← Κύπρος

Χ. Μ. ΜΑΡΤΗΣ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 191/2015, 24/3/2015

Χ. Μ. ΜΑΡΤΗΣ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 191/2015, 24/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου- Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 191/2015 Μεταξύ: Χ. Μ. ΜΑΡΤΗΣ ΛΤΔ Εναγόντων και ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ Εναγόμενων 24 Μαρτίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Δημητρίου με κ. Μουτσουρή και κ. Σωτηρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Χριστοφή για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ την αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 19.3.2015 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι Ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων (η «κυρίως αίτηση»). Στη βάση της αίτησης αυτής, ένα εκ των διαταγμάτων εκδόθηκε μονομερώς ενώ δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα. Οι Εναγόμενοι εμφανίστηκαν στην αγωγή και ήγειραν ένσταση στη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ενώ ήγειραν και ένσταση στην έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Καλλικά, γραμματέα του Δήμου Αγίας Νάπας. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτό το στάδιο στα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης και της ένστασης, ούτε βεβαίως και στην ουσία της κυρίως αίτησης. Αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ενώ η κυρίως αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι Ενάγοντας καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κ. Νίκου Καλλικά από την Αγία Νάπα, του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ημερομηνίας 18.3.2015 για αντεξέταση σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης του δηλώσεως.». Σημειώνω ότι η παρούσα αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων στην Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Μαρτή, διευθυντή των Εναγόντων, ο οποίος αναφέρει ότι επιδιώκεται η αντεξέταση του κ. Νίκου Καλλικά σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 2, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 25, 26, 27, 28, 29, 33, 37, 38, 39, 40, 42 και 44 της ένορκης του δήλωσης. Αναφέρει επίσης ότι η αντεξέταση είναι απαραίτητη, μεταξύ άλλων, για να βοηθηθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει την κυρίως αίτηση βασιζόμενο στα πραγματικά γεγονότα, γιατί ο ενόρκως δηλών αναφέρει γεγονότα και ισχυρισμούς που είναι ανυπόστατοι και «χρίζουν αντεξέτασης για να διαφανεί η αλήθεια» και γιατί οι συγκεκριμένες παράγραφοι της ένορκης δήλωσης περιέχουν «ασαφή, αβάσιμη και ανυπόστατη μαρτυρία». Η πλευρά των Εναγόμενων έφερε ένταση στην αίτηση, η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά τις αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους τα οποία άκουσα με προσοχή και έχω μελετήσει. Σημειώνω ότι ο συνήγορος των Εναγόντων, κατά την αγόρευση του, περιόρισε την επιδιωκόμενη αντεξέταση στις παραγράφους 2, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 25, 26, 27, 28, 29, 33, 37, 38, 39 και 40 της ένορκης δήλωσης του κ. Νίκου Καλλικά. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της κάθε παραγράφου και εξήγησε για ποιο λόγο επιδιώκει την αντεξέταση επί αυτής. Ο συνήγορος των Εναγομένων, από την πλευρά του, υποστήριξε ότι η αίτηση πάσχει γιατί δεν διευκρινίζεται στο αιτητικό επί ποιών παραγράφων επιζητείται η αντεξέταση. Υποστήριξε ότι η αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει καθώς και η αναφορά του συνηγόρου των Εναγόντων σε συγκεκριμένες παραγράφους δεν επαρκούν και δεν συνιστούν την απαραίτητη εξειδίκευση. Αναφέρθηκε περαιτέρω σε κάθε μια από τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης του κ. Νίκου Καλλικά επί των οποίων οι Ενάγοντας επιδιώκουν να αντεξετάσουν και εξήγησε γιατί, κατά τον ίδιο, δεν χωρεί αντεξέταση. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, η ουσιαστική νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι η Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης ότι η απόφαση κατά πόσο ή όχι θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι η διατύπωση της Δ.39 Θ.1 αναφέρει τη λέξη «request» η οποία μεταφράζεται στην Ελληνική γλώσσα ως «αίτημα» και όχι τη λέξη «application», «αίτηση». Σημειώνω περαιτέρω ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο αιτήσεων της Δ.48 θ.8

(1)οι οποίες μπορούν να γίνουν μονομερώς αλλά ούτε και τον κατάλογο των αιτήσεων της Δ.48 θ.9 οι οποίες πρέπει να γίνονται δια κλήσεως. Από τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, προκύπτει ότι ένα αίτημα (request) για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα δεν εμπίπτει στα αυστηρά πλαίσια των άλλων αιτήσεων (applications) για τις οποίες απαιτείται να τηρηθούν οι πρόνοιες των Δ.48 θ. 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Θεωρώ ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω διατάξεων, οδηγεί στο ότι αιτήματα αυτής της φύσεων δεν χρειάζεται απαραίτητα να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση αλλά, ενδεχομένως, δεν απαιτείται ούτε και να γίνουν γραπτώς. Στην απουσία νομολογίας η οποία να διασαφηνίζει το ζήτημα, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να απορρίψει ή αποκλείσει αίτημα για αντεξέταση μόνο επειδή αυτό δεν υποβλήθηκε σε συγκεκριμένο τύπο - αφού τέτοιος τύπος δεν καθορίζεται - υπό την προϋπόθεση όμως, ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν τίθεται σε μειονεκτική θέση από τον τρόπο με τον οποίο το αίτημα υποβάλλεται και προωθείται. Στην παρούσα περίπτωση, οι Ενάγοντες υπέβαλαν γραπτή αίτηση η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και η οποία, με σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου ήρθε σε γνώση και των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι, μέσω του δικηγόρου τους, είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν επί αυτής. Επί της ουσίας επομένως, δεν διακρίνω ότι ο τρόπος ή ο τύπος με τον οποίο οι Ενάγοντες επέλεξαν να προωθήσουν το αίτημα τους αλλά ούτε και ο τρόπος που προχώρησε η ακρόαση του αιτήματος επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα οποιουδήποτε διαδίκου, και ειδικότερα των Εναγομένων, ώστε να καθίσταται η αίτηση έκθεση σε απόρριψη για το λόγο αυτό. Οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση για το αίτημα και είχαν την ευκαιρία να ακουστούν πριν αυτό αποφασιστεί. Επανερχόμενη στην ουσία της αίτησης, όπως έχω ήδη αναφέρει, η απόφαση για το αν θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια. Για σκοπούς καθοδήγησης ανατρέχω στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 όπου παρατίθενται κάποιοι από τους παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Επιπρόσθετα, η Κυπριακή νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Στην παρούσα περίπτωση, η αίτηση για αντεξέταση υποβλήθηκε στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Έχω κατά νου, ότι διάταγμα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων εκδίδεται σπάνια αφού το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης δεν επεισέρχεται στην ουσία της επίδικης διαφοράς ούτε και εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα[3]. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου, Αγωγή 7123/2008, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.4.2009 στην οποία ο κ. Κληρίδης Κ. Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Εξάλλου, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ν' αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ προσωρινού διατάγματος, κάθε αιτητής είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει μόνο το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας από το οποίο θα εδικαιολογείτο η έκδοση του (βλπ. Hadjikyriacos & Co Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1984)1 C.L.R. 263)». Η πιο πάνω ανάλυση επιβεβαιώνει ότι πολύ σπάνια μπορεί να γίνεται δεκτό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα σε ενδιάμεση αίτηση και αν θα επιτραπεί αντεξέταση, αυτή πρέπει να είναι επί περιορισμένων και συγκεκριμένων θεμάτων που να εξυπηρετούν άμεσα τις ανάγκες της κυρίως αίτησης. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Με γνώμονα τα πιο πάνω, και έχοντας μελετήσει την εκατέρωθεν μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η αντεξέταση του κ. Νίκου Καλλικά επί των παραγράφων της ένορκης δήλωσης του που καθόρισε ο συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευση του θα ήταν ωφέλιμη και θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης, Η πρώτη παράγραφος επί της οποίας επιδιώκεται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα είναι η παράγραφος 2 της ένορκης του δήλωσης. Στην παράγραφο αυτή περιέχεται δήλωση του ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται και ότι για όσα δεν γνωρίζει προσωπικά αναφέρει την πηγή της γνώσης του. Κρίνω ότι δεν θα ήταν χρήσιμο να επιτραπεί αντεξέταση επί αυτής της, ουσιαστικά, γενικής και εισαγωγικής δήλωσης του ενόρκως δηλούντα. Ειδικότερα δε αφού επιδιώκεται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα και επί συγκεκριμένων θεμάτων που περιλαμβάνονται σε άλλη παράγραφο της ένορκης του δήλωσης. Επιδιώκεται επίσης η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα επί του περιεχομένου της παραγράφου 12 της ένορκης του δήλωσης στην οποία παραθέτει αποσπάσματα από την επίδικη συμφωνία άδειας χρήσης του υποστατικού ημερομηνίας 2.5.
  1. Επειδή στη συγκεκριμένη παράγραφο ο ενόρκως δηλών περιορίζεται να παραθέσει αποσπάσματα της συμφωνίας, η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν θεωρώ ότι η αντεξέταση θα εξυπηρετούσε τις άμεσες ανάγκες της κυρίως αίτησης. Στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά σχολιάζει τη θέση των αιτητών αναφορικά με τη φύση της μεταξύ τους συμφωνίας, χωρίς καμία αναφορά σε γεγονότα και επομένως και πάλιν θεωρώ ότι η αντεξέταση δεν θα εξυπηρετούσε τις άμεσες ανάγκες της κυρίως αίτησης. Στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους των Εναγομένων και που αφορά το τι συνιστά μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων σε αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις μη αποκάλυψης για τον αιτητή. Το περιεχόμενο της παραγράφου αυτής αφορά ζητήματα νομικά και όχι ζητήματα γεγονότων και δεν θα προέκυπτε κανένα όφελος από την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για ζητήματα νομικά. Η παράγραφος 15 της ένορκης δήλωσης αφορά αποφάσεις που λήφθηκαν σε συνεδρία του δημοτικού συμβουλίου Αγίας Νάπας για την οποία ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει τα πρακτικά. Κρίνω ότι δεν χωρεί αντεξέταση επί του περιεχομένου των πρακτικών. Στην παράγραφο 16 εμπεριέχεται ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι τραπεζική εγγύηση που είχαν παρέχει οι Ενάγοντες προς του Εναγόμενους στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας άδεια χρήσης, έληξε χωρίς να ανανεωθεί στις 30.6.
  2. Ο ενόρκως δηλών χαρακτηρίζει ότι η μη αποκάλυψη του γεγονότος αυτού από τους αιτητές είναι ουσιώδους και καθοριστικής σημασίας για την τύχη της κυρίως αίτησης. Επειδή ακριβώς τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών άπτονται επί ουσιώδους ζητήματος, κρίνω ότι θα ήταν επιθυμητή και χρήσιμη η αντεξέταση επί αυτού. Στην παράγραφο 17 γίνεται αναφορά σε συνάντηση που είχε ο δήμαρχος Αγίας Νάπας με εκπρόσωπο των Εναγόντων κ. Γιώργο Μαρτή κατά την οποία, σύμφωνα με τον κ. Νίκο Καλλικά, ο δήμαρχος είχε ενημερώσει τον κ. Γιώργο Μαρτή ότι ο Δήμος δεν προτίθεται να ανανεώσει την άδεια χρήσης που του είχε παραχωρηθεί. Το συγκεκριμένο ζήτημα, κρίνω ότι είναι σημαντικό γιατί, μεταξύ άλλων, ενδεχομένως άπτεται του κατά πόσο πληρείτο η δικαιοδοτική προϋπόθεση του άρθρου 9 του Κεφ. 6 για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Θεωρώ επομένως ότι θα ήταν επιθυμητό να δοθεί η ευκαιρία αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Στην παράγραφο 25 της ένορκης του δήλωσης, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στη διερεύνηση καταγγελίας που έγινε από την αστυνομία για συγκεκριμένο περιστατικό και σε συμπέρασμα του ενόρκως δηλούντα αναφορικά με το αποτέλεσμα της διερεύνησης. Θεωρώ ότι δεν θα ήταν χρήσιμη η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα αναφορικά με κάτι που συνιστά, ουσιαστικά, δική του εκτίμηση. Η παράγραφος 26 της ένορκης δήλωσης αφορά την πρακτική που ακολουθείται στο Δήμο Αγίας Νάπας για ανανέωση διάφορων αδειών που εκδίδονται από το Δήμο. Θεωρώ ότι θα ήταν εκτός των πλαισίων της διαδικασίας της κυρίως αίτησης να ακούσω δια ζώσης μαρτυρία και να καταλήξω σε συμπέρασμα αναφορικά με την πρακτική του Δήμου Αγίας Νάπας στην έκδοση αδειών. Συνεπώς δεν θα ήταν χρήσιμη για τους σκοπούς της κυρίως αίτησης η αντεξέταση επί της παραγράφου αυτής. Στις παραγράφους 27 και 28 της ένορκης δήλωση ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε και επισυνάπτει αιτήσεις για άδειες λειτουργίας των Εναγόντων για προηγούμενα έτη και αναφέρεται στην άδεια λειτουργίας περιπτέρου και άδειες πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και καπνού των Εναγόντων. Και πάλιν δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της άμεσους σκοπούς της κυρίως αίτησης η αντεξέταση επί των παραγράφων αυτών. Στην παράγραφο 29 ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο ορθός τρόπος να προσβληθούν αποφάσεις του Δήμου Αγίας Νάπας είναι μέσω προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Ούτε επί αυτή της αναφοράς θεωρώ ότι χωρεί αντεξέταση. Το περιεχόμενο της παραγράφου 33 αφορά τον κ. Γιώργο Μαρτή προσωπικά και όχι τους Ενάγοντες και επομένως δεν διακρίνω ότι η αντεξέταση θα ήταν βοηθητική για την έκβαση της κυρίως αίτησης. Οι παράγραφοι 37 και 38 αφορούν το κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση ή συνέχιση των διαταγμάτων. Ούτε επί αυτού του σημείου θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμη η αντεξέταση. Η κάθε πλευρά είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί, μέσω των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, επί της προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 και δεν θεωρώ ότι το κατά πόσο οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη συνέχιση ή την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, είναι ζήτημα που θα διαφανεί από την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Στην παράγραφο 39 ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Ενάγοντες οφείλουν στο Δήμο €17.104,69 ενώ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση ο Ενάγοντες έχουν επισυνάψει επιστολή του Δήμου Αγίας Νάπας όπου ο Δήμος φαίνεται να διεκδικεί μεγαλύτερο ποσό. Το ύψος του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού δεν είναι καθοριστικό για την έκβαση της κυρίως αίτησης και επομένως δεν θα ήταν ωφέλιμη η αντεξέταση επί αυτού του σημείου. Τέλος, στην παράγραφο 40 περιέχονται αναφορές του ενόρκως δηλούντα ότι η συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ή η έκδοση των αιτούμενων θα έχει ως αποτέλεσμα ότι ο Δήμος δεν θα μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι Νόμοι. Ούτε επ' αυτού κρίνω ότι χωρεί αντεξέταση. Καταλήγω ότι η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα αντεξέταση του κ. Νίκου Καλλικά επί του περιεχομένου των παραγράφων 16 και 17 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 18.3.
  3. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 [3] Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.