← Κύπρος

Χ. Μ. ΜΑΡΤΗΣ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 191/2015, 17/4/2015

Χ. Μ. ΜΑΡΤΗΣ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 191/2015, 17/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 191/2015 Μεταξύ: Χ. Μ. ΜΑΡΤΗΣ ΛΤΔ Ενάγοντες/Αιτητές και ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 17 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Δημητρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. με κ. Μουτσουρή Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αιτητή: κ. Χριστοφή για Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ αναφορικά με την ένσταση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση στη συνέχιση ισχύος μονομερούς προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 4.3.2015 που εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 3.3.2015 των Εναγόντων/Αιτητών καθώς και σε σχέση με την έκδοση άλλων αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 3.3.

  1. Την ίδια μέρα οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία επιδίωκαν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης στις 4.3.2015 και την ίδια ημέρα εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτών να εισέρχονται στο υποστατικό το οποίο λειτουργεί και/ή διεξάγει εργασίες υπό την ονομασία Macronissos Take Away. Πέραν του εκδοθέντος διατάγματος, οι Ενάγοντες διεκδικούν με την υπό κρίση αίτηση και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να επανασυνδέσουν τον υδρομετρητή και/ή την παροχή ύδατος στο επίδικο υποστατικό, διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται το δικαίωμα των Εναγόντων να χρησιμοποιούν το υποστατικό μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να προβαίνουν σε ενέργειες για να εξαναγκάσουν τους Ενάγοντες να εγκαταλείψουν ή παραδώσουν ή τερματίσουν τη διεξαγωγή εργασιών στο επίδικο υποστατικό. Αναφορικά με αυτά τα αιτούμενα διατάγματα, δόθηκαν οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Μαρτή, εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου των Εναγόντων και ο οποίος αναφέρει, συνοπτικά, ότι οι Ενάγοντες διατηρούν υποστατικό στην οδό Λεωφόρο Νίσσι 115, Αγία Νάπα εντός του οποίου διεξάγουν επιχείρηση πώλησης ειδών σχάρας, βιομηχανοποιημένου καπνού και αλκοόλ. Λέει ότι οι Ενάγοντες διαθέτουν τις απαραίτητες άδειες από τους Εναγόμενους για την άσκηση των εργασιών αυτών αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι «η συνήθης πρακτική είναι η ανανέωση των εν λόγω αδειών μετά τη λήξη τους, αν πληρούνται οι όροι και προϋποθέσεις που αναφέρει η σχετική νομοθεσία και κανονισμοί». Συνεχίζει λέγοντας ότι στις 2.5.2007 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ενοικίασης του επίδικου υποστατικού αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η εν λόγω συμφωνία είχε ισχύ για 3 χρόνια και ότι από τη λήξη της και μετέπειτα δεν υπεγράφη άλλη συμφωνία αλλά έγιναν προφορικές «ταυτόχρονες και παράλληλες συμφωνίας για άδεια ενοικίασης» του επίδικου υποστατικού και ως αποτέλεσμα «ο Δήμος Αγίας Νάπας έχει παραχωρήσει και οι Ενάγοντες έχουν αποκτήσει δικαιώματα θέσμιου ενοικιαστή, ως προβλέπεται και προνοείται από τη σχετική νομοθεσία, ήτοι το άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983». Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι μετά τη λήξη της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2007, το επίδικο υποστατικό «πάντοτε με τη συγκατάθεση των Δημοτικών Αρχών και του Δήμου Αγίας Νάπας είχε μετατραπεί σε snak bar και σε μίνι εστιατόριο παρέχοντας διάφορες ποικιλίες φαγητών» και ότι αυτά έγιναν «κατόπιν προφορικών συμφωνιών και της συγκατάθεσης του Δήμου Αγίας Νάπας, προς τούτο ο Δήμος Αγίας Νάπας έκδωσε και τις σχετικές άδειες που κατέχει η εν λόγω επιχείρηση και υποστατικό». Ο ενόρκως δηλών συνεχίζει λέγοντας ότι στις 23.1.2015 ο Δήμαρχος Αγίας Νάπας με επιστολή τους προς του Ενάγοντες τους ενημέρωσε ότι η άδεια χρήσης της επιχείρησης που τους είχε παραχωρηθεί δεν θα ανανεωνόταν και τους κάλεσε να παραδώσουν κατοχή του υποστατικού εντός 7 ημερών. Σημειώνω παρενθετικά ότι σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, αντίγραφο της οποίας ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει, οι Ενάγοντες ενημερώνονται ότι το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε τη μη ανανέωση της άδειας χρήσης που τους είχε παραχωρηθεί στη βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2007 όπως οι Ενάγοντες είχαν ενημερωθεί σχετικά από το Δήμαρχο Αγίας Νάπας στις 19.12.
  2. Ενημερώνονται επίσης οι Ενάγοντες ότι ο Δήμος θα προχωρήσει με προκήρυξη προσφορών για άδεια χρήσης του υποστατικού και τους καλεί να εξοφλήσουν οφειλόμενο ποσό €38.113,09 που οφείλουν. Ο ενόρκως δηλών λέει ότι η επιστολή αυτή απαντήθηκε με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 27.1.2015 στην οποία αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες είναι θέσμιοι ενοικιαστές. Ακολούθως, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, στις 16.2.2015 μετέβη στο Δήμο Αγίας Νάπας για να πληρώσει τις οφειλές των Εναγόντων που αφορούσαν τα τέλη υδατοπρομήθειας του επίδικου υποστατικού και εκεί συγκεκριμένη υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι κατόπιν εντολών του Δημάρχου Αγίας Νάπας δεν μπορούσε να δεχθεί την πληρωμή. Στάληκε τότε, λέει, νέα επιστολή από το δικηγόρο των Εναγόντων προς το Δήμο και στις 17.2.2015 κατέστη εφικτή η πληρωμή του λογαριασμού. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι την ίδια ημέρα διαπίστωσε ότι «έγινε κλοπή και αφαίρεση του υδρομετρητή» από το υποστατικό καθώς και ότι «η όλη ενέργεια αφαίρεσης και κλοπής έγινε μεταξύ των νυχτερινών ωρών τις 16/02/15 και ξημερώματα τις 17/02/15 από τον Δήμαρχο Αγίας Νάπας». Για το γεγονός αυτό, είπε, υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία. Συνεχίζει λέγοντας ότι η αφαίρεση του υδρομετρητή «δυσκολεύει αφάνταστα» και έχει δημιουργήσει «πρωτοφανείς συνθήκες εργασίας». Αναφέρει ότι ο Δήμαρχος τον έχει απειλήσει προσωπικά ότι θα διακόψει την παροχή ρεύματος στο υποστατικό και ότι ενεργεί με αυτό τον τρόπο γιατί «ο ίδιος έχει προσωπικά συμφέροντα και αλλότριους σκοπούς. Στόχος του Δημάρχου είναι διαμέσου του αξιώματος του να εξυπηρετήσει δικά του συμφέροντα και να βολέψει συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα». Προσθέτει ότι ο Δήμαρχος έχει ενημερώσει υπαλλήλους και Δημοτικούς Συμβούλους του Δήμου ότι «εντός των προσεχών ημερών θα προχωρήσει με την κατεδάφιση του υποστατικού μου, υπό την ονομασία MACRONISSOS TAKE AWAY» και ότι «κάτι τέτοιο θα ήταν παράνομο αλλά ταυτόχρονα καταστροφικό για την επιχείρηση μου και θα είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή της οικογένειας μου καθότι είμαι πολύτεκνος πατέρας 6 παιδιών τα οποία είναι εξαρτώμενα αποκλειστικά από τα έσοδα και τον κύκλο εργασιών της εν λόγω επιχείρησης.» Καταλήγει λέγοντας ότι είναι κατεπείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα άμεσα και ότι «θα είναι δύσκολο μέχρι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος να καταστραφεί οικονομικά ή επιχείρηση μας.» Όπως έχω ήδη αναφέρει, το Δικαστήριο εξέδωσε ένα εκ των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς. Έδωσε δε οδηγίες όπως τόσο το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα όσο και η αίτηση αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα επιδοθούν στην άλλη πλευρά. Οι Εναγόμενοι ήγειραν ένσταση στη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος καθώς και ένσταση στην έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της διαφοράς είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για έκδοση ή οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και έκδοση των υπόλοιπων και ότι δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων από τους Ενάγοντες. Η ένσταση με τη σειρά της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Καλλικά, γραμματέα του Δήμου Αγίας Νάπας. Σύμφωνα με αυτόν, οι Ενάγοντες έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Λέει ότι ο Δήμος Αγίας Νάπας είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού, το οποίο από το 1993 που ολοκληρώθηκε η κατασκευή του παραχωρείτο σε αδειούχους στη βάση συμφωνίας άδειας χρήσης. Λέει ότι η άδεια χρήσης του υποστατικού παραχωρήθηκε αρχικά στους Ενάγοντες δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.
  3. Διαφωνεί όμως ότι πρόκειται για συμφωνία ενοικίασης ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται αλλά για συμφωνία άδειας χρήσης. Αναφέρει επίσης ότι κατόπιν σχετικών αιτημάτων των Εναγόντων η διάρκεια της συμφωνίας άδειας χρήσης παρατεινόταν από το Δήμο μέχρι τις 31.12.2014, επισύναψε δε αντίγραφα των σχετικών πρακτικών των συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου. Ο ενόρκως δηλών ανέφερε επίσης ότι η τραπεζική εγγύηση που παρείχαν οι Ενάγοντες σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2007 έληξε στις 30.6.2014 χωρίς να ανανεωθεί, με αποτέλεσμα ο Δήμος να παραμένει εκτεθειμένος από τη μη τήρηση των όρων της. Συνεχίζει λέγοντας ότι στις 20.11.2014 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα να μην παραταθεί η άδεια χρήσης που είχε παραχωρηθεί στους Ενάγοντες και ότι στις 19.12.2014, σε συνάντηση του Δημάρχου με τον κ. Γιώργο Μαρτή, ο Δήμαρχος τον ενημέρωσε σχετικά. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο αντίγραφα των πρακτικών από τη σχετική συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου κατά την οποία αποφασίστηκε η μη ανανέωση της άδειας. Ακολούθως, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, αποφασίστηκε από το Δήμο Αγίας Νάπας στις 14.1.2015, όπως ζητηθούν προσφορές για παραχώρηση άδειας χρήσης του υποστατικού σε άλλο πρόσωπο και επισυνάπτει αντίγραφα των σχετικών πρακτικών της συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου. Οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν και γραπτώς, είπε, με επιστολή του Δήμου ημερομηνίας 23.1.2015 με την οποία τους ζητήθηκε να παραδώσουν κατοχή του ακινήτου και να καταβάλουν τα οφειλόμενα δικαιώματα για την παραχώρηση της άδειας χρήσης. Υπήρξε και ανταλλαγή περαιτέρω αλληλογραφίας μεταξύ των Εναγομένων και των δικηγόρων των Εναγόντων, αντίγραφα της οποίας επισυνάπτει. Σημειώνω παρενθετικά ότι από στην εν λόγω αλληλογραφία οι Ενάγοντες εκφράζουν επανειλημμένα τη θέση ότι είναι θέσμιοι ενοικιαστές και οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι οι Ενάγοντες κατέχουν το υποστατικό ως αδειούχοι. Ο ενόρκως δηλών αρνείται την αναφορά του κ. Γιώργου Μαρτή στην ένορκη του δήλωση ότι υπάρχει συνήθης πρακτική στο Δήμο για ανανέωση αδειών λειτουργίας που εκδίδονται από αυτόν μετά τη λήξη τους και ισχυρίζεται ότι η κάθε αίτηση εξετάζεται, εφόσον υποβληθεί, με γνώμονα το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση της. Αναφέρει περαιτέρω ότι μετά τη λήξη της άδειας λειτουργίας του επίδικου υποστατικού στις 31.12.2014 δεν έχει υποβληθεί κανένα αίτημα για ανανέωση της. Συνεχίζει λέγοντας ότι η αποφάσεις του Δήμου για μη ανανέωση της άδειας χρήσης του υποστατικού και για προκήρυξη προσφορών για παραχώρηση άδειας χρήσης σε άλλο άτομο, συνιστούν διοικητικές πράξεις οι οποίες μπορούν να προσβληθούν μόνο με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Αναφέρει επίσης ότι εφόσον οι Ενάγοντες παρουσιάζονται ως θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού τότε το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το καθ' ύλην αρμόδιο για να εκδικάσει την υπόθεση. Αρνείται περαιτέρω τους ισχυρισμούς του κ. Γιώργου Μαρτή για τις ενέργειες που αποδίδει στον Δήμαρχο Αγίας Νάπας καθώς και ότι αυτός ενεργεί με πρόθεση για «βόλεμα» συγγενικών του προσώπων και εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων, αναφέροντας ότι έχουν ήδη υποβληθεί προσφορές στο Δήμο Αγίας Νάπας από τρίτα πρόσωπα για άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού οι οποίες αξιολογούνται. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι αόριστα και ανυπόστατα αφού η άδεια λειτουργίας του επίδικου υποστατικού έχει λήξει από τις 31.12.2014 και έκτοτε δεν υπάρχει άδεια για να λειτουργεί η επιχείρηση. Διευκρινίζει δε ότι το οφειλόμενο ποσό από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους ανέρχεται σε €17.104,
  4. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης, εκδόθηκε διάταγμα αντεξέτασης του κ. Νίκου Καλλικά επί συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκης του δήλωσης όμως η πλευρά των Εναγόντων επέλεξε τελικά να μην τον αντεξετάσει. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς επιχειρηματολόγησαν επί των υπό κρίση ζητημάτων και έχω ακούσει και μελετήσει με προσοχή τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από τις αρχές τις επιείκειας οι οποίες βεβαίως αποτελούν μέρος του εφαρμοζόμενου δικαίου της Δημοκρατίας[1]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 24, 4η έκδοση, παράγραφος 901: «
  5. Meaning of "injunction". An injunction is a judicial remedy by which a person is ordered to refrain from doing or to do a particular act or thing. In the former case it is called a restrictive injunction and in the latter a mandatory injunction. It is a remedy of an equitable nature.» Επιπρόσθετα, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αποτελεί σε κάποιο βαθμό κωδικοποίηση των αρχών του κοινοδικαίου, και το οποίο προνοεί ότι: «32.-

(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Προκύπτει επομένως από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, και Σε κάθε περίπτωση ενδιάμεσο διάταγμα πρέπει να εκδίδεται μόνο εάν το Δικαστήριο καταλήξει ότι θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί. Σε σχέση με το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία[2]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση[3]. Αυτό είναι κάτι που εξετάζεται με γνώμονα τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα και κατά πόσο από αυτή προκύπτει ή διαφαίνεται ότι υπάρχει ή αποκαλύπτεται ουσιαστική βάση αγωγής. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα επιτυχίας έχει ερμηνευτεί στη νομολογία ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[4]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επεισέλθει με λεπτομέρεια στην αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο, αν υπάρχει πιθανότητα με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού ο αιτητής να έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αν όμως ο εναγόμενος δείξει ότι διαθέτει υπεράσπιση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[5]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[6]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά, ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου[7]. Τέλος, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι ζήτημα πραγματικό, που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του με γνώμονα μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[8]. Πέραν των πιο πάνω, και σε σχέση με το υπό κρίση μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς, τότε οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα χωρίς να ακουστεί πρώτα η άλλη πλευρά. Η κατεπείγουσα φύση του αιτήματος ή η κατάδειξη άλλων εξαιρετικών περιστάσεων συνιστά δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς[9]. Επιπρόσθετα, πρόσωπο το οποίο αποτίνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Όπως έχω αναφέρει, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας. Το καθήκον αποκάλυψης του αιτητή είναι απόρροια του δόγματος της επιείκειας που επιτάσσει ότι αυτός ο οποίος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να έρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον αυτό είναι ιδιαίτερα επιτακτικό σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς και εκδόθηκε διάταγμα χωρίς να έχει την ευκαιρία η άλλη πλευρά να ακουστεί πριν την έκδοση του. Η υποχρέωση για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη κρίνεται τόσο σημαντική που, ακόμα και αν δεν εγερθεί από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εγείρει και να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα[10]. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα τότε, το αναπόδραστο αποτέλεσμα, είναι ο αιτητής να στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσης του αυτής. Το καθήκον διάδικου για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη είναι καίριας σημασίας. Αυτό διότι, κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης, η άλλη πλευρά στερείται του θεμελιώδους δικαιώματος να ακουστεί πριν αποφασιστεί ένα ζήτημα το οποίο την επηρεάζει και την αφορά. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια βασιζόμενο μόνο στη μαρτυρία ενός εκ των διαδίκων. Το καθήκον και υποχρέωση επομένως του αιτούντος διάδικου είναι απόλυτο και αυστηρό, η δε διαδικασία που διεξάγεται μονομερώς χαρακτηρίζεται ως uberrima fides, υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[11] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η φύση και έκταση της υποχρέωσης ενός αιτητή που αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς έχει επεξηγηθεί εκτενώς στη νομολογία[12]. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στην ακόλουθη ανάλυση στην υπόθεση Γρηγορίου ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που αποκαλύφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αίτητη και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης.» Εάν ο αιτητής δεν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα, τότε, όταν αυτά αποκαλυφθούν, ανατρέπεται η βάση επί της οποίας εκδόθηκε ένα μονομερές διάταγμα, καθιστώντας το έκθετο σε ακύρωση[13]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εναγόμενοι με την ένσταση τους έχουν εγείρει λόγους, τους οποίους υποστηρίζουν με σχετική μαρτυρία, που κατά τους ίδιους δεικνύουν ότι οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο έκδοσης του μονομερούς προσωρινού διατάγματος και κατ' ακολουθία αυτό πρέπει να ακυρωθεί. Υποστηρίζουν επίσης ότι από τη μαρτυρία που οι ίδιοι προσκομίζουν διαφαίνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Επομένως, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι, εν πρώτοις, το κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας κατά την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Εάν ναι, τότε αυτό θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Εάν όχι, θα πρέπει να ακυρωθεί. Κατά δεύτερο, πρέπει επίσης να αποφασιστεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των υπόλοιπων επιδιωκόμενων διαταγμάτων αναφορικά με τα οποία δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης. Στη βάση των πιο πάνω, και έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου τόσο από τους Ενάγοντες όσο και από τους Εναγόμενους, προχωρώ να εξετάσω εάν ανατρέπονται τα δεδομένα επί των οποίων εκδόθηκε το μονομερές διάταγμα και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφορικά με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, το βάρος βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων/Αιτητών για να δικαιολογήσουν τη συνέχιση του[14]. Να αναφέρω παρενθετικά ότι παρά την όποια ασυμφωνία αναφορικά με τα γεγονότα μεταξύ των δύο πλευρών, στο παρόν στάδιο η