχθεί ότι είχε υπογράψει τόσο την συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων καθώς και το πληρεξούσιο προς την χρηματιστηριακή εταιρεία ενώ παράλληλα είχε παραδεχθεί ότι γνώριζε πώς λειτουργούσε το σχέδιο «Εθνοεπενδυτής». Παράλληλα, αναγνώρισε ότι στο χρηματιστηριακό γραφείο, το οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις και για τους δυο Εναγόμενους, δεν είχε τεθεί οποιοσδήποτε περιορισμός σε σχέση με το ποσό το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ότι ο χρηματιστής του πάντοτε επανέφερε το υπόλοιπο του λογαριασμού του εντός του ορίου. Η αρχική του θέση, όπως αυτή προβλήθηκε στην γραπτή του δήλωση, ότι κατά τον χρόνο που γίνονταν οι αγοραπωλησίες των μετοχών δεν μπορούσαν να γνωρίζουν, οι Εναγόμενοι, το οφειλόμενο υπόλοιπο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού λάμβαναν καταστάσεις λογαριασμού, έκαμναν αναλήψεις μετρητών, ήτοι Λ.Κ.77.800- στις 29/11/09, Τεκμήριο 20, ενώ παράλληλα λάμβαναν και επιστολές εκεί όπου ο λογαριασμός τους βρισκόταν σε υπέρβαση, Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα υπάρχει και η παραδοχή του ότι τους πρώτους δυο μήνες τηλεφωνούσε ο ίδιος τόσο στον χρηματιστή καθώς και στον τραπεζίτη και ενημερωνόταν και ότι ο ίδιος ο τραπεζίτης του είχε τηλεφωνήσει και τον είχε ενημερώσει, στις 13/10/1999, ότι ο λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση και για αυτό είχε καταθέσει σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.5.000-. Ερωτηματικά γεννούνται από την θέση του συγκεκριμένου μάρτυρα, η οποία είχε προβληθεί μόνο κατά την αντεξέτασή του και όχι στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή του, ότι δεν είχε διαβάσει τα έγγραφα που συνιστούν τα Τεκμήρια 1,2,3 και
- Θεωρώ ότι είχε προβάλει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγει από τις υποχρεώσεις του. Επίσης το γεγονός ότι είχε ισχυριστεί ότι δεν θυμόταν το περιεχόμενο των εγγράφων γιατί είχαν μεσολαβήσει 15 χρόνια έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της δήλωσής του, Τεκμήριο Β, στο οποίο επεξηγεί πως ο ίδιος αντιλαμβανόταν τους όρους της σύμβασης. Για να καταλήξει ότι δεν είχε διαβάσει τους όρους της συμφωνίας. Είχε επιλεκτική μνήμη και αυτό διαφάνηκε και από τα ακόλουθα γεγονότα: Όπως το ότι δεν θυμόταν ότι είχε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα για ποσό που ανερχόταν στις Λ.Κ.3.000-, πριν την ημερομηνία που είχε υποβάλλει αίτηση για την συμμετοχή του στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής», ενώ για το ίδιο ποσό θυμόταν ότι είχε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα. Η θέση αυτή προέκυψε κατά την αντεξέταση λόγω του ισχυρισμού του ότι ποτέ δεν είχε συνεργαστεί με την Εθνική Τράπεζα πριν το άνοιγμα του συγκεκριμένου λογαριασμού. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 19(δ), μετά από δική του άρνηση ότι έδινε εντολές στον χρηματιστή του, αρχικά αναγνώρισε την υπογραφή του, στην συνέχεια ένοιωσε στενάχωρα και ισχυρίστηκε ότι για τον ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19(δ) δεν συνιστούσε οδηγίες προς τον χρηματιστή του για να καταλήξει στο τέλος με την ακόλουθη φράση «Επιτρέπεται να πω ότι δεν είναι δικό μου αυτό το πράγμα;». Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι έπαιρνε τηλέφωνο στην Τράπεζα τους πρώτους δυο μήνες που είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός, μέχρι που να αποκτήσει εμπιστοσύνη, για να διασφαλίσει ότι δεν γινόταν υπέρβαση των Λ.Κ.50.000- παραδέχτηκε ότι ο λογαριασμός τις πρώτες δυο μέρες που είχε ανοιχθεί είχε υπερβεί το όριο των Λ.Κ.50.000-. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν διαπίστωνε πρόβλημα στον λογαριασμό αφού είχε συμφωνήσει να πάρουν τις Λ.Κ.30.000- τις οποίες διατηρούσε σε καταθέσεις στην Τράπεζα. Όταν του υποβλήθηκε, με αναφορά στο Τεκμήριο 21 κατάσταση λογαριασμού, ότι ενημερωνόταν για το υπόλοιπό του, του είχε τηλεφωνήσει ο τραπεζίτης, έτσι ώστε που να καταθέτει λεφτά και ο λογαριασμός να φτάνει στο όριο των Λ.Κ.50.000- το παραδέχθηκε. Όπως παραδέχθηκε ότι του είχαν τηλεφωνήσει από την Τράπεζα και του είχαν αναφέρει ότι υπήρχαν κέρδη ύψους Λ.Κ.77.802-, τα οποία στην συνέχεια είχαν αποσυρθεί από το λογαριασμό στις 29/11/99, αφήνοντας το λογαριασμό με υπόλοιπο στις Λ.Κ.133.153- και για να επανέλθει ο λογαριασμός είχαν γίνει τρείς πωλήσεις, αμέσως τις επόμενες μέρες, οι οποίες είχαν επαναφέρει το λογαριασμό στο όριό του. Δέχθηκε την υποβολή ότι δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με το υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.133.153-. Με αναφορά στις χρεώσεις και τις πιστώσεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο 21 και τις εντολές προς τον χρηματιστή, το Τεκμήριο 6, ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι ο χρηματιστής του ενεργούσε με σύνεση έτσι που ο λογαριασμός να μην υπερβαίνει τις Λ.Κ.50.000- καθώς επίσης και ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο, τον Ιούνιο 2000, ήταν Λ.Κ.50.856,05-. Όλα αυτά ενώ συνέχιζε να αρνείται το υπόλοιπο και να ισχυρίζεται ότι αυθαίρετα η Τράπεζα είχε επιτρέψει την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού. Μεταξύ των παρανομιών που επικαλέστηκε ήταν και το γεγονός ότι δεν είχε ενημερωθεί για την κατάθεση του γραμματίου του, ύψους Λ.Κ.30.000-, στον συγκεκριμένο λογαριασμό καθώς και την πώληση των μετοχών του. Μόνο για να ανατρέψει ο ίδιος τον εαυτό του στην συνέχεια αναφέροντας «Είχα συμφωνήσει με την Τράπεζα να πάρει τις Λ.Κ.30.000- και να πωλήσει τις μετοχές και να κλείσει ο λογαριασμός.». Υποστήριξε ότι κάποιες επιστολές που στέλνονταν από την Τράπεζα τις λάμβανε και άλλες όχι. αντεξεταζόμενος επίσης ανέφερε ότι είχε εγκαταλείψει την συγκεκριμένη διεύθυνση και ότι εκεί έμεναν οι γονείς του. Όμως ο ίδιος αναγνώρισε ότι η οδός «Συνοικισμός Παραλιμνίου Γ΄39» είχε μετατραπεί σε «Φιλικής Εταιρείας 45» και ότι σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση διέμενε πάντοτε εκεί, πλην όμως εξακολούθησε να υποστηρίζει ότι δεν είχε παραλάβει καμιά επιστολή της Τράπεζας που είχε σταλεί στην συγκεκριμένη οδό. Οι πιο πάνω αντιφάσεις είναι μέρος αυτών που είχαν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο. Η συγκεκριμένη μαρτυρία είναι ακροσφαλής και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως η αληθινή εκδοχή των γεγονότων. Ο κ. Χριστοφόρου, (Μ.Υ.2), ο οποίος ήταν Λειτουργός στο Χ.Α.Κ., ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και απλά βοήθησε το Δικαστήριο να αντιληφθεί πως γίνονταν οι πράξεις στο Χ.Α.Κ. την δεδομένη χρονική περίοδο. Δεν έχω λόγο να απορρίψω την μαρτυρία του. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Λόγω της φρενίτιδας που υπήρχε σε σχέση με το Χ.Α.Κ. οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αιτηθεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου), στις 13/09/1999, συμμετοχή στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» και είχε εγκριθεί η αίτησή τους, στις 14/09/1999 και οι όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας υπήρχαν ενσωματωμένοι στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου 1, της αίτησης. Οι όροι αυτοί, εφόσον στις 29/09/1999 με επιστολή τους οι Ενάγοντες ενέκριναν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων στους Εναγόμενους για το ύψος των ΛΚ50.000-, αποτέλεσαν και τους όρους της συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων με την εν λόγω έγκριση. Το όριο του συγκεκριμένου λογαριασμού είχε τεθεί στις Λ.Κ.50.000-. Η συγκεκριμένη συμφωνία αφορούσε αποκλειστικά την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών, των οποίων η διαχείριση θα γινόταν από χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο θα υπεδείκνυε στους Εναγόμενους η Τράπεζα, οι οποίες στην συνέχεια θα ενεχυριάζονταν υπέρ της Τράπεζας προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αποδεχθεί του όρους της συμφωνίας θέτοντας τις υπογραφές τους, σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Προς εφαρμογή των συμφωνηθέντων είχε υπογραφεί πληρεξούσιο έγγραφο, στις 05/10/1999, προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 την είχαν εξουσιοδοτήσει να ενεργεί εκ μέρους τους σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα που αφορά τις κινητές αξίες που θα αποκτιόνταν. Παράλληλα είχε υπογραφεί και έγγραφο ενεχυρίασης των αξιών που θα αγοράζονταν προς όφελος της Τράπεζας, Τεκμήρια 4 και 5, αφού σύμφωνα με τον όρο 3 του Τεκμηρίου 1 όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών αξιών που θα αγοράζονταν από τους Εναγόμενους θα ενεχυριάζονταν υπέρ των Εναγόντων και τα σχετικά δικαιώματα, παρόντα και μέλλοντα, θα εκχωρούνταν σε όφελός τους ως εξασφάλιση των υποχρεώσεών τους. Την ίδια μέρα που είχε υπογραφτεί το πληρεξούσιο έγγραφο και το έγγραφο ενεχυρίασης αξιών ενεργοποιήθηκε το σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» και ξεκίνησε η αγορά και πώληση αξιών, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τις 08/06/2000, Τεκμήριο 22, με τους Εναγόμενους 1 και 2 να κερδίζουν, στις 29/11/1999, ποσά ύψους Λ.Κ.77.802.50- τα οποία στην συνέχεια απέσυραν, Τεκμήριο
- Ο λογαριασμός ήταν τρεχούμενος και λειτουργούσε ως τέτοιος με δικαίωμα παρατραβήγματος. Οι Εναγόμενοι έδιναν εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο «Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου», οι οποίοι ήταν οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποί τους για αγορά/πώληση μετοχών. Όταν πραγματοποιούνταν οι συναλλαγές, το χρηματιστηριακό γραφείο έκδιδε και απόστελλε στους Ενάγοντες τα contract notes, μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για τη χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στα στοιχεία αυτά, Τεκμήριο 6, που τους έδινε το χρηματιστηριακό γραφείο, πλήρωναν το συνολικό ποσό του contract note οπότε χρέωναν ανάλογα το λογαριασμό των Εναγόμενων. Οι Ενάγοντες απέστελλαν στους Εναγόμενους μηνιαίες καταστάσεις για τις καταχωρήσεις στο λογαριασμό τους. Αντίγραφο των εν λόγω καταστάσεων αποτελεί το Τεκμήριο 22, το οποίο είχε εκτυπωθεί, από την Μ.Ε.1, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το μηχανογραφικό σύστημα το οποίο τηρούν οι Ενάγοντες Ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 κατά καιρούς υπερέβαινε το χρεωστικό υπόλοιπο των Λ.Κ. 50,000-, κατά την διάρκεια του μήνα, όμως κατά το κλείσιμο του μήνα, ήτοι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, επανερχόταν στο καθορισμένο όριο. Τον Φεβρουάριο 2000 ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 και 2 είχε αρχίσει να παρουσιάζει προβλήματα, είχε διαπιστωθεί από τους Ενάγοντες ότι το περιθώριο ασφαλείας είχε μειωθεί και η Τράπεζα τους απέστελλε σχετικές επιστολές με τις οποίες τους ζητούσε συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα, Τεκμήρια 23 μέχρι 38, ήτοι τον όρο 7 της συμφωνίας. Παρά τις επιστολές για συμμόρφωση οι Εναγόμενοι δεν το έπραξαν. Επίσης οι Ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή στους Εναγόμενους, Τεκμήριο 39, με την οποία τους καλούσαν να συμμορφωθούν. Ως αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων με το Τεκμήριο 39 οι Ενάγοντες απέστειλαν, στις 29/08/2006, επιστολές, τα Τεκμήρια 17(Α) και (Β), τερματίζοντας την επίδικη συμφωνία τροποποιώντας το επιτόκιο, αυξάνοντας το 11,5%., μετά από υπέρμετρη υπομονή εκ μέρους της Τράπεζας για περίπου 6 χρόνια. Οι επιστολές είχαν σταλεί στην νέα δοθείσα, από τον Εναγόμενο 1, διεύθυνση διαμονής του και ήταν σύμφωνες και με τον όρο 5 της συμφωνίας. Κατά τον τερματισμό της συμφωνίας το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στις Λ.Κ. 34.552,26- μετά από την αφαίρεση της αξίας των πωληθέντων αξιών και των εξασφαλίσεων που είχαν παρασχεθεί κατά την σύναψη της συμφωνίας, ύψους Λ.Κ.38.763,33-. Το συγκεκριμένο υπόλοιπο επιβαρυνόταν με τόκους, όπως προνοείτο στον όρο 5 της συμφωνίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όσον αφορά τα γεγονότα, πιο συγκεκριμένα στα στοιχεία της κατάστασης λογαριασμού, κρίνεται ότι δύο από τα πιο βασικά θέματα είναι αποδεκτά από την Υπεράσπιση ή δεν αμφισβητήθηκαν κατά τη μαρτυρία της Μ.Ε.
- Το πρώτο θέμα αφορά στο αρχικό χρεωστικό υπόλοιπο που ήταν ΛΚ50.000- και παραχωρήθηκε με το άνοιγμα του λογαριασμού, αυτό το στοιχείο ουδέποτε αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση. Ως δεύτερο θέμα είναι οι καταχωρήσεις για τις διάφορες αγοραπωλησίες στις οποίες προέβαιναν οι Εναγόμενοι, τις οποίες ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε και αναγνώρισε στο Τεκμήριο
- Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, σε σχέση με την απόδειξη της αξίωσης των Εναγόντων διαπιστώνω ότι με την κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού και συγκεκριμένα την κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 29/08/2006, Τεκμήριο 21, καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22, η Ενάγουσα Τράπεζα έχει αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων 1 και
- Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 21 και 22 παρέμεινε ουσιαστικά αδιαμφισβήτητο, αφού είχε γίνει εκτεταμένη αντεξέταση του Εναγόμενου 1, ιδιαίτερα σε σχέση με τις εγγραφές στο Τεκμήριο 21 τις οποίες αναγνώρισε ως ορθές, με τον Εναγόμενο 1 να παραδέχεται στο τέλος ότι οφείλει το συγκεκριμένο ποσό αλλά δεν το πληρώνει γιατί η Τράπεζα επέτρεπε τον λογαριασμό να υπερβαίνει το καθορισθέν όριο. Εν πάση περιπτώσει, δεν προσκομίστηκε και οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να ανατρέπει ή να διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Παράλληλα, οι Εναγόμενο 1 και 2 πληροφορούνταν ότι ο λογαριασμός τους βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου του και ότι θα έπρεπε σε χρονικό πλαίσιο που καθοριζόταν να φρόντιζαν για την επαναφορά του μέσα στα συμφωνηθέντα πλαίσια, Τεκμήρια 23, 28, 31, 34 και
- Ούτε ο Εναγόμενος 1, αλλά ούτε και ο Εναγόμενος 2, είχαν ποτέ επικοινωνήσει με την Ενάγουσα Τράπεζα είτε για να εκφράσουν τη διαφωνία τους με τις συναλλαγές που τους αποδίδονταν, είτε για να παραπονεθούν για οτιδήποτε άλλο. Αντίθετα, παρά την προειδοποίηση της Τράπεζας, ημερομηνίας 15/07/2002, ότι δεν θα επέτρεπε οποιεσδήποτε περαιτέρω αναλήψεις, Τεκμήριο 35, οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνέχιζαν να παραμένουν αδρανείς. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ΛΤΔ ν. Γιώργου Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Εφ.335/09, ημερ. 17/02/2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138).» Το άρθρο 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 προβλέπεται ότι: «22
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ΄ αυτό.» Σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ' αυτά. Αυτή, η εκ πρώτης όψεως απόδειξη, δεν διαταράχθηκε κατά την ακρόαση αφού στο τέλος της αντεξέτασης του ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε σωστά ενώ παράλληλα είχαν προσκομιστεί και οι εντολές αγοράς των Εναγομένων 1 και 2 προς το χρηματιστηριακό γραφείο για την αγορά ή την πώληση μετοχών, Τεκμήριο
- Το μαχητό τεκμήριο το οποίο δημιούργησε το Τεκμήριο 21 και το οποίο ενισχύθηκε από το Τεκμήριο 6 τελικώς δεν έχει αντικρουστεί από την Υπεράσπιση με την προσκόμιση μαρτυρίας που να το ανατρέπει ή να το διαφοροποιεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε βαθμό. Αντίθετα, κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 1 μεγάλο μέρος των δοσοληψιών που καταγράφονται στο Τεκμήριο 21 είχε γίνει αποδεκτό από αυτόν. Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωσή τους, θα εξεταστούν τα όσα τέθηκαν από τους Εναγομένους 1 και
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν σειρά - κυρίως νομικών - θεμάτων τα οποία προωθούν τόσο ως Υπεράσπιση καθώς επίσης και προς υποστήριξη της Ανταπαίτησής τους. Θα προχωρήσω κατωτέρω στην εξέτασή τους για να διαπιστωθεί κατά πόσο οποιοδήποτε εξ αυτών ευσταθεί. Όσον αφορά την Υπεράσπιση για παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες παραβιάσεις οδηγούν τις συμφωνίες σε ακύρωση, το συγκεκριμένο θέμα έχει λυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι σε κάποιες από αυτές τις εκδοθείσες αποφάσεις συνήγορος της πλευράς των εναγομένων ήταν ο νυν συνήγορος των Εναγομένων 1 και
- Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι, ακόμα και τυχόν παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων. Τέτοιες παραβάσεις συνιστούν εσωτερικό θέμα μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και Εμπορικών Τραπεζών και δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα συμβάσεων που γίνονται, με τρίτους, κατά παράβασή τους. Βλ. Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ,
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131. Στην υπόθεση εκείνη τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο σχετικός Ν.66(Ι)/97δεν απαγόρευε την επίδικη συναλλαγή ούτε και το άρθρο 23 του Κεφ. 149 την καθιστούσε άκυρη. Στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 τονίστηκε ότι, συμφωνία δεν είναι παράνομη ως αποτέλεσμα παραβάσεως εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και της παράλειψης της εμπορικής τράπεζας να αποκαλύψει τις εγκυκλίους στον πελάτη της. Οι εγκύκλιοι δεν διαμορφώνουν δημόσια πολιτική. Εν πάση περιπτώσει, με τις εγκυκλίους της η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς αλλά σύστηνε στις τράπεζες να τα περιορίσουν και να είναι πιο προσεχτικές. Βλ επίσης Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα, Πολ. Εφ. 303/08, ημερ. 08/03/2012 και Γεώργιος Λανίτη ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. 339/09, ημερ. 21/11/
- Η φύση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας εξετάστηκε και στην υπόθεση Γιάλλουρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση 50/08, ημερ. 22/09/2011, στην οποία τονίστηκε ότι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκαν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας δεν επηρεάζουν αναδρομικά τη νομιμότητα της συμφωνίας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd, Πολ. Εφ. 239/09, ημερ. 20/03/2013: «Πανομοιότυποι ισχυρισμοί και επιχειρήματα προβλήθηκαν, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν στη Γρηγόρης Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 356/08, 22/12/11, από την οποία παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα, με το οποίο συμφωνούμε:- «Ούτε αυτή η θέση έχει οποιοδήποτε έρεισμα και αυτό θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του συνηγόρου του εφεσείοντα, ο οποίος είχε εγείρει ανεπιτυχώς τα ίδια θέματα σε άλλες δύο τουλάχιστον περιπτώσεις με παρόμοια περιστατικά ενώπιον του Εφετείου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 315/2007, ημερομηνίας 12.7.2010[2], το Εφετείο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, και επί αυτών των θεμάτων, αναφέροντας τα εξής: «΄Οπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του Εφεσίβλητου, οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Το δικαστήριο πολύ ορθά κατέληξε ότι ακόμα και αν από τις πιο πάνω εγκυκλίους προέκυπτε κατά τον επίδικο χρόνο θέμα δημόσιας πολιτικής, για τους λόγους που ήδη εξηγήσαμε, δεν θα μπορούσε να αφορά τους Εφεσίβλητους και ούτε θα μπορούσε να τους δεσμεύει, εφόσον δεν τους κοινοποιήθηκε. Αυτό εξάλλου υποστήριξε και η ίδια η Κεντρική Τράπεζα.' Αλλά και σε μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 21/2008, ημερομηνίας 14.7.2010[3], απορρίφθηκαν οι ίδιες θέσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα και λέχθηκαν τα εξής: 'Συμφωνούμε απόλυτα με τον τρόπο που ο ευπαίδευτος Πρόεδρος προσέγγισε το θέμα για να καταλήξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμφωνία δεν είναι παράνομη. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε, αφού πρόσφατα εξετάσαμε τα ίδια ακριβώς θέματα που ηγέρθηκαν και πάλιν από τον κ. Παπαντωνίου, στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Π.Ε. 315/07, ημερομηνίας 12.7.2010[4] και καταλήξαμε σε σχέση με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ότι παρόμοια συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού, δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη. Υιοθετούμε τις ίδιες απόψεις και εδώ.' Υιοθετώντας και εφαρμόζοντας στα γεγονότα της παρούσα υπόθεσης το σκεπτικό των πιο πάνω αναφερόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταλήγω πρώτον, ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παραβίαση των εγκυκλίων από τους Ενάγοντες, αφού δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση από τους Εναγόμενους και δεύτερον, δεν θα μπορούσε να επέλθει οποιαδήποτε ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας εξαιτίας του περιεχομένου των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας ακόμη και αν προσκομιζόταν οποιαδήποτε μαρτυρία αφού οι τραπεζικές συναλλαγές δεν καθίστανται παράνομες απλά και μόνο λόγω του περιεχομένου των εγκυκλίων. Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση πίστεως έναντι των Εναγομένων 1 και 2, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν χρήζει σοβαρής αξιολόγησης γιατί, όπως προκύπτει από την μαρτυρία, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1 και 2 πιστωτικό όριο για να επενδύσουν σε μετοχές που οι ίδιοι επέλεγαν να αγοράζουν ή να πωλούν. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε η μάρτυρας των Εναγόντων, κα Θεμιστοκλέους, δεν καταφαίνεται ότι η εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ευσταθεί. Η μαρτυρία των Εναγόντων παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Στο σύγγραμμα Chitty on Contract, Vol II Specific Contracts, 26η εκδ., παρα. 2892, αναφέρεται ότι σχέση εμπιστοσύνης δημιουργείται όταν ο πελάτης στηρίζεται εν γνώσει του τραπεζίτη, σε συμβουλές αυτού για μια συναλλαγή από την οποία η τράπεζα έχει ή μπορεί να έχει όφελος ή συμφέρον αντίθετο από αυτό του πελάτη. Στην παρούσα περίπτωση, οι Ενάγοντες δεν έδιναν συμβουλές στους Εναγόμενους ούτε και είχαν την ευθύνη διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Paget Law of Banking, 7η έκδοση, σελ. 169-172, μια Τράπεζα ενδεχομένως να έχει ευθύνη για λανθασμένες συμβουλές στις επενδύσεις, εάν θεωρείται ότι είναι στα πλαίσια των καθηκόντων της να δίνει τέτοιου είδους συμβουλές. Κανένα τέτοιο καθήκον είχαν οι Ενάγοντες, ούτε και τεκμηριώθηκε κάτι τέτοιο. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και των Εναγόντων και οι Ενάγοντες δεν ήταν εμπιστευματοδόχοι τους. Οι Ενάγοντες απλά εκτελούσαν την πληρωμή των πράξεων του χρηματιστηριακού γραφείου που είχαν εργοδοτήσει οι Εναγόμενοι 1 και
- Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός για την δημιουργία εμπιστεύματος, μόνο ισχυρισμός για σχέση εμπιστοσύνης. Καταγράφηκε, ως Υπεράσπιση, ότι το έγγραφο ενεχυρίασης ήταν άκυρο και ανεφάρμοστο λόγω του ότι δεν είχε υπογραφεί ενώπιον δυο μαρτύρων. Δεν προωθήθηκε οτιδήποτε σχετικό με αυτό το λόγο υπεράσπισης ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση της κας Τούλιας Θεμιστοκλέους, Μ.Ε.
- Εν πάση περιπτώσει, το Τεκμήριο 5, που συνιστά το έγγραφο ενεχυρίασης των τίτλων αξιών, είναι όντως υπογεγραμμένο από δυο μάρτυρες, ήτοι δυο τραπεζικούς υπαλλήλους. Οπόταν, δεν είναι άκυρο. Παράλληλα καταγράφηκε ο ισχυρισμός ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είναι αόριστο. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν προωθήθηκε και ως εκ τούτου δεν χρήζει εξέτασης. Ισχυρίζονται, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι πωλήθηκαν οι μετοχές τους κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Προωθούν τη θέση ότι οι Ενάγοντες παράνομα και χωρίς δικαίωμα ή και κατά παράβαση των όρων των επίδικων συμφωνιών είχαν προβεί στην πώληση των μετοχών που τους ανήκαν. Καθοριστικός είναι ο όρος 5 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, Τεκμήριο 1, σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό. Ο όρος 5 προβλέπει τα ακόλουθα: «Η ΤΡΑΠΕΖΑ δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της, οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον ΕΠΕΝΔΥΤΗ να τερματίσει την λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητές όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσει αμέσως από τον ΕΠΕΝΔΥΤΗ την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών και περαιτέρω να προβαίνει σε εκποίηση των προς αυτήν ενεχυριασμένων ΑΞΙΩΝ. ...». Στην υπόθεση Θεολόγου v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Δ.Δ. 407, τονίστηκε ότι το κριτήριο ερμηνείας έγγραφης συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο ως προς τα συμφωνηθέντα. Στην παρούσα δε περίπτωση, οι όροι του Τεκμηρίου 1 και συγκεκριμένα ο όρος 5 ήσαν ξεκάθαροι, καμιά ασάφεια δεν υπήρχε σ' αυτούς και κανένα πρόβλημα ερμηνείας τους εγείρεται. Στην περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας, η οποία τερματίστηκε στις 29/08/2006, Τεκμήρια 17(Α) και (Β), οι Ενάγοντες μπορούσαν να προβούν στην πώληση των ενεχυριασμένων αξιών και αυτό έπραξαν συμψηφίζοντας το ποσό που εισέπραξαν από την πώληση με το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι Ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση ρευστοποίησης των ενεχυριασμένων προς αυτούς μετοχών κατά το χρόνο ανατροπής του περιθωρίου εξασφάλισης. Η θέση αυτή είναι αντίθετη και ασυμβίβαστη με τις συμβατικές και τις νομικές υποχρεώσεις των Εναγόντων. Θα πρέπει να ειπωθεί ότι τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται στο Τεκμήριο 1, αλλά αυτό είναι δικαίωμα των Εναγόντων το οποίο είναι δυνατό να ασκήσουν εφόσον επιλέξουν να το ασκήσουν. Βλ. China South Sea Bank Ltd v. Tan Soon Gin
(1990)Α.C. 536, όπου αποφασίστηκε ότι ο πιστωτής δεν είχε ευθύνη προς τον χρεώστη για να εξασκήσει το δικαίωμα πώλησης που είχε και το οποίο αναφύετο από ενέχυρο αλλά δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος εάν και πότε θα πωλούσε. Από το Τεκμήριο 5, το έγγραφο ενεχυρίασης των μετοχών και τους όρους αυτού, συγκεκριμένα το όρον 10, προκύπτει όντως ξεκάθαρα ότι πρόκειται για δικαίωμα της τράπεζας για πώληση των μετοχών και όχι για υποχρέωση. Ο πιο πάνω όρος, αλλά και οι υπόλοιποι, είναι, κατά την άποψή μου, ξεκάθαροι και καθιστούν ανυπόστατα και εκτός συζήτησης τα επιχειρήματα του δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 2. Κλασικός οδηγός για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενο τους, εξεταζόμενο και όχι απομονωμένο, στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται και με κριτήριο την έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο. Βλ. Λάουρα ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)1 Α.Α.Δ. 182, Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοιας Λευκωσίας, Πολ. Εφ. 57/09, ημερ. 18/07/2012. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1739 αναφορικά με τον τρόπο που ερμηνεύεται το περιεχόμενο εγγράφων: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab κ.ά. v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Αλεξάντρου v. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις). Επομένως, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί στο Τεκμήριο 1, την συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2, είναι ότι το επίδικο σχέδιο λειτουργούσε με τον τρόπο που με λεπτομέρεια και σαφήνεια επεξηγήθηκε από την Μ.Ε.1 ενώπιον του Δικαστηρίου, της οποία η μαρτυρία έγινε ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε ενδεχόμενο λάθους αφού ο συγκεκριμένος λογαριασμός επαναφερόταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου. Οι μετοχές που αγοράζονταν στο όνομα των Εναγομένων, ενεχυριάζονταν προς όφελος των Εναγόντων και κατέχονταν από αυτούς ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς αυτούς. Σε περίπτωση μη πληρωμής των υποχρεώσεων των Εναγομένων, οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τις πωλήσουν και να ξοφλήσουν τις υποχρεώσεις των Εναγομένων χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Καταληκτικά επί του θέματος θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος 1 κατά την αντεξέτασή του είχε αναφέρει ότι είχε συμφωνήσει με την Τράπεζα να κατατεθεί το ποσό του γραμματίου του και να πωληθούν οι μετοχές του για να κλείσει ο λογαριασμός. Τέλος, ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός λειτουργούσε παράνομα λόγω του ότι η Ενάγουσα Τράπεζα επέτρεπε την λειτουργία του κατ' υπέρβαση του καθορισθέντος επιτρεπτού ορίου. Ο τρόπος λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού προσομοιάζει με τα όσα είχαν διαμειφθεί στην Πανίκος Σενέκκης ν. Οργανισμού Χρηματοδότηση Παγκυπριακή ΛΤΔ, Πολ. Εφ. 226/08, ημερ. 15/03/
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην προμνησθείσα απόφαση αποφάνθηκε τα ακόλουθα: «Εξετάσαμε και σχετικά μ' αυτό το λόγο τις αντίστοιχες θέσεις. Συμφωνούμε με την άποψη της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εφεσιβλήτων ότι οι εφεσίβλητοι με βάση τη σύμβαση απλώς είχαν δικαίωμα, αν ήθελαν, να μην επιτρέπουν αγορές καθ' υπέρβαση του ορίου, αλλά όχι υποχρέωση. Εφόσον δε ο εφεσείων αποδέχθηκε αυτή την υπέρβαση, τότε ορθά κατάληξε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι ευθύνεται και για τα ποσά της υπέρβασης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι ο χρηματιστής του δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε αγορές πέραν του ορίου των ΛΚ50.000, κι' αν ακόμα ο ισχυρισμός αυτός ευσταθούσε, όφειλε ο εφεσείων να στραφεί δικαστικά και εναντίον του χρηματιστή του, όπως έγινε και στην προαναφερθείσα υπόθεση Suphire (Finance) Ltd. v. Λάμπρου Χαραλάμπους και άλλων, πράγμα που εδώ δεν έγινε.» Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων παρέπεμψε στην απόφαση Suphire (Finances) Ltd v. Λάμπρου Χαριλάου και άλλων, Αρ. Αγ. 57/2007, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 21/09/
- Συμφωνώ απόλυτα με το σκεπτικό της απόφασης πλην όμως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα υπό κρίση γεγονότα αφού η παρούσα αγωγή δεν αφορά την σχέση των Εναγομένων 1 και 2 με την χρηματιστηριακή εταιρεία που διαχειριζόταν τις μετοχές τους αλλά το δάνειο, ήτοι τις τραπεζικές διευκολύνσεις, το οποίο είχαν λάβει για να μπορεί η συγκεκριμένη χρηματιστηριακή εταιρεία να αγοράζει για αυτούς μετοχές. Η Ενάγουσα Τράπεζα στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε οποιοδήποτε καθήκον να γνωρίζει εκ των προτέρων τις ενέργειες της χρηματιστηριακής εταιρείας και από την στιγμή που οι Εναγόμενοι 1 και 2 επέτρεπαν στην χρηματιστηριακή εταιρεία να προβαίνει σε αγορές με τις οποίες να ξεπερνιέται το όριο των Λ.Κ.50,000-, χωρίς να παραπονούνται αλλά αντίθετα να εγκρίνουν αυτή την πρακτική με την απόσυρση ποσού Λ.Κ.77.802-, οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να τις καλύπτουν αφού δεν τους είχαν δοθεί οποιεσδήποτε αντίθετες οδηγίες ενώ παράλληλα όφειλαν να καλούν τους Εναγόμενους όπως επαναφέρουν τον λογαριασμό εντός του ορίου, όπως και έπρατταν, Τεκμήρια 23, 28, 29 33, 34 και
- Επανειλημμένα οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κληθεί από την Τράπεζα όπως επαναφέρουν τον λογαριασμό τους σε τάξη, κάτι που έπραξαν μόνο μια φορά στις 12/10/1999, Τεκμήριο 21, καταθέτοντας σε μετρητά Λ.Κ.5,000-. Όλες οι ενέργειες των Εναγόντων ήταν γνωστές στους Εναγόμενους αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 λάμβαναν καταστάσεις λογαριασμού κάθε τέλος του μηνός, μετά παρέλευση κάποιου χρόνου αλλά είχαν και τηλεφωνική επικοινωνία με την Τράπεζα. Χαρακτηριστική είναι και η απάντηση του Εναγόμενου 1: «..Απλώς ρωτούσα για το όριο, αν πήγαινε πιο πάνω ή πιο κάτω το όριο.» Εκείνο που αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι οι πράξεις, οι οποίες διενεργούνταν στο λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2, γίνονταν πάντοτε κατόπιν και μόνο των δικών τους εντολών. Οι Ενάγοντες είχαν αναλάβει την διαχείριση του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 και όχι τον χειρισμό αυτού. Εδώ θα πρέπει να ανοιχθεί παρένθεση και να γίνει αναφορά στον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι δεν λάμβανε αλληλογραφία γιατί είχε μετακομίσει, ο οποίος σημειωτέον διαψεύστηκε από το περιεχόμενο της δικής του γραπτής δήλωσης. Σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν η ειδοποίηση σταλεί στην διεύθυνση που ο ίδιος ο συμβαλλόμενος έχει δώσει στην τράπεζα και δεν επιστραφεί τότε θεωρείται ότι έχει παραληφθεί. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Παναγιώτης Παναγιώτου ν. Τράπεζας Κύπρου, Πολ. Εφ. 276/09, ημερ. 09/07/14: «Η ειδοποίηση προς τον εφεσείοντα στάληκε ταχυδρομικώς, στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δώσει στην εφεσίβλητη τράπεζα και δεν επιστράφηκε, και τούτο συνιστά, εκ πρώτης όψεως, απόδειξη παράδοσης της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνετο (Δέστε: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ανωτέρω).» Εν πάση περιπτώσει, η μη επιστροφή των εν λόγω επιστολών από το ταχυδρομείο, είναι αρκετή για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα ότι οι επιστολές αυτές, όπως και οι καταστάσεις λογαριασμού παραλήφθηκαν από τους αποδέκτες τους, βλ. Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Λάμπρου Χαριλάου κ.α
(2009)1 ΑΑΔ 479 στην σελίδα
- Στην υπό κρίση περίπτωση οι αρχικές επιστολές είχαν σταλεί στην διεύθυνση που είχε δοθεί ως διεύθυνση επικοινωνίας από τους Εναγομένους 1 και 2 και ακολούθως στέλλονταν στη διεύθυνση όπως αυτή είχε αλλάξει από τον ίδιο τον Δήμο και όπως είχε γνωστοποιηθεί στην Ενάγουσα μέσω της αλληλογραφίας που ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 είχε με την Ενάγουσα σε σχέση με τους λογαριασμούς του, Τεκμήριο
- Συνεπακόλουθα, η εξέλιξη του λογαριασμού ήταν σε πλήρη γνώση των Εναγομένων 1 και 2, όπως προκύπτει και από τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 21, οι οποίες καταδεικνύουν του λόγου το αληθές αφού από τον Μάιο του 2000 αποστέλλονταν στην μετονομασθείσα οδό. Όμως καθοριστική για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό είναι και η παραδοχή του Εναγόμενου 1 κατά την αντεξέταση ότι ο λογαριασμός του λειτουργούσε καλά και η Ενάγουσα ήταν τυπική στις υποχρεώσεις της επαναφέροντας το λογαριασμό εντός του ορίου. Παράδειγμα του τρόπου λειτουργίας είναι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 τον Νοέμβριο 1999 απέσυραν από τον λογαριασμό τους ποσό ύψους Λ.Κ.77.802,27- ανεβάζοντας το υπόλοιπο του λογαριασμού τους στις Λ.Κ.133.153,67- αγόγγυστα και χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία επαναφέροντας τον εντός του ορίου, ήτοι Λ.Κ.49.994,67- στις 03/12/1999, Τεκμήριο 21 σελίδες 3 και
- Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 έχει κριθεί αναξιόπιστη. Η αμφισβήτηση των εντολών του, από τον ίδιο, ήταν γενική και αόριστη και είχε ανατραπεί κατά την αντεξέτασή του. Η Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 συνιστούσε την άλλη όψη της Υπεράσπισης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Πέραν δε τούτου, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί και να συνθέτει την Ανταπαίτηση. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει αμέλεια από μέρους των Εναγόντων, η οποία να προκαλεί οικονομική απώλεια ή και ζημιά στους Εναγόμενους 1 και
- Συνεπώς, η Ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν την ευχέρεια αν το επιθυμούσαν, προτού υπογράψουν τα εν λόγω έγγραφα, να τα διαβάσουν και να ζητήσουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις από τους Ενάγοντες, πράγμα που δεν έπραξαν. Παρόλο που οι Εναγόμενοι δεν συμπεριέλαβαν στην Υπεράσπιση τους την αρχή του "Non est factum" συνοπτικά αναφέρω τα ακόλουθα. Στην αγγλική απόφαση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, η οποία υιοθετείται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τσολάκης Τουτζικιάν κ. ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο καθένας έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος απόδειξης ότι επέδειξε εύλογη επιμέλεια σε υποθέσεις που στηρίζονται στην αρχή του "non est factum" βρίσκεται στους ώμους αυτού που την επικαλείται σύμφωνα με την απόφαση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961, στην οποία επίσης αναφέρεται ότι η αμέλεια ή η απροσεξία του προσώπου, που υπογράφει κάποιο έγγραφο, το αποκλείουν από του να επικαλείται εκ των υστέρων την αρχή «non est factum» στην βάση του κανόνα ότι κανένας δεν μπορεί να επωφελείται από τα λάθη του. Στην παρούσα περίπτωση, όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είναι πρόσωπα πλήρους επάρκειας αλλά αντίθετα έχει καταδειχθεί ότι αυτοί είναι ικανοί να αντιλαμβάνονται πολύ καλά τι έπρατταν, ως επιχειρηματίες και πρόσωπα που διατηρούσαν και διαχειρίζονταν επιχειρήσεις. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε με τον πιο σαφή τρόπο ότι επέδειξε αμέλεια, απροσεξία και αδιαφορία κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων διότι δεν τα διάβασε προτού τα υπογράψει, παράγοντας όμως, σύμφωνα με τη Νομολογία, ο οποίος τον αποκλείει να τον επικαλείται εκ των υστέρων, στην προσπάθεια του να επωφεληθεί από τα λάθη του. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αδυνατώ να διαπιστώσω την ύπαρξη και στοιχειοθέτηση οποιασδήποτε νομικά βάσιμης υπεράσπισης και η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει, ενώ η Ανταπαίτηση να απορριφθεί. Σημειώνεται εδώ, ότι ουσιαστική ή εξειδικευμένη αμφισβήτηση της ορθότητας των τηρουμένων στοιχείων κίνησης του τρεχούμενου λογαριασμού των Εναγομένων, δεν παρατηρήθηκε κατά την ακρόαση. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.35.942,07-, ήτοι €61.411,70-, πλέον τόκους 11,5% ετησίως από 01/01/07 με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον τα έξοδα της αγωγής, μόνο της επανεκδίκασης, συν Φ.Π.Α., όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, επίσης με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο