← Κύπρος

Άνθιμου (Άθου) Αγγελή ν. Αθλητικού Ομίλου Αγίας Νάπας (ΑΟΑΝ), Αρ. Αγωγής: 1237/14, 26/3/2015

Άνθιμου (Άθου) Αγγελή ν. Αθλητικού Ομίλου Αγίας Νάπας (ΑΟΑΝ), Αρ. Αγωγής: 1237/14, 26/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1237/14 Μεταξύ: Άνθιμου (Άθου) Αγγελή Ενάγοντα και Αθλητικού Ομίλου Αγίας Νάπας (ΑΟΑΝ) Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Μαρτίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Μιχαηλίδης για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Μιχαήλ). Για Εναγομένους: κ. Χριστοφίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €6.000- ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της συμφωνίας καθώς επίσης και το ποσό των €1.500- ως το ποσό που κατέβαλε για εγχείρηση στην οποία είχε υποβληθεί λόγω του τραύματος που είχε υποστεί ενώ ήταν ποδοσφαιριστής των Εναγομένων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του, ο Ενάγοντας είναι ποδοσφαιριστής και κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο από το Εναγόμενο Σωματείο. Δυνάμει συμφωνίας, ημερομηνίας 16/06/2010, ο Ενάγοντας είχε συμφωνήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ποδοσφαιριστής στο Εναγόμενο Σωματείο. Η συγκεκριμένη συμφωνία προέβλεπε την καταβολή του ποσού των €8.000- για την ποδοσφαιρική περίοδο 2010 με
  2. Θα καταβάλλετο το ποσό των €2.000- με την υπογραφή της συμφωνίας ως προκαταβολή και οι υπόλοιπες €6.000- θα πληρώνονταν σε οκτώ συνεχείς ισόποσες μηνιαίες δόσεις €750- έκαστη, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 30/08/
  3. Παράλληλα με την συγκεκριμένη συμφωνία το Εναγόμενο Σωματείο είχε αναλάβει να παρέχει στον Ενάγοντα πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κατά τη διάρκεια του συμβολαίου, αναφορικά με οποιουσδήποτε τραυματισμούς που θα προέρχονταν κατά τη διάρκεια των υποχρεώσεών του προς τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι είχαν καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των €2.000-, ως προκαταβολή. Κατά τη διάρκεια των προπονήσεων με την ομάδα των Εναγομένων, ο Ενάγοντας τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε εγχείριση αμφοτεροπλεύρου κυρσοκήλης και αριστερών κοιλιακών μυών. Οι Εναγόμενοι τερμάτισαν την συμφωνία εργοδότησης στις 12/08/2010 και συνεπεία του παράνομου αυτού τερματισμού ο Εναγόμενος παρέμεινε άνεργος παρά τις προσπάθειές του για εξεύρεση άλλης εργασίας. Του οφείλονται, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, μισθοί για τους μήνες Οκτώβριο του 2010 μέχρι Μάιο του 2011, ήτοι το συνολικό ποσό των €6.000-. Περαιτέρω, του οφείλεται, είναι η θέση του, το ποσό των €1.500- το οποίο ο Ενάγοντας είχε καταβάλει ως έξοδα της εγχείρισης στην οποία είχε υποβληθεί, λόγω του τραυματισμού του. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους προβάλλουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: Ότι η αγωγή είναι ελαττωματική και παράτυπη ή και αντικανονική γιατί στρέφεται εναντίον λανθασμένου προσώπου κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας καθώς επίσης και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση λόγω συμβατικής πρόνοιας, η οποία έχει καθορίσει την αρμοδιότητα των σωμάτων σε ενδεχόμενη έγερση διαφοράς μεταξύ των μερών. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι σε καμιά περίπτωση ο Ενάγοντας δεν είχε τραυματιστεί σε προπόνηση ή σε άλλη αγωνιστική υποχρέωσή του, στους Εναγόμενους. Είναι η θέση τους ότι ο Ενάγοντας παραπλάνησε τους Εναγόμενους, κατά την σύναψη της συμφωνίας, γιατί δεν τους είχε αποκαλύψει τον προϋπάρχοντα τραυματισμό του. Εισηγούνται δε, ότι ο τερματισμός της σύμβασης είναι νόμιμος και σύμφωνος με τους κανονισμούς της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου. Μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, κύριο Άνθιμο Αγγελή, Μ.Ε.1, προς υποστήριξη της υπόθεσής του, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  4. Στη γραπτή του δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησής του. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, τη συμφωνία εργοδότησής του ημερομηνίας 16/06/2010, ως Τεκμήριο 3 την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 12/08/2010 και ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο βεβαίωσης του Δρ Θεμιστοκλέους και αντίγραφο απόδειξης με τη διευκρίνιση ότι η συγκεκριμένη βεβαίωση και απόδειξη ήταν έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή του. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι είχε τραυματιστεί σε προπόνηση προετοιμασίας με την ομάδα των Εναγομένων και ότι ήταν εις γνώση των Εναγομένων ότι είχε τραυματιστεί και είχε υποβληθεί σε εγχείριση. Εξήγησε ότι ο λόγος που είχε πληρώσει ο ίδιος για την εγχείριση ήταν γιατί οι Εναγόμενοι είχαν αρνηθεί να καταβάλουν το συγκεκριμένο ποσό. Προώθησε την άποψη ότι το Εναγόμενο Σωματείο είχε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της εγχείρισης και ότι οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να τον αποδεχθούν ως μέρος της ομάδας μετά την εγχείριση, πλην όμως επέλεξαν να τερματίσουν τις υπηρεσίες του. Υποστήριξε ότι μέχρι και τον τραυματισμό του πήγαινε καθημερινά στις προπονήσεις από την Λάρνακα στην Αγία Νάπα με δικά του έξοδα. Ήταν η θέση του ότι η αποθεραπεία είχε διαρκέσει δύο

(2)μήνες και μόλις ο ίδιος είχε ενημερώσει το Σωματείο ότι ήταν έτοιμος για να αγωνιστεί ξανά, το Σωματείο είχε διακόψει το συμβόλαιό του. Υποστήριξε ότι είχε προσπαθήσει να βρει άλλη ομάδα, πλην όμως δεν είχε βρει οτιδήποτε άλλο και είχε ξανά ξεκινήσει να αγωνίζεται από την επόμενη ποδοσφαιρική χρονιά. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε περάσει με επιτυχία τις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες τον είχαν θέσει οι Εναγόμενοι. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δεν είχε κατατεθεί στην ΚΟΠ όπως έπρεπε να είχε κατατεθεί, έτσι ώστε να μπορούν να του καταβληθούν οι μισθοί του. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία η οποία είχε υπογραφεί, θα κατατίθετο στην ΚΟΠ, πλην όμως ούτε χαρτοσημάνθηκε ούτε κατατέθηκε. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με τους Εναγόμενους. Όταν του υποδείχθηκε ένα έγγραφο το αναγνώρισε ως τη δεύτερη συμφωνία που είχε γίνει, ημερομηνίας 16/6/2014 και το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Αναγνώρισε, επί του Τεκμηρίου 5, την υπογραφή του και παραδέχθηκε ακολούθως ότι είχε πράγματι γίνει και δεύτερο συμβόλαιο. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο επαγγελματιών ποδοσφαιριστών. Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του, υποστήριξε ότι είχε περάσει από ιατρικές εξετάσεις τις προηγούμενες μέρες πριν την υπογραφή της σύμβασης με τους Εναγόμενους. Είχε επισκεφθεί ιατρό, ο οποίος του είχε υποδειχθεί από τους Εναγόμενους. Σε σχέση με τις προπονήσεις, υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε ξεκινήσει προπονήσεις στις 23/6/2010 και είχε υποστεί τραυματισμό μετά από παρέλευση τριών
(3)εβδομάδων κατά τη διάρκεια της προπόνησης. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός προϋπήρχε και υποστήριξε εμφαντικά ότι κατά την ημέρα του τραυματισμού του ήταν παρών ο φυσιοθεραπευτής των Εναγομένων, ο οποίος και τον εξέτασε και ακολούθως του είχε αναφερθεί να επισκεφθεί τον Δρ Θεμιστοκλέους. Όταν τον επισκέφθηκε, ο Δρ Θεμιστοκλέους, είχε διαγνώσει ότι θα έπρεπε να υποβληθεί σε εγχείριση και όταν ο ίδιος είχε αναφέρει το γεγονός αυτό στους Εναγόμενους τον είχαν ενημερώσει ότι δεν θα πλήρωναν για την επέμβαση. Λόγω του ότι το Σωματείο είχε τον δικό του φυσιοθεραπευτή, τον είχαν στείλει σε αυτόν για να υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία και ακολούθως είχαν διακόψει το συμβόλαιο. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι τον είχε εξετάσει κάποιος ιατρός στην Αγία Νάπα, του οποίου το όνομα δεν γνώριζε και ακολούθως είχε σταλεί από τον Πρόεδρο του Σωματείου και τον προπονητή στον Δρ Θεμιστοκλέους που ήταν και ο ιατρός της ομάδας. Πριν την εγχείριση είχε υποβληθεί καθημερινώς σε φυσιοθεραπείες στον φυσιοθεραπευτή της ομάδας. Όταν δεν είδε οποιαδήποτε καλυτέρευση, τότε από μόνος του είχε αποφασίσει να υποβληθεί στην επέμβαση. Όσον αφορά τη φυσιοθεραπεία στην οποία υποβαλλόταν, ήταν ο ισχυρισμός του ότι όταν του είχε συστήσει, ο Δρ Θεμιστοκλέους, να ξεκινήσει φυσιοθεραπείες του είχε παραδώσει και ένα έντυπο στο οποίο καταγραφόταν τί έπρεπε να κάμνει ο φυσιοθεραπευτής. Το συγκεκριμένο έντυπο ο ίδιος το είχε παραδώσει στον φυσιοθεραπευτή της Αγίας Νάπας με τον οποίο ο Δρ Θεμιστοκλέους είχε επικοινωνία. Ο Δρ Θεμιστοκλέους είχε εισηγηθεί φυσιοθεραπεία δύο
(2)εβδομάδων. Υποστήριξε ότι στο συμβόλαιο, το οποίο είχε υπογραφεί, καταγραφόταν ότι θα του παρεχόταν πλήρης ιατρική περίθαλψη. Γι' αυτό και ο ίδιος ακολουθούσε φυσιοθεραπεία στον φυσιοθεραπευτή της ομάδας και μετά τον τερματισμό του συμβολαίου του αποφάσισε να υποβληθεί σε εγχείριση. Ερωτηθείς γιατί δεν είχε υποβάλει προσφυγή στην ΚΟΠ, ισχυρίστηκε ότι είχε ερευνήσει το θέμα, του κατά πόσο το συμβόλαιό του ήταν κατατεθειμένο στην ΚΟΠ και όταν ανακάλυψε ότι δεν ήταν δεν μπορούσε να υποβάλει προσφυγή. Επιπρόσθετα, έπρεπε το ίδιο το Σωματείο να καταθέσει το συμβόλαιο στην ΚΟΠ γιατί ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε αντίγραφο. Επέμενε στη θέση ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο, το Τεκμήριο 2, κρατείται από το Σωματείο και δεν παραχωρείται οποιοδήποτε αντίγραφο. Επεξήγησε ότι τα Σωματεία καταθέτουν τα συμβόλαια αυτά όλα μαζί γιατί προβλέπεται και η καταβολή κάποιου χρηματικού ποσού. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ξαναδεί το συγκεκριμένο Τεκμήριο. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος παρουσιαζόταν στις προπονήσεις, ακόμα και μετά τον τραυματισμό του, όμως δεν έκαμνε προπόνηση. Όταν υποβλήθηκε σε εγχείριση, μετά παρέλευση ενάμισι μηνός από την επέμβαση, ο ίδιος ήταν έτοιμος να επανέλθει στην ομάδα, πλην όμως είχαν τερματιστεί οι υπηρεσίες του. Κατέληξε, ότι ο ίδιος είχε υποστεί χρηματική ζημιά λόγω του ότι είχε προσπαθήσει να βρει άλλη ομάδα, στην οποία να ενταχθεί, πλην όμως δεν το είχε καταφέρει. Ισχυρίστηκε ότι είχε αποταθεί στον Σπάρτακο Κιτίου καθώς και σε ομάδα στο Ξυλοφάγου. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Μάριο Βασιλείου, Μ.Υ.1 και τον κ. Μάριο Κυριακίδη, Μ.Υ.
  1. Ο κ. Μάριος Βασιλείου, Μ.Υ.1, κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, είναι εκλελεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων από το
  3. Κατά το έτος 2010 ήταν ο Γενικός Γραμματέας του Σωματείου και γι' αυτό γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Στις 16/06/2010 οι Εναγόμενοι είχαν συνάψει γραπτή συμφωνία με τον Ενάγοντα, την οποία είχε υπογράψει και ο ίδιος, το Τεκμήριο
  4. Είχε υπογραφτεί και άλλο συμβόλαιο, το οποίο επίσης φέρει τις υπογραφές του Προέδρου και του ιδίου, το οποίο είχε δεόντως χαρτοσημανθεί και θα κατατίθετο στην ΚΟΠ. Κατά την πρώτη ημέρα των προπονήσεων ο Ενάγοντας είχε επικαλεστεί τραυματισμό και είχε διακόψει την προπόνηση και ο επί τόπου φυσιοθεραπευτής της ομάδας, κ. Μάριος Κυριακίδης, λόγω του ότι δεν υπήρχε εξωτερικό τραύμα, είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα να επισκεφθεί τον Δρ Κωνσταντίνου, ορθοπεδικό ιατρό στην Κλινική Λητώ στο Παραλίμνι. Ο συγκεκριμένος ιατρός είναι για πολλά χρόνια ο γιατρός του Σωματείου. Ο Ενάγοντας δεν είχε επισκεφθεί τον ιατρό της ομάδας και τις επόμενες μέρες δεν παρευρίσκετο στις προπονήσεις γι' αυτό και ο Πρόεδρος του Σωματείου με τον Προπονητή είχαν επικοινωνήσει μαζί του για να ενημερωθούν για τους λόγους που δεν είχε επισκεφθεί τον ιατρό καθώς και για τους λόγους που δεν παρουσιαζόταν στις προπονήσεις της ομάδας. Ο Ενάγοντας τους είχε ενημερώσει ότι είχε επισκεφθεί δικό του γιατρό και ότι δεν θα προπονείτο. Ο Πρόεδρος του Σωματείου του είχε ζητήσει να επισκεφθεί τον ιατρό της ομάδας έτσι ώστε να μπορούν να ενεργοποιηθούν οι όροι της γενικής ασφάλειας της ομάδας και να του καλυφθούν τυχόν ιατρικά έξοδα, πλην όμως ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε επισκεφθεί είτε τον ιατρό της ομάδας ή τον φυσιοθεραπευτή και, επιπρόσθετα, επέλεξε να μην παρευρίσκεται στις προπονήσεις. Ο Πρόεδρος, λόγω της συμπεριφοράς αυτής, είχε επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα καλώντας τον να λύσουν αμοιβαία το συμβόλαιο, αλλά ο Ενάγοντας αρνήθηκε. Λόγω της αντισυμβατικής του συμπεριφοράς οι Εναγόμενοι είχαν τερματίσει γραπτώς την συμφωνία στις 12/08/
  5. Αναγνώρισε ο μάρτυρας, στο Τεκμήριο 5, την υπογραφή του καθώς και τα αρχικά του Μ.Β.. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ήταν παρών κατά την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας. Σε σχέση με τη δεύτερη συμφωνία, ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε ποιοι την είχαν υπογράψει, αλλά ούτε και πού είχε υπογραφεί. Βλέποντας τα αρχικά ισχυρίστηκε ότι ήταν του πρώην Προέδρου του Σωματείου, του κ. Χριστάκη Αντωνίου. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία, το Τεκμήριο 5, δεν είχε κατατεθεί στην ΚΟΠ. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας είχε επικαλεστεί τραυματισμό αμέσως μετά την έναρξη των προπονήσεων του και αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε τραυματιστεί τρεις
(3)εβδομάδες μετά την έναρξη των προπονήσεων. Όσον αφορά τον φυσιοθεραπευτή, υποστήριξε ότι ασκεί τα καθήκοντά του πάρα πολύ καλά και όποιος ποδοσφαιριστής τραυματιστεί εξετάζεται από τον ιατρό της ομάδας και ακολούθως τυγχάνει φυσιοθεραπείας από τον φυσιοθεραπευτή της ομάδας. Είναι κανόνας, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι ένας ποδοσφαιριστής που τραυματίζεται οφείλει να επισκέπτεται τον ιατρό της ομάδας, λόγω του ότι υπάρχει γενική ασφάλεια του Σωματείου για όλους τους ποδοσφαιριστές. Ήταν η θέση του ότι είχαν ενημερωθεί από τον Προπονητή, ως Σωματείο, ότι ο Ενάγοντας δεν πήγαινε στις προπονήσεις και ενώπιον του Συμβουλίου ο Πρόεδρος του είχε τηλεφωνήσει. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε συνταχθεί από τον ίδιο, αλλά γνώριζε για το περιεχόμενό του γιατί είχε συνομιλήσει με τον Πρόεδρο του Σωματείου. Κατέληξε, ότι είχε καταβληθεί στον Ενάγοντα το ποσό των €2.000-, το οποίο συνιστούσε την προκαταβολή της αμοιβής του δυνάμει του συμβολαίου. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Μάριος Κυριακίδης, Μ.Υ.2, φυσιοθεραπευτής στο επάγγελμα και φυσιοθεραπευτής του Σωματείου Αγίας Νάπας από το 2007. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η παροχή θεραπειών στους ποδοσφαιριστές κατά τις προπονήσεις, αλλά και η παροχή Πρώτων Βοηθειών. Παρευρίσκεται τόσο στις προπονήσεις καθώς και στους αγώνες, είτε είναι φιλικοί είτε επίσημοι. Όσον αφορά τον Ενάγοντα, ήταν η θέση του, ότι είχε περάσει από την ομάδα για λίγες μέρες. Την συγκεκριμένη χρονιά η ομάδα ήταν στην τρίτη κατηγορία και ο Ενάγοντας είχε ξεκινήσει προπονήσεις με την ομάδα για μια εβδομάδα και ακολούθως είχε παραπονεθεί για πρόβλημα στον προσαγωγό. Ο ίδιος τον παρέπεμψε στον ιατρό της ομάδας, πλην όμως ο Ενάγοντας επιθυμούσε να επισκεφθεί τον δικό του ιατρό. Έκτοτε, δεν τον είχε ξαναδεί. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να θυμηθεί τον Ενάγοντα να παραπονείται για τραυματισμό. Ο ίδιος θυμόταν ότι αυτό είχε γίνει μια εβδομάδα μετά την έναρξη των προπονήσεων. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είναι ιατρός και ότι οι παίκτες επισκέπτονται τον ιατρό της ομάδας εκεί όπου κρίνεται απαραίτητο. Ο ίδιος παρέχει στους ποδοσφαιριστές τις Πρώτες Βοήθειες μέχρι να επισκεφθούν τον ιατρό της ομάδας. Ο Ενάγοντας επιθυμούσε να επισκεφθεί τον δικό του γιατρό και φυσιοθεραπευτή. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές κατέθεσαν, προς υποστήριξη των θέσεών τους, γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Ενάγοντας δεν μπορεί να γίνει πιστευτός για τους ακόλουθους λόγους: Υποστήριξε την αξίωσή του καταθέτοντας ως τεκμήριο την σύμβαση που είχε συνάψει με τους Εναγόμενους, Τεκμήριο 2, για να υποστηρίξει κατά την αντεξέταση, αρχικά, ότι δεν είχε κάνει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με τους Εναγόμενους και στην συνέχεια ότι είχε υπογράψει την συμφωνία που του είχε υποδειχθεί, το Τεκμήριο
  1. Για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα υποστήριξε ότι υπέγραψε και δεύτερο συμβόλαιο όπως κάνουν όλες οι ομάδες. Ισχυρίστηκε, κατά την αντεξέταση, ότι την ίδια μέρα που είχε τραυματιστεί είχε επισκεφτεί τον Δρ Θεμιστοκλέους, ο οποίος του είχε συστήσει όπως εγχειριστεί, κάτι το οποίο δεν υποστηρίζεται από το Τεκμήριο
  2. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι ο Δρ Θεμιστοκλέους του είχε αρχικά εισηγηθεί φυσικοθεραπεία και του είχε δώσει και οδηγίες γραπτές για το τί φυσιοθεραπεία θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Υπάρχει αντίφαση στις θέσεις του, οι οποίες δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, το οποίο κατέθεσε για να υποστηρίξει, ο Ενάγοντας, τη θέση του ότι είχε τραυματιστεί. Δεν γνώριζε ποιος ιατρός της Αγίας Νάπας τον είχε δει, όταν ισχυρίστηκε ότι είχε τραυματιστεί. Παράλληλα, λησμονώντας ότι είχε αναφέρει ότι τον είχε δει ο ιατρός της ομάδας στην Αγία Νάπα, είχε ισχυριστεί ότι τον είχε στείλει ο Πρόεδρος και ο Προπονητής στον Δρ Θεμιστοκλέους λόγω των φιλικών τους σχέσεων. Τα γεγονότα ήταν τόσο συγχυσμένα στο μυαλό του σε σχέση με το πότε είχε τραυματιστεί, πότε είχε υποβληθεί σε φυσικοθεραπείες, ποιος του είχε εισηγηθεί φυσικοθεραπεία και το πότε είχε αποθεραπευτεί που δεν μπορούν να οδηγήσουν σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Με βάση τη δική του εκδοχή η αποθεραπεία μετά την εγχείριση είχε διαρκέσει δυο
(2)μήνες και μόλις ήταν έτοιμος για να συμμετάσχει στην ομάδα είχαν τερματιστεί οι υπηρεσίες του. Με αυτό το συλλογισμό και έχοντας υπόψη ότι οι υπηρεσίες του είχαν τερματιστεί στις 12/08/2010, αυτό σημαίνει ότι είχε υποβληθεί σε εγχείριση τον Ιούνιο
  1. Η συγκεκριμένη, όμως, θέση βρίσκεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  2. Ο ισχυρισμός του ότι η συμφωνία δεν είχε χαρτοσημανθεί ανατράπηκε από το Τεκμήριο 5, το οποίο φέρει σφραγίδα του Εφόρου Τελών Χαρτοσήμου λίγες μέρες μετά την υπογραφή της. Ερωτηματικά εγείρει και η θέση του ότι λόγω του ότι δεν έβλεπε διαφορά με την φυσιοθεραπεία είχε αποφασίσει από μόνος του να εγχειριστεί, προφανώς μετά τον τερματισμό του συμβολαίου του. Επίσης, το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αναγκαιότητα της άμεσης υποβολής του σε εγχείριση γεννά ερωτηματικά για την όλη συμπεριφορά του, ευθύς μόλις είχε υπογραφεί η συμφωνία. Επίσης, ερωτηματικά γεννούνται για το πώς οδηγούσε και πήγαινε στην Αγία Νάπα, στις προπονήσεις και στον φυσικοθεραπευτή, μετά τον τραυματισμό του μόνος του. Η εκδοχή του είναι παράλογη γιατί όλες οι ομάδες έχουν ασφάλεια και δεν θα κόστιζε στους Εναγόμενους να αξιώσουν από την ομαδική ασφάλεια αν η εκδοχή του Ενάγοντα ήταν γνήσια και αληθινή. Η μαρτυρία των κ. Βασιλείου, Μ.Υ.1 και κ. Κυριακίδη, Μ.Υ.2, φαίνεται να είναι πιο κοντά στη λογική και την αλήθεια. Είναι εμφανές ότι ο Ενάγοντας επικαλέστηκε άμεσα τραυματισμέ, μόλις ξεκίνησε τις προπονήσεις, και δεν ήθελε να επισκεφτεί τον ιατρό των Εναγομένων για τους δικούς του λόγους, τους οποίους μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Οι Εναγόμενοι, λόγω της έλλειψης της συνεργασίας του Ενάγοντα μαζί τους, είχαν τερματίσει την συμφωνία. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Είχε υπογραφεί μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων συμφωνία για την προσφορά των ποδοσφαιρικών του υπηρεσιών για την ποδοσφαιρική περίοδο 2010 με 2011 έναντι του συνολικού ποσού των €8.000-. Είχε καταβληθεί στον Ενάγοντα το ποσό των €2,000-, τον Ιούνιο 2010, σαν προκαταβολή, αλλά αμέσως μετά την έναρξη των προπονήσεων ο Ενάγοντας είχε επικαλεστεί τραυματισμό του. Λόγω του τραυματισμού του δεν παρακολουθούσε τις προπονήσεις και ηρνείτο να συνεργαστεί με τον ιατρό της ομάδας και τον φυσιοθεραπευτή της για την αποθεραπεία του. Αποτέλεσμα της έλλειψης συνεργασίας του με τους Εναγόμενους ήταν ο τερματισμός των υπηρεσιών του, αφού δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί ούτε η κάλυψή του από την ομαδική ασφάλεια. Χωρίς ο ίδιος ουσιαστικά να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην ομάδα, ο Εναγόμενος, είχε εισπράξει το ποσό των €2.000-. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχουν καταγραφεί δυο προδικαστικές ενστάσεις στην Υπεράσπιση, οι οποίες προωθήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Η πρώτη από αυτές αφορά την έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά και ότι αρμόδιο να επιλύσει την συγκεκριμένη διαφορά είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών διότι το είδος της απαίτησης που προβλήθηκε και η αξία εμπίπτει αποκλειστικά στις δικαιοδοτικές διατάξεις του άρθρου 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν. 24/1967). Σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, να εξετάσει και να αποφασίσει θέμα αποζημιώσεων σε σχέση με συμφωνία εργοδότησης, σχετικές είναι οι αρχές, όπως αυτές έχουν συνοψισθεί, στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co
(1990)1 ΑΑΔ 517, σελ. 527. Παραθέτω τη σχετική περικοπή: «
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ.149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν.14/60)στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτουμένου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος.» Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67), μετά την τροποποίησή του από τον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο, αρ. 79
(1)/96, το οποίο έχει διευρύνει τα δικαιοδοτικά όρια του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για να συμπεριλάβει: «(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.» Κατά συνέπεια, η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου εξαρτάται από την διατυπωθείσα αξίωση και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με την έκβαση. Τίθεται ως κριτήριο για ανάληψη δικαιοδοσίας μόνο το ύψος της αξίωσης του εργοδοτούμενου. Του παρέχεται το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο εφόσον η αξίωσή του είναι για αποζημιώσεις που υπερβαίνουν τις αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν με βάση τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/67. Το δικαίωμά του να προβάλει αξίωση πέραν ορισμένου ύψους προσδιορίζει και την αντίστοιχη δικαιοδοσία που είναι γενική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Elbee Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 149, το Δικαστήριο επιλήφθηκε του εν λόγω ζητήματος. Επικαλέστηκε το αξίωμα ubi jus ibi remedium ώστε να προσδιορίσει το εύρος της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Όπως εκεί αφήνεται να νοηθεί, όπου η περίπτωση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες των διατάξεων οιουδήποτε των νόμων που προσδιορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το Δικαστήριο που κέκτηται δικαιοδοσίας είναι το Επαρχιακό. Διαφορετική προσέγγιση θα καθιστούσε το πιο πάνω αξίωμα και τις δικαιούμενες θεραπείες άνευ ουσίας, εφόσον δεν θα υφίστατο forum για απόδοσή τους. Πέραν των άρθρων 3 και 30 του Ν.24/67, η υπόθεση Elbee (ανωτέρω) εξέτασε και το άρθρο 12(ε) του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου, Ν.8/67. Ας σημειωθεί ότι στην ίδια υπόθεση η αξίωση των εφεσίβλητων, εγερθείσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν υπερέβαινε τις αποζημιώσεις που μπορούσαν να επιδικαστούν δυνάμει του Ν.24/67, δηλαδή μισθούς δύο
(2)ετών, ενώ η χρονική περίοδος εργοδότησης των εναγόντων ήταν μικρότερη των έξι
(6)μηνών, δηλαδή της προϋπόθεσης που επιβάλλεται από τον Ν.24/67 για ανάκτηση δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Σχετικό με το επίδικο θέμα είναι το απόσπασμα από τη σελ. 154: «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67, όπως τροποποιήθηκε). Στο άρθρο 12 του Νόμου εκείνου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 5/73)προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Εντάσσονται σ' αυτή μεταξύ άλλων και εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης άλλου Νόμου ή Κανονισμού. Με την παράλληλη πρόνοια του άρθρου 30 του Ν. 24/67 (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 6/73)εντάσσονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του ή και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του. Μετά την έκδοση της απόφασης στην Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέας Χαραλάμπους(ανωτέρω) θεσπίστηκε ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1996 Ν. 79(Ι)/96). Το άρθρο 12 τροποποιήθηκε με την προσθήκη νέας παραγράφου, της (ε). Στην έκταση που είναι σχετικό, το άρθρο διαβάζεται τώρα ως εξής: "Καθιδρύεται Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... "(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση." Όπως ορίζει ο Νόμος, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για τα θέματα που προσδιορίζονται, είναι αποκλειστική. (Βλ. συναφώς Στυλιανίδης ν. British American Ins. (ανωτέρω)). Η αξίωση των εφεσιβλήτων σαφώς καλύπτεται από την παράγραφο (ε) του άρθρου 12, η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας.» Πέραν της απόφασης Elbee (ανωτέρω), σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ ν. Ahmed El-Sayed Mohamed Ahmed Awadalla κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 852. Σε αυτή την υπόθεση η περίοδος εργοδότησης των αιτητών ήταν μικρότερη των έξι
(6)μηνών και εν τούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να θεωρήσει ότι είχε δικαιοδοσία να ακούσει την αίτηση. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εδράστηκε στο άρθρο 12(ε) του Ν.8/67, για το οποίο ανέφερε: «Εξετάσαμε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς. Αναφορικά με το ερώτημα πότε έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο και πότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ), τούτο διέπεται από το Άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/67ως έχει τροποποιηθεί) σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67ως έχει τροποποιηθεί) όπως τα άρθρα αυτά έχουν ερμηνευθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων τις προαναφερθείσες υποθέσεις Interamerican Insurance Co. Ltd. ν. Μακρίδου και Παναγιώτου ν. Δ. Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ.). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία όταν το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης υπερβαίνει το ποσό που μπορεί να επιδικασθεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως προβλέπεται στον Πρώτο Πίνακα, δηλαδή τα ημερομίσθια δύο ετών. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι είχε δικαιοδοσία είναι ορθή. Τότε μόνο δεν θα είχε δικαιοδοσία αν η αξίωση του κάθε αιτητή (εφεσίβλητου) υπερέβαινε τα ημερομίσθια 2 ετών. Τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε γίνει.» Υπαγωγή των πιο πάνω νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο ν' ακούσει την υπόθεση δεν είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Έχω αχθεί στο συγκεκριμένο συμπέρασμα λόγω του ότι η αξίωση του Ενάγοντα αφορά ουσιαστικά παράνομη απόλυση, η αξίωσή του δεν υπερβαίνει μισθούς δύο
(2)ετών και κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή με τον τερματισμό της σύμβασης, ο Ενάγοντας είχε ήδη εργαστεί λιγότερες από 26 εβδομάδες. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης ότι η αξίωση του Ενάγοντα υπάγεται στις πρόνοιες του άρθρου 12(ε) του Ν.8/67, εφόσον διεκδικείται δικαίωμα που προκύπτει από ατομική σύμβαση. Για όλους, λοιπόν, τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής και η αγωγή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση που εστιάζεται στην πρόνοια της παραγράφου 5 της σύμβασης εργοδότησης, ήτοι ότι ο ποδοσφαιριστής πρέπει πρώτα να προσφύγει στα αρμόδια όργανα της ΚΟΠ σε σχέση με θεραπεία που επιζητεί και αφορά την συγκεκριμένη σύμβαση και μετά στα πολιτικά Δικαστήρια, προφανώς λόγω του ότι το συμβόλαιο δεν είχε κατατεθεί στην ΚΟΠ από οποιανδήποτε πλευρά, ούτε την ομάδα, αλλά ούτε και τον ποδοσφαιριστή, η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει. Δεν μπορεί να πετύχει επίσης για το λόγο ότι η συγκεκριμένη πρόνοια, όπως είναι καταγραμμένη, είναι δυνητική και όχι επιτακτική. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών για σκοπούς πληρότητας, σε περίπτωση ανατροπής του συμπεράσματος του Δικαστηρίου κατ' έφεση, θα εξετάσω την αξίωση του Ενάγοντα δυνάμει των αρχών που αφορούν τον τερματισμό των συμβάσεων. Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295 στην σελ. 1305 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).» Ερχόμενη στην αξίωση, ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ.
  1. Από την στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του εναγόμενου η αντίκρουσή τους («evidential burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ., σελ. 451 κ.ε.. Το ζητούμενο είναι αν παραβιάστηκε η συμφωνία εργοδότησης και αν ναι από ποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη. Προφανώς, η σχέση των μερών διέπετο από την σύμβαση, Τεκμήρια 2 και 5, των οποίων το περιεχόμενο είναι το ίδιο. Η μόνη διαφοροποίηση είναι ο τρόπος καταβολής του συγκεκριμένου συμφωνηθέντος ποσού και το γεγονός ότι καθορίζεται ένα ποσό της τάξεως των €1.000- ως φιλοδώρημα, το οποίο να καταβληθεί στην περίπτωση που η ποδοσφαιρική ομάδα ενταχθεί στην Β' Κατηγορία. Σύμφωνα με τον όρο 6 και των δυο συμβάσεων, ο ποδοσφαιριστής έχει υποχρέωση ν' ακολουθεί το πρόγραμμα προετοιμασίας και προπονήσεως, όπως αυτό θα καθοριζόταν από τον Προπονητή της ομάδας. Ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να αναφέρει πότε είχε τραυματιστεί, για να καταλήξει προς το τέλος ότι είχε τραυματιστεί την ίδια μέρα που είχε επισκεφθεί τον Δρ Θεμιστοκλέους και ακολούθως είχε πάει για φυσιοθεραπείες. Η μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα ήταν τόσο συγχυσμένη που υπολείπεται σε βαρύτητα και δεν μπορεί να υποστηρίξει τις αξιώσεις του. Καταρρίπτεται επίσης από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  2. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που επιζητεί ο Ενάγοντας, ύψους €1.500-, είχε, ο Ενάγοντας, καθήκον να τις αποδείξει με μαρτυρία. Το μόνο που προσκόμισε ήταν αντίγραφο απόδειξης από τον Δρ Θεμιστοκλέους, ημερομηνίας 24/08/2010, για το ποσό των €1.500-. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από τον ίδιο τον ιατρό αναφορικά με το πότε είχε χειρουργήσει τον Ενάγοντα. Η δε βεβαίωση του Δρ Θεμιστοκλέους αναφέρει ότι είχε εξεταστεί στις 28/07/
  3. Το Τεκμήριο 4, που συνίσταται από αντίγραφο μιας βεβαίωσης και μιας απόδειξης είσπραξης, είχε κατατεθεί ως έγγραφο στην κατοχή του μάρτυρα και όχι προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Οπόταν, θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα του κατά πόσο η συγκεκριμένη εξ ακοής μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή με βάση τα κριτήρια που καταγράφονται στο άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου. Συγκεκριμένα, αυτό που αφορά τα υπό κρίση γεγονότα είναι η παράγραφος 27
(2)(α), ήτοι κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο Ενάγοντας, ο οποίος είχε προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση από τον Ενάγοντα γιατί δεν κλητεύθηκε ο ιατρός Θεμιστοκλέους για να δώσει μαρτυρία αναφορικά με το τί έπραξε σε σχέση με τον Ενάγοντα. Οπόταν, δεν μπορεί ν' αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα συγκεκριμένα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση η εξ ακοής μαρτυρία δεν θα μπορούσε να είχε οποιαδήποτε αξία έχοντας υπόψη το σύνολο των προνοιών του άρθρου 27 και την πρόνοια ότι λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από μέρους του Ενάγοντα για ποιο λόγο δεν προσκομίστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία και ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό, υπό τις περιστάσεις, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που είχε εκδώσει το ιατρικό πιστοποιητικό και την απόδειξη είσπραξης. Συνακόλουθα, δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στα εν λόγω έγγραφα (βλ. Pakistan Cables Limited v. NBS General Trading (Overseas) Co LTD
(2012)1(B) A.A.Δ. 1711 και GENEMP TRADING LTD v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ Πολ. Εφ. 281/07, ημερ. 07/10/2013). Ως εκ τούτου, η αξίωσή του παραμένει μετέωρη αφού βασίζεται σε εύρημα τραυματισμού του. Συνεπακόλουθα, για τους λόγους που παρατέθηκαν πιο πάνω θα απέρριπτα την αγωγή. Καθηκόντως προκύπτει ότι θα πρέπει να παραπέμψω την υπόθεση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και προς τούτο εκδίδω σχετικό διάταγμα με έξοδα υπέρ Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.