ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΖΟΥΒΑΝΗΣ ΗΡΑΚΛΗ ΒΙΚΤΩΡΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 513/2014, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 513/2014 Μεταξύ: ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και
- ΖΟΥΒΑΝΗΣ ΗΡΑΚΛΗ ΒΙΚΤΩΡΟΣ
- ΑΝΤΩΝΙΑ ΖΟΥΒΑΝΗ ΒΙΚΤΩΡΟΣ Εναγόμενοι 30 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2/Αιτήτρια: κα Μ. Χατζηκωνσταντή για Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Ε. Λουκά ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 5.2.2015 για παραμερισμό απόφασης Με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια ζητά τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 16.6.2014 που εκδόθηκε εναντίον της και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση στην αγωγή, ένεκα της παράλειψης της να εμφανιστεί στη διαδικασία. Παρενθετικά αναφέρω ότι οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην αγωγή ότι στις 30.7.2011 οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξέδωσαν προς όφελος τους, έναντι νομίμου ανταλλάγματος, την επιταγή υπ' αριθμό 24292496 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου για ποσό €5.
- Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι όταν η επιταγή παρουσιάστηκε προς πληρωμή, δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά- Μη επαρκή υπόλοιπα». Σημειώνω δε ότι με την αγωγή οι Ενάγοντες προώθησαν και άλλες αξιώσεις εναντίον του Εναγόμενου 1, που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Η απόφαση ημερομηνίας 16.6.2014 που εκδόθηκε εναντίον της Εναγόμενης 2, αφορούσε το ποσό της επιταγής πλέον τόκο και έξοδα. Ακολούθως, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση έρευνας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στις 17.11.2014, η οποία επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη 2 στις 27.11.
- Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 2 στις 5.2.
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2 που υποστηρίζει την αίτηση, αυτή έλαβε γνώση για την απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον της στις 27.11.2014 όταν της επιδόθηκε η αίτηση έρευνας. Αναφέρει ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 1, ο οποίος δεν την είχε ενημερώσει. Συνεχίζει λέγοντας ότι με τον Εναγόμενο 1 ήταν σύζυγοι και όταν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα για την ίδια στις 15.5.2014, είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία έκδοσης διαζυγίου αφού είχε αποσταλεί ήδη η προβλεπόμενη υπό του νόμου επιστολή προς τη Μητρόπολη Κωνσταντίας στις 24.3.
- Ακολούθησε, συνεχίζει, η καταχώρηση αίτησης διαζυγίου στις 14.6.2014 και ο γάμος τελικά λύθηκε με σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 24.9.
- Υποστηρίζει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτήν δεν είναι έγκυρη αφού όταν επιδόθηκε στον πρώην σύζυγο της το κλητήριο ένταλμα δεν συγκατοικούσαν και δεν είχαν επικοινωνία. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι τον είχε εκδιώξει από την κατοικία τους από τον Νοέμβριο
- Ο σύζυγος της δε «πρόδηλα εξαπάτησε το δικαστικό επιδότη αν του είπε ότι συζούσε μαζί μου». Αυτά αποδεικνύουν, εισηγείται η Εναγόμενη 2, «ότι η επίδοση που έγινε στον πρώην σύζυγο μου σε ότι αφορά το πρόσωπο μου ήτο αντικανονική και λανθασμένη ή και προϊόν απάτης ή και ψευδών παραστάσεων». Η Εναγόμενη 2 αναφέρει επίσης ότι το χρέος που αφορούσε η απαίτηση των Εναγόντων «αφορά αποκλειστικά τον Εναγόμενο
- Εγώ δεν γνωρίζω καθόλου τους Ενάγοντες ούτε ποτέ είχα καμία συναλλαγή μαζί τους». Υποστηρίζει ότι «ο εναγόμενος 1 υπέγραψε και εξέδωσε με δικαιούχους τους ενάγοντες εν αγνοία μου επιταγή από κάποιο λογαριασμό στον οποίο αναφέρεται το όνομα μου. Όμως εγώ δεν γνώριζα την ύπαρξη τέτοιου λογαριασμού και ούτε γνωρίζω κάτω από ποιες συνθήκες ο τέως σύζυγος μου εξασφάλισε τέτοιο βιβλιάριο επιταγών που να φέρει το όνομα μου». Καταλήγει λέγοντας ότι «δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αφού μόλις μου επιδόθηκε [η αίτηση έρευνας], έδωσα οδηγίες στους δικηγόρους μου να κάμουν έρευνα για να πληροφορηθώ τι έγινε και πως εκδόθηκε απόφαση εναντίον μου και αμέσως έδωκα οδηγίες να προχωρήσουν στην ετοιμασία και καταχώρηση αίτησης παραμερισμού. Η αίτηση καταχωρείται σήμερα που ολοκληρώθηκαν οι έρευνες και η ετοιμασία της Αίτησης». Οι Ενάγοντες ήγειραν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της απόφασης, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την Εναγόμενη 2 ήταν νόμιμη, ότι η Εναγόμενη 2 έχει επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ότι δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Η ένσταση υποστηρίζεται από τρεις ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη είναι ένορκη δήλωση της κας Μαργαρίτας Θεωρή, διευθύντριας των Εναγόντων. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε νόμιμα στην Εναγόμενη 2 δια της επίδοσης του στον Εναγόμενο 1, στη συζυγική κατοικία, στην οδό Ιουστινιανού 1, στο Παραλίμνι. Σημειώνει ότι η αίτηση έρευνας που οι Ενάγοντες καταχώρησαν, επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 στην ίδια διεύθυνση στις 27.11.
