E.T. Ezeville Holdings Ltd ν. Αθηνοδώρου Κυθραιώτη, Αρ. Αγωγής 625/2011, 18/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 625/2011 Μεταξύ: E.T. Ezeville Holdings Ltd Ενάγουσας -και- Αθηνοδώρου Κυθραιώτη Εναγομένου --------- Ημερομηνία: 18 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Eνάγουσα: Ο κ. Δ. Κυπριανού. Για Eναγομένη: Ο κ. Ν. Γεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €24.412.80- ως ποσό οφειλόμενο σε σχέση με τις δαπάνες για τις κοινόχρηστες υπηρεσίες στο κτηριακό συγκρότημα με την ονομασία «Protaras Sea View Apts II». Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα Εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα της οικοδομικής βιομηχανίας και στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της είχε ανεγείρει και το κτηριακό συγκρότημα με την ονομασία «Protaras Sea View Apts ΙΙ», στο τεμάχιο 4446, 467/1,Φ./Σχ.33/64, στην τοποθεσία Περνέρα, στο Παραλίμνι. Ο Εναγόμενος είχε αγοράσει από την Ενάγουσα Εταιρεία, στο συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα, ένα διαμέρισμα με αριθμό 1Α, στον 2ον όροφο. Ο Εναγόμενος είχε αναλάβει, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου, την πληρωμή όλων των κτηματικών φόρων, τα ασφάλιστρα και εν γένει όλους τους φόρους και τέλη με τα οποία θα επιβαρυνόταν το κτήριο και τα οποία θα κατέβαλλε η Ενάγουσα Εταιρεία μέχρι τη μεταβίβαση του υποστατικού. Η Ενάγουσα Εταιρεία είχε ενοχλήσει επανειλημμένα τους ιδιοκτήτες ή και κατόχους υποστατικών στο συγκεκριμένο συγκρότημα προτρέποντάς τους να συγκροτήσουν Διαχειριστική Επιτροπή έτσι ώστε να αναλάβουν οι ίδιοι τη διαχείριση, την συντήρηση και τη λειτουργία του συγκροτήματος. Λόγω απροθυμίας των ιδιοκτητών ή και των κατόχων των υποστατικών, η Ενάγουσα Εταιρεία αναγκάζεται μέχρι και σήμερα να ενεργεί ως διαχειρίστρια και να διαθέτει χρόνο και χρήματα για την αποπληρωμή των κτηματικών φόρων, των ασφάλιστρων και των κοινόχρηστων υπηρεσιών. Αυτό αναγκάζει την Ενάγουσα Εταιρεία να προσφεύγει σε δανεισμό λεφτών για την κάλυψη των απαιτούμενων δαπανών. Είναι η θέση της Ενάγουσας Εταιρείας ότι στο τέλος κάθε εκάστου έτους απέστελλε σε κάθε ιδιοκτήτη ή και κάτοχο υποστατικού αναλυτική κατάσταση λογαριασμού με τα αναγκαία αποδεικτικά που αφορούσαν τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και το μερίδιο που αναλογούσε σε κάθε έναν από αυτούς. Σύμφωνα με τις καταστάσεις που είχαν σταλεί στον Εναγόμενο μέχρι την 16/03/2011 αυτός όφειλε, σε σχέση με το διαμέρισμα με αριθμό 1Α, στο 2ον όροφο, το ποσό των €26.412,80-. Γι' αυτό και αξιώνεται το ποσό αυτό. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα γιατί δεν έχει αποκαλυφθεί κατά πόσο η συγκεκριμένη οικοδομή είναι εγγεγραμμένη ως κοινόκτητη οικοδομή σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
- Περαιτέρω, ισχυρίζεται, ο Εναγόμενος, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία, δεν είχε ποτέ διοριστεί από την Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών του συγκροτήματος ως Διαχειριστική Επιτροπή και δεν νομιμοποιείται να ενεργεί ως τέτοια. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ότι ουδέποτε είχε προσφερθεί ή προσφέρεται οποιαδήποτε υπηρεσία που να αφορά το συγκεκριμένο συγκρότημα. Καταλήγει, ότι τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά είναι υπερβολικά ή και αδικαιολόγητα ή και διογκωμένα αφού ο ίδιος, με δικά του έξοδα, είχε συντηρήσει κοινόχρηστους χώρους προκειμένου να διατηρήσει την ενοικιαστική και αγοραστική αξία του διαμερίσματος. Προς υποστήριξη της υπόθεσής της η Ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Μιχάλη Κλεοβούλου, Μ.Ε.1, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Στη δήλωσή του κατέγραψε ότι είναι ο διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας, η οποία εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών. Η Ενάγουσα Εταιρεία δραστηριοποιείται στην οικοδομική βιομηχανία, τόσο στην Κύπρο καθώς και στο εξωτερικό και ένα από τα έργα ανάπτυξής της είναι και το «Protaras Sea View Appartments», το οποίο είχε ανεγερθεί στο τεμάχιο 446, Φ./Σχ. 33/6W1, στον Πρωταρά. Το συγκεκριμένο συγκρότημα αποτελείται από καταστήματα και διαμερίσματα. Ο Εναγόμενος είχε αγοράσει, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ένα
(1)διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων έναντι του ποσού των £25,400-. Ο Εναγόμενος είχε εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, το οποίο του είχε παραδοθεί σύμφωνα με το πωλητήριο έγγραφο. Σύμφωνα με την παράγραφο 7 του πωλητηρίου εγγράφου, υπήρχε υποχρέωση για καταβολή, από τον αγοραστή στον πωλητή, όλων των κτηματικών φόρων, των ασφάλιστρων καθώς και όλων των φόρων, των τελών εισφοράς, των δικαιωμάτων και οποιωνδήποτε άλλων επιβαρύνσεων οι οποίες θα βάρυναν το πωλούμενο διαμέρισμα. Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 16 του συμβολαίου πώλησης ο αγοραστής θα συνεισέφερε και θα πλήρωνε, κατ' αναλογία με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες, τις δαπάνες συντηρήσεως, επιδιορθώσεως και ανανεώσεως όλων των κοινόχρηστων χώρων. Είναι ο καταγραφής ισχυρισμός του ότι είχαν γίνει δαπάνες από την Ενάγουσα Εταιρεία, οι οποίες αφορούσαν την συντήρηση και τη διατήρηση του συγκροτήματος σύμφωνα και με τη σύμβαση. Ο φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας καταβαλλόταν με βάση την εκτιμημένη αξία του ακινήτου, η ασφάλεια του συγκροτήματος αποπληρωνόταν, ενώ η ολική δαπάνη για τις κοινόχρηστες υπηρεσίες χρεωνόταν κατά μονάδα υποστατικού. Όλες οι δαπάνες, οι οποίες χρεώνονταν στον αγοραστή, υποστηρίζονται, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, με αποδείξεις και δικαιολογητικά, τα οποία κοινοποιούνταν στους ενδιαφερόμενους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Ενάγουσα Εταιρεία είχε καλέσει τον Εναγόμενο να προσέλθει στο γραφείο της για να ελέγξει τους λογαριασμούς που του αποστέλλονταν, ενώ παράλληλα είχε απευθύνει, κατά διαστήματα, έκκληση προς όλους τους αγοραστές, για την κατάρτιση διαχειριστικής επιτροπής, η οποία να αναλάβει τη διαχείριση των δαπανών για τις κοινόχρηστες υπηρεσίες χωρίς όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 πιστοποιητικό εγγραφής της Ενάγουσας Εταιρείας καθώς και πιστοποιητικό των διευθυντών της, ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο, ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε το παράρτημα του πωλητηρίου εγγράφου, ως Τεκμήριο 5 ειδοποίηση ημερομηνίας 14/02/2003 και ως Τεκμήριο 6 την επιστολή ημερομηνίας 27/09/
- Αντεξετασθείς ανέφερε ότι δεν είχε γίνει Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών για να εξουσιοδοτηθεί η δική του εταιρεία να αναλάβει ως διαχειρίστρια. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η Ενάγουσα Εταιρεία είχε οικοδομήσει τα υποστατικά και με την ολοκλήρωσή τους τα είχε παραδώσει στους αγοραστές. Ακολούθως, είχε συνεχίσει να λειτουργεί το συγκεκριμένο συγκρότημα με βάση τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Όμως, οι αγοραστές δεν είχαν κάμει προσπάθεια για να διοριστεί διαχειριστική επιτροπή, γι' αυτό και η διαχείριση καθώς και η πληρωμή των διαφόρων λογαριασμών γινόταν από την Εταιρεία τη δική τους. Είχαν καλέσει γραπτώς, τουλάχιστον δύο φορές, Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών, αλλά είχαν μιλήσει και προφορικά με διάφορους ιδιοκτήτες. Είχαν παροτρύνει γραπτώς τους ιδιοκτήτες να διορίσουν διαχειριστική επιτροπή και ανέμεναν την ανταπόκρισή τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι η Ενάγουσα Εταιρεία προέτρεπε τους κατόχους ή και τους ιδιοκτήτες των υποστατικών να καταρτίσουν διαχειριστική επιτροπή γιατί δεν επιθυμούσαν ως εταιρεία να καταβάλλουν λεφτά και να μην πληρώνονται. Υποστήριξε ότι για όλα τα ποσά υπάρχουν αποδείξεις οι οποίες κρατούνται στο γραφείο της Ενάγουσας Εταιρείας και αντίγραφα των οποίων είχαν δοθεί στον δικηγόρο της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι η πρακτική της δικής του εταιρείας ήταν όπως οι πληρωμές και οι λογαριασμοί που πληρώνονταν κατά τη διάρκεια ενός έτους να εντοπίζονται και να μοιράζονται στους διάφορους ιδιοκτήτες. Όλοι αυτοί οι λογαριασμοί είχαν γίνει κατόπιν πληρωμών με αποδείξεις. Στις αρχές του επόμενου χρόνου αποστέλλονταν λογαριασμοί σε όλους τους ιδιοκτήτες καθώς και η κατάσταση λογαριασμού για κάθε έναν από αυτούς. Περιείχαν και χρέωση που γινόταν για τον προηγούμενο χρόνο και το σύνολο των οφειλομένων. Ήταν η θέση του ότι όλες οι χρεώσεις είχαν γίνει δυνάμει τιμολογίων και είχαν πληρωθεί με επιταγές της Ενάγουσας Εταιρείας και είχαν εκδοθεί σχετικές αποδείξεις. Επέμενε ότι είχαν δοθεί λογαριασμοί για όλα τα χρόνια αναλυτικά και εκεί όπου είχαν ερωτηθεί είχαν δώσει και εξηγήσεις. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Αθηνόδωρο Κυθραιώτη, Μ.Υ.1, Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του είχε αγοράσει στον Πρωταρά, πριν πολλά χρόνια, ένα διαμέρισμα στο συγκρότημα «Sea View» από την εταιρεία Ezeville. Το είχε αγοράσει το 1984 ή
- Από όσα ο ίδιος μπορούσε να διαπιστώσει από την κατάσταση του συγκροτήματος δεν υπήρχε οποιοσδήποτε διαχειριστής. Ούτε και είχαν ειδοποιηθεί οι ιδιοκτήτες για να διορίσουν κάποιον για να εισπράττει χρήματα σε σχέση με τους κοινόχρηστους χώρους. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι τα λεφτά που απαιτεί η Ενάγουσα Εταιρεία από τον ίδιο είναι εξωφρενικά και αδικαιολόγητα. Ο ίδιος είχε ζητήσει να του παραχωρηθούν στοιχεία για τους λογαριασμούς. Όμως, για εικοσιπέντε
(25)και πλέον χρόνια που ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, είχε συναντηθεί με εκπροσώπους της Ενάγουσας Εταιρείας μια και μόνο φορά σε ένα καφενείο. Σε εκείνη την συνάντηση είχαν καταλήξει ότι θα τους παραχωρούνταν ορισμένες διευκρινίσεις σε σχέση με τιμολόγια. Όμως, ακολούθως, δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφόρηση. Η δεύτερη συνάντηση είχε διεξαχθεί στο γραφείο του δικηγόρου του, του κ. Γεωργίου. Ο ίδιος δεν είχε αρνηθεί να πληρώσει, πλην όμως ζητούσε εξηγήσεις γιατί θα έπρεπε να πληρώσει αυτό το εξωφρενικό ποσό. Κανένας δεν τον είχε λάβει υπόψη, τα δικά του αιτήματα που αφορούσαν τα κατασκευαστικά προβλήματα που υπήρχαν στο συγκρότημα. Είχαν συμφωνήσει σε εκείνη την συνάντηση, στο γραφείο του δικηγόρου του, να μεταβούν μαζί με εκπροσώπους της Ενάγουσας Εταιρείας στο συγκρότημα, πλην όμως κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, ενώ ο ίδιος παρευρέθηκε στο ραντεβού, δεν παρευρέθηκε οποιοσδήποτε εκπρόσωπος της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει ποτέ αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στα τόσα χρόνια. Όσον αφορά δε το συγκρότημα, ήταν η θέση του, δεν υπάρχει ρεύμα γιατί όλες οι λάμπες είναι σπασμένες, έχει κατασκευαστικά προβλήματα και δεν υπάρχει ούτε καθαρίστρια. Το δικό του διαμέρισμα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε καταντήσει ένα άχρηστο περιουσιακό στοιχείο γιατί δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε από την οικογένεια του, αλλά ούτε και να ενοικιαστεί, λόγω του ότι τα μαγαζιά στο συγκεκριμένο συγκρότημα είχαν διαμορφωθεί σε μπυραρίες. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι ποτέ δεν του είχε σταλεί κατάσταση λογαριασμού. Υποστήριξε ότι δεν έχει αλλάξει διεύθυνση και ότι στη διεύθυνση που είχε παραχωρήσει στην Ενάγουσα Εταιρεία διαμένει μέχρι και σήμερα. Όμως, επέμενε ότι στη διεύθυνσή του ποτέ δεν είχε παραλάβει οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού. Είχε παραλάβει μία μόνο κατάσταση στο ταχυδρομικό του κιβώτιο. Ερωτηθείς προώθησε τη θέση ότι δεν είχε αρνηθεί ποτέ στους διευθυντές της Ενάγουσας Εταιρείας να συναντηθούν για να συζητήσουν, εξ ου και είχαν συναντηθεί και στο γραφείο των δικηγόρων του, στην οποία συνάντηση είχε παρευρεθεί και ο δικηγόρος της Ενάγουσας Εταιρείας. Σε εκείνη την συνάντηση είχε θέσει ο ίδιος τα δικά του παράπονα και, παράλληλα, είχε ακούσει τα δικά τους. Του είχαν υποσχεθεί ότι θα εξέταζαν τόσο τα προβλήματα τα κατασκευαστικά του συγκροτήματος καθώς και το παράλογο των ποσών που ζητούντο από την Ενάγουσα. Όμως, όταν τους είχε ζητήσει ο ίδιος εξηγήσεις για το πώς είχαν καταλήξει στο συγκεκριμένο ποσό δεν είχε λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Υποστήριξε ότι είναι και ο ίδιος επιχειρηματίας και όταν αποστέλλει οποιοδήποτε λογαριασμό παρουσιάζει παράλληλα και τα υποστηριχτικά τιμολόγια. Κανένας δεν του είχε παρουσιάσει τιμολόγιο που να αναγράφει με λεπτομέρεια τα κοινόχρηστα του συγκροτήματος και πόσα του αναλογούσαν. Εν πάση περιπτώσει, δεν είχε δει καμία απόδειξη για να γνωρίζει τί θα έπρεπε να πληρώσει. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις, των οποίων το περιεχόμενο είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αυτό που προκάλεσε εντύπωση στο Δικαστήριο ήταν το γεγονός ότι ενώ υποστήριζε, ο κ. Κλεοβούλου, Μ.Ε.1, ότι υπήρχαν στοιχεία και αποδείξεις για τα πάντα, ήτοι τα κοινόχρηστα τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, τέλη αποχετεύσεως, φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, υδατοπρομήθεια, δεν παρουσίασε κανένα αποδειχτικό στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου. Χαρακτηριστική ήταν η απάντησή του, κατά την αντεξέτασή του, ότι για ανεξαιρέτως για όλα τα ποσά υπήρχαν αποδείξεις και ότι αντίγραφα των αποδείξεων είχε και ο δικηγόρος της Ενάγουσας Εταιρείας. Ούτε καν τις καταστάσεις λογαριασμού, που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αποστέλλονταν στον Εναγόμενο, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αυτό, παρά το περιεχόμενο του καταγραφέντα ισχυρισμού, στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησής, στον οποίο έγινε επίκληση αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού η οποία αποστελλόταν στο τέλος του κάθε έτους σε όλους τους ένοικους του συγκροτήματος. Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, στη σελ. 1305, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).» Ερχόμενη στην αξίωση, ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44. Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο Ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του Εναγόμενου η αντίκρουσή τους («evidential burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ., σελ. 451 κ.ε.. Οπόταν, το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει προσκομιστεί ικανή και θετική μαρτυρία σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας. Η αγωγή σαφέστατα αφορά λογαριασμό στη βάση των καταστάσεων που τηρούσε η Ενάγουσα Εταιρεία. Κανένα αποδειχτικό στοιχείο και κανένας λογαριασμός δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Στην παλαιότερη υπόθεση D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263, καταγράφηκε ότι «η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας». Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση DEMIL IMPORTS EXPORTS LTD ν. Ζήνων Κωνσταντινίδης ΛΤΔ
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, συνεκτιμάται το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας για το πώς είχε προκύψει το συγκεκριμένο ποσό το οποίο αμφισβητείτο από τον Εναγόμενο ως ανυπόστατο και υπερβολικό. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1746), η Ενάγουσα Εταιρεία έφερε το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι ο Εναγόμενος όφειλε το ποσό των €26.412,80- ως υπόλοιπο λογαριασμού ή και ως χρέος. Σύμφωνα με την υπόθεση A.L. Mantovani & Sons v. Christis Travel & Tourism Ltd (ανωτέρω): «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν........ Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, v. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041-29.5.97)». Στην Mantovani (ανωτέρω) κρίθηκε, και επικυρώθηκε από το Εφετείο, πως ο λογιστής (που παρουσιάστηκε ως ο μόνος μάρτυρας προς υποστήριξη της απαίτησης) δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζονταν στους λογαριασμούς καθώς και ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας που να αποδείκνυε την ύπαρξη της οφειλής. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Marketrends Insurance Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2006)1 Α.Α.Δ. 734, η οποία αφορούσε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού και κρίθηκε ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών που καταγράφονταν στους λογαριασμούς. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της Τράπεζας που ακολούθησε, θεωρώντας ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τελικά, ότι «καταστάσεις λογαριασμών .. δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απόληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο». (Βλ. επίσης Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ,
(2010)1 Β Α.Α.Δ. 846). Στην υπό κρίση περίπτωση δόθηκε μαρτυρία από τον Διευθυντή της Ενάγουσας, ο οποίος αναφέρθηκε σε καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες δεν κατέθεσε, αλλά ούτε και οποιεσδήποτε αποδείξεις κατέθεσε που να καταδεικνύουν ότι πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό από την Ενάγουσα που να αφορά κοινόχρηστες υπηρεσίες σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο. Παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που οδήγησαν στην κατάρτιση των καταστάσεων, οι οποίες παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο. Ενόψει της προσέγγισης που τηρήθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας Εταιρείας, ήτοι να μην προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με το πώς προέκυψε το κατ' ισχυρισμό χρέος του Εναγόμενου, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα Εταιρεία αφού δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Βαρύνεται η Ενάγουσα Εταιρεία να αποδείξει, πρώτον, τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε η αξίωση αυτή, βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1171, Παντελής κ.α. ν. SavinaEnterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827), καθώς και αυτό τούτο το αξιούμενο ποσό αφού αμφισβητείτο. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα, καταλήγω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν έχει αποδείξει οποιοδήποτε χρέος το οποίο να της οφείλεται από τον Εναγόμενο. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο