← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΖΑΜΠΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1007/2014, 30/3/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΖΑΜΠΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1007/2014, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1007/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ Ενάγοντες και

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΖΑΜΠΑΣ
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΖΑΜΠΑΣ
  3. ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΚΟΣΜΑ
  4. ΛΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΜΠΑΣ
  5. ΜΑΡΙΛΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΜΠΑΣ Εναγόμενοι 30 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Π. Αγγελίδης Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Μ. Παπαλεοντίου ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση Εναγομένων ημερομηνίας 7.11.2014 για παραμερισμό απόφασης Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 13.10.2014 που εκδόθηκε εναντίον τους και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση, ένεκα της παράλειψης τους να εμφανιστούν στη διαδικασία. Παρενθετικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης και το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες παρείχαν δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2, τους οποίους οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 εγγυήθηκαν. Ως περαιτέρω εξασφάλιση για την αποπληρωμή του ποσού του δανείου ο Εναγόμενος 1 είχε υποθηκεύσει ακίνητο του υπέρ και προς όφελος των Εναγόντων. Ένεκα της μη εμφάνισης των Εναγομένων στην αγωγή, εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για το υπόλοιπο του δανείου πλέον τόκους και έξοδα καθώς και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Εναγόμενοι επιδιώκουν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης είναι η Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου των Εναγομένων. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση «περί τα μέσα προς τέλη Αυγούστου» τον επισκέφθηκαν οι Εναγόμενοι και του ανέθεσαν την υπεράσπιση τους στην αγωγή. Συνεχίζει λέγοντας ότι «λόγω εσωτερικών διαφωνιών μεταξύ των μετόχων της Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., στην οποία ήμουν διευθυντής και μέτοχος και τον διορισμό του Προσωρινού Παραλήπτη/Εκκαθαριστή στην Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε.. ο φάκελος της υπόθεσης περιήλθε στην κατοχή του Προσωρινού Εκκαθαριστή, Νίνου Χατζηρούσου. Ο κ. Χατζηρούσος μου επέστρεψε το φάκελο κατά τη διαδικασία απογραφής περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Καταχώρησα σημείωμα εμφάνισης στις 30.10.2014 και πληροφορήθηκα στις 31.10.2014 από την κ. Μαρία Παπαλεοντίου Δικηγόρο των Εναγόντων ότι στις 18.9.2014 καταχωρήθηκε ex parte αίτηση για απόφαση και στις 13.10.2014 ορίστηκε η αίτηση όπου και εκδόθηκε απόφαση.» Αναφορικά με την ουσία της αξίωσης των Εναγόντων και την υπεράσπιση των Εναγομένων, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι «ο χρεωθείς και επιδικασθείς τόκος δεν είναι νόμιμος λόγω του γεγονότος ότι υπερβαίνει το συμφωνηθέν επιτόκιο. Ως εκ τούτου, λόγω του ότι υπερβαίνει το συμφωνηθέν επιτόκιο του 5.5% κατά 1%. Ως εκ τούτου η επιδίκαση του επιτοκίου 6.5% επί του υπολοίπου είναι παράνομη. Εάν οι Εναγόμενοι επιτραπεί να εκδικασθούν αφού παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση, είναι σίγουρο ότι το επιπλέον 1% του τόκου θα θεωρηθεί ως τιμωρητικό επιτόκιο και ως εκ τούτου, ολόκληρη η απονομή επιτοκίου 6.5% ως παράνομη». Οι Ενάγοντες ήγειραν ένσταση στον αιτούμενο παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιολογούν επαρκώς την παράληψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή εντός της ταχθείσας προθεσμίας και ότι δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, οι δε συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράληψης εμφάνισης διάδικου εδράζεται στην Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και επομένως ένας εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της[1]. Στην παρούσα περίπτωση, από τις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη που βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι πιστά αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκαν δεόντως σε όλους τους Εναγόμενους την 1.8.
  6. Εφόσον δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή ελάττωμα στην επίδοση, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, με γνώμονα τις αρχές της νομολογίας, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ή όχι. Οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη σε αιτήσεις αυτής της φύσης έχουν αναλυθεί εκτενώς και σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[2]. Θα αναφερθώ ενδεικτικά στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα

(1994)1 Α.Α.Δ. 736 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεση.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Σημαντικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[3], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Σημειώνω επίσης ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται ξεκάθαρα στους ώμους του Αιτητή ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική του ευχέρεια να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, εν αρχή, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει ότι υπήρχε σοβαρή και εύλογη αιτία για το ότι δεν εμφανίστηκαν στην αγωγή. Όπως έχω ήδη αναφέρει, πιστά αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκαν δεόντως σε όλους τους Εναγόμενους την 1.8.
  1. Όφειλαν επομένως οι Εναγόμενοι, εντός 10 ημερών από την επίδοση, να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, πράγμα που δεν έπραξαν. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους, διόρισαν τον δικηγόρο τους και του ανέθεσαν την υπεράσπιση τους «περί τα μέσα προς τέλη Αυγούστου», ενώ δηλαδή η καθορισμένη προθεσμία ενδεχομένως να είχε ήδη παρέλθει. Ούτε όμως και τότε καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης. Όπως λέει ο δικηγόρος των Εναγομένων στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, την περίοδο εκείνη η δικηγορική εταιρεία στην οποία ήταν μέτοχος και διευθυντής, Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., τέθηκε σε εκκαθάριση και ο φάκελος της υπόθεσης περιήλθε στον προσωρινό εκκαθαριστή ο οποίος τον κράτησε για σκοπούς απογραφής. Ο δικηγόρος των Εναγομένων αναφέρει επίσης στην ένορκη του δήλωση ότι καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 30.10.2014, μετά που ο εκκαθαριστής του επέστρεψε τον φάκελο, χωρίς να διευκρινίζει πότε ο φάκελος του επεστράφη. Επί αυτού, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως τεκμήριο, αντίγραφο του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο διορίστηκε ο κ. Νίνος Χατζηρούσος ως προσωρινός εκκαθαριστής της δικηγορικής εταιρείας και με το οποίο αυτός εξουσιοδοτείτο, μεταξύ άλλων, να λάβει φυσική κατοχή των φακέλων των υποθέσεων που χειριζόταν η δικηγορική εταιρεία. Όπως όμως αναγράφεται στο εν λόγω διάταγμα, αυτό εκδόθηκε στις 5.9.
  2. Επομένως, παρά το ότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει πότε ο κ. Χατζηρούσος έλαβε φυσική κατοχή του συγκεκριμένου φακέλου, προκύπτει αβίαστα ότι αυτό δεν μπορεί να έγινε πριν τις 5.9.
  3. Με αυτά τα δεδομένα, συμφωνώ με τη θέση που υποστήριξε στην αγόρευση της η συνήγορος των Εναγόντων ότι τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει δεν συνιστούν αποδεκτή ή επαρκή δικαιολογία για τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους Εναγόμενους. Επιπρόσθετα παραπέμπω σχετικά στην Βαρδιάνος Πάνος Π. ν Edwin John Thomas Richards
(1998)1 A.A.Δ. 698, όπου το Εφετείο αναφερόμενο σε περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση ή αμέλεια δικηγόρου είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν δικονομικές προθεσμίες, έθεσε το θέμα ως εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της.» Καταλήγω επομένως ότι τα όσα προβάλλονται από την πλευρά των Εναγομένων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σοβαρός ή εύλογος λόγος για τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Πέραν αυτού, πρωταρχικής σημασίας σε αιτήσεις αυτής της φύσης είναι το κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει ότι διαθέτουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Έχω ήδη αναφερθεί επιγραμματικά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν καθόλου τη σύναψη της συμφωνίας δανείου, της συμφωνίας εγγύησης και της συμφωνίας υποθήκης, δεν αμφισβητούν τη χορήγηση του δανείου και δεν αμφισβητούν ούτε και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλουν αφορά το ύψος του επιδικασθέντος επιτοκίου. Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου αλλά και δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες, το συμφωνηθέν επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου ήταν 5.5% και με την απόφαση του Δικαστηρίου επιδικάστηκε επιτόκιο προς 6,5% επί του υπολοίπου του δανείου. Επί αυτού, σημειώνω ότι, όπως προκύπτει και πάλιν από το φάκελο του Δικαστηρίου αλλά όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγόντων, τόσο η συμφωνία δανείου, όσο και η συμφωνία εγγύησης προνοούσαν ότι σε περίπτωση υπερημερίας, θα χρεωνόταν επί του χρεωστικού υπολοίπου επιπλέον επιτόκιο επί της υπερημερίας ύψους 1%. Η θέση των Εναγόντων, τόσο στην αγωγή, όσο και στην ένορκη δήλωση που είχαν παρουσιάσει στο Δικαστήριο προς απόδειξη της απαίτησης τους αλλά και στην ένσταση που καταχώρησαν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είναι ότι, ένεκα του ότι το δάνειο κατέστη υπερήμερο, προστέθηκε στο συμβατικό επιτόκιο το 1% ποσοστό τόκου υπερημερίας και, κατ' ακολουθία, εκδόθηκε Δικαστική απόφαση για συνολικό επιτόκιο 6.5%. Ο συνήγορος των Εναγομένων αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι αν η απόφαση παραμεριστεί θα διαφανεί ότι το επιπρόσθετο ποσοστό του 1% που αφορά τον τόκο επί της υπερημερίας είναι τιμωρητικό και παράνομο. Πέραν όμως από αυτή τη γενική τοποθέτηση, οι Εναγόμενοι δεν συγκεκριμενοποιούν ούτε υποστηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό με οποιοδήποτε τρόπο, ώστε να του προσδώσουν βαρύτητα ή πειστικότητα. Έχω κατά νου τις αρχές τις νομολογίας αναφορικά με το πότε πρόνοια σε συμφωνία για χρέωση πρόσθετου τόκου επί υπερημερίας είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ρήτρα τιμωρητική (penalty clause) και συνεπώς ανεφάρμοστη[4]. Έχω επίσης κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[5]. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν από της απλής αναφοράς περί «τιμωρητικής πρόνοιας» δεν έχει τεθεί ενώπιον μου καμία μαρτυρία που να δεικνύει ή έστω να εισηγείται ότι η πρόνοια στις επίδικες συμφωνίες για αυξημένο επιτόκιο 1% επί της υπερημερίας δεν συνιστά γνήσιο προϋπολογισμό που να αποσκοπεί στην παροχή εύλογης αποζημίωσης για την ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες ένεκα της υπερημερίας των Εναγομένων[6]. Έχω βεβαίως κατά νου ότι ο αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος, σε αυτό το στάδιο, να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά μόνο να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Όμως, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν δείξει ότι διαθέτουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Κρίνω επομένως ότι δεν πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση της νομολογίας. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει και δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίηση του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Ενδεικτικά Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [2] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [3] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 [4] Ενδεικτικά Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia [1996]3 All E.R.156 [5] Άρθρο 74
(1)περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 [6] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.