εξέταση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το μοναδικό καταχωρημένο δικόγραφο είναι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Οι αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, όπως διατυπώνονται στη γενική οπισθογράφηση αφορούν διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι κατέχουν το επίδικο ακίνητο ως ενοικιαστές, αξίωση για €7.000 ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που έχουν υποστεί ένεκα της ισχυριζόμενης διακοπής παροχής νερού στο υποστατικό, αξίωση για €7.000 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές ένεκα της μη ανανέωσης της άδειας επαγγελματικής λειτουργίας για το υποστατικό, «γενικές αποζημιώσεις και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις», τόκους και έξοδα. Τα πιο πάνω, κρίνω ότι αποκαλύπτουν σοβαρά προς εκδίκαση ζητήματα και επομένως πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας των Αιτητών, με την επιφύλαξη βέβαια ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση και απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης[15]. Η πρώτη αξίωση των Εναγόντων, όπως διατυπώνεται στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, αφορά διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι κατέχουν το επίδικο υποστατικό ως ενοικιαστές. Επί αυτού σημειώνω ότι τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και στις διάφορες επιστολές που απέστειλαν οι δικηγόροι τους προς τους Εναγόμενους και που επισυνάπτονται τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, οι Ενάγοντες αναφέρουν επανειλημμένα ότι η θέση που υπέχουν είναι αυτή του ενοικιαστή του επίδικου υποστατικού. Η δε θέση των Εναγομένων είναι ότι οι Ενάγοντες δεν είναι ενοικιαστές ή θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού αλλά αδειούχοι δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2007 η οποία είναι συμφωνία παροχής άδειας χρήσης και όχι συμφωνία ενοικίασης. Σημειώνω παρενθετικά ότι η συμφωνία, την οποία ο ενόρκως δηλών την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αποκαλεί «συμφωνία ενοικίασης» τιτλοφορείται «Συμφωνία για την παραχώρηση άδειας χρήσης του περιπτέρου στην παραλιακή περιοχή Μακρόνησσος στην Αγία Νάπα». Όμως, η ιδιότητα υπό την οποία οι Ενάγοντες κατέχουν το επίδικο υποστατικό είναι θέμα ουσιαστικό και πραγματικό που θα αποφασιστεί με αναφορά στην φύση και χαρακτηριστικά της κατοχής και όχι θέμα λεκτικό ή θέμα διατύπωσης της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2007 δυνάμει της οποίας απέκτησαν αρχικά κατοχή. Εξέτασα τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.
  2. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η παρούσα διαδικασία δεν είναι η κατάλληλη για τη διαμόρφωση τελεσίδικων συμπερασμάτων και διαπιστώσεων αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα. Κρίνω όμως, πάντοτε προκαταρτικά και εκ πρώτης όψεως ότι, τα γεγονότα τείνουν να δείξουν ότι η σχέση μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν σχέση ιδιοκτήτη/ενοικιαστή άλλα σχέση με την οποία οι Ενάγοντες κατέστησαν αδειούχοι του επίδικου υποστατικού. Σε αυτό συνηγορούν: (α) τα αποσπάσματα από τα πρακτικά της συνεδρίας του τότε δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αγίας Νάπας ημερομηνίας 21.2.2007 με τα οποία αποφασίζεται η προκήρυξη προσφορών για παραχώρηση άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση), (β) η δημόσια πρόσκληση για προσφορά παραχώρησης άδειας χρήσης , Αρ. Προσφ. 8/07 του Δήμου Αγίας Νάπας (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση), (γ) το αντίγραφο από την δημοσίευση της εν λόγω προσφοράς στην Επίσημη Εφημερίδα ημερομηνίας 23.3.2007 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση), (δ) το απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας του τότε δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αγίας Νάπας ημερομηνίας 25.4.2007 για αποδοχή της προσφοράς των Εναγόντων/Αιτητών (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση), (ε) το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2007 περιλαμβανομένων των προνοιών, μεταξύ άλλων, για έλεγχο του Δήμου Αγίας Νάπας επί της επίπλωσης και διαμόρφωσης του χώρου του υποστατικού (παράγραφος 4.2 της συμφωνίας), για ουσιαστικό έλεγχο επί της λειτουργίας της επιχείρησης των Εναγόντων στο επίδικο υποστατικό (παράγραφος 4.3 της συμφωνίας) για ουσιαστικό έλεγχο επί των τιμών διάθεσης των διαφόρων προϊόντων που πωλούνται στο υποστατικό (παράγραφος 4.4 της συμφωνίας), για εγγραφή και εγκατάσταση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και νερού επ' ονόματι του Δήμου Αγίας Νάπας (παράγραφος 4.8 της συμφωνίας), για το δικαίωμα του Δήμου να εισέρχεται στην επιχείρηση για σκοπούς ελέγχου της λειτουργίας της επιχείρησης και τήρησης των όρων της συμφωνίας (παράγραφος 4.9.1 της συμφωνίας), (στ) το ότι οι Ενάγοντες συνεχίζουν να έχουν κατοχή του επίδικου υποστατικού με την ανανέωση της άδειας χρήσης που τους είχε παρασχεθεί δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.2007, όπως διαφαίνεται από τα αποσπάσματα των πρακτικών των εκάστοτε δημοτικών συμβουλίων (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση). Ενόψει των πιο πάνω, και ειδικότερα στη βάση της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου με την ένσταση των Εναγομένων, καταλήγω ότι, προκαταρτικά και εκ πρώτοις όψεως, δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τη συγκεκριμένη αξίωση των Εναγόντων. Πρέπει να πω ότι με έχει προβληματίσει η επιλογή των Εναγόντων να διεκδικούν αναγνωριστικό διάταγμα ότι κατέχουν το επίδικο υποστατικό ως ενοικιαστές ενώ έχουν καταχωρήσει την αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Θεωρώ όμως ότι το ποιο είναι το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την επίδικη διαφορά είναι κάτι που θα αποφασιστεί ενδεχομένως μεταγενέστερα και όχι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η δεύτερη αξίωση των Εναγόντων με την αγωγή αφορά ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν από την διακοπή της παροχής νερού στο υποστατικό. Η μοναδική αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφορικά με τις ισχυριζόμενες αυτές ειδικές ζημιές περιλαμβάνεται στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση όπου σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα «Οι ζημιές και οι απώλειες που έχει υποστεί η επιχείρηση υπό την ονομασία MACRONISSON TAKE AWAY σε διάστημα μόλις 10 ημερών ανέρχονται στις μερικές χιλιάδες ευρώ». Πέραν από την απλή αυτή αναφορά, δεν προσφέρεται καμιά μαρτυρία που να την τεκμηριώνει ή να της προσδίδει βαρύτητα ή πειστικότητα. Ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου καμία μαρτυρία στη βάση της οποίας να είμαι σε θέση να διαμορφώσω άποψη αναφορικά με το κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν πράγματι υποστεί ζημιά ως ισχυρίζονται. Οι Ενάγοντες ουσιαστικά δεν θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματικό έρεισμα για να διαπιστωθεί εάν η συγκεκριμένη αξίωση διαθέτει ορατές πιθανότητες επιτυχίας κατά την δίκη. Η τρίτη αξίωση αφορά ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί από την μη ανανέωση της άδειας επαγγελματικής λειτουργίας τους. Σημειώνω επί αυτού ότι αντίγραφα των σχετικών αδειών επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και από αυτά διαφαίνεται ότι η άδεια πώλησης κρασιού και οινοπνευματωδών ποτών καθώς και η άδεια πώλησης βιομηχανοποιημένου καπνού ίσχυαν μέχρι τις 12.3.2015 ενώ η άδεια λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού ίσχυε μέχρι τις 31.12.
  3. Ούτε αναφορικά με την αξίωση αυτή οι Ενάγοντες προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία ότι έχει υποβληθεί αίτηση για ανανέωση τους ή ένδειξη ότι δεν θα ανανεωθούν. Συνεπώς, ελλείψει οποιασδήποτε τέτοιας μαρτυρίας δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω ότι ή εάν οι Ενάγοντες έχουν ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Η τελευταία αξίωση των Εναγόντων αφορά γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις χωρίς να διευκρινίζεται στο αιτητικό της αγωγής στη βάση ποιού αγώγιμου δικαιώματος διεκδικούνται οι αποζημιώσεις αυτές. Εάν εδράζονται στη βάση των προαναφερόμενων αξιώσεων τότε ισχύουν αναφορικά με αυτές τα πιο πάνω. Συνοψίζοντας, με δεδομένη τη μαρτυρία της κάθε πλευράς και με δεδομένους τους περιορισμούς στον έλεγχο και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Ενόψει των πιο πάνω, καθίσταται ουσιαστικά περιττή η εξέταση του κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 αφού οι προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Παρά ταύτα θα εξετάσω κατά πόσο και αυτή πληρείται για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου. Αναφορικά με το κατά πόσο η μη έκδοση ή μη διατήρηση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον, ως προκύπτει από τη νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω, το κριτήριο δεν είναι μόνο εάν θα προκληθεί ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Αν και κατά βάση σε περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η χρηματική αποτίμηση της ενδεχόμενης ζημιάς, δεν παρέχεται θεραπεία μέσω ενδιάμεσου διατάγματος, αυτό δεν είναι απόλυτο. Οι Ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους, αναφέρονται σε απώλεια του ζωτικού χώρου εργασίας τους, εξαναγκασμό σε τερματισμό των εργασιών τους, οικονομική επιβάρυνση που θα οδηγήσει σε καταστροφή και κλείσιμο της επιχείρησης. Οι Εναγόμενοι διαφωνούν με τη φύση και έκταση των ισχυριζόμενων επιπτώσεων, ενώ κατ' εκείνους οι όποιες επιπτώσεις μπορούν να αποζημιωθούν με χρήμα. Χωρίς να εξετάζω το ποια από τις δύο εκδοχές είναι η επικρατέστερη ή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν αποκλείω το ότι ζημιές της φύσης που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ενδεχομένως να είναι δύσκολο να αποκατασταθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Όμως στην παρούσα περίπτωση πρέπει να σημειώσω ότι η επιχείρηση των Εναγόντων διεξάγεται στη βάση σχετικών αδειών που τους παραχωρούνται από το Δήμο Αγίας Νάπας. Από τα αντίγραφα των αδειών αυτών που επισυνάπτουν στην αίτηση τους προκύπτει ότι όλες οι άδειες που επικαλούνται έχουν λήξει χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ότι έχουν υποβληθεί σχετικές αιτήσεις προς ανανέωση τους. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση σε «συνήθη πρακτική» για ανανέωση των αδειών μετά τη λήξη τους σαφώς και δεν εξισώνεται ούτε και συνιστά μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε οποιαδήποτε διαβήματα για την ανανέωση τους. Δεν εξηγεί περαιτέρω πως θα συνέχιζαν ή συνεχίζουν να διεξάγουν την επιχείρηση τους χωρίς τις απαραίτητες άδειες λειτουργίας. Περαιτέρω, όπως έχω ήδη επισημάνει, η κατοχή του επίδικου υποστατικού από τους Ενάγοντες ξεκίνησε με την παροχή άδειας χρήσης δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 2.5.
  4. Η άδεια αυτή ανανεώνετο τακτικά και για συγκεκριμένα κάθε φορά χρονικά διαστήματα. Αυτό φαίνεται από τα πρακτικά των συνεδριάσεων των εκάστοτε δημοτικών συμβουλίων (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση). Επομένως, παρά το ότι το άθροισμα των διαφόρων περιόδων ανανέωσης της άδειας χρήσης είναι περί τα 7 ½ χρόνια, αυτό δεν αλλοιώνει το ότι επρόκειτο για ανανεώσεις των αδειών χρήσης για τακτά χρονικά διαστήματα και με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα κάθε φορά. Είναι με βάση αυτά τα δεδομένα, τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένσταση των Εναγομένων, που πρέπει να κριθούν οι επιπτώσεις που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στη βάση λοιπόν αυτών των δεδομένων και ειδικότερα στη βάση του ότι η άδεια χρήσης και ουσιαστικά η δυνατότητα διεξαγωγής της επιχείρησης είχε συγκεκριμένη και προκαθορισμένη διάρκεια, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες υπερβάλλουν τις συνέπειες που ισχυρίζονται, αφού - όπως διαφάνηκε ποτέ δεν τους είχε παρασχεθεί επ' αόριστον δικαίωμα κατοχής του επίδικου υποστατικού και διεξαγωγής της επιχείρησης τους σε αυτό. Καταλήγω επομένως ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρείται. Τα πιο πάνω προκαθορίζουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Πρέπει όμως να αναφέρω ότι, κατά την κρίση μου, οι Ενάγοντες δεν είχαν ενεργήσει σύμφωνα με το καθήκον τους για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλως των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και που το Δικαστήριο έπρεπε να έχει υπόψη του κατά την αρχική εξέταση της αίτησης και ειδικότερα κατά την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Έχοντας σήμερα ενώπιον μου και την ένσταση των Εναγομένων, διαπιστώνω ότι η εικόνα αναφορικά με τα γεγονότα, όπως αυτή παρουσιάστηκε από τους Ενάγοντες, δεν αποτύπωνε πλήρως τα πράγματα. Ουσιώδους σημασίας κρίνω το ότι οι Ενάγοντες παρουσίασαν ότι κατέχουν το επίδικο υποστατικό ως ενοικιαστές αμελώντας ή παραλείποντας να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου και άλλα γεγονότα που γνώριζαν ή θα μπορούσαν να γνωρίζουν εάν επεδείκνυαν την απαραίτητη επιμέλεια και τα οποία τείνουν να υποστηρίξουν την εκδοχή των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κατείχαν το επίδικο υποστατικό ως αδειούχοι. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ο ενόρκως δηλών λέει ότι συμφωνία των μερών είχε «ξεφύγει» από τα πλαίσια της αρχικής τους συμφωνίας με «υπαναχώρηση» του Δήμου από τα δικαιώματα του και τη «σύναψη ταυτόχρονων και παράλληλων προφορικών συμφωνιών για άδεια ενοικίασης», αφήνοντας να νοηθεί ότι το δικαίωμα που τους είχε παραχωρηθεί ήταν επ' αόριστο. Δεν απεκάλυψαν όμως οι Ενάγοντες ότι αυτό το οποίο συνέβαινε ήταν η ανανέωση της αρχικής συμφωνίας για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και όχι επ΄ αόριστο (Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση). Το γεγονός αυτό, όπως έχω ήδη εξηγήσει, επηρεάζει ουσιαστικά το αρχικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου σε σχέση με το κατά πόσο πληρούνται η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  5. Η πιο πάνω επιλεκτική ή πλημμελής αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων από τους Ενάγοντες, εσκεμμένη ή όχι, στέρησε από το Δικαστήριο στοιχεία και πληροφορίες σε σχέση με το πραγματικό υπόβαθρο. Το αποτέλεσμα ήταν να δοθεί στο Δικαστήριο στρεβλωμένη εικόνα και να καταλήξει σε επισφαλή συμπεράσματα κατά την προηγούμενη απόφαση του να εκδώσει το μονομερές προσωρινό διάταγμα, το οποίο - και για το λόγο αυτό - καθίσταται έκθετο σε απόρριψη. Πέραν των πιο πάνω σημειώνω και τα ακόλουθα αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα. Το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α της αίτησης, αφορά διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να «επανατοποθετήσουν και/ή επαναλειτουργήσουν και/ή επανασυνδέσουν τον υδρομετρητή και/ή την παροχή ύδατος» στο επίδικο υποστατικό. Επιδιώκεται δηλαδή η έκδοση προστακτικού (mandatory) ενδιάμεσου διατάγματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, προστακτικά διατάγματα μπορούν να εκδοθούν μόνο σε περιπτώσεις όπου η απαίτηση φανερώνει μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή υπόθεση και σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό βεβαιότητα ότι κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκε το προστακτικό διάταγμα[16]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Snell's Principles of Equity, 24η έκδοση, σελ 587: «.the grant of such an injunction is always discretionary and the court "will not interfere by way of mandatory injunction, except in cases in which extreme, or at all events very serious, damage will ensue from its interference being withheld.» Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν θεωρώ ότι τα γεγονότα είναι τέτοιας ακραίας φύσης ώστε να δικαιολογούν ή να επιτρέπουν την έκδοση τέτοιου προστακτικού διατάγματος. Το επιδιωκόμενο διάταγμα της παραγράφου Β της αίτησης είναι αναγνωριστικό. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες επιδιώκουν διάταγμα δια του οποίου «να αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν το υποστατικό και/ή την επιχείρηση υπό την ονομασία MACRONISSOS TAKE AWAY νόμιμα και/ή νομότυπα μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής». Κατά την κρίση μου, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, εξουσία ή δυνατότητα να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα αναγνωριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ούτε το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό έρεισμα για την έκδοση αναγνωριστικού ενδιάμεσου διατάγματος, ούτε τα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Κεφ. 6, ούτε και οι σχετικές πρόνοιες των περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  6. και περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 που επικαλούνται οι Ενάγοντες στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Πέραν τούτου, θα ήταν ανακόλουθο και πρωθύστερο το Δικαστήριο σε αυτό στο στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να προβεί σε διάγνωση δικαιωμάτων τα οποία και να αναγνωρίσει με την έκδοση σχετικού διατάγματος, χωρίς να τεθεί ενώπιον του μαρτυρία στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της αγωγής. Στην παράγραφο Γ της αίτησης, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν «διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάττει τον Καθ' ου η Αίτηση και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτού από το να προβαίνουν σε ενέργειες για να εξαναγκάσουν τους Ενάγοντες για παράδοση και/ή εγκατάλειψη του εν λόγω υποστατικού και/ή επίδικου χώρου το οποίο λειτουργεί και/ή διεξάγει εργασίες υπό την ονομασία MACRONISSOS TAKE AWAY, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής». Θεωρώ ότι η χρήση της λέξης «διατάττει» οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος και ότι το διάταγμα που πραγματικά επιδιώκεται είναι απαγορευτικό. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως, κρίνω ότι ούτε και τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί. Το λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος είναι διατυπωμένο με τρόπο ανεπιθύμητα ασαφή και ευρύ με αποτέλεσμα να είναι ουσιαστικά αδύνατο να καθοριστεί επακριβώς ποιες πράξεις ή ενέργειες επιδιώκει να απαγορεύσει ή εμποδίσει τους Εναγόμενους από το να διενεργήσουν. Τα δικαστικά διατάγματα πρέπει να είναι διατυπωμένα με τρόπο σαφή και αυστηρό ώστε να είναι ξεκάθαρο από το κείμενο τους το αντικείμενο, σκοπός και εύρος τους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται απόλυτα επιτακτική με δεδομένες τις συνέπειες τις οποίες ενδεχομένως να αντιμετωπίσει πρόσωπο εναντίον του οποίου θα προβληθεί ισχυρισμός για μη συμμόρφωση με το διάταγμα. Καταλήγω επομένως ότι το εν λόγω διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, τo μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 4.3.2014 ακυρώνεται και αίτηση, αναφορικά με τα αξιούμενα διατάγματα υπό παραγράφους Α, Β και Γ αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1][1] Άρθρο 29
(1), του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 [2] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [3] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [4] Οδυσσέως (ανωτέρω) [5] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [6] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [7] Σχετικές οι Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ.21.10.11 [8] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [9] Χαράλαμπος Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 312/10, ημερομηνίας 17.7.2014 [10] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [11] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 [12] Ενδεικτικά AK International UK Limited v Του Πλοίου «NAIME S» σημαίας Comodo Islands (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1447, Brink`s Mat Ltd v Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350, Behbehani and others v Salem and Others
(1989)2 All E.R 143 [13] Demstar Limited v Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 [14] Αναφορικά με τον Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Vuitton v Δερμοσακ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 [15] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829, Οδυσσέως (ανωτέρω) [16] Shepherd Homes Ltd v Sandham [1971] Ch. 340 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.