Τάσου Γ. Κουμή ν. Βασούλλας Ορφανίδη, Αρ. Αγωγής: 37/12, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 37/12 Μεταξύ: Τάσου Γ. Κουμή Ενάγοντα και Βασούλλας Ορφανίδη Εναγομένης Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Κουμή. Για την Εναγομένη: κ. Λαμπίδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Χριστοφόρου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας, δικηγόρος στο επάγγελμα, με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €1.350- ως το υπόλοιπο συμφωνηθείσας ή και λογικής αμοιβής για τις υπηρεσίες, τις οποίες είχε προσφέρει προς την Εναγόμενη. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του, τον Νοέμβριο του 2010 η Εναγόμενη είχε λάβει, από τον Ενάγοντα, νομικές συμβουλές σε σχέση με την Ποινική Υπόθεση 5132/10, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Ο Ενάγοντας επίσης είχε εκπροσωπήσει την Εναγόμενη στο Δικαστήριο στις 29/11/2010, στις 24/01/2011, στις 24/02/2011 και στις 03/05/
- Η Εναγόμενη είχε υποχρέωση να καταβάλει την αμοιβή του Ενάγοντα για τις υπηρεσίες που της προσέφερε, η οποία αμοιβή είχε συμφωνηθεί στα €1.500-. Η Εναγόμενη είχε καταβάλει έναντι το ποσό των €150- και παρέμεινε ως υπόλοιπο το ποσό των €1.350-. Η Εναγόμενη, στην Υπεράσπισή της, αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε ζητήσει ή είχε λάβει η ίδια προσωπικά νομικές συμβουλές από τον Ενάγοντα και προωθεί τη θέση ότι η οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία για την εκπροσώπησή της ή για παροχή νομικών συμβουλών είχε γίνει με τον σύζυγό της, Ανδρέα Ορφανίδη, χωρίς τη δική της εξουσιοδότηση. Επίσης, αρνείται ότι είχε συμφωνήσει ως λογική αμοιβή το ποσό των €1.500- πλην όμως παραδέχεται ότι ο σύζυγός της είχε καταβάλει €150- στον Ενάγοντα. Καταλήγει, ότι ενόψει της φύσης της υπόθεσης το συγκεκριμένο ποσό που ζητείται είναι υπερβολικό, παράλογο και απαράδεκτο. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, Μ.Ε.1, ο οποίος είχε καταθέσει γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Ο ίδιος ασκεί τη δικηγορία και εδρεύει στο Παραλίμνι. Τον Νοέμβριο του 2010 η Εναγόμενη του είχε αναθέσει να την υπερασπίσει στην Ποινική Υπόθεση 5132/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, πράγμα το οποίο έπραξε κατά τις δικασίμους 29/11/2010, 24/01/2011, 24/02/2011 και 03/05/
- Για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες είχε συμφωνηθεί το ποσό των €1.500-. Ο ίδιος είχε καλέσει την Εναγόμενη τηλεφωνικώς, σε διάφορες ημερομηνίες, για να του καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό χωρίς όμως αποτέλεσμα και στις 28/07/2011 είχε στείλει επιστολή καλώντας την να τον εξοφλήσει. Έναντι του συγκεκριμένου ποσού η Εναγόμενη είχε καταβάλει το ποσό των €150- μόνο και παρέμεινε προς εξόφληση ένα υπόλοιπο της τάξεως των €1.350-. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 2, η επιστολή που ο Ενάγοντας είχε αποστείλει με ημερομηνία 28/07/
- Αντεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα από το 2007 και ασχολείται με ποινικές υποθέσεις από το
- Ερωτηθείς υποστήριξε ότι του είχε ζητηθεί να υπερασπίσει την Εναγομένη σε ποινική υπόθεση, ενώ παράλληλα της είχε παράσχει νομικές συμβουλές. Ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πού είχαν παρασχεθεί οι συγκεκριμένες νομικές συμβουλές, αλλά πιθανόν να ήταν και στο Δικαστήριο. Εξήγησε ότι στον όρο νομική συμβουλή έδινε την ερμηνεία της συμβουλής σε σχέση με το μαρτυρικό υλικό και ποια οδός θα έπρεπε να ακολουθηθεί από τις δύο κατηγορούμενες στη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση. Απ' ότι θυμόταν, είχε αναλάβει την υπόθεση μετά που οι Κατηγορούμενες είχαν απαντήσει ενώπιον του Δικαστηρίου στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Υποστήριξε ότι είχε λάβει πολλά τηλεφωνήματα από την Εναγόμενη σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση και αρκετές φορές τον είχε επισκεφθεί για να συζητήσουν τί πορεία θα ακολουθείτο σε σχέση με την υπόθεση. Απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί, η κατηγορία που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη ήταν παράβαση των όρων εργασίας της οικιακής βοηθού. Ο ίδιος την είχε συμβουλεύσει να παραδεχθεί τις κατηγορίες γιατί υπήρχε αρκετό μαρτυρικό υλικό που θα οδηγούσε στην ενοχή τους. Όμως, η ίδια, μετά από προτροπή του συζύγου της, επιθυμούσε να αμφισβητήσει τις κατηγορίες και επέμενε στη μη παραδοχή των κατηγοριών. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη του είχε αποκρύψει ότι η συγκατηγορούμενή της, ήτοι η οικιακή βοηθός, εργαζόταν αλλού και είχε υποβληθεί αίτηση έτσι ώστε να μπορέσει να εργαστεί στην Εναγομένη, πλην όμως η αίτησή της δεν είχε, κατά τον επίδικο χρόνο, εγκριθεί. Ο ίδιος είχε λάβει τη συγκεκριμένη πληροφόρηση κατά την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση από τον Εισαγγελέα. Ερωτηθείς σε σχέση με την αμοιβή, ισχυρίστηκε ότι αρχικά είχε συμφωνηθεί το ποσό των €150- για να διαβάσει ο ίδιος τις καταθέσεις και να τη συμβουλεύσει ανάλογα. Ακολούθως, την είχε συμβουλέψει για παραδοχή των κατηγοριών και γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας η αμοιβή του ήταν €400-. Όταν η ίδια είχε εξεφράσει την επιθυμία της να προχωρήσει σε ακρόαση, ο ίδιος την είχε ενημερώσει ότι τα έξοδα θα ήταν περισσότερα και ότι το ποσό θα ανερχόταν στα €1.500-. Υποστήριξε ότι η συμφωνία για τα €1.500- ήταν για την ακρόαση της υπόθεσης. Παραδέχθηκε ερωτηθείς ότι δεν είχε προχωρήσει η υπόθεση σε ακροαματική διαδικασία και είχε ολοκληρωθεί με την αλλαγή απάντησης στις 03/05/
- Όμως, ο ίδιος την είχε συμβουλεύσει, από τη δεύτερη εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου, να παραδεχθεί και η ίδια επέμενε να ακουστεί η υπόθεσή της. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη επέμενε όπως ο ίδιος ετοιμάσει επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα σε σχέση με την υπόθεση. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε και πραγματικά έξοδα, όπως η καταβολή του ποσού για τη λήψη των καταθέσεων και το σημείωμα εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τη δική του άποψη, το ποσό των €1.500- δεν ήταν υπερβολικό, αλλά αντίθετα ήταν πολύ λογικό για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει. Λόγω του ότι δεν είχε υποχρέωση προς το Φ.Π.Α., ο ίδιος δεν είχε εκδώσει τιμολόγιο. Παραδέχθηκε ότι το ποσό των €1.500- το είχε αξιώσει τηλεφωνικά, αλλά και με γραπτή επιστολή του. Σε σχέση, όμως, με το ποσό των €150-, ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε εκδώσει χειρόγραφη απόδειξη. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η κυρία Φωτεινή Λάρκου, Μ.Ε.2, η οποία υπηρετεί ως Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος-Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, είχε στην κατοχή της το φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 5132/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, τον συγκεκριμένο φάκελο. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Εναγόμενη ήταν η Κατηγορούμενη 2 και δικηγόρος των δύο Κατηγορούμενων ήταν ο κ. Κουμής, ο οποίος είχε εμφανιστεί τρεις ή τέσσερις φορές σε σχέση με την υπόθεση. Απ' ότι μπορούσε να διαπιστώσει η ίδια, είχε γίνει αλλαγή απάντησης και στις Κατηγορούμενες 1 και 2 είχε επιβληθεί η ποινή του προστίμου. Στην Κατηγορούμενη 1, €250- στην κατηγορία 2 και στην Κατηγορούμενη 2, €500- στην κατηγορία 4, ενώ στις λοιπές κατηγορίες οι Κατηγορούμενες είχαν απαλλαγεί. Προς υποστήριξη της υπόθεσής της μαρτυρία έδωσε και η Εναγόμενη, αλλά και ο σύζυγός της. Η μαρτυρία της Εναγόμενης, Μ.Υ.1, ήταν στη μορφή της γραπτής δήλωσης. Είχε σημειωθεί, η γραπτή της δήλωση, ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη γραπτή της δήλωση, διαμένει στη Λευκωσία. Η ίδια προσωπικά δεν είχε ποτέ ζητήσει από τον Ενάγοντα οποιεσδήποτε νομικές συμβουλές σε σχέση με την Ποινική Υπόθεση 5132/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και δεν είχε ποτέ συμφωνήσει προσωπικά σε σχέση με την αμοιβή του Ενάγοντα. Όπως της είχε λεχθεί από τον σύζυγό της, ο Ενάγοντας είχε προσφερθεί να βοηθήσει από μόνος του και μετά από μια σύντομη συνομιλία του Ενάγοντα με τον σύζυγό της, την εκπροσώπησε στο Δικαστήριο τις συγκεκριμένες ημερομηνίες. Σε καμιά από αυτές δεν είχε γίνει ακροαματική διαδικασία και ο λόγος που χρειάστηκαν τέσσερις δικάσιμοι ήταν η προσέγγιση του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας, παρά την επιθυμία της ίδιας να παραδεχθεί, την είχε συμβουλεύσει να αρνηθεί την κατηγορία για να του παρασχεθεί χρόνος να μελετήσει την υπόθεση και να μεσολαβήσει στον Γενικό Εισαγγελέα για απόσυρσή της. Καταλήγει, ότι η ίδια ουδέποτε είχε συμφωνήσει ή είχε αποδεχθεί ως λογική αμοιβή του Ενάγοντα το ποσό των €1.500-. Η οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία είχε γίνει με τον σύζυγό της, χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από την ίδια και το ποσό των €150- είχε επίσης καταβληθεί από τον σύζυγό της. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι είχε γνωρίσει τον Ενάγοντα την πρώτη φορά που είχε μεταβεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Ενώ η ίδια βρισκόταν εντός του Δικαστηρίου, ο σύζυγός της είχε εξέλθει της αίθουσας και εκεί είχε συναντήσει τον Ενάγοντα με τον οποίο είχε μια μικρή στιχομυθία. Η ίδια δεν ήταν παρούσα. Ο Ενάγοντας του είχε δώσει το τηλέφωνό του και στην επόμενη δικάσιμο, που η ίδια είχε καθυστερήσει να προσέλθει στο Δικαστήριο Αμμοχώστου, ο σύζυγός της είχε τηλεφωνήσει του Ενάγοντα για να ενημερώσει το Δικαστήριο για την καθυστέρησή της. Εκείνη ήταν και η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας είχε προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα εκ μέρους της αφού είχε ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί ενωρίτερα λόγω της μη έγκαιρης προσέλευσής της. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε συντάξει οποιαδήποτε επιστολή σε σχέση με αναστολή της ποινικής της δίωξης. Τέτοια επιστολή, αν είχε συνταχθεί, είχε συνταχθεί από τον Ενάγοντα. Ερωτηθείσα για την αμοιβή, ήταν ο ισχυρισμός της ότι το ποσό της αμοιβής δεν είχε ποτέ συζητηθεί μεταξύ του Ενάγοντα και της ίδιας και ό,τι είχε λεχθεί ήταν μεταξύ του συζύγου της και του Ενάγοντα. Μετά την αλλαγή απάντησης και την επιβολή της ποινής, ο Ενάγοντας είχε ζητήσει από τον σύζυγό της να μεταβεί στην Τράπεζα για ανάληψη λεφτών, έτσι ώστε να τον πληρώσει. Τότε ο Ενάγοντας είχε ζητήσει €250-. Όμως, λόγω του ότι η ίδια είχε μόνο €150- μαζί της, του τα έδωσε και τα υπόλοιπα θα του τα έστελνε σε μεταγενέστερο στάδιο ο σύζυγός της. Παραδέχθηκε ότι τα άλλα €100- ο σύζυγός της δεν τα είχε στείλει, πλην όμως η ίδια γνώριζε ότι είχε μιλήσει ο σύζυγός της με τον Ενάγοντα για το συγκεκριμένο θέμα. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Ανδρέας Ορφανίδης, Μ.Υ.2, σύζυγος της Εναγομένης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είχε γνωρίσει τον Ενάγοντα έξω από την αίθουσα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, στο οποίο η γυναίκα του αντιμετώπιζε μια υπόθεση ως Κατηγορούμενη. Ήταν ο ισχυρισμός του, ότι ενώ η γυναίκα του βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ο ίδιος βρισκόταν εκτός της αίθουσας και εκεί τον είχε πλησιάσει ο Ενάγοντας, του είχε συστηθεί ως δικηγόρος και τον είχε ρωτήσει για ποιο λόγο βρισκόταν στο Δικαστήριο. Του είχε αναφέρει ότι αν επιθυμούσε δικηγόρο, ο ίδιος μπορούσε να αναλάβει την υπόθεση και του είχε δώσει και την κάρτα του, ενώ επιπρόσθετα του είχε αναφέρει ότι θα μιλούσε και με την Εισαγγελία για αφαίρεση κάποιων κατηγοριών. Επιπρόσθετα, τον είχε συμβουλεύσει να προβεί σε μη παραδοχή για να πάρει τις καταθέσεις. Την συγκεκριμένη ημέρα, ο Ενάγοντας δεν είχε μπει εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Την επόμενη δικάσιμο, ενώ κατευθυνόντουσαν προς το Παραλίμνι, λόγω οδικών έργων είχαν καθυστερήσει και γι' αυτό ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει του Ενάγοντα για να ενημερώσει το Δικαστήριο. Όταν είχαν φθάσει στο Δικαστήριο, γύρω στις έντεκα η ώρα, είχε συναντήσει τον Ενάγοντα έξω από το Δικαστήριο, ο οποίος τον είχε ενημερώσει ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Τη συγκεκριμένη μέρα ο κ. Κουμής είχε ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση του εντάλματος σύλληψης. Όταν είχαν εξέλθει από την αίθουσα του Δικαστηρίου, τον είχε ενημερώσει ότι θα έπρεπε να προβεί σε παραδοχή η σύζυγός του γιατί η Εισαγγελία θα άφηνε μόνο μία κατηγορία και το πρόστιμο θα ήταν μικρό. Την τελευταία φορά ο Ενάγοντας είχε μπει στην αίθουσα του Δικαστηρίου με τις Κατηγορούμενες και δεν του είχε επιτρέψει να μπει στην αίθουσα. Μετά παρέλευση κάποιου χρόνου ο Ενάγοντας είχε εξέλθει από την αίθουσα και του είχε ζητήσει να προσκομίσει το ποσό των €1.200- το οποίο είχε επιδικαστεί ως πρόστιμο. Ήταν η θέση του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία αμοιβής και μετά όταν τον ρώτησε πόσα επιθυμούσε για τις υπηρεσίες του, του απάντησε ότι ήθελε €250-. Του είχε καταβάλλει τα €150- και είχε υποσχεθεί ότι θα του έστελνε τα άλλα €100- σε δεκαπέντε μέρες. Όταν δεν του τα είχε στείλει, ο Ενάγοντας του έστειλε μήνυμα στο κινητό για να του τα στείλει, αλλά λόγω του ότι οικονομικά αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα του τηλεφώνησε να του ζητήσει κάποιο χρόνο και τότε ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι θα ζητούσε τα δεκαπλά. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι του είχε αναφερθεί από τον ίδιο τον Ενάγοντα ότι έχει και άλλες εργασίες, όπως την πώληση ακινήτων και θα μπορούσαν να συνεργαστούν. Όσον αφορά τις συζητήσεις που είχαν γίνει με τον Ενάγοντα, ο ίδιος συζητούσε μαζί του και η σύζυγός του δεν ήταν παρούσα σε αυτές τις συζητήσεις. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας τον είχε προσεγγίσει, χωρίς προηγουμένως να γνωρίζονται και λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι τους προσέγγισε χρειάστηκε να πάνε τέσσερις φορές στο Παραλίμνι. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι αν τους άφηνε να κάνουν από την αρχή παραδοχή δεν θα χρειαζόταν να πάνε τόσες φορές στο Παραλίμνι. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος είχε παράπονο για τον τρόπο που ο Ενάγοντας είχε διαχειριστεί την υπόθεση γιατί είχε προβεί σε παραδοχή μετά από την επιμονή του Ενάγοντα, ο οποίος του έλεγε ότι αν δεν παραδεχόταν ο Δικαστής θα εκνευριζόταν. Όμως, ο ίδιος είχε πληροφορηθεί από την Εισαγγελέα ότι θα παρέμενε μόνο μια κατηγορία στην περίπτωση που προέβαινε η σύζυγός του σε παραδοχή. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας του είχε ζητήσει ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του το ποσό των €250-. Αρνήθηκε ότι είχε συμφωνήσει να καταβάλει το ποσό των €1.500-, αφού και ο ίδιος είναι μέσα στο παζάρι εδώ και πενήντα χρόνια και δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι για μια κατηγορία, την οποία είχε παραδεχθεί η σύζυγός του, θα κατέβαλλε στον δικηγόρο €1.500- ως αμοιβή. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1 (Α) ΑΑΔ 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον Ενάγοντα καθώς και την Εναγόμενη και τον σύζυγό της, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο του φακέλου της ποινικής υπόθεσης, από την οποία έχει προκύψει η διαφορά, που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Εξετάζοντας τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στο τί είχε διαμειφθεί μεταξύ του και της Εναγομένης με πολύ γενικότητα. Ενώ υποστήριζε ότι είχαν δοθεί νομικές συμβουλές στην Εναγόμενη, σε σχέση με την Ποινική Υπόθεση 5132/10, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ήταν στο γραφείο του, στο Δικαστήριο ή κάτω από το κτίριο του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και πόσο χρόνο είχε καταναλώσει για να παράσχει τις συγκεκριμένες νομικές συμβουλές. Ούτε θυμόταν πότε είχε λάβει τις καταθέσεις, για τις οποίες, σημειωτέον, έπρεπε να καταβάλει το σχετικό παράβολο για να τις παραλάβει. Δεν κατέθεσε οποιαδήποτε απόδειξη για πληρωμή σε σχέση με την λήψη των συγκεκριμένων καταθέσεων που αφορούσαν την υπό συζήτηση ποινική υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι είχε υπερασπιστεί την Εναγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29/11/2010, πλην όμως η θέση του αυτή καταρρίπτεται από τον φάκελο της υπόθεσης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Προκύπτει, από το περιεχόμενο του Δικαστικού φακέλου, ότι στις 29/11/2010 οι Κατηγορούμενες, ήτοι η Εναγόμενη, είχε εμφανιστεί μόνη της χωρίς συνήγορο. Την επόμενη δικάσιμο, ήτοι στις 24/01/2011 είχε εμφανιστεί ο Ενάγοντας ως συνήγορος των Κατηγορούμενων, ήτοι της Εναγόμενης, πλην όμως είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης λόγω της απουσίας της από το Δικαστήριο το οποίο είχε οριστεί για εκτέλεση 24/02/
- Στις 24/02/2011 ήταν η δεύτερη ολιγόλεπτη εμφάνιση του Ενάγοντα για να ακυρωθεί η κατάσχεση της εγγύησης της Εναγομένης και να επαναοριστεί για ακρόαση, η υπόθεση, στις 03/05/2011, ημερομηνία κατά την οποία είχε γίνει αλλαγή απάντησης και είχε ολοκληρωθεί η υπόθεση με την επιβολή ποινής. Ισχυρίστηκε και επέμενε ότι είχε συμφωνηθεί το ποσό των €1.500- για την ακρόαση, ενώ για την παραδοχή €400-. Παρέμειναν αναπάντητα τα ακόλουθα ερωτήματα όπως το πώς την είχε συμβουλέψει για παραδοχή αφού δεν είχε ποτέ λάβει τις καταθέσεις καθώς επίσης αφού ακρόαση δεν είχε γίνει τότε γιατί αξιώνεται ολόκληρο το ποσό που είχε συμφωνηθεί για την ακρόαση και όχι το ποσό που είχε συμφωνηθεί για την παραδοχή; Επέμενε στη θέση του ότι του είχε ζητηθεί η ετοιμασία επιστολής προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης, τέτοια επιστολή όμως δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο. Έκπληξη προκάλεσε στο Δικαστήριο η θέση του Ενάγοντα ότι η χρέωσή του, €1.500-, ήταν πολύ λογική για τρεις εμφανίσεις από τις οποίες οι δυο από αυτές ήταν πάρα πολύ σύντομες. Είχε επιλεκτική μνήμη και δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε είχε γνωστοποιήσει, στην Εναγόμενη, το ποσό που χρέωνε για τις υπηρεσίες του και τί συμβουλές της είχε δώσει. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, που αφορούν τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ήταν παραδεκτό από την Εναγόμενη ότι ο Ενάγοντας είχε εμφανιστεί ως συνήγορός της ενώπιον του Δικαστηρίου σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες όμως σε καμιά από αυτές δεν είχε διεξαχθεί ακρόαση, οι δυο ήταν ολιγόλεπτες και η τρίτη ήταν που έγινε παραδοχή των κατηγοριών. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας είχε γνωριστεί με τον σύζυγο της Εναγομένης έξω από την αίθουσα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που συνεδριάζει στο Παραλίμνι, στις 29/11/2010 και συζητώντας είχε προσφερθεί να βοηθήσει την Εναγόμενη και την οικιακή της βοηθό στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζαν. Την συγκεκριμένη ημερομηνία δεν είχε εκπροσωπήσει την Εναγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου. Την επόμενη δικάσιμο, στις 24/01/2011, είχε καταχωρίσει εμφάνιση πλην όμως, λόγω του ότι δεν είχε εμφανιστεί η Εναγόμενη, είχε εκδοθεί εναντίον της ένταλμα σύλληψης, το οποίο είχε οριστεί για εκτέλεση στις 24/02/2011, ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγοντας είχε εμφανιστεί για δεύτερη φορά. Το ένταλμα σύλληψης είχε ακυρωθεί, στις 24/02/2011 και η υπόθεση είχε οριστεί εκ νέου για ακρόαση στις 03/05/2011, ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη είχε αλλάξει απάντηση και της είχε επιβληθεί ποινή. Αυτές ήταν οι υπηρεσίες οι οποίες είχαν προσφερθεί από τον Ενάγοντα, σύμφωνα με την μαρτυρία που ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού ούτε δικό του φάκελο της υπόθεσης είχε προσκομίσει, αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη απόδειξη σε σχέση με την καταβολή οποιουδήποτε ποσού για την λήψη μαρτυρικού υλικού ή άλλων εξόδων. Γι' αυτές τις υπηρεσίες ζητούσε €1.500- αλλά λόγω του ότι του είχαν καταβληθεί τα €150- είχε παραμείνει υπόλοιπο €1.350-. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη μαρτυρία και των δύο πλευρών, υπήρχε εκπροσώπηση, σε τρεις δικασίμους, από τον Ενάγοντα. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τον χρόνο που αφιερώθηκε στις συγκεκριμένες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε δικονομική ρύθμιση των δικηγορικών εξόδων για εκπροσώπηση σε ποινικές διαδικασίες και το θέμα φαίνεται να ρυθμίζεται με την μεταξύ των μερών ιδιωτική συμφωνία. Ο Ενάγοντας επικαλέστηκε προσωπική συμφωνία για χρέωση €1.500- στην περίπτωση που η υπόθεση οδηγείτο σε ακρόαση και €400- στην περίπτωση που καταχωρείτο παραδοχή. Στις πολιτικές διαδικασίες ο Καν.7 της Κ.Δ.Π.167/2006 προβλέπει: «Ο δικηγόρος οφείλει να πληροφορεί εκ των προτέρων τον πελάτη του για τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής του, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για υπολογισμό αυτή επί ωριαίας βάσεως.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου.) Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2004 (Κ.Δ.Π. 3/04), οι οποίοι εφαρμόζονται στην περίπτωση παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, για την αμοιβή των οποίων δεν γίνεται οποιαδήποτε πρόβλεψη σε οποιουσδήποτε διαδικαστικούς κανονισμούς, ο δικηγόρος αμείβεται ανάλογα με την υπηρεσία που παρέχει εφαρμόζοντας κατ' αναλογία την κλίμακα €500 με €2.000 στις αγωγές. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία το ίδιου του Ενάγοντα καθώς και της Εναγόμενης, η συζήτηση για τη χρέωση έγινε μετά την παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου και την επιβολή ποινής. Οπόταν, η Εναγόμενη δεν γνώριζε τί θα χρεωνόταν πριν την συγκεκριμένη ημερομηνία. Δεν είχε καταβληθεί κανένα ποσό στον Ενάγοντα πριν την τελευταία δικάσιμο, ήτοι στις 03/05/2011, ούτε καν για την λήψη των καταθέσεων. Συνεπακόλουθα, το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι δεν υπήρχε προφορική συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή πριν τις 03/05/
- Όμως, ακόμη και αν γίνει αποδεκτή η θέση του Ενάγοντα, ότι είχε γίνει προφορική συμφωνία, το ποσό που είχε συμφωνηθεί για την παραδοχή ήταν €400- και όχι €1.500-. Τα €1.500- ήταν, όπως είχε αναφέρει και ο ίδιος ο Ενάγοντας, για την διεξαγωγή της ακρόασης. Αφαιρουμένων των €150- που του έχουν καταβληθεί το μόνο ποσό που δικαιούται να αξιώνει δυνάμει της προφορικής συμφωνίας είναι €250- και τίποτε περισσότερο. Όμως, σύμφωνα με το σύγγραμμα του «Chitty on Contracts», 3η έκδοση, παράγρ.29-017, σελ.1882: «... Similarly, in a contract for work to be done, if no scale of remuneration is fixed, the law imposes an obligation to pay a reasonable sum (quantum meruit). The circumstances must clearly show that the work is not to be done gratuitously before the court will, in the absence of an express contract, infer that there was a valid contract with an implied term that a remuneration would be paid;» Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, υπάρχει εκ του Νόμου υποχρέωση καταβολής λογικής αμοιβής για εργασία που έχει εκτελεστεί. Σίγουρα κάποια νομική εργασία είχε γίνει για την οποία ο Ενάγοντας θα πρέπει να πληρωθεί ένα λογικό ποσό. Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα, ποιο είναι αυτό το λογικό ποσό; Παραπομπή μπορεί να γίνει στον Κανονισμό 6, περί Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων και Εφέσεων (Δικηγορική Αμοιβή) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2004 (Κ.Δ.Π. 3/04), ο οποίος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων εφαρμόζεται η κλίμακα €500 με €1.000, κατ' αναλογία με τις αγωγές και όπως προβλέπεται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς. Με βάση τα πιο πάνω, ο Ενάγοντας είχε ουσιαστικά δυο επιλογές. Είτε έπρεπε πρώτα να υπολογίσει τα έξοδά του ενώπιον του Πρωτοκολλητή και μετά να τα αξιώσει με αγωγή ή να περιοριστεί στο ποσό που ο ίδιος είχε καθορίσει, ως συμφωνηθέν, για την καταχώριση παραδοχής ήτοι €400- που θα συνιστούσε και ένα λογικό ποσό για τις υπηρεσίες του, των οποίων, σημειωτέον, η χρονική διάρκεια δεν είχε καθοριστεί. Καταλήγω, λοιπόν, ότι η αμοιβή η οποία ζητείται από τον Ενάγοντα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογη, σύμφωνα με τα ενώπιόν μου δεδομένα, αφού η χρέωση των €1500-, ήταν εκτός πραγματικότητας και αφορούσε την διεξαγωγή ακρόασης. Έχοντας υπόψη μου τα κριτήρια του Κανονισμού 6, των προαναφερθέντων Κανονισμών και ειδικότερα τη φύση της υπόθεσης, θεωρώ ότι η αμοιβή του Ενάγοντα έπρεπε να υπολογιστεί στα πλαίσια που καθορίστηκαν από τον Κανονισμό
- Παρά ταύτα, όμως, ενόψει του ότι ο ίδιος έχει αναφέρει ότι στην περίπτωση παραδοχής η αμοιβή θα ήταν €400- το Δικαστήριο θα ήταν έτοιμο να του αποδώσει το υπόλοιπο της συγκεκριμένης αμοιβής. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, για το ποσό των €250-. Επιδικάζονται, υπέρ του Ενάγοντα, έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα του αποδοθέντος ποσού. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο