← Κύπρος

E.T. Ezeville Holdings Ltd ν. Λιάνας Μηλέα, Αρ. Αγωγής 626/2011, 18/3/2015

E.T. Ezeville Holdings Ltd ν. Λιάνας Μηλέα, Αρ. Αγωγής 626/2011, 18/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 626/2011 Μεταξύ: E.T. Ezeville Holdings Ltd Ενάγουσας -και- Λιάνας Μηλέα Εναγόμενης --------- Ημερομηνία: 18 Μαρτίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Eνάγουσα: Ο κ. Δ. Κυπριανού. Για Eναγομένη: Ο κ. Βραχίμης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Ματσάγκος). Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €24.500,68- ως οφειλόμενο ποσό σε σχέση με τις δαπάνες για τις κοινόχρηστες υπηρεσίες στο κτηριακό συγκρότημα με την ονομασία «Protaras Sea View Apartments» . Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα Εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα της οικοδομικής βιομηχανίας. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της είχε ανεγείρει και το κτηριακό συγκρότημα με την ονομασία «Protaras Sea View Apts», στο τεμάχιο 446, Φ./Σχ.33/64, στην τοποθεσία Περνέρα, στο Παραλίμνι. Η Εναγόμενη είχε αγοράσει από την Ενάγουσα στο συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα τρία καταστήματα, με αριθμό 4Α, 5Α και 6Α. Η Εναγόμενη είχε αναλάβει, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου, την πληρωμή όλων των κτηματικών φόρων, τα ασφάλιστρα και εν γένει όλους τους φόρους και τέλη με τα οποία θα επιβαρυνόταν το κτήριο και τα οποία θα κατέβαλλε η Ενάγουσα Εταιρεία μέχρι την μεταβίβαση του υποστατικού. Η Ενάγουσα Εταιρεία είχε ενοχλήσει επανειλημμένα τους ιδιοκτήτες ή και κατόχους υποστατικών στο συγκεκριμένο συγκρότημα προτρέποντάς τους να συγκροτήσουν Διαχειριστική Επιτροπή έτσι ώστε να αναλάβουν οι ίδιοι τη διαχείριση, την συντήρηση και τη λειτουργία του συγκροτήματος. Λόγω απροθυμίας των ιδιοκτητών ή και των κατόχων των υποστατικών, η Ενάγουσα αναγκάζεται μέχρι και σήμερα να ενεργεί ως διαχειρίστρια και να διαθέτει χρόνο και χρήματα για την αποπληρωμή των κτηματικών φόρων, των ασφάλιστρων και των κοινόχρηστων υπηρεσιών. Αυτό αναγκάζει την Ενάγουσα να προσφεύγει σε δανεισμό λεφτών για την κάλυψη των απαιτούμενων δαπανών. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι στο τέλος κάθε εκάστου έτους αποστέλλει σε κάθε ιδιοκτήτη ή και κάτοχο υποστατικού αναλυτική κατάσταση λογαριασμού με τα αναγκαία αποδεικτικά που αφορούν τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και το μερίδιο που ανήκει σε κάθε έναν από αυτούς. Σύμφωνα με τις καταστάσεις που είχαν σταλεί στην Εναγόμενη μέχρι την 01/03/2011 αυτή όφειλε, σε σχέση με τα καταστήματα με αριθμούς 4Α, 5Α και 6Α, το ποσό των €24.500,68-. Γι' αυτό και αξιώνεται το ποσό αυτό με τόκο. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι είχε αναλάβει να συνεισφέρει κατ' αναλογία, με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες ή κατόχους καταστημάτων και διαμερισμάτων, για τις δαπάνες που περιγράφονται στην παράγραφο 17 της συμφωνίας πώλησης. Η συγκεκριμένη συνεισφορά αναφερόταν σε συνεισφορά κατ' αναλογία με το εμβαδό του κάθε υποστατικού, όπως προβλεπόταν και από τις παραγράφους 6 και 7 του Συμπληρωματικού Παραρτήματος της συμφωνίας πώλησης. Οπόταν, η οποιαδήποτε επιβολή χρεώσεων ανά μονάδα ήταν αυθαίρετη και αντίθετη με τις πρόνοιες του συμβολαίου. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα γιατί η συγκεκριμένη οικοδομή δεν είναι εγγεγραμμένη ως κοινόκτητη οικοδομή σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
  2. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, η Εναγόμενη, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία γνώριζε ότι η ίδια ενοικίαζε τα συγκεκριμένα καταστήματα σε τρίτα πρόσωπα και ήταν ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας όπως υποβάλλει στην Εναγόμενη έγκαιρα και λεπτομερώς τα στοιχεία που αφορούν τις διάφορες χρεώσεις που αφορούσαν τα καταστήματα ώστε να είναι η ίδια σε θέση να διεκδικήσει τα λεφτά αυτά από τους ενοικιαστές. Υποστηρίζει ότι από το 1995 η Εναγόμενη απαιτούσε από την Ενάγουσα Εταιρεία όπως της δοθούν επαρκείς λεπτομέρειες για τα διάφορα ποσά που απαιτούνταν και για τα οποία ζητείτο η δική της συνεισφορά καθώς επίσης είχε ζητήσει όπως ενημερωθεί για τον τρόπο που είχε υπολογίσει η Ενάγουσα Εταιρεία τις χρεώσεις. Η Ενάγουσα Εταιρεία, όμως, είχε αρνηθεί να το πράξει. Προς υποστήριξη της υπόθεσής της η Ενάγουσα Εταιρεία κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Μιχάλη Κλεοβούλου, Μ.Ε.1, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  3. Στη δήλωσή του κατέγραψε ότι είναι ο διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας, η οποία εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών. Η Ενάγουσα Εταιρεία δραστηριοποιείται με την οικοδομική βιομηχανία, τόσο στην Κύπρο καθώς και στο εξωτερικό, και ένα από τα έργα ανάπτυξής της είναι και το «Protaras Sea View Appartments» το οποίο είχε ανεγερθεί στο τεμάχιο 446, Φ./Σχ. 33/6W1, στον Πρωταρά. Το συγκεκριμένο συγκρότημα αποτελείται από καταστήματα και διαμερίσματα. Η Εναγόμενη είχε αγοράσει, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, τρία καταστήματα, το 4Α, 5Α και 6Α, στο Μπλοκ Α του συγκροτήματος. Η Εναγόμενη είχε εξοφλήσει το τίμημα αγοράς για όλα τα υποστατικά του, τα οποία του είχαν παραδοθεί σύμφωνα με τα πωλητήρια έγγραφα. Σύμφωνα με την παράγραφο 7 των πωλητηρίων εγγράφων, υπήρχε υποχρέωση για καταβολή, του αγοραστή προς τον πωλητή, όλων των κτηματικών φόρων, τα ασφάλιστρα καθώς και όλους τους φόρους, τα τέλη εισφοράς, τα δικαιώματα και οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις οι οποίες θα βάρυναν το πωλούμενο υποστατικό. Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 17 του συμβολαίου πώλησης ο αγοραστής θα συνεισέφερε και θα πλήρωνε κατ' αναλογία με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες τις δαπάνες συντηρήσεως, επιδιορθώσεως και ανανεώσεως όλων των κοινόχρηστων χώρων. Είναι ο καταγραφής ισχυρισμός ότι είχαν γίνει δαπάνες από την Ενάγουσα Εταιρεία, οι οποίες αφορούσαν την συντήρηση και τη διατήρηση του συγκροτήματος σύμφωνα και με τη σύμβαση. Ο φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας καταβαλλόταν με βάση την εκτιμημένη αξία του ακινήτου, η ασφάλεια του συγκροτήματος αποπληρωνόταν, ενώ η ολική δαπάνη για τις κοινόχρηστες υπηρεσίες χρεωνόταν κατά μονάδα υποστατικού. Όλες οι δαπάνες, οι οποίες χρεώνονταν στον αγοραστή, υποστηρίζονται, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, με αποδείξεις και δικαιολογητικά, τα οποία κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Ενάγουσα είχε καλέσει την Εναγόμενη να προσέλθει στο γραφείο της για να ελέγξει τους λογαριασμούς που του αποστέλλονταν, ενώ παράλληλα είχε απευθύνει, κατά διαστήματα, έκκληση προς όλους τους αγοραστές, για την κατάρτιση διαχειριστικής επιτροπής, η οποία να αναλάβει τη διαχείριση των δαπανών για τις κοινόχρηστες υπηρεσίες χωρίς όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, πιστοποιητικό εγγραφής της Ενάγουσας Εταιρείας καθώς και πιστοποιητικό των διευθυντών της. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε την επιστολή ημερομηνίας 18/05/1995 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Υποστήριξε ότι είχε απαντηθεί η συγκεκριμένη επιστολή με την επιστολή ημερομηνίας 26/06/
  5. Του είχαν υποδειχθεί επιστολές που έφεραν ημερομηνίες 06/07/1995, 11/04/2001 και 29/03/2002, για τις οποίες είχε ισχυριστεί ότι δεν τις είχε παραλάβει. Παραδέχθηκε, όμως, ότι το ταχυδρομικό κιβώτιο στο οποίο αποστέλλονταν ήταν ορθό. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας ανέφερε ότι όλες οι χρεώσεις που αφορούσαν τα ακίνητα της Εναγόμενης είχαν σταλεί, κατά τον χρόνο που είχαν καταρτιστεί, στη διεύθυνση που ήταν καταγραμμένη στην συμφωνία πώλησης. Παραδέχθηκε ότι η κάθε μονάδα, από τις εικοσιπέντε

(25)που υπάρχουν στο συγκρότημα, έχει διαφορετική αξία. Υποστήριξε ότι αρχικά τα κοινόχρηστα χρεώνονταν ανά μονάδα και στη συνέχεια έγινε αναπροσαρμογή των χρεώσεων με βάση το τετραγωνικό μέτρο. Ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός της κας Μηλέα είχε πιστωθεί με €3.500- λόγω της αναπροσαρμογής. Παραδέχθηκε ότι σε όλα τα ποσά είχε επιβληθεί και τόκος. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα ποσά ήταν αυθαίρετα και παραδέχθηκε ότι δεν έχει καταρτιστεί διαχειριστική επιτροπή γιατί δεν υπήρχε ανταπόκριση από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων. Η πλευρά της Υπεράσπισης επέλεξε να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κ. Κυπριανού κατέθεσε γραπτή αγόρευση, ενώ ο κ. Βραχίμης επέλεξε να αγορεύσει προφορικά. Οι αγορεύσεις και των δυο πλευρών είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και θα κάνει αναφορά σε αυτές όταν και όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας ενόσω αυτός κατέθετε κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί, το καλό ή το κακό μνημονικό του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αυτό που προκάλεσε εντύπωση στο Δικαστήριο ήταν το γεγονός ότι ενώ υποστήριζε, ο κ. Κλεοβούλου, ότι υπήρχαν στοιχεία για τα πάντα, ήτοι τα κοινόχρηστα τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, τέλη αποχετεύσεως, φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου. Χαρακτηριστική ήταν η απάντησή του, κατά την αντεξέτασή του, ότι αποστέλλονταν κάθε χρόνο στην Εναγόμενη καταστάσεις λογαριασμού. Ούτε καν τις, κατά τον ισχυρισμό του, σταλθήσες καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν την Εναγόμενη δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο, παρά τα όσα εμφαντικά υποστήριξε και παρά το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησής, στην οποία έγινε επίκληση αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού η οποία αποστελλόταν στο τέλος του κάθε έτους. Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, στη σελ. 1305, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).» Ερχόμενη στην αξίωση, ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44. Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο Ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του Εναγόμενου η αντίκρουσή τους («evidential burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ., σελ. 451 κ.ε.. Οπόταν, το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει προσκομιστεί ικανή και θετική μαρτυρία σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας. Η αγωγή σαφέστατα αφορά λογαριασμό στη βάση των καταστάσεων ή και αποδείξεων που τηρούσε η Ενάγουσα Εταιρεία. Στην παλαιότερη υπόθεση D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263 καταγράφηκε ότι "η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας". Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1 Α Α.Α.Δ. 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1746), η Ενάγουσα Εταιρεία έφερε το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι η Εναγόμενη της όφειλε το ποσό των €24.500,68- ως υπόλοιπο λογαριασμού ή και ως χρέος. Σύμφωνα με την υπόθεση A.L. Mantovani & Sons v. Christis Travel & Tourism Ltd (ανωτέρω): «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν........ Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, v. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041-29.5.97)». Στην Mantovani (ανωτέρω) κρίθηκε, και επικυρώθηκε από το Εφετείο, πως ο λογιστής (που παρουσιάστηκε ως ο μόνος μάρτυρας προς υποστήριξη της απαίτησης) δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζονταν στους λογαριασμούς καθώς και ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας που να αποδείκνυε την ύπαρξη της οφειλής. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Marketrends Insurance Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2006)1 Α.Α.Δ. 734, η οποία αφορούσε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού και κρίθηκε ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών που καταγράφονταν στους λογαριασμούς. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της Τράπεζας που ακολούθησε, θεωρώντας ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τελικά, ότι «καταστάσεις λογαριασμών .. δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απόληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο». (Βλ. επίσης Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ,
(2010)1 Β Α.Α.Δ. 846). Στην υπό κρίση περίπτωση δόθηκε μαρτυρία από τον Διευθυντή της Ενάγουσας, ο οποίος αναφέρθηκε σε καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες δεν κατέθεσε, αλλά ούτε και οποιεσδήποτε αποδείξεις κατέθεσε που να καταδεικνύουν ότι πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό, από την Ενάγουσα Εταιρεία, που να αφορά κοινόχρηστες υπηρεσίες σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο. Η μαρτυρία του παρέμεινε στη σφαίρα των ισχυρισμών χωρίς οποιαδήποτε αποδειχτικά στοιχεία. Ενόψει της προσέγγισης που τηρήθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας Εταιρείας, ήτοι να μην προσκομιστεί ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με το πώς προέκυψε το κατ' ισχυρισμό χρέος της Εναγόμενης καθώς και πώς είχαν γίνει οι οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα Εταιρεία αφού δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Βαρύνεται, η Ενάγουσα Εταιρεία, να αποδείξει, πρώτον, τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε η αξίωση αυτή, βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1171, Παντελής κ.α. ν. SavinaEnterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827 και, δεύτερον, αυτό τούτο το αξιούμενο ποσό αφού αμφισβητείτο. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα, καταλήγω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν έχει αποδείξει οποιοδήποτε χρέος το οποίο να της οφείλεται από την Εναγόμενη. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.