← Κύπρος

Κωνσταντίνος Πιερίδης ν. Λουκάς Λευτέρη, Αριθμός αγωγής: 1061/2009, 24/4/2015

Κωνσταντίνος Πιερίδης ν. Λουκάς Λευτέρη, Αριθμός αγωγής: 1061/2009, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1061/2009 Μεταξύ: Κωνσταντίνος Πιερίδης Ενάγοντας και Λουκάς Λευτέρη Εναγόμενου 24 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Χ. Ιωαννίδης δια Αγγελίδης Ιωαννίδης Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. K. Κουκούνης δια Γ. Κουκούνης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας διεκδικεί από τον Εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Δικογραφημένες θέσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στις 12.11.2006 και περί ώρα 13.43 ο Ενάγοντας οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αριθμούς εγγραφής KNG 759 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ (δρόμος Φρενάρους - Δερύνειας) με κατεύθυνση προς Δερύνεια. Ισχυρίζεται δε ότι την ίδια ώρα ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του, ένα διπλοκάμπινο με αριθμούς εγγραφής CAD 717 και, εξερχόμενος στο δρόμο από χωράφι το οποίο βρισκόταν στα αριστερά της πορείας του Ενάγοντα, του ανέκοψε την ελεύθερη πορεία. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του Εναγόμενου κινήθηκε με τη μοτοσυκλέτα προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα στα δεξιά του δρόμου. Κατά τον Ενάγοντα, το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του Εναγόμενου ο οποίος, μεταξύ άλλων, δεν επέδειξε τη δέουσα παρατηρητικότητα και/ή επιμέλεια πριν εισέλθει στο δρόμο με το όχημα του με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του Ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη ειδικές ζημιές συνολικού ύψους Λ.Κ. 6.388, τις οποίες διεκδικεί. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπέστη σωματικές βλάβες περιλαμβανομένων εγκαυμάτων τριβής στο πρόσωπο, και σε άλλα μέρη του σώματος και θλαστικό τραύμα μετωπιαίας χώρας αριστερά και κάτω χείλους. Ισχυρίζεται επίσης ότι μετά το ατύχημα εισήχθη στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για παρακολούθηση, λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης την οποία είχε υποστεί και εξήλθε στις 14.11.2006 ιδία βούληση. Τέλος ισχυρίζεται ότι οι ουλές που υπέστη επιδέχονται αισθητικής βελτίωσης με χειρουργική επέμβαση, το κόστος της οποίας ανέρχεται σε €4.500, που επίσης διεκδικεί. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του, μεταξύ άλλων, αρνείται ότι εξήλθε στον δρόμο από χωράφι προκαλώντας τον Ενάγοντα να οδηγήσει τη μοτοσυκλέτα του δεξιά και να συγκρουστεί στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου. Ισχυρίζεται δε ότι οδηγούσε το όχημα του σε δρόμο ασφαλτοστρωμένο ή κατασκευασμένο με πρέμιξ που ήταν κάθετα προς την Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'. Λέει ότι σταμάτησε πριν εισέλθει στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά για να κατευθυνθεί προς Φρέναρος και περίμενε να περάσει όχημα που ερχόταν από Δερύνεια με κατεύθυνση προς Φρέναρος. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία οδηγούσε, «νόμισε ότι θα εισερχόταν» στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' και κινήθηκε με τη μοτοσυκλέτα του δεξιά για να τον αποφύγει και επέπεσε στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου. Αρνείται ότι ανέκοψε την πορεία του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια ή συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου του Ενάγοντα. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι τραυματισμοί του οφείλονται στην υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε καθώς και στο γεγονός ότι δεν φορούσε κράνος ασφαλείας. Τέλος αρνείται τόσο τις σωματικές βλάβες όσο και τις ειδικές ζημιές που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται. Μαρτυρία. Κατά την ακρόαση της αγωγής και προς απόδειξη της απαίτησης, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1) καθώς και οι κ. Μιχάλης Αρέστη (ΜΕ2), κα Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (ΜΕ3), Αστ. 3602 Α. Ιωάννου (ΜΕ4), Δρ. Ανδρέας Καραπάσιης (ΜΕ5), Δρ. Χρίστος Μιχαηλίδης (ΜΕ6), Δρ. Γιώργος Λάμπρου (ΜΕ7), κ. Νίκος Μαρκουλλής (ΜΕ8) και κα Μαρίτσα Γερολέμου (ΜΕ9). Για την πλευρά της υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1) και ο κ. Άγγελος Αγαθαγγέλου (ΜΥ2). Να αναφέρω επίσης ότι κατά την ακρόαση κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με προσοχή. Ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται κατωτέρω στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Θεωρώ ότι δεν θα ήταν πρόσφορο να παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο. Ολόκληρη εξάλλου η δια ζώσης μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας. Όμως τονίζω ότι έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυριοτέρων σημείων της μαρτυρίας του καθενός εξ αυτών. Πριν προχωρήσω στην σύνοψη της μαρτυρίας, σημειώνω ότι η αξίωση του Ενάγοντα για απώλεια μισθών για την περίοδο από 12.11.2006 μέχρι 11.12.2006 εγκαταλείφθηκε με δήλωση του συνηγόρου του, κάτι που ο συνήγορος του Ενάγοντα επιβεβαίωσε ξανά στην τελική του αγόρευση. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1). Κατέθεσε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 24 ετών και εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος. Την επίδικη ημέρα και ώρα οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ, με κατεύθυνση από Φρέναρος προς Δερύνεια και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος, ένα κόκκινο διπλοκάμπινο με αριθμούς εγγραφής CAD 717, μπήκε στο δρόμο από τα αριστερά του, κάλυψε ολόκληρη τη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία οδηγούσε ο ίδιος τη μοτοσυκλέτα του και του έκοψε το δρόμο. Συνέχισε λέγοντας ότι ο Εναγόμενος του ανέκοψε την πορεία αφού εισήλθε απότομα στο δρόμο χωρίς να προειδοποιήσει για την πρόθεση του. Είπε επίσης ότι «από τη στιγμή που τον είδα μέχρι το σημείο που έκανα ελιγμό προς τα δεξιά ήταν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και σε πολύ λίγη απόσταση και ο ίδιος ήταν σε κίνηση μέχρι που σταμάτησε όταν ήδη έκοψε την αριστερή λωρίδα και μέρος της δεξιάς». Είπε ότι δεν είχε χρόνο να αντιδράσει αφού αν εφάρμοζε τα φρένα θα ανατρεπόταν η μοτοσυκλέτα του. Συνέχισε, προσθέτοντας «η μόνη επιλογή που είχα ήταν για να αντιδράσω και να αποφύγω τη σύγκρουση [ήταν να κάνω ελιγμό προς τα δεξιά] δυστυχώς όμως εντέλη έχασα τον έλεγχο εφόσον ο ελιγμός με οδήγησε στα δεξιά και κτύπησα στο δεξί κιγκλίδωμα. Ο δρόμος εκεί είχε αριστερή στροφή την οποία ήταν αδύνατο να ακολουθήσω αφού η παρουσία του [οχήματος του Εναγόμενου] με εμπόδιζε». Συνεπεία του ατυχήματος υπέστη, είπε, τραυματισμούς και ζημιές για τα οποία δόθηκε στο Δικαστήριο μαρτυρία από άλλα πρόσωπα, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Σε σχέση με τους τραυματισμούς του, σημειώνω μόνο, ότι ανέφερε ότι υποφέρει καθημερινά λόγω της εμφάνισης του αφού, είπε, υπάρχουν ακόμα εμφανή σημάδια στο πρόσωπο και στο σώμα. «Είναι σαν να έχω λεκέδες στο πρόσωπο μου και έχω την αίσθηση ότι όλοι με βλέπουν παράξενα. Νιώθω μειονεκτικά για αυτήν την εμφάνιση μου», είπε. Υπέδειξε δε στο Δικαστήριο σημεία στο πρόσωπο του, κάτω αριστερά από τη μύτη, δεξιά και αριστερά στο μέτωπο και σημεία στα χέρια όπου, κατά τον ίδιο, υπάρχουν ουλές από τους τραυματισμούς τους οποίους υπέστη στο ατύχημα. Κατά την αντεξέταση του, ο Ενάγοντας είπε ότι όταν συνέβη το ατύχημα φορούσε παντελόνι και κοντομάνικη φανέλα και δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Είπε επίσης ότι η μοτοσυκλέτα του ήταν μεγάλου κυβισμού και μπορούσε να αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες σε πολύ σύντομο χρόνο. Ανέφερε ότι την είχε αγοράσει περίπου 6 μήνες πριν το ατύχημα, από κατάστημα στη Λεμεσό με τιμή αγοράς γύρω στις Λ.Κ.6.500, ότι ήταν μεταχειρισμένη, εισαγόμενη από το εξωτερικό, αλλά όχι μεγάλη σε ηλικία. Ερωτήθηκε πότε είδε το όχημα του Εναγόμενου για πρώτη φορά. Απάντησε ότι όταν πέρασε στροφή που υπήρχε στο δρόμο, «έπιασε το μάτι του» το διπλοκάμπινο του Εναγόμενου να κινείται στο χωράφι. Διευκρίνισε ότι δεν πίστευε ότι θα εισερχόταν στο δρόμο γιατί δεν υπήρχε δρόμος εκεί που ήταν το διπλοκάμπινο. Ήταν σε κίνηση, είπε, και ο ίδιος και το διπλοκάμπινο και όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Όταν πρόσεξε για πρώτη φορά το διπλοκάμπινο, είπε, αυτό ήταν σε απόσταση περί τα 15-20 μέτρα από το δρόμο. Δευτερόλεπτα μετά που είδε το διπλοκάμπινο έριξε ταχύτητα και, συνέχισε, «περίμενα να δω ποια κατεύθυνση θα πιάσει. Όσο πλησίαζα σταμάτησε το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και εγώ αναγκάστηκα για να μην κτυπήσω πάνω του να πάω μπροστά του από δεξιά. Έκανα ελιγμό για να τον αποφύγω». Όταν είδε τον Εναγόμενο να μπαίνει στο δρόμο, είπε, έριξε ταχύτητα για να τον αφήσει να μπει στο δρόμο από την πλευρά του και να εισέλθει στην άλλη λωρίδα. Επανέλαβε ότι ο Εναγόμενος σταμάτησε τελικά σχεδόν το διπλοκάμπινο ενώ είχε ήδη καλύψει ολόκληρη τη λωρίδα του Ενάγοντα και ήταν και μέσα στη δεξιά λωρίδα. Τότε ο Ενάγοντας ανέφερε ότι αναγκάστηκε να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά για να τον αποφύγει και έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας. Ανέφερε ότι έκανε τον ελιγμό όταν ήταν 10 περίπου μέτρα μακριά από το διπλοκάμπινο, μόλις αυτό είχε σταματήσει μέσα στο δρόμο. Δεν προλάβαινε, είπε, να σταματήσει και έκανε τον ελιγμό. Ερωτώμενος σχετικά είπε ότι ο ίδιος έπεσε από τη μοτοσυκλέτα πριν αυτή κτυπήσει στο κιγκλίδωμα και η μοτοσυκλέτα κτύπησε μόνη της στο κιγκλίδωμα. Αντεξετάστηκε εκτενώς αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του όταν έγινε το ατύχημα. Απάντησε ότι δεν μπορεί να πει ακριβώς ποια ήταν η ταχύτητα διότι δεν έβλεπε το μιλίμετρο εκείνη τη στιγμή αλλά το δρόμο. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «ούτε με 20 χιλιόμετρα ανά ώρα ούτε με 60-70 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κοίταζα τον δρόμο. Δεν πήγαινα γρήγορα». Οδηγούσε είπε με την 3η ταχύτητα η οποία αντιστοιχεί περίπου σε 30-50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Του τέθηκε ότι η ταχύτητα του δεν ήταν αυτή που ισχυρίζεται αλλά ήταν ιλιγγιώδης. Απάντησε ότι αν ήταν ιλιγγιώδης δεν θα κατάφερνε να αποφύγει το διπλοκάμπινο αλλά θα κτυπούσε πάνω του. Του τέθηκε ότι ο λόγος που έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας ήταν η μεγάλη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε. Αρνήθηκε και απάντησε ότι αν δεν του ανέκοπτε την πορεία ο Εναγόμενος δεν θα έκανε ελιγμό. Του τέθηκε ότι αν φορούσε προστατευτικό κράνος που καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπο (full face) δεν θα τραυματιζόταν στο πρόσωπο όπως ισχυρίστηκε. Δέχτηκε ότι δεν φορούσε κράνος, όμως είπε ότι ο νόμος δεν υποχρεώνει την χρήση κράνους που να καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπο και ότι υπάρχουν κράνη που καλύπτουν μόνο το μισό πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με τα τραύματα του, είπε ότι θα έχει «μια ζωή» τα σημάδια και τις ουλές που προκλήθηκαν από το ατύχημα. Έχει, είπε, αναβάλει ακόμα και το γάμο του λόγω της εμφάνισης του και ότι η 4χρονη κόρη του τον ρωτά πότε θα φύγουν τα σημάδια του λέγοντας του ότι άλλοι μπαμπάδες δεν έχουν τέτοια σημάδια. Είπε τέλος ότι ο πλαστικός χειρούργος τον οποίο συμβουλεύτηκε του ανέφερε ότι με χειρουργική επέμβαση οι ουλές θα βελτιωθούν όμως δεν θα φύγουν τελείως και γι' αυτό δεν έκανε την επέμβαση. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο κ. Μιχάλης Αρέστη (ΜΕ2), ο οποίος αναγνώρισε το Τεκμήριο 14 ως την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία αναφορικά με το επίδικο ατύχημα, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σύμφωνα με την κατάθεση του, την επίδικη ημέρα και ώρα πήγε σε μάντρα αυτοκινήτων που βρισκόταν κοντά στο σημείο που έγινε το επίδικο ατύχημα. Η μάντρα ήταν κλειστή αφού ήταν Κυριακή και αυτός στεκόταν και έβλεπε από τα «ττέλια» κάποιο αυτοκίνητο που ήθελε να αγοράσει. Άκουσε τότε, λέει «ένα θόρυβο όπως να ετρίφκετουν κάτι πας το σίδερο και μετά άκουσα κάτι ττοππουζιές και μετά πάλε τρίψιμο». Όταν γύρισε είδε ένα άνθρωπο να σηκώνεται από χάμω και να ακουμπά στο κιγκλίδωμα. Στην κατάθεση του καταγράφει επίσης τα ακόλουθα τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Εκείνη τη στιγμή είδα ένα διπλοκάμπινο κόκκινο να είναι σταματημένο μέσα στο δρόμο. Που τζιαμέ που ήμουν λόγω των κιγκλιδωμάτων δεν έβλεπα την επιφάνεια του δρόμου ούτε και τους τροχούς του διπλοκάμπινου αλλά το υπόλοιπο αμάξωμα εφαίνετουν καθαρά και η θέση του ακριβώς ήταν: σύμφωνα με το δρόμο ήταν λοξώς σταματημένο με τα μούτρα του να έχουν κατεύθυνση προς Φρέναρος. Όπως το είδα το μεγαλύτερο μέρος του οχήματος τούτου ήταν μέσα στο δρόμο δηλαδή παίζεται να είχε έστω ένα μικρό μέρος του πισινού του εκτός του δρόμου. Ύστερα από λίγες στιγμές ακριβώς πόση ώρα δεν ξέρω διότι είναι ζήτημα ελάχιστων δευτερολέπτων τούντο κότζινο το διπλοκάμπινο έβαλε πισινή και ήρτε με πισινή μεσ' το χωράφι, όπως το εθώρουν εγιώ και εβγήκε εκτός του δρόμου». Κατά την αντεξέταση και όταν ερωτήθηκε για τις σχέσεις του με τον Ενάγοντα είπε ότι ήταν στο στρατό μαζί με τον αδερφό του Ενάγοντα. Είπε όμως ότι είναι επίσης φίλος με τον αδερφό του Εναγόμενου. Ανέφερε ότι τον Ενάγοντα δεν τον έχει δει για 12 χρόνια, «από τότε που απολύθηκα από το στρατό». Την επίδικη ημέρα είπε ότι στεκόταν στο πλάι της μάντρας αυτοκινήτων και κοίταζε προς Φρέναρος. Περιέγραψε το χώρο λέγοντας ότι υπήρχε παρακείμενο χωράφι και μετά ένα κτίριο με φορτηγά γεωτρήσεων. Τώρα είπε στο σημείο που ήταν η μάντρα έχει ανεγερθεί πολυκατοικία και η μάντρα έχει μετακινηθεί. Ο δρόμος, είπε, είχε στροφή δεξιά και μετά αριστερά. Εκείνος στεκόταν εκεί που ξεκινούσε η αριστερή στροφή και μπροστά του υπήρχε «βουνάρι» χώματος με άγρια βλάστηση το ύψος της οποίας κάλυπτε την επιφάνεια του δρόμου. Του υποβλήθηκε, ότι εξαιτίας του σημείου που στεκόταν και επειδή υπήρχε και σιδερένιο κιγκλίδωμα, δεν μπορούσε να δει την επιφάνεια του δρόμου και ούτε να δει αν το διπλοκάμπινο ήταν εντός του δρόμου. Απάντησε ότι «μπορούσα να δω. Λόγω της ιδιομορφίας στης στροφής και λόγω του ότι το διπλοκάμπινο ήταν ψηλό, φαινόταν καθαρά ότι ήταν μέσα στο δρόμο». Σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από το συνήγορο του Εναγόμενου, επανέλαβε ότι δεν είδε το ατύχημα αλλά άκουσε το θόρυβο πίσω του και γύρισε και είδε ένα άνθρωπο να στέκεται και να κρατά το κεφάλι του. Ήταν, είπε, «σκυφτός, ίσιωνε, ξαναέσκυβε». Δεν πρόσεξε ποιος ήταν ο άνθρωπος και δεν είδε το πρόσωπο του αφού στεκόταν με τη ράχη του προς τον ΜΕ

  1. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι δεν πήγε να βοηθήσει γιατί είχε μαζί του τον γιό του και δεν ήθελε το παιδί του να δει τον τραυματία. Μόλις ήρθε το ασθενοφόρο και πήρε τον άνθρωπο τότε αυτός έφυγε. Ούτε είχε, ανέφερε, πρόθεση να δώσει κατάθεση. Έδωσε κατάθεση διότι 2 μέρες μετά τα περιστατικό, άκουσε σε περίπτερο που πήγε ότι ο οδηγός του κόκκινου διπλοκάμπινου έλεγε ότι δεν είχε ανακόψει τον δρόμο στον μοτοσικλετιστή. Σαν μοτοσικλετιστής και ο ίδιος, είπε, θεώρησε ότι έπρεπε να καταθέσει. Του τέθηκε ότι ήταν προκατειλημμένος και ότι τα όσα είπε στην κατάθεση του τα είπε για να βοηθήσει τον Ενάγοντα που ήταν, όπως και ο ίδιος, μοτοσικλετιστής. Επέμενε ότι κατέθεσε την αλήθεια και δεν είχε λόγο να πει ψέματα. Είπε επίσης ότι αν είχε πρόθεση να ενισχύσει τη θέση του Ενάγοντα τότε θα έλεγε ότι είχε δει το ατύχημα και ότι είχε δει τον Εναγόμενο. Του υποβλήθηκε, τέλος, από το συνήγορο του Εναγόμενου ότι δεν ήταν ποτέ στον συγκεκριμένο χώρο την επίδικη μέρα και ώρα. Επέμενε ότι ήταν. Του τέθηκε επίσης ότι ανεξάρτητα από το αν ήταν εκεί ή όχι, το όχημα του Εναγόμενου δεν εισήλθε στον δρόμο. Απάντησε ότι απ' ότι είδε ο ίδιος, εισήλθε. Του τέθηκε ότι αν είδε ένα κόκκινο διπλοκάμπινο να εισέρχεται στο δρόμο αυτό δεν άνηκε στον Εναγόμενο. Απάντησε λέγοντας ότι «είδα ένα κόκκινο διπλοκάμπινο που μπήκε στο δρόμο και έκανε πισινή μετά. Ούτε νούμερα είδα, ούτε τον οδηγό είδα. Αν ήθελα να ενοχοποιήσω τον Εναγόμενο θα έλεγα ότι είδα και τα νούμερα και τον οδηγό». Τρίτη μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν η κα Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (ΜΕ3) η οποία παρουσίασε το φάκελο της ποινικής υπόθεσης 758/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο Εναγόμενος και αφορούσε κατηγορία για αμελή οδήγηση (Τεκμήριο 25). Σύμφωνα με την ΜΕ3, ο Εναγόμενος, μετά από μη παραδοχή της κατηγορίας και ακρόασης της υπόθεσης, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε. Ο αστ.3602 Αντώνης Ιωάννου ήταν ο ΜΕ4 ο οποίος αναγνώρισε το Τεκμήριο 15 ως την κατάθεση που είχε δώσει αναφορικά με το ατύχημα. Σύμφωνα με την κατάθεση του, Τεκμήριο 15, κατά την επίδικη ημέρα και ώρα επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος όπου βρήκε τη μοτοσυκλέτα στην τελική της θέση και το αυτοκίνητο του Εναγόμενου σταθμευμένο σε παρακείμενο χωράφι. Ο Ενάγοντας είχε ήδη παραληφθεί από ασθενοφόρο που περνούσε τυχαία. Ακολούθως, λέει, στην παρουσία του Εναγόμενου ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (Τεκμήριο 20) με το οποίο ο Εναγόμενος συμφώνησε και το οποίο υπέγραψε. Στη βάση του πρόχειρου σχεδιαγράμματος, Τεκμήριο 20, ετοίμασε είπε αργότερα συμμετρικό σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 19) το οποίο και επεξήγησε. Σύμφωνα με τον ΜΕ4 (Τεκμήριο 15) η ορατότητα που είχε ο Εναγόμενος από την πλευρά που ερχόταν η μοτοσυκλέτα ήταν περί τα 100 μέτρα όμως υπήρχαν ταμπέλες που εμπόδιζαν την καλή ορατότητα. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ4 ερωτήθηκε αναφορικά με την υποχρέωση μοτοσικλετιστών να φορούν κράνος ασφαλείας. Απάντησε ότι δεν ήταν ειδικός αλλά ότι το κράνος σκοπό έχει να προστατεύσει το πάνω μέρος της κεφαλής του μοτοσικλετιστή. Ερωτώμενος αναφορικά με τα ευρήματα του στη σκηνή, είπε ότι το διπλοκάμπινο και η μοτοσυκλέτα δεν συγκρούστηκαν ή είχαν επαφή μεταξύ τους. Ερωτήθηκε κατά πόσο εντόπισε χώματα ή άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι το όχημα του Εναγόμενου εισήλθε στο δρόμο. Απάντησε ότι στον δρόμο υπήρχαν τόσα πολλά χώματα που δεν του επέτρεπαν να αποδώσει συγκεκριμένα ίχνη στο διπλοκάμπινο. Αναφορικά με την μαρτυρία του ΜΕ2, είπε ότι μετά τη λήψη της κατάθεσης του (Τεκμήριο 14) προέβηκε σε επί τόπου εξετάσεις και αναπαράσταση της σκηνής και επιβεβαίωσε ότι τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ2 ήταν αληθινά. Όταν έλαβε την κατάθεση από τον ΜΕ2, πήγε είπε στην σκηνή, προέβη σε εξετάσεις και έκανε αναπαράσταση και βεβαιώθηκε ότι η μαρτυρία του ήταν αληθινή (Τεκμήριο 26). Πέμπτος μάρτυρας του Ενάγοντα ήταν ο Δρ. Ανδρεάς Καραπάσιης, γενικός χειρούργος (ΜΕ5), ο οποίος αναγνώρισε το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 6, ως το πιστοποιητικό που εξέδωσε. Είπε ότι είδε τον Ενάγοντα στις 14.11.2006 όταν αυτός εξήλθε από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 5, κατά την εξέταση του Ενάγοντα διαπίστωσε ότι «έφερε πολλαπλά εγκαύματα τριβής στο πρόσωπο, αριστερό ώμο, γονάτων άμφω. Έφερε επίσης θλαστικό τραύμα μετωπιαίας χώρας και κάτω χείλους τα οποία είχαν συρραφεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας». Κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ5 ερωτήθηκε εάν ο Ενάγοντας θα πάθαινε τα ίδια τραύματα εάν έφερε κράνος. Απάντησε ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, λέγοντας όμως ότι «το κράνος προφυλάσσει μέχρι κάποιο βαθμό». Ο ΜΕ6 ήταν ο Δρ. Χρίστος Μιχαηλίδης, πλαστικός χειρουργός ο οποίος αναγνώρισε το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 7, ως αυτό που εξέδωσε ο ίδιος στις 7.6.2007 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Αναγνώρισε επίσης την απόδειξη είσπραξης Τεκμήριο 10 ως την απόδειξη που εξέδωσε αναφορικά με την πληρωμή του, ύψους Λ.Κ.
  2. Παρενθετικά σημειώνω ότι σύμφωνα με το πιστοποιητικό, Τεκμήριο 7, εξέτασε τον Ενάγοντα στις 7.6.2007 και ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι είχε τραυματιστεί σε τροχαίο ατύχημα προ 6 μηνών. Στο πιστοποιητικό καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Φέρει ουλή οριζόντια στο μέτωπο 4 εκατοστά υπερτροφική με οίδημα και ανωμαλίες (ξένα σώματα) στο άνω μέρος. Ουλή 1 εκ. στο αριστερό κάτω βλέφαρο. Ουλή 1 ½ εκ. το άνω χείλος υπερτροφική. Οι ουλές επιδέχονται αισθητικής βελτίωσης χειρουργικά αλλά η τέλεια εμφάνισης τους είναι αδύνατη. Ουλές εκ τριβής δεξιάς χειρός και αριστερού ώμου. Το κόστος της επέμβασης υπολογίζεται σε £1500 λίρες Κύπρου». Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ6 είπε ότι εξέτασε τον Ενάγοντα για πρώτη φορά στις 7.6.2007 και δεν τον είδε ξανά. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με το περιεχόμενο του ιατρικού του πιστοποιητικού, Τεκμήριο 7, του τέθηκε ότι ο Δρ. Καραπάσιης (ΜΕ5) και ο Δρ. Λάμπρου (ΜΕ7) που είχαν επίσης εξετάσει τον Ενάγοντα δεν εντόπισαν ουλή με ξένα σώματα και ανωμαλίες και του υποδείχθηκαν τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήριο 5 και
  3. Είπε ότι ο μεν ΜΕ7 απλώς έπλυνε το τραύμα και έκανε συρραφή. Ο δε ΜΕ5 αναφέρεται σε πολλαπλά τραύματα τριβής. Ανέφερε ότι η ειδικότητα του είναι η πλαστική χειρουργική και ότι ένα τραύμα χρειάζεται 6-8 μήνες για να «ωριμάσει». Οι ανωμαλίες που αναγράφει, είπε, έγιναν εμφανείς κατά την επούλωση του τραύματος. Ερωτήθηκε γιατί δεν αναφέρει την ουλή στο κάτω χείλος στην οποία αναφέρονται τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήριο 5 και
  4. Απάντησε ότι μπορεί να μην το πρόσεξε για να το γράψει στο πιστοποιητικό, αφού όπως είπε «οι ουλές δεν φεύγουν». Ερωτήθηκε από το συνήγορο του Εναγόμενου κατά πόσο ο Ενάγοντας θα είχε πάθει τα ίδια τραύματα εάν φορούσε κράνος και απάντησε ότι και το κράνος μπορεί να προκαλέσει τραύματα τριβής σε συγκεκριμένες περιοχές του προσώπου δεν μπορούσε όμως, είπε, να κρίνει αν θα ήταν λιγότερης έκτασης. Ούτε και μπορούσε να πει αν θα πάθαινε ο Ενάγοντας το θλαστικό τραύμα ή όχι εάν φορούσε κράνος. Αμφισβητήθηκε το κόστος της χειρουργικής επέμβασης στην οποία αναφέρεται στο πιστοποιητικό του, Τεκμήριο 7, και υποστήριξε ότι λόγω των συγκεκριμένων τραυμάτων θα χρειαστεί να γίνει επέμβαση με laser η οποία είναι ακριβή. Ο ΜΕ7 ήταν ο Δρ. Γεώργιος Λάμπρου, Ιατρικός Λειτουργός Α' Τάξης (Χειρούργος) του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού, Τεκμήριο 5, και αναγνώρισε την απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο 9, ως την απόδειξη που εξέδωσε σε σχέση με την χορήγηση του πιστοποιητικού, ύψους Λ.Κ.
  5. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 5, ο Ενάγοντας προσκομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στις 12.11.2006 μετά από τροχαίο ατύχημα. Καταγράφει επίσης ότι «Έφερε εγκαύματα τριβής στο πρόσωπο, αριστερό ώμο, άμφω γονάτων και άμφω άκρων χειρών, επίσης εκχύμωση και αιμάτωμα περιοφθαλμικά αριστερά. Αιτιάτο δια άλγος αρ. ώμου. Επίσης έγινε συρραφή θλαστικού τραύματος μετωπιαίας χώρας αριστερά και κάτω χείλους. Εκ του απεικονιστικού ελέγχου δεν προέκυψε τίποτε το παθολογικό. Ο ασθενής εισήχθην στην χειρουργική κλινική λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης δια παρακολούθηση. Εξήλθε 14.11.2006 ιδία βούληση.» Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση αναφορικά με τα τραύματα που εντόπισε στον Ενάγοντα απάντησε ότι μετά την πάροδο 8 περίπου ετών δεν ήταν σε θέση να θυμάται να παρέπεμψε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, όπου αναγράφονται τα ευρήματα του. Είπε ότι είχε εξετάσει τον Ενάγοντα στις 12.11.2006 και δεν θυμόταν αν τον είχε δει ξανά από τότε. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο ο Ενάγοντας θα πάθαινε τα τραύματα τριβής εάν φορούσε κράνος. Απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει και ότι το κράνος έχει ύφασμα στο εσωτερικό του. «Μπορεί να πάθαινε, είπε, και χειρότερα». Όγδοος μάρτυρας του Ενάγοντα ήταν ο κ. Νίκος Μαρκουλής (ΜΕ8), εκτιμητής μηχανοκίνητων οχημάτων, ο οποίος αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως την εκτίμηση που διενήργησε στις 30.1.2007 σε σχέση με την επίδικη μοτοσυκλέτα, την οποία και υιοθέτησε. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 8 ως την απόδειξη είσπραξης που εξέδωσε σε σχέση με την αμοιβή του, ύψους Λ.Κ.
  6. Σύμφωνα με την εκτίμηση του, όπως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 3, η προ του ατυχήματος αξία της μοτοσυκλέτας ήταν Λ.Κ. 6.000 ενώ μετά το ατύχημα, λόγω των ζημιών που υπέστη και τις οποίες καταγράφει, η αξία μειώθηκε σε Λ.Κ. 500 η οποία εξήγησε ότι αντιστοιχούσε στην αξία των μερών της που είχαν διασωθεί. Η ζημία που είχε υποστεί η μοτοσυκλέτα, είπε, ήταν τέτοια που δεν ήταν οικονομική η επιδιόρθωση της. Ερωτώμενος πως κατέληξε στο ποσό των Λ.Κ.6.000 ως την αξία της μοτοσυκλέτας προ του ατυχήματος, είπε ότι βασίστηκε σε συγκριτικά στοιχεία με αναφορά σε μοτοσυκλέτες αντίστοιχου μοντέλου, ιπποδύναμης και ηλικίας και είπε ότι έχει κάνει έρευνα αναφορικά με την τιμή αγοράς μοτοσυκλέτας με αντίστοιχα χαρακτηριστικά τον συγκεκριμένο χρόνο. Κατά την αντεξέταση, αμφισβητήθηκε η εμπειρογνωμοσύνη του και απάντησε ότι έχει ειδικές γνώσεις στον συγκεκριμένο τομέα. Είπε, μεταξύ άλλων, ότι σπούδασε 4 χρόνια στο College of Aeronautical & Automobile Engineers του Λονδίνου και ότι έχει 44 χρόνια πείρα στον κλάδο, έχοντας διενεργήσει πέραν των 20.000 εκτιμήσεων. Του τέθηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου ότι η προ του ατυχήματος αξία της επίδικης μοτοσυκλέτας ήταν Λ.Κ.4.
  7. Διαφώνησε λέγοντας ότι αυτή ενδεχομένως να ήταν η αξία μιας μοτοσυκλέτας που ήταν σε χειρότερη κατάσταση από την επίδικη, την οποία όταν εξέτασε ακόμα και μετά το ατύχημα διαπίστωσε ότι ήταν σε καλή κατάσταση συντήρησης. Είπε επίσης ότι η ζημία που υπέστη η μοτοσυκλέτα ήταν το αποτέλεσμα «βίαιου» κτυπήματος και ότι δεν ήταν ζημιά που θα μπορούσε να προκληθεί εάν η μοτοσυκλέτα οδηγείτο με ταχύτητα 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ όταν ερωτήθηκε για τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα απάντησε «θα έλεγα περισσότερο». Η ΜΕ9 ήταν η και Μαρίτσα Γερολέμου, επιθεωρήτρια των Κοινωνικών Ασφαλίσεων η οποία παρουσίασε κατάσταση αποδοχών του Ενάγοντα για τα έτη 2006 και 2007 (Τεκμήριο 27 και 28 αντίστοιχα). Είπε ότι για την περίοδο που αναγράφεται στο Τεκμήριο 29 ο Ενάγοντας είχε υποβάλει αίτηση για επίδομα ασθενείας με ιατρικό πιστοποιητικό, η οποία εγκρίθηκε και έλαβε τα ποσά που αναγράφονται στο Τεκμήριο
  8. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ9 ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είχε λάβει επίδομα ασθενείας για την περίοδο από 12.11.2006 μέχρι 10.1.
  9. Το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είπε, δεν διερεύνησε κατά πόσο ο Ενάγοντας απουσίαζε όντως από την εργασία του το διάστημα εκείνο και γιατί. Είπε μόνο ότι η αίτηση του εξετάστηκε και έγινε αποδεκτή. Όπως έχω ήδη αναφέρει, για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1) και ο κ. Άγγελος Αγαθαγγέλου (ΜΥ2). Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, αυτός είπε ότι στις 12.11.2006 είχε πάει το πρωί κυνήγι και γύρω στις 1:30μ.μ. είχε μεταβεί στην περιοχή για να επιστρέψει τους σκύλους του στα κλουβιά τους. Είπε ότι φεύγοντας για να πάει στο σπίτι του στο Φρέναρος, κατευθύνθηκε με το διπλοκάμπινο του προς τον κύριο δρόμο Φρέναρους - Δερύνειας. Σταμάτησε, είπε, 2 μέτρα πίσω από το δρόμο γιατί πιο μπροστά στο πεζοδρόμιο υπήρχαν 2 πινακίδες που εμπόδιζαν την ορατότητα. Είχε πρόθεση είπε να στρίψει δεξιά για να κατευθυνθεί προς Φρέναρος. Συνέχισε λέγοντας ότι είχε σταματήσει για να δει αν έρχεται αυτοκίνητο και είπε ότι είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από Δερύνεια με κατεύθυνση προς Φρέναρος. «Περίμενα, συνέχισε, να περάσει το αυτοκίνητο, να ξαναδώ τον δρόμο για να φύγω δεξιά. Πριν να φύγει το αυτοκίνητο τέλεια από μπροστά μου, άκουσα θόρυβο μοτόρας και είδα τη μοτόρα να τρίφεται στον άσφαλτο». Καθ΄ όλο αυτό τον χρόνο, είπε, το δικό του όχημα ήταν σταματημένο πίσω από τον άσφαλτο, στο ίδιο σημείο που είχε αρχικά σταματήσει. Ανέφερε ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα να έρχεται αλλά άκουσε μόνο το θόρυβο και μετά είδε τη μοτοσυκλέτα να «τρίφεται» στην άσφαλτο. Ακολούθως είπε, ενώ ήταν ακόμα στο αυτοκίνητο του, είδε ένα άσπρο διπλοκάμπινο να έρχεται από το Φρέναρος με κατεύθυνση προς Δερύνεια και έβγαλε το χέρι του από το παράθυρο κάνοντας του νόημα να σταματήσει. Κατέβηκε, είπε, από το αυτοκίνητο του και πήγε προς το σημείο που ήταν η μοτοσυκλέτα. Το αυτοκίνητο του, είπε, παρέμεινε σταματημένο στο ίδιο σημείο που βρισκόταν πάντα. Ανέφερε ότι είδε τον Ενάγοντα που στεκόταν ακουμπισμένος στο δεξιό κιγκλίδωμα του δρόμου. Του συνέστησε να καθίσει και ακολούθως, σύμφωνα με τον Εναγόμενο ο Ενάγοντας του είπε «Ε Λουκά έκοψες μου το δρόμο. Λαλώ του όι, αλλά ο νους μου ήταν απλώς να τον βοηθήσω. Είπα του να μου δώσει το τηλέφωνο του πατέρα του. Ξέρω τον παπά του. Δεν μου το έδωσε γιατί ερχόταν ασθενοφόρο. Σταμάτησε το ασθενοφόρο και έπιασεν τον». Το ασθενοφόρο περνούσε από εκεί τυχαία 5-6 λεπτά μετά το περιστατικό και σταμάτησε για να βοηθήσει τον Ενάγοντα. Μέτα που το ασθενοφόρο έφυγε με τον Ενάγοντα, ο ίδιος, είπε, έμεινε στη σκηνή και περίμενε την αστυνομία. Όταν ήρθε ο αστυνομικός, του είπε τι είχε γίνει, άφησε τα στοιχεία του και έφυγε. Κατά την αντεξέταση, υποδείχθηκε στον Εναγόμενο το σχεδιάγραμμα της σκηνής που έκανε ο αστ. 3602 Α. Ιωάννου (ΜΕ4), Τεκμήριο 20, και είπε ότι το έκανε ο αστυνομικός όταν ήταν στην σκηνή και τον είχε δει να λαμβάνει τις μετρήσεις. Επί του τεκμηρίου 20 είπε ότι το σημείο Β1 είναι το σημείο στο οποίο βρισκόταν το δικό του όχημα καθ' όλη τη διάρκεια του ατυχήματος. Όταν ερωτήθηκε αναφορικά με το σημείο Χ, που κατά τον αστ. 3602 Α. Ιωάννου δείχνει το σημείο που η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα συγκρούστηκε με το κιγκλίδωμα, είπε ότι ο ίδιος δεν είχε δει που είχε κτυπήσει η μοτοσυκλέτα. Η πρώτη φορά που είδε εκείνος, είπε, τη μοτοσυκλέτα ήταν όταν αυτή τριβόταν στο δρόμο. Είπε επίσης ότι αν δεν συνέβαιναν όλα όσα συνέβηκαν, η πρόθεση του ήταν να εισέλθει στο δρόμο, να κάνει δεξιά στροφή και να κατευθυνθεί προς Φρέναρος. Του τέθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντα ότι υπάρχει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία στο χώρο του ατυχήματος, την ίδια ώρα υπήρχε ένα κόκκινο διπλοκάμπινο στη μέση του δρόμου με κατεύθυνση προς Φρέναρος. Απάντησε ότι «το αυτοκίνητο μου ήταν σταματημένο εκεί που είπα». Ερωτήθηκε ακολούθως από το συνήγορο του Ενάγοντα εάν υπήρχε άλλο κόκκινο διπλοκάμπινο εκτός από το δικό του στη σκηνή που να έβγαινε στο δρόμο για να κατευθυνθεί προς Φρέναρος. Απάντησε ότι δεν υπήρχε. Επέμενε ότι ο ίδιος είχε σταματήσει πίσω από το δρόμο για να δει αν ήταν καθαρός και ότι είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από τη Δερύνεια με κατεύθυνση προς το Φρέναρος, από αριστερά δηλαδή από το σημείο όπου βρισκόταν ο ίδιος, και που κινείτο με κατεύθυνση προς δεξιά. Αφού είδε το άλλο αυτό όχημα να έρχεται, είπε ότι το περίμενε να περάσει, άκουσε το θόρυβο και μετά είδε η μοτοσυκλέτα να σέρνεται στο οδόστρωμα. Ερωτήθηκε εάν ο ίδιος έβλεπε με κατεύθυνση προς Δερύνεια από όπου ερχόταν το άλλο αυτό όχημα και όχι προς Φρέναρος, την κατεύθυνση δηλαδή από την οποία ερχόταν η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα. Απάντησε ότι το όχημα ερχόταν από τη Δερύνεια, πέρασε από μπροστά του και ο ίδιος τότε έβλεπε προς το Φρέναρος. Του τέθηκε ότι η αναφορά του αυτή δεν μπορεί να είναι αληθινή αφού αν πριν φύγει το αυτοκίνητο από μπροστά του, άκουγε τη μοτοσυκλέτα να σέρνετε στο οδόστρωμα, τότε αυτό σήμαινε ότι η μοτοσυκλέτα θα συγκρουόταν με το όχημα αυτό. Ο Εναγόμενος επέμενε στη θέση του. «Έγινε, είπε, σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ήμουν έτοιμος να βγω. Άκουσα το θόρυβο και άκουσα τη μοτοσυκλέτα να τρίβεται». Όταν, είπε, άκουσε το θόρυβο από τη μοτοσυκλέτα το άλλο όχημα ήταν περί τα 2-3 μέτρα στα δεξιά του. Την μοτοσυκλέτα την είδε να τρίβεται στα αριστερά του. Υποστήριξε και επέμενε ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα να περνά από μπροστά του. Του υποβλήθηκε ότι η πραγματικότητα είναι ότι μόλις το όχημα που ερχόταν από αριστερά πέρασε από μπροστά του, αυτός εκκίνησε το διπλοκάμπινο του, μπήκε στο δρόμο και κατέλαβε την αριστερή λωρίδα του δρόμου για να κατευθυνθεί προς Δερύνεια. Αρνήθηκε λέγοντας ότι το αυτοκίνητο του ήταν σταματημένο εκτός του δρόμου. Του υποβλήθηκε ακολούθως ότι μετά που το όχημα του κατέλαβε την αριστερή λωρίδα του δρόμου αντιλήφθηκε τον Ενάγοντα ο οποίος έκανε ελιγμό για να τον αποφύγει και κατέληξε να κτυπήσει στο δεξιό κιγκλίδωμα. Αρνήθηκε πάλιν λέγοντας ότι είδε μόνο τη μοτοσυκλέτα να τρίβεται στην άσφαλτο. Του τέθηκε ότι θα ήταν αδύνατο να δει τη μοτοσυκλέτα να τρίβεται χωρίς να τη δει πρώτα να συγκρούεται στο κιγκλίδωμα, κάτι που και πάλιν αρνήθηκε. Είπε επίσης ότι ούτε άκουσε τη σύγκρουση της μοτοσυκλέτας στο κιγκλίδωμα. Δεύτερος μάρτυρας για τη πλευρά της υπεράσπισης ήταν ο κ. Άγγελος Αγαθαγγέλου, εκτιμητής μηχανοκίνητων οχημάτων και πραγματογνώμονας (ΜΥ2). Ο ΜΥ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 13 ως αντίγραφο της έκθεση που ετοίμασε αναφορικά με τις ζημιές στην επίδικη μοτοσυκλέτα και παρουσίασε στο Δικαστήριο και την πρωτότυπη έκθεση (Τεκμήριο 31). Σύμφωνα με τον ΜΥ2 η αξία της επίδικης μοτοσυκλέτας πριν το επίδικο ατύχημα ήταν Λ.Κ.4.800, στην οποία ότι κατέληξε «με βάση έρευνα που γίνεται». Πρόκειτο, είπε, για «εισαγόμενη μοτοσυκλέτα, μεταχειρισμένη και η αξία της υπολογίζεται στις Λ.Κ.4.800». Είπε, επίσης ότι εκτίμησε την αξία της μοτοσυκλέτα στις 10.4.2007, μετά το ατύχημα, και κατέληξε ότι η απομείνασα αξία της ήταν τότε Λ.Κ.
  10. Διαφώνησε με την εκτίμηση του ΜΕ8, κ. Ν. Μαρκουλή ότι η προ του ατυχήματος αξία της μοτοσυκλέτας ήταν Λ.Κ.6.000 αφού, όπως είπε αυτή είναι η αξία «άγραφων» μοτοσυκλετών που εισάγονται από την Ιαπωνία σε πιο καινούργια κατάσταση. Η επίδικη μοτοσυκλέτα, είπε, ήταν «γραμμένη» ενώ υπάρχουν «άγραφες» μοτοσυκλέτες του ιδίου τύπου έως 2 χρόνια μεταχειρισμένες των οποίων η αξία αγοράς είναι Λ.Κ.6.
  11. Σύμφωνα, συνέχισε, με την αγορά, η αξία της μοτοσυκλέτας «πέφτει» όταν είναι μεταχειρισμένη. Ο ΜΥ2 διαφώνησε επίσης με την εκτίμηση του ΜΕ8 για την μετά το ατύχημα εναπομείνασα αξία της επίδικης μοτοσυκλέτας. Συγκεκριμένα, είπε ότι το ποσό των Λ.Κ.500 στο οποίο κατέληξε ο ΜΥ8 είναι υπερβολικό με βάση τις ζημιές που είχε υποστεί η μοτοσυκλέτα. «Τα μόνα καλά εξαρτήματα ήταν τόσο λίγα που δεν δικαιολογούνται Λ.Κ.500». Ο ΜΥ2 είπε επίσης ότι στις 23.10.2014 ετοίμασε ισομετρικό σχεδιάγραμμα της περιοχής στην οποία έγινε το ατύχημα, το οποίο και παρουσίασε (Τεκμήριο 32). Υποστήριξε ότι η ταχύτητα πρόσκρουσης της μοτοσυκλέτας στο σιδερένιο κιγκλίδωμα υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα διότι, είπε, «με ταχύτητα κάτω από 100 χιλιόμετρα ανά ώρα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης δεν κόβεται ο σκελετός». Όταν ερωτήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του από που προέκυψε το συμπέρασμα του αναφορικά με το ότι η ταχύτητα του Ενάγοντα υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα, απάντησε ότι «προέκυψε από τις ζημιές της μοτοσυκλέτας». «Χρειάζεται, είπε, περισσότερη έρευνα για να εξακριβωθεί η ακριβής ταχύτητα. Όμως λόγω του ότι κόπηκε ο σκελετός και με βάση τις αποστάσεις, είναι ενδείξεις ότι η ταχύτητα του Ενάγοντα ήταν άνω των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα. Με βάση αυτό κάνουμε υπολογισμό να δούμε αν είχε ευκαιρία να αποφύγει το διπλοκάμπινο. Αν ο Εναγόμενος του ανέκοψε την πορεία, τότε με 100 χιλιόμετρα ανά ώρα δεν θα είχε το χρόνο να δράσει προς αποφυγή της σύγκρουσης». Ανέφερε επίσης ότι η απόσταση στην οποία σύρθηκε η μοτοσυκλέτα μετά την πρόσκρουση στο κιγκλίδωμα, σε συνάρτηση με το βάρος της, είναι επίσης ενδεικτική της ταχύτητας. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, αν ο Ενάγοντας είχε δει το διπλοκάμπινο από απόσταση 60 μέτρων και οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα, τότε είχε στη διάθεση του αρκετό χρόνο να αντιδράσει και θα μπορούσε να σταματήσει πριν το σημείο της σύγκρουσης. Ο αίθριος και ξηρός καιρός που επικρατούσε την επίδικη μέρα, είπε, ήταν προτέρημα και όχι επιβαρυντικό στοιχείο. Είπε επίσης ότι το «full face» κράνος είναι υποβοηθητικό για να έχει ο οδηγός καλύτερη όραση αφού δεν επιτρέπει στον αέρα να εισέρχεται στα μάτια του οδηγού. Εάν ο Ενάγοντας είχε δει τον Εναγόμενο από απόσταση 60 μέτρων και ο Ενάγοντας οδηγούσε με ταχύτητα μεταξύ 30-50 χιλιόμετρα ανά ώρα τότε δεν χρειαζόταν να κινηθεί δεξιότερα με τη μοτοσυκλέτα του για να αποφύγει το διπλοκάμπινο που είχε εισέλθει στο δρόμο αφού θα ήταν σε θέση να σταματήσει εγκαίρως χωρίς να κάνει αυτές τις ενέργειες. Κατά την κυρίως εξέταση του τέθηκε η θέση του Ενάγοντα ότι έστριψε τη μοτοσυκλέτα του 10 μέτρα πριν το σημείο που ήταν το διπλοκάμπινο του Εναγόμενου. Είπε ότι αν η ταχύτητα του Εναγόμενου ήταν περί τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα τότε, σε απόσταση 10 μέτρων δεν θα είχε τον απαραίτητο χρόνο να αντιδράσει, να λάβει αποφάσεις και να λοξοδρομήσει. Κατά την αντεξέταση, του τέθηκε ότι όλες οι έρευνες και τα συμπεράσματα του βασίζονταν στην εκτίμηση του ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα ενώ ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν είχε ποτέ ισχυριστεί ή αποδεχτεί κάτι τέτοιο. Δέχτηκε ότι αυτή η ταχύτητα ήταν το δεδομένο στο οποίο στηρίχτηκε. Του ζητήθηκε να προσκομίσει τις έρευνες και στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε και βασίστηκε και που δείχνουν με ποια ταχύτητα πρέπει να οδηγείται μια μοτοσυκλέτα για να κοπεί στην περίπτωση σύγκρουσης. Είπε ότι δεν τις έχει μαζί του. Κατά την επόμενη δικάσιμο στην οποία συνεχίστηκε η αντεξέταση του, του ζητήθηκαν ξανά από το συνήγορο του Ενάγοντα να παρουσιάσει τα συγγράμματα και στοιχεία στα οποία βασίστηκε για να καταλήξει ότι η ζημιά της μοτοσυκλέτας δείχνει ότι οδηγείτο με πέραν των 100 χιλ ανά ώρα. Απάντησε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό με βάση την ακαδημαϊκή του μόρφωση και την εμπειρία του και δεν δέχτηκε υποβολή ότι το συμπέρασμα του είναι αυθαίρετο. Ο συνήγορος του Ενάγοντα επίσης αμφισβήτησε την ορθότητα της προ του ατυχήματος αξίας της μοτοσυκλέτας που καθόρισε ο ΜΥ2, ο μάρτυρας απάντησε ότι για να καταλήξει σε αυτή βασίστηκε σε έρευνα που έκανε. Του ζητήθηκαν τα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες που προέκυψαν από την έρευνα του και αυτός απάντησε ότι δεν κράτησε τα στοιχεία αλλά η αξία που ανέφερε είναι η τρέχουσα αξία της μοτοσυκλέτας τον καιρό που είχε προβεί στην εκτίμηση του. Αμφισβητήθηκε περαιτέρω η μετά του ατυχήματος αξία στην οποία κατέληξε και του ζητήθηκαν πληροφορίες σε σχέση με τις ζημιές της μοτοσυκλέτας και την κοστολόγηση τους. Υποστήριξε την ορθότητα του συμπεράσματος του όμως είπε ότι δεν είχε στην κατοχή του έγγραφο που να καταγράφει με λεπτομέρειες τις ζημιές της μοτοσυκλέτας. Ο ΜΥ2, είπε επίσης κατά την αντεξέταση ότι η έννοια της «αγωνίας της στιγμής» (agony of the moment) περιγράφει το πώς αντιδρά ένας οδηγός όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με απροσδόκητο κίνδυνο και ανέφερε ότι ο χρόνος που χρειάζεται ο μέσος οδηγός για να αντιδράσει είναι περί τα 1 ½ δευτερόλεπτα. Δέχτηκε δε ότι ένας οδηγός ο οποίος καλείται να αντιδράσει στην αγωνία της στιγμής (agony of the moment), μπορεί να πάρει ορθές ή και λανθασμένες αποφάσεις. Ερωτήθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντα πόσο χρόνο θα είχε ο Ενάγοντας να αντιδράσει εάν οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με 80 χιλιόμετρα ανά ώρα. Είπε ότι αν αφαιρεθούν τα 1 ½ δευτερόλεπτα που χρειάζεται ο μέσος οδηγός για να λειτουργήσει ενώ βρίσκεται στην αγωνία της στιγμής (agony of the moment), τότε παραμένει χρόνος 1 δευτερολέπτου. Αν δε η ταχύτητα του Ενάγοντα ήταν 60 χιλιόμετρα ανά ώρα θα είχε στη διάθεση του περίπου 2 δευτερόλεπτά για να δράσει. Αν η ταχύτητα του ήταν 40 χιλιόμετρα ανά ώρα τότε ο χρόνος δράσης θα ήταν περί τα 3,85 δευτερόλεπτα. Είπε επίσης ότι για τις διάφορες μετρήσεις του βασίστηκε, μεταξύ άλλων, σε πληροφορίες που έλαβε από το συνήγορο του Εναγόμενου σε σχέση με το τι είχε καταθέσει στο Δικαστήριο ο Ενάγοντας. Τελικές αγορεύσεις. Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη της θέσης της κάθε πλευράς και έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν γραπτές αγορεύσεις και τη νομολογία στην οποία οι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται πρέπει να κρίνεται με βάση το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω επίσης κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2]. Ο Ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθετε με τρόπο άμεσο, συνεπή και σταθερό. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ήταν πειστικό και λογικό. Δεν διέκρινα, ούτε κατά την κυρίως εξέταση του ούτε και κατά την αντεξέταση του, οποιαδήποτε διάθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο, να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης παρέμεινε συνεπής στα γεγονότα που είχε καταθέσει, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αληθινή και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο κ. Μιχάλης Αρέστη, ΜΕ2, επίσης μου δημιούργησε θετικότατη εντύπωση. Δεν έχω αμφιβολία ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και η αξιοπιστία του καθόλου δεν επηρεάστηκε αρνητικά κατά την αντεξέταση. Αντίθετα, η αντεξέταση ενίσχυσε την πειστικότητα των θέσεων του. Ο συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε στην τελική του αγόρευση ότι ο ΜΕ2 ήταν προκατειλημμένος και είχε σκοπό και πρόθεση να βοηθήσει τον Ενάγοντα γιατί ήταν και οι δυο μοτοσικλετιστές. Διαφωνώ με το επιχείρημα αυτό. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο ΜΕ2 ήταν επίσης μοτοσικλετιστής συνιστά επαρκές κίνητρο για να δώσει ο ΜΕ2 ψευδή κατάθεση στην αστυνομία το 2006 και να καταθέσει επίσης, κατά τον συνήγορο, ψευδώς εναντίον του Εναγόμενου κατά την ακρόαση της αγωγής. Πέραν τούτου, δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του διάθεση να παρουσιάσει τα γεγονότα που κατέθετε με τρόπο ευνοϊκό για τον Ενάγοντα και δυσμενή ή αρνητικό για τον Εναγόμενο. Αντίθετα, η εντύπωση που έχω είναι ότι, παρά την πάροδο του χρόνου, η προσπάθεια του ΜΕ2 ήταν να καταθέσει τα γεγονότα με συνέπεια και ειλικρίνεια. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν απόλυτα αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Η μαρτυρία της κας Φωτεινής Λάρκου, Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (ΜΕ3) ήταν, ουσιαστικά τυπική. Τα όσα κατέθεσε αναφορικά με την ποινική υπόθεση 758/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου δεν μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση αφού στην υπόθεση εκείνη ο Εναγόμενος φαίνεται να καταδικάστηκε κατόπιν μη παραδοχής σε κατηγορία που του απαγγέλθηκε και ακρόασης της υπόθεσης. Ο αστ. 3602 Α. Ιωάννου θεωρώ ότι ήταν ένας ανεξάρτητος, αμερόληπτος, αντικειμενικός και ειλικρινής μάρτυρας. Εξήγησε με επάρκεια την εμπλοκή του στη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη σε σχέση με αυτό. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Επεξήγησε επαρκώς το σχεδιαγράφημα που ετοίμασε, Τεκμήριο 19 και 20, και το οποίο αποτύπωνε τα ευρήματα του όταν έφτασε στη σκηνή του ατυχήματος και τις εξετάσεις που έκανε για να διακριβώσει την αλήθεια της κατάθεσης του ΜΕ
  12. Η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Οι Δρ. Α. Καραπάσιης (ΜΕ5), Δρ. Χρ. Μιχαηλίδης (ΜΕ6) και Δρ. Γ. Λάμπρου (ΜΕ7) θεωρώ ότι ήταν επίσης αξιόπιστοι, ανεξάρτητοι και αντικειμενικοί μάρτυρες. Επεξήγησαν και υποστήριξαν με επάρκεια, πληρότητα και πειστικότητα τα ευρήματα τους από την εξέταση του Ενάγοντα και το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών του καθενός. Δεν διέκρινα να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να αμφισβητήσω τα όσα κατέθεσαν και η μαρτυρία τους γίνεται πλήρως αποδεκτή στην ολότητα της. Ο Εναγόμενος δεν μου έχει δημιουργήσει θετική εντύπωση. Κατά την κρίση μου δεν ήταν ειλικρινής και δεν κατέθεσε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα. Αντίθετα, θεωρώ ότι συνειδητά προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας μια πλασματική εκδοχή η οποία κατέρρευσε κατά την αντεξέταση και αντιστρατεύεται τη λογική. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, το όχημα του ήταν σταματημένο πιο πίσω από το δρόμο και ο ίδιος περίμενε να περάσει ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από Δερύνεια προς Φρέναρος με σκοπό να εισέλθει μετά στο δρόμο, να κάνει στροφή δεξιά και να κατευθυνθεί προς Φρέναρος. Ακολουθούσε είπε αυτό το όχημα με τα μάτια του και το είδε να περνά μπροστά του και να κινείται κάποια μέτρα δεξιά από το σημείο που βρισκόταν ο ίδιος. Την ίδια ώρα, είπε, άκουσε την μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα να τρίβεται στο έδαφος. Υπενθυμίζω ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο στη λωρίδα του δρόμου που ήταν πιο κοντά στον ίδιο ενώ το άλλο διερχόμενο όχημα κινείτο στη δεξιά λωρίδα, στην απέναντι δηλαδή λωρίδα από το σημείο που βρισκόταν ο Εναγόμενος. Επέμενε όμως ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα να περνά από μπροστά του. Με βάση την εκδοχή του, είναι δύσκολο να δεχτώ το ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα να περνά από μπροστά του. Είναι επίσης δύσκολο να δεχτώ, εάν τα γεγονότα εξελίχθηκαν με αυτό τον τρόπο, το ότι η μοτοσυκλέτα δεν συγκρούστηκε με το άλλο διερχόμενο όχημα. Κατά την κρίση μου, ο τρόπος με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι εξελίχθηκαν τα γεγονότα στερείται λογικής. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια και η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η ΜΕ9 Μ. Γερολέμου έδωσε μαρτυρία σε σχέση με την αξίωση για απώλεια μισθών, η οποία εγκαταλείφτηκε στην πορεία από τον Ενάγοντα. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία των κ. Ν. Μαρκουλή (ΜΕ8) και κ. Α. Αγαθαγγέλου (ΜΥ2) τους οποίους η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες. Η εμπειρογνωμοσύνη και ειδικές γνώσεις του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Ενάγοντα. Η πλευρά όμως του Εναγόμενου, κατά την αντεξέταση του ΜΕ8 ήγειρε επιφυλάξεις αναφορικά με το κατά πόσο θα πρέπει να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ8, θεωρώ ότι η πολύχρονη επαγγελματική του πείρα και τα ακαδημαϊκά του προσόντα είναι επαρκή ώστε να του αποδοθεί το απαραίτητο υπόβαθρο ειδικών γνώσεων του αντικειμένου[3]. Πρέπει επίσης να πω ότι, κατά την κρίση μου, τόσο ο ΜΕ8 όσο και ο ΜΥ2 ήταν ανεξάρτητοι, αντικειμενικοί και αξιόπιστοι μάρτυρες. Με αυτό το δεδομένο προχωρώ επομένως να εξετάσω και αξιολογήσω το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους με βάση τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία. Όπως είναι καλά γνωστό, ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία[4]. Όπως επεξηγείται στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Cybarco Ltd v Silvia Kovascik

(2001)1 A.A.Δ. 2013: «.οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία.» Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί[5]. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432: «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση η οποία όμως πρέπει να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς». Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[6], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας τους, όπως στη περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα[7]. Η θέση των ΜΕ8 και ΜΥ2 αναφορικά με την προ και μετά του ατυχήματος αξία της επίδικης μοτοσυκλέτας διαφέρει. Σύμφωνα με τον ΜΕ8 η προ του ατυχήματος αξία ήταν Λ.Κ.6.000 ενώ μετά το ατύχημα ήταν Λ.Κ.
  1. Κατά τον ΜΥ2 η προ του ατυχήματος αξία της επίδικης μοτοσυκλέτας ήταν Λ.Κ.4.800 ενώ μετά το ατύχημα Λ.Κ.
  2. Με βάση τις αξίες αυτές, σύμφωνα με τον ΜΕ8 η ζημιά της μοτοσυκλέτας από το ατύχημα ανέρχεται σε Λ.Κ.5.500 ενώ σύμφωνα με τον ΜΥ2 ανέρχεται σε Λ.Κ.4.
  3. Σε σχέση με την προ του ατυχήματος αξία της μοτοσυκλέτας, τόσο ο ΜΕ8 όσο και ο ΜΥ2 ανέφεραν ότι βασίστηκαν σε συγκριτική έρευνα που διενήργησαν στην αγορά. Ο ΜΥ2, υποστήριξε ότι το ποσό των Λ.Κ.6.000 που ο ΜΕ8 καθόρισε δεν ήταν ορθό γιατί αντιπροσώπευε την τιμή αγοράς μοτοσυκλέτας η οποία ήταν «άγραφη», σε αντίθεση με την επίδικη. Όμως, αυτό δεν συνάδει με την αναφορά του ίδιου του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι είχε αγοράσει τη μοτοσυκλέτα 6 περίπου μήνες πριν το ατύχημα για ποσό Λ.Κ.6.
  4. Επομένως, κρίνω ότι η τιμή των Λ.Κ.6.000 που καθόρισε ο ΜΕ8 είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικής αγοραίας αξίας της μοτοσυκλέτας πριν το ατύχημα. Αναφορικά με τη μετά το ατύχημα εναπομείνασα αξία της μοτοσυκλέτας, και πάλιν θεωρώ ότι το ποσό που καθόρισε ο ΜΕ8 είναι αντιπροσωπευτικό της πραγματικής εναπομείνασας αξίας. Αυτό διότι στην έκθεση του, Τεκμήριο 3, ο ΜΕ8 παρέθεσε με λεπτομέρεια τα μέρη της μοτοσυκλέτας τα οποία είχαν υποστεί ζημιά κατά το ατύχημα και τα οποία έλαβε υπόψη στον υπολογισμό της εναπομείνασας αξίας. Ο δε ΜΥ2, παρά το ότι ερωτήθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τα αντίστοιχα μέρη που είχαν καταστραφεί κατά το ατύχημα ώστε να καταδείξει ότι είχε κάποιο πραγματικό έρεισμα το ποσό των Λ.Κ.150 στο οποίο κατέληξε. Καταλήγω επομένως ότι η μετά το ατύχημα αξία της επίδικης μοτοσυκλέτας ήταν Λ.Κ.
  5. Πέραν των πιο πάνω, ο ΜΥ2 είχε υποστηρίξει με τη μαρτυρία του ότι το ατύχημα οφειλόταν στην μεγάλη ταχύτητα με την οποία ο Ενάγοντας οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του που τον «ανάγκασε να γύρει τη μοτοσυκλέτα προς το έδαφος για να παραμείνει στην πορεία του με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο και να πέσει στην άσφαλτο αφήνοντας τη μοτοσυκλέτα η οποία με την ορμή που είχε συγκρούστηκε στο κιγκλίδωμα και κατέληξε στην τελική της θέση». Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι η ταχύτητα του Ενάγοντα υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κατά τη διάρκεια δε της μαρτυρίας του παρέθεσε διάφορους υπολογισμούς που έκανε σε σχέση με τον χρόνο και τις επιλογές αντίδρασης που θα είχε στη διάθεση του ο Ενάγοντας εάν οδηγούσε με 100 χιλιόμετρα ανά ώρα ή σε άλλες χαμηλότερες ταχύτητες. Όπως έχω αναφέρει και ενωρίτερα, η θέση του ΜΥ2 ήταν ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα. Βάσισε το συμπέρασμα του αυτό, όπως είπε, σε μελέτες σύμφωνα με τις οποίες για να αποκοπεί το τιμόνι μοτοσυκλέτας του συγκεκριμένου τύπου απαιτείται η πρόσκρουση με ταχύτητες που υπερβαίνουν τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε έντονα η ορθότητα του συμπεράσματος αυτού και του ζητήθηκε να προσκομίσει τις μελέτες ή άλλες πηγές από τις οποίες προκύπτει ή που υποστηρίζουν αυτό το συμπέρασμα. Παρά το ότι η αντεξέταση διεκόπη για να συνεχίσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ούτε κατά τη δικάσιμο στην οποία η αντεξέταση του συνεχίστηκε και τελικά ολοκληρώθηκε ο μάρτυρας προσκόμισε τις μελέτες ή υλικό στο οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να ανατρέξει για να υποβοηθηθεί στο έργο του. Ούτε όμως και εξήγησε τη μεθοδολογία που οι μελέτες αυτές ακολουθούν ή τον τρόπο με τον οποίο καταδεικνύουν το συγκεκριμένο συμπέρασμα. Όπως ορίζει η νομολογία, ο ρόλος ενός εμπειρογνώμονα δεν είναι να υποστηρίξει δογματικά τις θέσεις του αλλά να εξηγήσει τη μεθοδολογία, τον τρόπο και στοιχεία στα οποία εδράζεται και από τα οποία προκύπτει η θέση που υποστηρίζει. Ο σκοπός δεν είναι να πείσει το Δικαστήριο για την ορθότητα του δικού του συμπεράσματος αλλά να παρέχει εκείνο το γνωσιολογικό υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο αφ' ενός να είναι σε θέση να ελέγξει την ορθότητα του συμπεράσματος του αλλά και, αφ' ετέρου, να μπορέσει να καταλήξει σε δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ2 δεν επέτρεψε αυτή τη διεργασία σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα και το αντίστοιχο συμπέρασμα του παρέμεινε μετέωρο και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Όμως θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ και αποδέχομαι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τον χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού προς αποφυγή σύγκρουσης, ενώ αυτός ενεργεί στην αγωνία της στιγμής (agony of the moment). Εξάλλου, τα όσα ανέφερε επί αυτού δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Σύμφωνα με τα όσα ο ΜΥ2 είπε, ένας οδηγός μοτοσυκλέτας που αντιλαμβανόταν από απόσταση 60 μέτρων ότι υπήρχε εμπόδιο στο δρόμο του εάν οδηγεί με 80 χιλιόμετρα ανά ώρα τότε έχει 1 δευτερόλεπτο χρόνο αντίδρασης, εάν οδηγεί με 60 χιλιόμετρα ανά ώρα τότε έχει 2 δευτερόλεπτα χρόνο αντίδρασης ενώ εάν οδηγεί με 40 χιλιόμετρα ανά ώρα έχει 3,85 δευτερόλεπτα. Ευρήματα. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Ο Ενάγοντας ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσυκλέτας με αριθμούς εγγραφής KNG 759 (Τεκμήριο 2). (β) Στις 12.11.2006 και περί ώρα 13:43, ο Ενάγοντας οδηγούσε τη επίδικη μοτοσυκλέτα στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' (δρόμος Φρέναρους-Δερύνειας) με κατεύθυνση προς Δερύνεια. Ο Ενάγοντας δεν φορούσε κράνος ασφαλείας. (γ) Την ίδια ημέρα και ώρα ο Εναγόμενος οδηγούσε το διπλοκάμπινο όχημα του με αριθμούς εγγραφής CAD 717 σε παρακείμενο χωράφι με κατεύθυνση, κάθετα προς το δρόμο, αριστερά της πορείας του Ενάγοντα. Από το σημείο του χωραφιού στο οποίο βρισκόταν το όχημα του Εναγόμενου πριν εισέλθει στο δρόμο (σημείο Β του Τεκμηρίου 19 και 20), η ορατότητα προς τα δεξιά από όπου ερχόταν ο Ενάγοντας ήταν περί τα 100 μέτρα, με κάποιες ταμπέλες να εμποδίζουν την ελεύθερη ορατότητα. (δ) Το όχημα του Εναγόμενου προσέγγισε το δρόμο και, χωρίς οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα ή ένδειξη, εισήλθε σε αυτόν, κάθετα, και προχώρησε με αποτέλεσμα να καλύψει ολόκληρη την αριστερή λωρίδα του δρόμου, με πρόθεση να στρίψει δεξιά για να κατευθυνθεί προς Φρέναρος. (ε) Όταν το όχημα του Εναγόμενο εισήλθε στο δρόμο, ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του Ενάγοντα, ο οποίος έκανε ελιγμό δεξιά και ακολούθως έχασε τον έλεγχο. Ο Ενάγοντας έπεσε από τη μοτοσυκλέτα και σύρθηκε στην άσφαλτο. Η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε με το σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα στη δεξιά πλευρά του δρόμου και σύρθηκε επίσης στην άσφαλτο. (στ) Το σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας, η τελική θέση της μοτοσυκλέτας, η τελική θέση του Ενάγοντα είναι ως αποτυπώνονται στο σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 19 και
  6. (ζ) Μετά τη σύγκρουση, ο Εναγόμενος, ενώ ήταν ακόμα στο όχημα του έβαλε όπισθεν και σταμάτησε το διπλοκάμπινο του στο χωράφι από το οποίο είχε εξέλθει. (η) Τον ήχο από τη σύγκρουση της μοτοσυκλέτας στο κιγκλίδωμα και τα υπό (ζ) ανωτέρω, τα άκουσε και τα είδε ο ΜΕ
  7. (θ) Από το ατύχημα, ο Ενάγοντας υπέστη τα τραύματα τα οποία αποτυπώνονται στα ιατρικά πιστοποιητικά, Τεκμήριο 5, 6 και
  8. Νοσηλεύτηκε δε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας από 12.11.2006 μέχρι 14.11.2006 ενώ από τραύματα έχει μόνιμες ουλές σε διάφορα σημεία του προσώπου και του σώματος, ως τις επέδειξε στο Δικαστήριο και ως κατέθεσε ο ΜΕ
  9. Οι ουλές αυτές επιδέχονται αισθητικής βελτίωσης με χειρουργική επέμβαση αλλά δεν είναι δυνατή η πλήρης αποκατάσταση. (ι) Η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα υπέστη τις ζημιές που αποτυπώνονται στο Τεκμήριο
  10. Η δε προ και μετά του ατυχήματος αξία της μοτοσυκλέτας ήταν επίσης ως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο
  11. Νομικές αρχές. Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα, στρέφομαι τώρα να εξετάσω τις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[8]. Σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή του ατυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο[9]. Το δε καθήκον ενός οδηγού να λάβει προφυλακτικά μέτρα εξετάζεται και κρίνεται με γνώμονα την δυνατότητα λογικής πρόβλεψης[10]. Παραπέμπω ειδικά στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 όπου γίνεται αναφορά στο καθήκον επιμέλειας όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο για την ασφάλεια των άλλων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.. Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Στην υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας του οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι εάν ήθελε αποδειχθεί αμέλεια εις βάρος του τότε ο Ενάγοντας είναι ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Σχετικό με το θέμα του καταμερισμού της ευθύνης σε περιπτώσεις συντρέχουσας αμέλειας είναι το άρθρο 57 του Κεφ. 148, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του οποίου: «Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά.» Όπως καθορίστηκε από τη νομολογία[11], οι κύριοι παράγοντες για τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ οδηγών είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των εμπλεκόμενων οδηγών, του τροχαίου ατυχήματος που προκάλεσε και της ζημίας που προκλήθηκε. Παραπέμπω επίσης στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Κυριάκος Χριστοδούλου ν Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 όπου το Εφετείο καθορίζει ότι: «Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγήθηκε στις υποθέσεις Charalambous v Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727» Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών στέφομαι στα υπό εξέταση ζητήματα με γνώμονα πάντα τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων. Υπαγωγή ευρημάτων στις νομικές αρχές και ανάλυση. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος εισήλθε στον δρόμο ανακόπτοντας την ελεύθερη πορεία του Ενάγοντα. Από τα γεγονότα, κρίνω ότι προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος ενήργησε αμελώς και η αμέλεια του συνίστατο στο ότι, χωρίς να ελέγξει δεόντως και επαρκώς τον δρόμο και χωρίς να δώσει οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα ή ένδειξη, εισήλθε σε αυτόν με αποτέλεσμα να ανακόψει ξαφνικά και απότομα την ελεύθερη πορεία του Ενάγοντα. Κατά την κρίση μου, ο μέσος συνετός οδηγός θα έλεγχε επιμελώς για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε άλλο διερχόμενο όχημα στο δρόμο, προτού εισέλθει σε αυτό. Επιπρόσθετα, με δεδομένη την ορατότητα προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Ενάγοντας, ο μέσος συνετός οδηγός θα αντιλαμβανόταν ότι πλησίαζε ο Ενάγοντας και θα περίμενε να περάσει η μοτοσυκλέτα πριν εισέλθει στο δρόμο. Η παράλειψη του Εναγόμενου να ελέγξει εάν υπήρχε άλλος διερχόμενος οδηγός πριν εισέλθει στο δρόμο καθώς και το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε ότι υπήρχε άλλος διερχόμενος οδηγός[12] συνιστά αμέλεια και παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχε ο Εναγόμενος έναντι άλλων χρηστών του δρόμου. Ως αποτέλεσμα της αμέλειας του, ο Εναγόμενος έθεσε τον Ενάγοντα προ απρόσμενου και ξαφνικού κινδύνου και τον προκάλεσε να προβεί σε ελιγμό για να τον αποφύγει. Ακολούθως ο Ενάγοντας έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του η οποία υπέστη ζημιές ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα, η οποία έγινε αποδεκτή, οι ενέργειες του Εναγόμενου ήταν τόσο γρήγορες και ξαφνικές που δεν είχε το χρόνο ή τη δυνατότητα να λάβει οποιαδήποτε μέτρα πέραν από αυτά που έλαβε για να μετριάσει ή να αποφύγει τον κίνδυνο[13]. Αυτό υποστηρίζεται και από τα όσα κατέθεσε ο ΜΥ2 αναφορικά με το χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού ο οποίος λειτουργεί στην αγωνία της στιγμής (agony of moment). Συνεπώς καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια του Εναγόμενου. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η θέση του Εναγόμενου είναι ότι θα πρέπει να καταλογιστεί στον Ενάγοντα συντρέχουσα αμέλεια. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση, η συντρέχουσα αυτή αμέλεια συνίστατο στο ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και στο ότι δεν έφερε κράνος ασφαλείας. Έχω αναφερθεί στις βασικές αρχές που αφορούν τον καταμερισμό της ευθύνης και εξέταση του κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια, ανωτέρω. Παραπέμπω όμως και στην ακόλουθη ανάλυση από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell Οn Torts, 16η έκδοση, παράγραφος 10-139, σελ. 97-98: «[Contributory negligence] does not mean negligence which is contributory along with the negligence of the other party. It means negligence which causes or contributes to the injury or damage that has happened. It is not confined to participating in bringing about the happening which inflicts the damage. Thus, even where the defendant was solely responsible for the occurrence which inflicted the damage, but the plaintiff could have taken steps to avert or mitigate it, the damages will be reduced. Thus, in O'Connell v. Jackson the defendant was wholly to blame for colliding with the plaintiff, who was riding a moped. The plaintiff was not wearing a crash helmet and sustained greater injuries than he need have done. His claim was reduced by 15 per cent. The result of all this is that when the plaintiff's damage has been due in part to his own fault and in part to the defendant's fault, the latter is liable, but the damages recoverable from him will be reduced in accordance with the provisions of the Act.» Σε σχέση με τη θέση του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με ταχύτητα που συνέτεινε στο να συμβεί το ατύχημα, παραπέμπω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2 πιο πάνω. Χωρίς τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπεράσματα αναφορικά με το ποια ήταν ενδεχομένως η ταχύτητα του Ενάγοντα ούτε και αναφορικά με το κατά πόσο η ταχύτητα του Ενάγοντα συνέβαλε στο να συμβεί το τροχαίο ατύχημα[14]. Τα όσα αναφέρθηκαν για τη βιαιότητα της σύγκρουσης, τις ζημιές της μοτοσυκλέτας και τις τελικές θέσεις της μοτοσυκλέτας και του Ενάγοντα δεν είναι αρκετά για να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την σχέση που είχε η ενδεχόμενη ταχύτητα του Ενάγοντα με το ατύχημα[15] ή ακόμα και τις όποιες επιπτώσεις ή συνέπειες της ταχύτητας του Ενάγοντα στην δυνατότητα του να αντιδράσει ή και στην όποια «απόσταση σκέψης» ενδεχομένως χρειαζόταν πριν ενεργήσει για να αποφύγει τη σύγκρουση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταστήσει τον εαυτό του εμπειρογνώμονα. Ο Εναγόμενος εισηγήθηκε επίσης ότι η μη χρήση κράνους από τον Ενάγοντα συνέτεινε στα τραύματα που υπέστη. Ο συνήγορος του Εναγόμενου προσπάθησε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του Ενάγοντα να ερευνήσει κατά πόσο εάν ο Ενάγοντας φορούσε κράνος ασφαλείας θα υφίστατο τα ίδια τραύματα στο πρόσωπο ή τραύματα ίδιας έκτασης με αυτά που υπέστη. Πρόκειται για ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποφασιστεί σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης και το σύνολο της μαρτυρίας. Κατά την αντεξέταση τους, οι ΜΕ 6 και 7 δεν ήταν σε θέση να δηλώσουν ή να διαπιστώσουν ότι τα τραύματα του Ενάγοντα δεν θα είχαν προκληθεί εάν αυτός φορούσε κράνος ασφαλείας. Ο ΜΕ 5 όμως, όταν ερωτήθηκε σχετικά με το θλαστικό τραύμα που προκλήθηκε στη μετωπιαία χώρα του Ενάγοντα, απάντησε ότι αυτό δεν θα προκαλείτο εάν ο Ενάγοντας έφερε κράνος. Η μαρτυρία αυτή δεικνύει ότι η παράλειψη του Ενάγοντα να φορέσει κράνος ασφαλείας ενώ επέβαινε της μοτοσυκλέτας, συνέτεινε στην έκταση των τραυματισμών που υπέστη. Αυτό το γεγονός, συνιστά συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους τους Ενάγοντα, και συνεπώς θεωρώ ότι πρέπει να οδηγήσει σε απομείωση των αποζημιώσεων κατά ένα ποσοστό 15%[16]. Γενικές Αποζημιώσεις Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, συνεπεία του ατυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη τους τραυματισμούς που καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά, Τεκμήρια 5, 6 και 7. Νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας από 12.11.2006 - 14.11.2006 και έχει τις ουλές που καταγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τις επιπτώσεις και συνέπειες του τραυματισμού του, στην καθημερινότητα του και στην οικογενειακή του ζωή, παραπέμπω στα όσα ανέφερε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο η οποία έχει γίνει αποδεκτή. Αναφορικά με τις αξιούμενες γενικές αποζημιώσεις, έχω κατά νου ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδικάζονται είναι η δίκαιη αποζημίωση του θύματος για τη ζημιά και τραυματισμούς που έχει υποστεί χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα[17]. Έχω επίσης κατά νου ότι το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι εύλογο[18], «κοινωνικά αποδεκτό»[19] και να αντανακλά την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο που υπέστη το αθώο μέρος[20]. Επίσης, χωρίς όμως να πρόκειται για απόλυτο κανόνα, διαπιστώνεται μια γενικά αυξητική τάση στα ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις[21]. Αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και δεν υπάρχει απόλυτη φόρμουλα ή κανόνας αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας. Όμως, νομολογία σε σχέση με ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες υποθέσεις για αντίστοιχους τραυματισμούς είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, μέχρι ενός βαθμού, σε σχέση με τα πλαίσια στα οποία μπορεί να κυμαίνεται το επιδικασθέν ποσό[22]. Έχω λάβει υπόψη επομένως, για σκοπούς καθοδήγησης, το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν σε περιπτώσεις όπου η φύση και έκταση των τραυματισμών και μετα-τραυματική πορεία και τα κατάλοιπα των τραυμάτων ήταν αντίστοιχα ή προσομοίαζαν με την παρούσα υπόθεση[23]. Αποφασίζοντας το ποσό που θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντα ως γενικές αποζημιώσεις για τα τραύματα που έχει υποστεί, έλαβα υπόψη τον πόνο και ταλαιπωρία που έχει υποστεί, την φύση και την έκταση των τραυμάτων του, τη φαρμακευτική και θεραπευτική αγωγή που αναγκάστηκε να ακολουθήσει, το χρόνο για τον οποίο νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, καθώς και το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι την αποκατάσταση του. Έχω λάβει επίσης υπόψη τις επιπτώσεις που οι μόνιμες ουλές έχουν στην καθημερινότητα του και την ποιότητα ζωής του και την ταλαιπωρία ενδεχόμενης μελλοντικής επέμβασης για βελτίωση της αισθητικής εικόνας των ουλών. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ως εύλογο και δίκαιο, επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €18.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Ειδικές ζημιές Αναφορικά με τις αξιούμενες ειδικές αποζημιώσεις, αποτελεί βασικό κανόνα ότι αυτές πρέπει να εξειδικεύονται στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα[24]. Η μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, σε συνάρτηση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό τα ακόλουθα ποσά τα οποία ο Ενάγοντας διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις: (α) ειδικές ζημιές μοτοσυκλέτας Λ.Κ.5.500 (Τεκμήριο 3), (β) έξοδα εκτίμησης κ. Ν. Μαρκουλή (ΜΕ8) Λ.Κ. 60 (Τεκμήριο 8), (γ) έξοδα ετοιμασίας ιατρικής έκθεσης Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας Λ.Κ.28 (Τεκμήριο 9), (δ) έξοδα ετοιμασίας ιατρικής έκθεσης Δρ. Μιχαηλίδη (ΜΕ[-]) Λ.Κ. 100 (Τεκμήριο 10), (ε) έξοδα ετοιμασίας αστυνομικής έκθεσης Λ.Κ. 50 (Τεκμήριο 11), (στ) έξοδα μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης Λ.Κ. 1.500 (Τεκμήριο 7). Υπενθυμίζω ότι η αξίωση για απώλειες μισθού εγκαταλείφθηκε. Άλλα ποσά που κατέβαλε ο Ενάγοντας και για τα οποία η πλευρά του παρουσίασε μαρτυρία, δεν δικογραφούνται και δεν μπορούν να αποδοθούν. Κατάληξη. Συγκεφαλαιώνοντας, στη βάση όλων των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη την απομείωση των αποζημιώσεων κατά 15% ένεκα της αντίστοιχης συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €15.300 ως γενικές αποζημιώσεις και €10.511,82 (Λ.Κ 6.152,30) (περιλαμβανομένων Λ.Κ.1.275 αναφορικά με το κόστος μελλοντικής επέμβασης) ως ειδικές αποζημιώσεις. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές[25], εκτός εάν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα που προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα. Επί των ειδικών αποζημιώσεων, επιδικάζεται επίσης νόμιμος τόκος, όμως για την περίοδο μεταξύ της έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος και την καταχώρησης της αγωγής, ο τόκος αυτός είναι μειωμένος κατά το ήμισυ έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ειδική ζημιά από την αρχή. Το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που αφορά το κόστος της μελλοντικής εγχείρισης ενδείκνυται να φέρει νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρήθηκε 3 χρόνια μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα χωρίς να έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Υπήρξε επίσης καθυστέρηση στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης από πλευράς του Ενάγοντα. Ένεκα της καθυστέρησης αυτής, θεωρώ ότι θα ήταν πιο ορθό όπως, για την περίοδο από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, επιδικαστεί νόμιμος τόκος κατά το ήμισυ σε σχέση και με τις γενικές αποζημιώσεις. Λαμβάνοντας υπόψη της μεταβολές στο ύψος του νόμιμου τόκου, επιδικάζεται τόκος επί των ποσών της απόφασης ως ακολούθως: (α) επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων, επιδικάζεται τόκος προς 4% ετησίως από 12.11.2006 μέχρι 12.11.2009, 8% ετησίως από 13.11.2009 μέχρι 14.10.2008, 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 19.3.2014 και νόμιμος τόκος από 20.3.2014, (β) επί του ποσού των €8.333,36 (Λ.Κ. 4.877,30) που αφορά ειδικές αποζημιώσεις, πλην του ποσού που αντιστοιχεί στη χειρουργική επέμβαση, επιδικάζεται τόκος προς 4% ετησίως από 12.11.2006 μέχρι 12.11.2009, 8% ετησίως από 13.11.2009 μέχρι 14.10.2008, 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 19.3.2014 και νόμιμος τόκος από 20.3.2014, (γ) επί του ποσού των € 2.178,47 (Λ.Κ.1.275) που αφορά το κόστος της χειρουργικής επέμβασης, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από σήμερα. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν, πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων αυτών. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] Σχετικές οι Vasillico Cement Work v Stavrou
(1978)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746. [4] Σχετικές οι Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1. [5] Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25 [6] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [7] Joy v Yeoman
(1981)2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 47. [8] Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Elpiniki Panayiotou v Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [9] Μαρκαντώνης ν Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387 [10] Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 [11] Χαραλάμπους ν Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284 [12] Constantinou v Katsouris and another
(1975)1 C.L.R. 188 [13] Τσολάκης ν Ανδρέου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ.129, Τασούλλα Κωνσταντίνου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Ηρόδοτου Κωνσταντίνου ν Χριστόφορου Κατσιαρδή
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178 [14] Βρυωνίδης ν Σωφρονίου
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1181, Μιχαήλ ν Κυριάκου
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1825 [15] Siakos v Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, Σπύρου ν Χριστοδούλου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1193 [16] Ενδεικτικά μόνο Χ'Θεοδοσίου ν. Διονυσίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1121. Σχετικό, Clerk & Lindsell Οn Torts, 16η έκδοση, παράγραφος 10-164, σελ. 602-603 [17] Χαριλάου ν Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, Fletcher v Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726, Constantinou v Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416 [18] Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν Αλέξανδρος Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079 [19] Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 [20] Φοινικαρίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 [21] Παναγή ν Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669 [22] Σπύρου ν Χ'Χαραλάμπους
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 298 [23] Ενδεικτικά, Κυριάκος Μαυροπεττή ν Γεώργιου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ανδρέας Σπύρου ν Άριστου Ανδρέου Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Χρίστος Φωτίου ν Στέλιου Νεοφύτου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1511, Γεώργιος Ταμπούρας ν Κυριακής Κολάνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 384, Κώστας Ευθυμίου ν Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιοί Λιμιτεδ, Πολιτική έφεση 313/2008 ημερομηνίας 21.2.2012, Βάσω Μιχαήλ Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349 [24] Ελισάβετ Ηρακλέους ν Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15 [25] Φοινικαρίδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 2134, άρθρο 58Α Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.