- Κατά την επίδοση, η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε τον επιδότη ότι ο Εναγόμενος 1 δεν διαμένει πια εκεί και του έδωσε τη νέα διεύθυνση διαμονής του. Περαιτέρω, η κα Μαργαρίτα Θεωρή αναφέρει ότι ενημέρωσε προσωπικά την Εναγόμενη 2 ότι είχε κινηθεί αγωγή εναντίον της. Ειδικότερα, συνεχίζει, ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την Εναγόμενη 2 και την ενημέρωσε ότι η επίδικη επιταγή δεν είχε πληρωθεί και η Εναγόμενη 2 της υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε να την εξοφλήσει αφού εξοφλούσε πρώτα άλλη επιταγή που οι Εναγόμενοι είχαν εκδώσει προς όφελος της συνδεδεμένης με τους Ενάγοντες εταιρείας, της Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λίμιτεδ. Ακολούθησαν, λέει, και άλλες τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ τους κατά τη διάρκεια των οποίων η Εναγόμενη 2 υποσχόταν πάντα ότι θα εξοφλούσε. Παρενθετικά σημειώνω ότι η δεύτερη αυτή επιταγή υπ΄αριθμό 24292495 και για ποσό €6.905, φαίνεται να εκδόθηκε στις 30.6.2011 από τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό και βιβλιάριο επιταγών ως η επίδικη επιταγή και φαίνεται επίσης ότι επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα». Η ένσταση των Εναγόντων υποστηρίζεται επίσης από ένορκη δήλωση του κ. Κούλλη Ξενή, ιδιώτη επιδότη, σύμφωνα με τον οποίο τον Απρίλιο 2014 του ανατέθηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής προς τους Εναγόμενους 1 και
- Συνεχίζει λέγοντας ότι στις 15.5.2011 συνάντησε τον Εναγόμενο 1 στην οικία στην οδό Ιουστινιανού 1 στο Παραλίμνι και του επέδωσε το κλητήριο ένταλμα τόσο για τον εαυτό του όσο και για την Εναγόμενη 2, «χωρίς κανένα σχόλιο». Στις 17.11.2014 επέδωσε στην ίδια διεύθυνση στην Εναγόμενη 2 προσωπικά, την αίτηση έρευνας και η Εναγόμενη 2 τον ενημέρωσε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν διαμένει πια εκεί αλλά στην οδό Νίκης 18, στο Παραλίμνι. Τέλος η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Χαραλάμπους ο οποίος αναφέρει ότι εργάζεται στην εταιρεία Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ, που είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία των Εναγόντων. Μεταξύ των καθηκόντων του, αναφέρει, είναι και η είσπραξη από πελάτες των δύο εταιρειών διάφορων ποσών που οφείλονται προς αυτές από πελάτες τους. Ο κ. Χαραλάμπους αναφέρει ότι στις 30.6.2011 οι Εναγόμενοι εξέδωσαν προς την εταιρεία Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ την επιταγή υπ' αριθμό 24292495 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου για ποσό €6.905 η οποία επιστράφηκε απλήρωτη. Αναφέρει επίσης ότι στις 30.7.2011 οι Εναγόμενοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή προς τους Ενάγοντες από τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό, η οποία επίσης επιστράφηκε απλήρωτη. Συνεχίζει λέγοντας ότι μετά την επιστροφή των εν λόγω επιταγών «σε αρκετές ημερομηνίες επισκεπτόμουν την οικία των Εναγομένων, οι οποίο κατέβαλλαν διάφορα ποσά έναντι της επιταγής υπ' αριθμό 24292495 προς όφελος της Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ. Οι πληρωμές εγίνοντο τις περισσότερες φορές από τον Εναγόμενο 1, αλλά και κάποιες φορές από την Εναγόμενη
- Και οι δύο Εναγόμενοι μου υπόσχοντο ότι θα αρχίσουν να πληρώνουν έναντι της επιταγής υπ΄αριθμό 24292496 προς όφελος της εταιρείας Σπύρος Σταυρινίδης Λτδ, γεγονός το οποίο δεν έγινε και οι ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής». Σημειώνω ότι δεν επιδιώχθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκων δηλούντων και η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των δύο πλευρών το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με προσοχή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης εδράζεται στις διατάξεις της Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά τις περιπτώσεις όπου το κλητήριο ένταλμα δεν έχει επιδοθεί δεόντως στον εναγόμενο. Η δεύτερη τις περιπτώσεις όπου της απόφασης προηγείται η επίδοση της αγωγής με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε περιπτώσεις όπου η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο, η εναντίον του απόφαση δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί και, επομένως, δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της[1]. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι η εκδοθείσα εναντίον της απόφαση πρέπει να παραμεριστεί γιατί δεν της είχε επιδοθεί δεόντως το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Συγκεκριμένα, η συνήγορος της Εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου οι Εναγόμενοι είναι σύζυγοι, το κλητήριο ένταλμα έπρεπε να είχε επιδοθεί σε κάθε ένα από αυτούς προσωπικά. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε συγκεκριμένο απόσπασμα από τη Αγγλική Δικονομική πρακτική. Έχω ανατρέξει στο συγκεκριμένο απόσπασμα από το Annual Practice 1956, σελ 72, στο οποίο έχει παραπέμψει η συνήγορος της Εναγόμενης 2, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Husband and wife (Ο. 9, r. 3).
- When husband and wife are both defendants to the action they shall both be served unless the Court or a Judge shall otherwise order. Int. 1883-Service on the husband was formerly good service on the wife». Η συνήγορος της Εναγόμενης 2 εισηγείται ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα καθορίζει ότι σε περίπτωση όπου οι δύο σύζυγοι είναι εναγόμενοι τότε πρέπει να γίνει προσωπική επίδοση της αγωγής σε κάθε ένα εξ αυτών, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει προσωπικά. Δεν συμφωνώ με την ερμηνεία αυτή. Κατά την κρίση μου, αυτό που προκύπτει από το πιο πάνω χωρίο είναι ότι εάν εναγόμενοι σε αγωγή είναι σύζυγοι τότε η αγωγή θα πρέπει να επιδοθεί και στους δύο, σε αντίθεση με το τι ίσχυε προηγουμένως όταν η επίδοση της αγωγής μόνο στον σύζυγο ήταν αρκετή για να θεωρηθεί ότι η αγωγή έχει επιδοθεί και στους δύο. Στην παρούσα περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε και στους δύο Εναγόμενους. Επιδόθηκε τόσο στον Εναγόμενο 1 προσωπικά όσο και στην Εναγόμενη 2, δια της επίδοσης του στον Εναγόμενο 1 που τότε ήταν σύζυγος της. Ειδικότερα, ανατρέχοντας στις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη που αφορούν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και που βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 δια της επίδοσης του στον Ζουβάνη Βίκτωρος ο οποίος περιγράφεται ως «σύζυγος και συζεί». Σύμφωνα δε με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που συνοδεύει την ένσταση των Εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση, διενήργησε την επίδοση στην οικία των Εναγομένων την οδό Ιουστινιανού 1 στο Παραλίμνι, που είναι και η διεύθυνση η οποία αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι ο σύζυγος της είχε εγκαταλείψει τη συζυγική εστία από τον Νοέμβριο
- Αυτό δεν συνάδει με τη θέση του ιδιώτη επιδότη ότι η επίδοση στον Εναγόμενο 1 έγινε την κατοικία όπου ζούσε το ζεύγος. Δεν συνάδει επίσης με την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Χαραλάμπους ο οποίος ισχυρίζεται ότι επισκεπτόταν τους Εναγόμενους στη συγκεκριμένη οικία. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ο Εναγόμενος 1 είχε εγκαταλείψει σε κάποιο χρόνο τη συζυγική κατοικία, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη αυτός διέμενε στην κατοικία της μητέρας του η οποία επίσης βρίσκεται στο Παραλίμνι. Θεωρώ επομένως ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την Εναγόμενη 2 ήταν νομότυπη αφού έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.5 θ. 2
(1)(
- i)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοεί ότι: «The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving a copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if a copy is left- (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof...» Εφόσον δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή ελάττωμα στην επίδοση, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, με γνώμονα τις αρχές τις νομολογίας, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μπορεί και πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ή όχι. Οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη σε αιτήσεις αυτής της φύσης έχουν αναλυθεί εκτενώς και σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[2]. Θα αναφερθώ ενδεικτικά στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεση.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Σημαντικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[3], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Σημειώνω επίσης ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται ξεκάθαρα στους ώμους του αιτητή ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για ικανοποίηση του αιτήματος. Η Εναγόμενη 2 προβάλλει μια συγκεκριμένη εκδοχή στην ένορκη της δήλωση αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Οι Ενάγοντες, με την ένσταση τους και τις τρεις ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν προβάλλουν εκδοχές, που σε συγκεκριμένα, καθοριστικά σημεία είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Εφόσον υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές αναφορικά με τα γεγονότα στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα τότε ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει τα γεγονότα που ισχυρίζεται. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lοuis Vuitton v Δερμοσακ Λτδ
(1992)Α.Α.Δ. 1454, όπου τονίστηκε ότι: «Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48-θ.4.» Απόλυτα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν Άριστος Καναουρίδης
(1999)1 Α.Α.Δ. 528: «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48-θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται... Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης.» Στην υπό κρίση περίπτωση, η πλευρά της Εναγόμενης 2 επέλεξε να μην αντικρούσει τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε μέσω διαδικασίας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων των Εναγόντων. Είναι επομένως υπό το πρίσμα της αντικρουόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τα γεγονότα και με δεδομένο ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Εναγόμενης 2, που πρέπει να εξεταστεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας που θα επέτρεπαν ενδεχομένως τον παραμερισμό της απόφασης. Το πρώτο ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί αφορά το κατά πόσο η Εναγόμενη 2 έχει καταδείξει ότι υπήρχε σοβαρή και εύλογη αιτία για το ότι δεν εμφανίστηκε στην αγωγή. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, θεωρώ ότι το κλητήριο ένταλμα είχε επιδοθεί δεόντως προς αυτή. Οι δε ισχυρισμοί της ότι δεν έλαβε γνώση για την αγωγή και την εκδοθείσα απόφαση μέχρι την επίδοση της αίτησης έρευνας καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κας Μαργαρίτας Θεωρή και κ. Ανδρέα Χαραλάμπους το οποίο έχω παραθέσει πιο πάνω. Επομένως, θεωρώ ότι η Εναγόμενη 2 είχε γνώση για την αγωγή που εγέρθηκε εναντίον της και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Εναγόμενη 2 έχει καταδείξει την ύπαρξη σοβαρής και εύλογης αιτίας για τη μη εμφάνιση της στην αγωγή. Επί αυτού σημειώνω επίσης ότι η αίτηση έρευνας επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 στις 27.11.2014 και η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε στις 5.2.2015. Δεν θεωρώ ότι έχει δικαιολογηθεί επαρκώς η καθυστέρηση των 2 και πλέον μηνών μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η αναφορά της Εναγόμενης 2 ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μόλις ολοκληρώθηκε η έρευνα των δικηγόρων της δεν συνιστά κατ' εμένα επαρκή δικαιολογία για τον χρόνο που έχει παρέλθει αφού δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο γιατί απαιτήθηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση της έρευνας και ετοιμασία και καταχώριση της αίτησης παραμερισμού. Πρωταρχικής σημασίας βεβαίως για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι και το κατά πόσο η Εναγόμενη 2 έχει καταδείξει ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του λογαριασμού της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου και του βιβλιάριου επιταγών από το οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε γεγονός που να είναι ικανό να του προσδώσει κάποια έστω πειστικότητα, ή βαρύτητα. Θα ανέμενα λογικά κάποια αναφορά ή σε ενημέρωση για διαβήματα της Εναγόμενης 2 είτε προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου για να παραπονεθεί για την ύπαρξη του λογαριασμού και του βιβλιάριου επιταγών ή, ενδεχομένως, ακόμα και καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία. Επιπρόσθετα, η αναφορά αυτή της Εναγόμενης 2 προσκρούει στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κας Μαργαρίτας Θεωρή και κ. Ανδρέα Χαραλάμπους σύμφωνα με τις οποίες η Εναγόμενη 2 γνώριζε όχι μόνο για την ύπαρξη της επίδικης επιταγή αλλά και άλλης προγενέστερης επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών προς όφελος της Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λλιμιτεδ, έναντι του ποσού της οποίας έχουν καταβληθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 διάφορα ποσά. Με αυτά τα δεδομένα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Εναγόμενη 2 διαθέτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Κρίνω επομένως ότι δεν πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση της νομολογίας. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει και δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίηση του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Ενδεικτικά Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [2] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [3] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο