Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Α/φοί Παναγίδης (Νησί) Λτδ, Αρ. Αγωγής:795/2013, 5/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:795/2013 Μεταξύ: Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση και Α/φοί Παναγίδης (Νησί) Λτδ Εναγόμενης/ Αιτήτριας Ημερομηνία: 5 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/ καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Α. Δημητρίου για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη/ αιτήτρια: Ο κ. Μ. Κυριακίδης για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ημερομηνίας 10.07.2014 για παραμερισμό ή/και ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε την 9.07.2014) Η ενάγουσα την 9.07.204 πέτυχε απόφαση εναντίον της εναγόμενης σε αγωγή της με την οποία αξιώνει από αυτή το ποσό των €222.443,98σ. το οποίο διατείνεται ότι αντιστοιχεί στην ορθή και/ή ενδεδειγμένη αξία κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος από την εναγόμενη για την περίοδο από 31.03.2004 μέχρι και την 01.06.2009 και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή δυνάμει υποχρέωσης από την κείμενη νομοθεσία και/ή των σχετικών νομοθεσιών και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και /ή ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαιτήσεως. Αξιώνει επίσης νόμιμο τόκο για το πιο πάνω ποσό και τα έξοδα της αγωγής. Με την υπό εκδίκαση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την επόμενη της έκδοσης της επίδικης απόφασης δηλαδή την 10.07.2014 η εναγόμενη/ αιτήτρια επιζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) ή/και να ακυρώνεται η πιο πάνω εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.33 Θ. 5 Δ.48 Θ. 1- 3,8,9,12 και 13 στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Το πραγματικό της υπόβαθρο στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κ. Μύριας Λοϊζου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη/ αιτήτρια η οποία δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της. Η κ. Μ. Λοϊζου πέραν των πιο πάνω, δηλώνει στην ένορκη δήλωση της τα ακόλουθα (καταγράφονται αυτολεξεί): «
- Εκτός όπου διαφορετικά κατωτέρω αναφέρω, καταθέτω γεγονότα και θέσεις τα οποία γνωρίζω από προσωπική μου γνώση καθώς και από δική μου προσωπική μελέτη του φακέλου και της δικογραφίας της υπόθεσης ενώ αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης, διατυπώνω την γνώμη και συμβουλή των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση. 3.Όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα την 1.7.
- Εν συνεχεία η Εναγόμενη καταχώρησε μέσω των δικηγόρων της σημείωμα εμφάνισης στην πιο πάνω αγωγή στις 18.7.
- Επίσης στις 9.4.2014 καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης, η οποία είχε οριστεί στις 13.5.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ζητήθηκε χρόνος από την πλευρά της εναγόμενης προκειμένου να ετοιμάσει και καταχωρίσει την Έκθεση Υπεράσπισης της. Ως εκ τούτου, η αίτηση ορίστηκε για Απόδειξη την 1.7.
- Στη συνέχεια, κατά την εν λόγω ημερομηνία οι δικηγόροι της Εναγόμενης εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησαν να τους δοθεί ακόμη λίγος χρόνος προκειμένου να ολοκληρωθεί και να προβεί στην καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης της. Σημειώνω ότι εξ όσων με πληροφορεί η κα Γεωργία Καραμαλλή η οποία εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία εκ μέρους της ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ, είχε ενημερωθεί το Δικαστήριο καθώς και ο δικηγόρος της Ενάγουσας ότι η Έκθεση Υπεράσπισης είναι σχεδόν έτοιμη και χρειάζονται ακόμη λίγο χρόνο για να την ολοκληρώσουν. Στο αίτημα αυτό, ο δικηγόρος της Ενάγουσας δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση. Ως εκ τούτου, η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για Απόδειξη στις 9.7.2014 και δόθηκαν οδηγίες όπως καταχωριστεί Έκθεση Υπεράσπισης δύο ημέρες προηγουμένως. 4.Στις 8.7.2014 το απόγευμα, εξ όσων με ενημέρωσε η κα Γεωργία Καραμαλλή, δικηγόρος από την δικηγορική εταιρεία Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της, προκειμένου να πληροφορηθεί εάν η Εναγόμενη θα προχωρήσει στην καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης. Η κα Καραμαλλή ενημέρωσε τους αντίδικους στις 8.7.2014, ότι θα προβούμε την επόμενη ημέρα στην καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης και θα ζητήσουμε από το Δικαστήριο άδεια για να καταχωρίσουμε την Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης ενόψει του ότι αυτή ήταν εκπρόθεσμη. Ζητήσαμε να ενημερωθούμε εάν θα είχαν ένσταση στο αίτημά μας αυτό, αλλά μας είχε ειπωθεί ότι θα μιλούσαν με τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση προσωπικά και θα μας ενημέρωναν. Εντούτοις καμία ενημέρωση δεν λάβαμε και στη βάση αυτών των δεδομένων η αντίληψη μας ήταν ότι οι αντίδικοι μας δεν θα είχαν ένσταση στην καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης μας. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, η οποία ήταν έτοιμη εδώ και μέρες. 5.Στις 9.7.2014 και ώρα 9:07 π.μ., εγώ προσωπικά έστειλα γραπτό μήνυμα προς τον Θείο Δημητρίου, αριθμός κινητού τηλεφώνου 99327787 ο οποίος θα εμφανιζόταν εκ μέρους της Ενάγουσας, όπως είχα πληροφορηθεί από την γραμματέα του γραφείου Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί της. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του μηνύματος το οποίο επιθυμώ να παρουσιάσω ως Τεκμήριο 2 τον ενημέρωνα ότι θα εμφανιζόμουν εγώ προσωπικά για την πιο πάνω υπόθεση και θα καταχωρούσα την έκθεση υπεράσπισης. Μάλιστα τον ρωτούσα τι ώρα θα εμφανιστούμε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εντούτοις καμία απάντηση δεν έλαβα και άρχισα αμέσως να καλώ τον συνάδελφο χωρίς όμως και πάλι καμιά ανταπόκριση. Στη βάση αυτών των δεδομένων σε πρώτη φάση πήγα στην αίθουσα του Δικαστηρίου και συνειδητοποίησα ότι ο φάκελος δεν βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εντελώς ανυποψίαστη για το τι έλαβε χώρα, πρώτα έλεγξα το πινάκιο για να βεβαιωθώ ότι η εν λόγω υπόθεση ήταν πράγματι στα πινάκια. Αφού βεβαιώθηκα τότε εμφανίστηκα εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέροντας ότι δεν μπορώ να εντοπίσω τον φάκελο αν και σύμφωνα με τις σημειώσεις μας η εν λόγω υπόθεση ήταν ορισμένη 9.07.
- Τότε με μεγάλη έκπληξη πληροφορήθηκα από το Δικαστήριο ότι το γραφείο Ιωαννίδη Δημητρίου εμφανίστηκε μόνο του και προχώρησε σε απόδειξη στην απουσία μας παρά το γεγονός ότι όπως έχω ήδη αναφέρει είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών και είχαν λάβει χώρα τόσο γραπτά μηνύματα όσο και κλήσεις στις οποίες δεν έλαβα καμία απάντηση. 6.Στη συνέχεια ζήτησα από το Δικαστήριο να δοθεί άδεια για να επανέλθει ο φάκελος ενώπιον του για να καταγραφούν στο πρακτικό του Δικαστηρίου τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω αλλά το Δικαστήριο με ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να εντοπίσω τον αντίδικο μου και να επανέλθω. Αν και συνέχισα να καλώ τον συνάδελφο μου εντούτοις καμία απάντηση δεν έλαβα. 7.Έπειτα από το πέρας αρκετής ώρας, ο κ. Θείο Δημητρίου, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κα Γεωργία Καραμαλλή, αναφέροντας της χαρακτηριστικά ότι το «επάγγελμα του δικηγόρου είναι τροχός και γυρίζει» αφήνοντας περαιτέρω αιχμές για διαφορές μεταξύ των δύο δικηγορικών γραφείων για άλλες υποθέσεις, οι οποίες καμία σχέση δεν έχουν με την παρούσα. 8.Ως εκ τούτου, παρά τα όσα είχαν εξελιχθεί, ως ανωτέρω αναφέρεται, εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης, ως η Έκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα. Η απόφαση αποτελεί μέρος της δικογραφίας. 9.Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι: (α) κατέβαλε όλα τα απαιτούμενα ποσά προς πλήρη εξόφληση των οφειλών αναφορικά με την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος για την περίοδο από 31.3.2004 μέχρι και την 1.6.
- (β) η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να τοποθετεί, αντικαθιστά, επισκευάζει και συντηρεί τις αναγκαίες ηλεκτρικές γραμμές για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στα υποστατικά των καταναλωτών, έχοντας ταυτόχρονα καθήκον ή/και υποχρέωση να ελέγχει ή/και επιβλέπει τις ηλεκτρικές γραμμές καθώς και τους συναφείς εξοπλισμούς. (γ) κατόπιν ελέγχου αρμόδιου λειτουργού της Ενάγουσας περί της 16.6.2009 διαπιστώθηκε από τον Διευθυντή Εσωτερικού Ελέγχου ότι υπήρχε ένδειξη στον μετρητή για την ύπαρξη επί 10 kWh και kVArh. (δ) άνευ βλάβης των πιο πάνω, δεν υφίσταται νομοθετικό καθήκον είσπραξης των καθυστερημένων ποσών ή/και τυχόν παροχής χαμηλότερης τιμής ή/και καλύτερων όρων από ότι σε άλλους καταναλωτές της ίδιας τάξης δεν αποτελεί παράνομη ή/και χαμηλότερη ή/και απαγορευμένη χρέωση. (ε) άνευ βλάβης των πιο πάνω, ύπαρξη λανθασμένης καταχώρισης στο λογισμικό ή/και λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας του πολλαπλασιαστή, αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της Ενάγουσας και δεν δύναται εκ των υστέρων να εξαιτείται από την καλόπιστη Εναγόμενη ποσά τα οποία δημιουργήθηκαν από λάθη ή/και παραλείψεις της Ενάγουσας ή/και οργάνων αυτής. (στ) άνευ βλάβης των πιο πάνω, είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα με την επιδεικνυόμενη συμπεριφορά της παρουσίασε λανθασμένες παραστάσεις, ήτοι την ύπαρξη ορθής ένδειξης πολλαπλασιαστή επί του μετρητή και εξόφληση λογαριασμών στη βάση αυτή για περίοδο πέντε συναπτών ετών το οποίο θέτει σε λειτουργία τον κανόνα του κωλύματος λόγω παραστάσεων ή/και συμπεριφοράς με αποτέλεσμα να εμποδίζεται να αξιώνει την καταβολή ποσών. Τούτο δε, γιατί η Εναγόμενη ενήργησε στην βάση των παραστάσεων αυτών προσαρμόζοντας τον ισολογισμό της επιχείρησης της και προσαρμόζοντας ανάλογα τις χρεώσεις διαμονής επισκεπτών των καταλυμάτων της. 10.Στο παρόν στάδιο υιοθετώ τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, ως αυτά εκτίθενται στο μέρος Β με τον παράτιτλο γεγονότα. Πέραν από την στάση της άλλης πλευράς, στην μη έγκαιρη καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης συνηγόρησε το γεγονός ότι αναμέναμε την παροχή λεπτομερειών από τους εκπροσώπους της Εναγόμενης ή/και τους λογιστές αυτής, οι οποίοι προέβηκαν σε σχετικό έλεγχο των καταστάσεων της Εταιρείας και ετοιμασία μελέτης προκειμένου να συνταχθεί ορθά η υπεράσπιση και στην βάση ορθών γεγονότων και ισχυρισμών, γεγονός το οποίο ήταν χρονοβόρο. Σημειωτέον δε, ότι δεν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της αίτησης για απόφαση μέχρι την ημερομηνία «καταχώρισης» της Έκθεσης Υπεράσπισης. 11.Επίσης, στο παρόν στάδιο υιοθετώ τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, ως αυτά εκτίθενται στο μέρος Β με τον παράτιτλο γεγονότα. Περαιτέρω, η Εναγόμενη καμία πρόθεση δεν είχε και ούτε επέδειξε σε οποιοδήποτε στάδιο καταφρόνηση της διαδικασίας. Η θέση αυτή στηρίζεται στο γεγονός, ότι η Εναγόμενη ήδη την 1.7.2014, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι είναι σχεδόν έτοιμη για την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης της αλλά χρειάζεται κάποιες τελευταίες διευκρινίσεις για την ολοκλήρωση της. Εν συνεχεία, στις 9.7.2014 ήταν έτοιμη να προχωρήσει στην καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης της. Ενόψει όμως ότι η καταχώριση της θα ήταν εκπρόθεσμη, εμφανίστηκα ενώπιον του Δικαστηρίου με πρόθεση να ζητήσω την άδεια του για να προβώ στην καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμπεριφορά από μέρους της που να συνηγορεί στην ύπαρξη καταφρόνησης. 12.Άνευ βλάβης των πιο πάνω, είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η απόφαση ημερομηνίας 9.7.2014 εκδόθηκε αντικανονικά. Τούτο δε, στηρίζεται στο γεγονός ότι η Εναγόμενη προχώρησε στην καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης ήδη από τις 18.7.2013 και εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου σε κάθε δικάσιμο που οριζόταν η πιο πάνω υπόθεση. Επίσης, την 1.7.2014 οι δικηγόροι της Εναγόμενης, όπως έχω αναφέρει ανωτέρω, δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι η Έκθεση Υπεράσπισης τους είναι σχεδόν έτοιμη και χρειάζονται ακόμη λίγο χρόνο. Έτσι, επέδειξαν ξεκάθαρα τόσο στο Δικαστήριο όσο και στον δικηγόρο της Ενάγουσας την πρόθεσή τους να προβάλλουν την Υπεράσπισή τους. Παρά ταύτα, ο δικηγόρος της Ενάγουσας, και αφού είχε ήδη ειδοποιηθεί τόσο στις 8.7.2014 όσο και στις 9.7.2014 ότι η Εναγόμενη θα καταχωρούσε την Υπεράσπισή της, εμφανίστηκε στις 9.7.2014 στο Δικαστήριο παραπλανώντας αυτό αναφέροντας ότι η Εναγόμενη δεν έχει πρόθεση να προωθήσει και να προβάλει την Υπεράσπισή της. 13.Εξ όσων γνωρίζω προσωπικά όπως αναφέρω πιο πάνω και εξ όσων πιστεύω, πληροφορούμαι και συμβουλεύομαι και από τους Δικηγόρους μου, υπάρχει καλή βάση υπεράσπισης και υπάρχουν σοβαροί ισχυρισμοί και αξιώσεις τα οποία θα ήταν δίκαιο και εύλογο όπως επιτραπεί στην Εναγόμενη να τα προβάλει στην εκδίκαση της υπόθεσης. 14.Για τους πιο πάνω λόγους είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και θεραπείες.» Επιτράπηκε με ενδιάμεση απόφαση μου η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον κ. George Ευαγγέλου στην οποία δηλώνει τα ακόλουθα: «
- Εργάζομαι στη ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
- Είμαι υπεύθυνος πληροφορικής και διαχείρισης συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών στη ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. από το
- Επισυνάπτω το βιογραφικό μου σημείωμα ως Τεκμήριο Α.
- Προβαίνω στην παρούσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου με σκοπό να θέσω σε γνώση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: 3.1.Έλαβα οδηγίες από τη δικηγόρο του γραφείου Μύρια Λοΐζου για να προβώ σε έλεγχο των εισερχόμενων τηλεφωνικών κλήσεων στο γραφείο από το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ για το χρονικό διάστημα από 10.6.2014 μέχρι 9.7.
- 3.2.Στην ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. υπάρχει ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής εισερχόμενων κλήσεων διά λογισμικού προγράμματος, το οποίο ονομάζεται Theova Call Accounting. Το πρόγραμμα αυτό είναι πακέτο λογισμικού για παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων στοιχείων τηλεφωνίας. Το πρόγραμμα αυτό παρακολουθεί τα στοιχεία εισερχόμενων και εξερχόμενων κλήσεων σε πραγματικό χρόνο και καταγράφει την ώρα της κλήσης, τη διάρκεια της, τους αριθμούς κλήσης και σύνδεσης και λοιπά στοιχεία. Χρησιμοποιείται επίσης ως βάση δεδομένων επαφών για να μπορεί να εντοπίσει αυτόματα όλες τις κλήσεις που γίνονται προς και από ένα συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου. Το εν λόγω πρόγραμμα είναι εγκατεστημένο και ενσωματωμένο στο τηλεφωνικό σύστημα όλων των δικηγόρων και λοιπών υπαλλήλων της ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. και καταγράφει όλες τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις. Τα αποτελέσματα της καταγραφής αυτής αποθηκεύονται αυτόματα στον διακομιστή (server) για απεριόριστο χρονικό διάστημα. 3.3.Για σκοπούς του ελέγχου, επισκέφθηκα την ιστοσελίδα του γραφείου Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ για να δω τα τηλέφωνα επικοινωνίας τους καθώς και τον χρυσό οδηγό. Επισυνάπτεται αντίγραφο της εν λόγω σελίδας από τον χρυσό οδηγό Κύπρου ως Τεκμήριο Β. Διαπίστωσα ότι το τηλέφωνο της Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ είναι 22022999, όμως για να λάβω υπόψη μου το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλες παραπλήσιες γραμμές, έλεγξα γενικά όλες τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις προς και από τηλεφωνικό αριθμό, του οποίου τα πρώτα έξι ψηφία είναι
- 3.4.Από τον έλεγχο αυτό προέκυψε ότι είχαν πραγματοποιηθεί κατά το εν λόγω διάστημα συνολικά εννέα τηλεφωνικές κλήσεις από και προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι έχουν λάβει χώρα οι ακόλουθες τηλεφωνικές κλήσεις: · Εισερχόμενη κλήση ημερομηνίας 30.6.2014 από τον αριθμό 22022991 συνολικής διάρκειας 3 δευτερόλεπτα στις 15:34:
- · Εισερχόμενη κλήση ημερομηνίας 30.6.2014 από τον αριθμό 22022991 διάρκειας 62 δευτερόλεπτα στις 15:34:
- · Εξερχόμενη κλήση ημερομηνίας 30.6.2014 προς τον αριθμό 22022991 διάρκειας 122 δευτερόλεπτα στις 16:23:
- · Εισερχόμενη κλήση ημερομηνίας 8.7.2014 από τον αριθμό 22022970 διάρκειας 29 δευτερολέπτων στις 12:48:
- · Εισερχόμενη κλήση ημερομηνίας 8.7.2014 από τον αριθμό 22022970 διάρκειας 46 δευτερόλεπτα στις 12:49:
- · Εξερχόμενη κλήση ημερομηνίας 9.7.2014 προς τον αριθμό 22022999 διάρκειας 62 δευτερολέπτων στις 9:31:
- · Εισερχόμενη κλήση ημερομηνίας 9.7.2014 από τον αριθμό 22022999 διάρκειας 7 δευτερολέπτων στις 9:33:
- · Εισερχόμενη κλήση ημερομηνίας 9.7.2014 από τον αριθμό 22022999 διάρκειας 25 δευτερολέπτων στις 9:33:
- Εισερχόμενη κλήσης ημερομηνίας 9.7.2014 από τον αριθμό 22022999 διάρκειας 28 δευτερολέπτων στις 9:33:
- Προς υποστήριξη των ανωτέρω, επισυνάπτω λεπτομερή αναφορά ημερομηνίας 27.11.2014 ως Τεκμήριο Γ. Σημειώνω ότι η τηλεφωνική επέκταση (extension) 501 που εμφανίζεται στην αναφορά ανήκει στο τηλεφωνικό κέντρο της ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.. Επίσης, η τηλεφωνική επέκταση (extension) 695 ανήκει στην κα Γεωργία Καραμαλλή, δικηγόρο της Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ.
- Δεν έχω εντοπίσει κατά πόσο οι αριθμοί 220222991 και 22022970 ανήκουν στην δικηγορική εταιρεία Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ αλλά είναι πιθανόν αυτά να αποτελούν άλλες τηλεφωνικές γραμμές που διαθέτει η εν λόγω εταιρεία.
- Επιπρόσθετα, προέβηκα σε έλεγχο στο προαναφερόμενο αρχείο τηλεφωνικών κλήσεων για την ίδια περίοδο σε σχέση με εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις προς τηλεφωνικό αριθμό του οποίου τα ψηφία είναι
- Αντιλαμβάνομαι ότι αυτός είναι ο αριθμός κινητού τηλεφώνου του κ. Θεόδουλου Δημητρίου. Από τον έλεγχο αυτό προέκυψε ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε τηλεφωνική κλήση από ή προς τη ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. από τον προαναφερόμενο τηλεφωνικό αριθμό κατά την χρονική περίοδο από 10.6.2014 μέχρι 9.7.
- Προς υποστήριξη των ανωτέρω, επισυνάπτω λεπτομερή αναφορά ως Τεκμήριο Δ.
- Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, στις 7.7.2014 δεν έχει πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε κλήση στην ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. από την Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ή από το κινητό τηλέφωνο του κ. Θεόδουλου Δημητρίου. Αντίθετα, προκύπτει ότι στις 8.7.2014 είχε πραγματοποιηθεί τηλεφωνική κλήση από την Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ στην ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. στις 12:
- Το σύνολο των ανωτέρω ορκίζομαι και λέγω εξ όσων καλύτερα πληροφορούμαι ως ανωτέρω αναφέρω.» Η ενάγουσα/ καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της για ένσταση όπου προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «(α) Η αίτηση είναι κατά νόμο και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού ερείσματος. (β) Τα γεγονότα ως αναγράφονται εντός της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου δεν πληρούν και/ή δεν καλύπτουν τις εκ του νόμου και/ή τις εκ της νομολογίας ρηθείσες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού απόφασης με αποτέλεσμα η πραγματική και/ή νομική βάση της παρούσας αίτησης να είναι ελλιπής και/ή νοσούσα και/ή μη υπάρχουσα. (γ) Η αιτήτρια δεν προβάλει καμία δικαιολογία και/ή ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη της να καταχωρήσει την Υπεράσπιση της έγκαιρα και σύμφωνα με τις ρητές οδηγίες και/ή διάταγμα (unless order) του σεβαστού Δικαστηρίου. (δ) Η αιτήτρια δεν προβάλλει καμία δικαιολογία για την παράλειψη της να επεκτείνει διαμέσου των προβλεπόμενων δικονομικών μέτρων τον χρόνο καταχώρησης της Υπεράσπισης προτού αυτός εκπνεύσει στις 7.7.
- (ε) Η αιτήτρια δεν προβάλει καμία δικαιολογία και/ή ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη της να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου εγκαίρως και κατά τον χρόνο που ήταν ορισμένη η αγωγή. (στ) Η αιτήτρια δεν καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως καλή Υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. (ζ) Η αιτήτρια προβάλλει γενικούς και/ή αόριστους ισχυρισμούς σε σχέση με την προτεινόμενη Υπεράσπισή της. (η) Η Υπεράσπιση της Αιτήτριας εδράζεται επί ανύπαρκτου νομοθετικού πλαισίου και/ή νομοθετικού πλαισίου το οποίο έχει τροποποιηθεί και/ή καταργηθεί. (θ) Η εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 10.7.2014 εκδόθηκε καθόλα νομότυπα και βάσει των θεσμών και συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν εκδόθηκε αντικανονικά. (ι) Τα γεγονότα ως αναγράφονται επί της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή είναι παραπλανητικά και ως εκ τούτου η ένορκη δήλωση της δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το σεβαστό Δικαστήριο. (κ) Η αιτήτρια δεν προβαίνει η ίδια σε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς για τις πράξεις και/ή τις παραλείψεις της και/ή την ολιγωρία και/ή την απραξία και/ή την εσκεμμένη αδιαφορία που επέδειξε έναντι της δικαστικής διαδικασίας, τουναντίον παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ισχυρισμοί περί παραπλάνησης των δικηγόρων της και οι οποίες προβαίνουν σε γενικούς και/ή αόριστους ισχυρισμούς ότι η αιτήτρια έχει καλή συζητήσιμη Υπεράσπιση. (λ) Η αιτήτρια αιτείται διάταγμα παραμερισμού της επίδικης απόφασης αγνοώντας πλήρως ότι δεν έλαβε υπόψη την καταληκτική ημερομηνία (unless order) που έθεσε το σεβαστό Δικαστήριο για την καταχώρηση της Υπεράσπισης της Αιτήτριας με συνέπεια η πραγματική και/ή νομική βάση της αίτησης να είναι ελλιπής και/ή ανύπαρκτη. (μ) Η ένορκη δήλωση της κ. Μύριας Λοΐζου είναι αντινομική και/ή αντίθετη με την νομολογία αφού γίνεται από δικηγόρο και όχι από την αιτήτρια την ίδια και/ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της χωρίς να δίνεται η οποιαδήποτε επεξήγηση ως το γιατί δεν ορκίζεται η αιτήτρια και/ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αυτής και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το σεβαστό Δικαστήριο.» Την ένσταση υποστηρίζουν με ενόρκους δηλώσεις τους ο κ. Θεόδουλος Δημητρίου ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση και η κ. Μαρία Κυπριανού η οποία εργάζεται στην ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών κ. Θεόδουλος Δημητρίου δηλώνει τα ακόλουθα (καταγράφονται αυτολεξεί): «
- Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα/Καθ΄ης η Αίτηση (εφεξής η «Καθ΄ης η Αίτηση») στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τον προσωπικό χειρισμό αυτής, από έγγραφα τα οποία κατέχω και από πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωσα. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. 2.Έχω αναγνώσει προσεκτικά την ένορκη δήλωση της κ. Μύριας Λοΐζου ημερομηνίας 10.7.2014 που συνοδεύει την παρούσα αίτηση της Εναγόμενης/Αιτήτριας (εφεξής η «αιτήτρια») και διαφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο της και/ή τους ισχυρισμούς της εκτός όπου προβαίνω σε ρητή παραδοχή αυτών κατωτέρω. 3.Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των αιτιολογικών (α) και (ι) της ένστασης της καθ΄ης η Αίτηση αφού θα αναφερθώ σε γεγονότα για τα οποία έχω ιδία γνώση. Διαμέσου της ένορκης μου δήλωσης επιθυμώ να απαντήσω και να αντικρούσω τους ισχυρισμούς της κ. Μύριας Λοΐζου, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι παραπλανητικοί, και για να εξηγήσω στο σεβαστό Δικαστήριο τα γεγονότα όπως ακριβώς διαδραματίστηκαν. Είναι η θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι τα γεγονότα ως περιγράφονται από την κ. Μύρια Λοΐζου, δεν έχουν την οποιαδήποτε νομική βαρύτητα. 4.Αρχικά επιθυμώ να αναφέρω ότι πολλά από τα γεγονότα που επικαλείται στην ένορκη δήλωσή της η δικηγόρος της Αιτήτριας, κ. Μύρια Λοΐζου, εκτός του ότι είναι άνευ σχετικότητας με την Αίτηση και άνευ οποιασδήποτε νομικής σημασίας, αφού αφενός αφορούν την χρονική περίοδο μετά την έκδοση της απόφασης και αφετέρου, δεν δικαιολογούν με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, και επίσης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. 5.Αναφορικά με τις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου επιθυμώ να αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι όντως η εν λόγω αγωγή ήταν ορισμένη για απόδειξη στις 1.7.2014 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Χωρίς να έχω την οποιαδήποτε υποχρέωση να το πράξω, τηλεφώνησα κάποιες μέρες προηγουμένως στο δικηγορικό γραφείο Χάρη Κυριακίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε για να μάθω ποιος δικηγόρος χειριζόταν την παρούσα αγωγή και για να πληροφορηθώ για τις προθέσεις τους κατά την 1.7.2014 που είχε καθοριστεί από το Δικαστήριο ως η ημερομηνία απόδειξης της υπόθεσης έλλειψη έγκαιρης καταχώρισης της Υπεράσπισης. 6.Η δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου Χάρη Κυριακίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε, κα Γεωργία Καραμανλή μού είπε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία θα ζητούσε χρόνο για να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Εγώ της είπα ότι η Ενάγουσα δεν θα έφερνε ένσταση στο οποιοδήποτε περιθώριο χρόνου θα ζητούσε η Εναγόμενη και ότι θα ενημερώναμε το γραφείο επίδοσης μας να εμφανιστεί και να δηλώσει εκ μέρους μας την εν λόγω θέση. 7.Πράγματι την 1.7.2014 πληροφορήθηκα από το γραφείο επίδοσής μας στην Λάρνακα ότι η εν λόγω αγωγή επαναορίστηκε για απόδειξη στις 9.7.2014 με ρητές οδηγίες από το Δικαστήριο ότι η καταληκτική ημερομηνία για την καταχώρηση Υπεράσπισης ήταν δύο μέρες πριν, δηλαδή στις 7.7.
- Ο δικηγόρος που εμφανίστηκε με ενημέρωσε πως το Δικαστήριο έδωσε ρητή οδηγία ότι η ημερομηνία 7.7.2014 ήταν η καταληκτική ημερομηνία για την καταχώρηση της Υπεράσπισης και πως επίστησε την προσοχή της δικηγόρου της Αιτήτριας σε αυτό. 8.Εγώ ανέμενα μέχρι και το μεσημέρι της 7.7.2014 για να λάβω την Υπεράσπιση της Αιτήτριας. Όταν πλέον δεν έλαβα την Υπεράσπιση της Αιτήτριας την προαναφερόμενη ημερομηνία επικοινώνησα με το γραφείο επίδοσης που συνεργάζομαι στην Λάρνακα και μου ανέφεραν ότι δεν είχαν λάβει καμία Υπεράσπιση. 9.Την ίδια μέρα το απόγευμα τηλεφώνησα στη δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου Χάρης Κυριακίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε κα Γεωργία Καραμανλή με σκοπό να την παρακαλέσω να μου αποστείλει με φαξ την Υπεράσπιση που νόμιζα ότι είχε καταχωρήσει. Εκπλάγηκα όταν η ίδια μου είπε ότι δεν καταχώρησε την Υπεράσπιση της Αιτήτριας και ότι δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς θα έπραττε, δηλαδή εάν θα καταχωρούσε Υπεράσπιση η εάν θα ζητούσε περαιτέρω χρόνο, και εγώ της είπα να επικοινωνήσει μαζί μου το συντομότερο για να είμαι κι εγώ σε θέση να πράξω ανάλογα δηλαδή να ενημερώσω την Αρχή και τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. 10.Δυστυχώς δεν είχα οποιαδήποτε ενημέρωση από το δικηγορικό γραφείο Χάρης Κυριακίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε ως προς το τι θα έπρατταν στις 9.7.
- 11.Όταν δεν έλαβα το οποιοδήποτε μήνυμα από τους δικηγόρους της αιτήτριας, έλαβα οδηγίες από την καθ΄ης η Αίτηση αρχή, όπως προχωρήσω ταχύτατα με την ετοιμασία όλων των σχετικών εγγράφων τα οποία θα κατατίθεντο στο Δικαστήριο προς απόδειξη των ισχυρισμών της Αρχής, αφού δεν ήταν όπως αναφέρω και ανωτέρω η πρώτη φορά που εδίδετο χρόνος από το Δικαστήριο για καταχώρηση Υπεράσπισης. 12.Η καθ΄ης η αίτηση όφειλε να ενεργήσει σύμφωνα με τις ρητές οδηγίες του Δικαστηρίου. 13.Υπό το φως των πιο πάνω, την επόμενη μέρα, μετέβηκα από την Λευκωσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου μαζί με την Λειτουργό Νομικών Υπηρεσιών της καθ΄ης η αίτηση κ. Μαρία Κυπριανού την οποία και όρκισα ως ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση απόδειξης. Ήμουν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου η ώρα 9.00 που ήταν ορισμένη η παρούσα αγωγή και η καθ΄ης η αίτηση προέβηκε σε απόδειξη ως όφειλε βάσει των ρητών οδηγιών του Δικαστηρίου. 14.Απορρίπτω πλήρως τους ισχυρισμούς της κ. Μύριας Λοΐζου ως αυτοί αναγράφονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της. Το τηλεφώνημα στο οποίο αναφέρεται έγινε στις 7.7.2014 και όχι στις 8.7.2014 και ουδέποτε με ενημέρωσε οποιοσδήποτε από το δικηγορικό γραφείο Χάρη Κυριακίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε ότι θα προέβαιναν στην καταχώρηση της Υπεράσπισης της Αιτήτριας. Η συζήτηση που έλαβε χώρα έγινε ως την περιγράφω ανωτέρω στην παράγραφο 9 της παρούσας ένορκης δήλωσης μου. 15.Απορρίπτω επίσης τους ισχυρισμούς της κ. Μύριας Λοΐζου ως αυτοί αναγράφονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της επιεικώς ατυχείς και αβάσιμους. Ουδέποτε ανέφερα στο σεβαστό Δικαστήριο ότι η αιτήτρια δεν επιθυμεί να προωθήσει την υπεράσπιση της και ουδέποτε ειδοποιήθηκα προ της εμφάνισης μου ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου ότι η αιτήτρια είχε πρόθεση να καταχωρήσει την Υπεράσπισή της. Το τι αναφέρθηκε είναι εμφανές στο πρακτικό του σεβαστού Δικαστηρίου και αρνούμαι κατηγορηματικά τον υπαινιγμό της κ. Μύριας Λοΐζου ότι παραπλάνησα το σεβαστό Δικαστήριο με το να μιλώ εκ μέρους της Αιτήτριας και να εκφέρω άποψη για το τι προτίθεται να πράξει με την υπεράσπισή της. 16.Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι στο τέλος της παραγράφου 4 της κ κ. Μύριας Λοΐζου η ίδια αναφέρει ότι η Υπεράσπιση ήταν έτοιμη εδώ και μέρες εννοώντας προ της 10.7.2014 ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Είναι συνεπώς άξιο απορίας γιατί αφού η Υπεράσπιση ήταν έτοιμη «εδώ και μέρες» όπως υποστηρίζει η κ. Μύρια Λοΐζου δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στις 7.7.
- Η πλευρά της Αιτήτριας, μέσω της γραμμής αυτής που χάραξε διαμέσου της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου, δηλαδή το ότι προβάλλει την αιτήτρια ως άμοιρη ευθυνών για την έκδοση της απόφασης εναντίον της, καταμερίζοντας και επιρρίπτοντας την ευθύνη εξ ολοκλήρου στους δικηγόρους της καθ΄ης η Αίτηση Αρχής και εμένα προσωπικά. Εν ολίγοις παρουσιάζει ένα πλέγμα γεγονότων το οποίο στερείται του οποιουδήποτε λογικού υπόβαθρου ως προς το τι επισυνέβηκε για να μην καταχωρηθεί έγκαιρα η Υπεράσπιση της Αιτήτριας. 17.Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ορθό και δίκαιοι όπως το Σεβαστό Δικαστήριο απορρίψει την παρούσα αίτηση για παραμερισμό της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 9.7.
- 18.Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω τα όσα άνωθεν αναφέρω είναι ορθά και αληθή.» Η δε κα Μ. Κυπριανού δηλώνει τα ακόλουθα: «
- Είμαι στην υπηρεσία της ενάγουσας/ καθ΄ης η αίτηση - Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (εφεξής «η καθ΄ης η αίτηση»), όπου εργάζομαι ως Λειτουργός Νομικών Υπηρεσιών της Καθ΄ης η αίτηση. Τα γεγονότα επί των οποίων ορκίζομαι είναι της πλήρους γνώσης και αντίληψής μου, από πληροφορίες τις οποίες κατέχω λόγω της θέσης μου, από τον φάκελο της υπόθεσης που διατηρεί η καθ΄ης η αίτηση και οι δικηγόροι της αλλά και από προσωπική μου εμπλοκή σε αυτή. Για γεγονότα για τα οποία δεν έχω προσωπική γνώση, αναφέρω την πηγή της πληροφόρησης μου. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την καθ΄ης η αίτηση όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση, στην οποία προβαίνω βάσει των δικών μου γνώσεων καθώς και της νομικής συμβουλής που έχει λάβει η καθ΄ης η αίτηση η οποία εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω είναι ορθή και αληθής. 2.Η αιτήτρια είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου, ο οποίος συστάθηκε δυνάμει του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171 και έχει εξουσία να ενάγει και να ενάγεται στο όνομά της. 3.Έχω αναγνώσει προσεκτικά την ένορκη δήλωση της κ. Μύριας Λοΐζου που συνοδεύει και υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση. Έχω επίσης αναγνώσει την ένορκη δήλωση του κ. Θεόδουλου Δημητρίου, σκοπός της οποίας είναι να θέσει κάποια γεγονότα που εγείρονται διαμέσου της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου στην πραγματική τους βάση και να διορθώσει ορισμένες αναλήθειες που λέχθηκαν επί αυτών από την πλευρά της Αιτήτριας. Δηλώνω ότι συμφωνώ με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Θεόδουλου Δημητρίου. Γνωρίζω τα γεγονότα τα οποία αναφέρεται ο κ. Δημητρίου από πρώτο χέρι αφού ήμουν παρούσα στο δικαστήριο στις 9.7.2014 και είχα επαφή με τον κ. Δημητρίου σε σχέση με την υπόθεση τις προηγούμενες ημέρες. 4.Σε σχέση με τα αιτιολογικά (α) έως (η) και (κ), στη βάση νομικής συμβουλής που έχω λάβει, πιστεύω ότι η αιτήτρια δεν πληροί και δεν καλύπτει τις εκ του νόμου και/ή τις εκ της νομολογίας ρηθείσες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού απόφασης. Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων παραμερισμού απόφασης έχουν επανειλημμένα εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 5.Εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της καθ΄ης η αίτηση Αρχής, η πρώτη προϋπόθεση και κριτήριο για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού απόφασης είναι το ότι η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής της Υπεράσπισης θα πρέπει να εξηγηθεί. Δηλαδή θα πρέπει να δοθεί μια καλή δικαιολογία και σοβαρός λόγος για τον οποίο ο διάδικος παρέλειψε ή καθυστέρησε να εμφανιστεί ή να καταχωρήσει Υπεράσπιση ή και τα δύο. 6.Περαιτέρω και εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της καθ΄ης η αίτηση Αρχής, η δεύτερη προϋπόθεση και κριτήριο για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού απόφασης είναι το ότι ο διάδικος θα πρέπει να παρουσιάσει καλή και συζητήσιμη Υπεράσπιση. Τρίτη προϋπόθεση, εκεί όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση, είναι ο χρόνος της καθυστέρησης για την υποβολή της αίτησης να είναι μικρός. Σε περιπτώσεις όπου ο χρόνος καθυστέρησης υποβολής της αίτησης παραμερισμού καταδεικνύει περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. 7.Περαιτέρω και εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της καθ΄ης η αίτηση Αρχής, η αιτήτρια δεν φαίνεται να προβάλλει οποιοδήποτε σοβαρό λόγο για την παράλειψη καταχώρησης της Υπεράσπισης της πριν από την καταληκτική ημερομηνία που όρισε το Σεβαστό Δικαστήριο (unless order). Επίσης δεν δίδονται λόγοι για ποιο λόγο δεν εμφανίστηκαν στην υπό το Δικαστήριο δοθείσα ώρα στις 9.7.2014 και να ζητήσουν από το ίδιο το Δικαστήριο ως όφειλαν παράταση του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισής τους. 8.Περαιτέρω εκ εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της καθ΄ης η αίτηση, Αρχής η αιτήτρια παρέλειψε μέχρι σήμερα να προχωρήσει στην καταχώρηση αίτησης για παράταση χρόνου καταχώρησης Υπεράσπισης ούτως ώστε να θεραπεύσει το δικονομικό κώλυμα που δημιουργήθηκε με την καταληκτική ημερομηνία που είχε δοθεί από το Δικαστήριο. 9.Σε σχέση με την πρώτη ως άνω αναφερόμενη προϋπόθεση και συγκεκριμένα ως προς τα αιτιολογικά (α) έως (ε), βάση νομικής συμβουλής που έχω λάβει, αναφέρω ότι είναι η θέση της καθ΄ης η Αίτηση ότι η αιτήτρια δεν έχει προβάλει την οποιαδήποτε δικαιολογία αλλά ούτε και τον οποιοδήποτε σοβαρό λόγο για τις ακόλουθες παραλείψεις: (α) Για το λόγο που δεν καταχώρησε την υπεράσπιση ως όφειλε και πριν την εκπνοή της καταληκτικής ημερομηνίας (unless order) που έθεσε το σεβαστό Δικαστήριο η οποία ήταν η 7.7.
- (β) Για το λόγο που εάν όπως ισχυρίζεται στο σημείο Δ της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου, οι δικηγόροι της αιτήτριας ανέμεναν παροχή λεπτομερειών από την αιτήτρια δεν προχώρησε, ως νομίμως δικαιούτο, σε αίτηση παράτασης του χρόνου υποβολής της υπεράσπισης προτού αυτός ο χρόνος εκπνεύσει στις 7.7.
- (γ) Για το λόγο που η αιτήτρια δεν κινήθηκε, ως νομίμως δικαιούτο, με αίτηση επαναφοράς του χρόνου καταχώρησης της υπεράσπισης πριν την ορισμένη εμφάνιση για απόδειξη στις 9.7.
- (δ) Για το λόγο που η αιτήτρια δεν παρευρισκόταν ως όφειλε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου η ώρα 9.00 π.μ. στις 9.7.2014 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για απόδειξη. 10.Βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει ειλικρινά πιστεύω ότι τα πιο πάνω νομικά διαβήματα ήταν στη διάθεση της Αιτήτριας και εδικαιούτο να τα πράξει χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση. Σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου δεν δίδεται η οποιαδήποτε επεξήγηση ως προς το γιατί η Αιτήτρια δεν τα έπραξε. Αντιθέτως η ενόρκως δηλούσα αναλώνει πολυάριθμες παραγράφους στο να επιρρίπτει ευθύνες στους δικηγόρους που εκπροσωπούν την καθ΄ης η αίτηση για ισχυριζόμενη παραπλάνηση Δικαστηρίου. Οι παραλήψεις αυτές της Αιτήτριας είναι κάτι που βαραίνουν την πλευρά της Αιτήτριας εξ ολοκλήρου, δεν έχουν καμία σχέση με την πλευρά της καθ΄ης η Αίτηση και δεν μπορούν να αποτελέσουν το απαιτούμενο νομικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 11.Τα ίδια λεγόμενα της κ. Μύριας Λοΐζου φαίνεται να είναι αντιφατικά αφού στο τέλος της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης την οποία υπόγραψε στις 10.7.2014, δηλαδή μόλις δύο μέρες μετά την εκπνοή της καταληκτικής προθεσμίας για καταβολή της Υπεράσπισης, αναφέρει ότι η Υπεράσπιση ήταν έτοιμη «εδώ και μέρες» ενώ στην παράγραφο 5 αναφέρει ότι δήθεν ενημερώθηκαν οι αντίδικοι ότι θα ζητούσαν χρόνο για Υπεράσπιση πρωτύτερα της εμφάνισης για απόδειξη στις 9.7.
- Επίσης στο σημείο Δ της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου ισχυρίζεται ότι οι δικηγόροι της Αιτήτριας δεν καταχώρησαν την Υπεράσπιση εγκαίρως επειδή ακόμα ανέμεναν πληροφορίες από την ίδια την αιτήτρια. Γεννάται λοιπόν το εξής ερώτημα ως προς τις αντιφατικές δηλώσεις της ενόρκως δηλούσας: Γιατί από την μία λέει ξεκάθαρα ότι η Υπεράσπιση ήταν έτοιμη εδώ και μέρες αλλά λίγες παραγράφους πιο κάτω λέει πάλι ξεκάθαρα ότι η Υπεράσπιση δεν είχε ακόμη συνταχθεί ορθά; 12.Επιπλέον η αιτήτρια προβαίνει διαμέσου της ενόρκως δηλούσας σε επιθετικούς και ατυχείς ισχυρισμούς έναντι της Εναγόμενης και των δικηγόρων που την εκπροσωπούν. Στην παράγραφο 5 η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου εμφανίστηκε «μόνο του» και προχώρησε σε απόδειξη εν απουσία τους. Βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει ειλικρινά πιστεύω ότι κανένας δικηγόρος δεν προβαίνει σε απόδειξη χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς η καθ΄ης η αίτηση το μόνο που έπραξε διαμέσου των δικηγόρων που την εκπροσωπούν ήταν να ακολουθήσει τις οδηγίες του Δικαστηρίου για να εμφανιστεί στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο το Δικαστήριο όρισε για απόδειξη την υπόθεση. 13.Επιθυμώ να αναφέρω επίσης ότι ήμουν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου την ώρα που εμφανίστηκε η καθ΄ης η Αίτηση στις 9.7.
- Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρθηκε ούτε και σχολιάστηκε από τον δικηγόρο της καθ΄ης η Αίτηση το οτιδήποτε είχε να κάνει με την πρόθεση της Αιτήτριας να καταχωρήσει την Υπεράσπισή της ή να ζητήσει χρόνο για την καταχώρησή της. Συνεπώς απορρίπτω τους ισχυρισμούς που γίνονται στα σημεία Δ και ΣΤ περί δήθεν παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση ή από τους δικηγόρους που την εκπροσωπούν. 14.Σε σχέση με αιτιολογικά (στ) έως (η) της ένστασης της καθ΄ης η αίτηση και συγκεκριμένα ως προς την δεύτερη προϋπόθεση που διέπει την έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού αποφάσεων, δηλαδή την αποκάλυψη καλής και συζητήσιμης Υπεράσπισης, βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει, είμαι της άποψης ότι η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει καλή και συζητήσιμη Υπεράσπιση στην αγωγή εναντίον της. Τόσο το σημείο Γ της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου όσο και η επισυνημμένη Υπεράσπιση είναι βασισμένες στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ, πολιτική έφεση Αρ. 11089, απόφαση ημερομηνίας 21.1.2005, 2005 1 ΑΑΔ 127 (εφεξής η υπόθεση «ΕΜΕ»). Η επισυνημμένη Υπεράσπιση περιέχει επί λέξει αντιγραφές του λεκτικού της εν λόγω απόφασης και είναι εμφανές ότι η αιτήτρια βασίζεται στην υπόθεση αυτή για να υπερασπιστεί την παρούσα αγωγή. 15.Βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει με την οποία συμφωνώ, η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καλή και συζητήσιμη Υπεράσπιση ακριβώς γιατί το νομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίστηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην έκδοση της εν λόγω απόφασης της ΕΜΕ έχει έκτοτε ανατραπεί με πάμπολλες τροποποιήσεις των νόμων που διέπουν την λειτουργία της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου. Πολλά από τα άρθρα πάνω στα οποία βασίστηκε το σεβαστό Δικαστήριο στην έκδοση της εν λόγω απόφασης έχουν πλέον καταργηθεί ή τροποποιηθεί και η απόφαση δεν αποτελεί πλέον εφαρμοστέο νομικό προηγούμενο (applicable legal precedent). 16.Η παρούσα νομική κατάσταση στον τομέα της παραγωγής, μεταφοράς, διανομής και παροχής ηλεκτρικής ενέργειας διαφοροποιείται σαφώς και ριζικά από αυτή που επικρατούσε όταν η υπόθεση της ΕΜΕ εκδικαζόταν πρωτόδικα ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αναφέρω ότι ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο έχει απελευθερωθεί με τον περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου του 2003 122(Ι) του 2003 και η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου πλέον θεωρείται ως οργανισμός δημοσίας ωφελείας με μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Ο πιο πάνω Νόμος έχει καταστήσει την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ένα κερδοσκοπικό οργανισμό που λειτουργεί σε ανταγωνιστικό περιβάλλον σε τομέα που ρυθμίζεται από την ανεξάρτητη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου. Η υπόθεση της ΕΜΕ και οι αλλοδαπές αποφάσεις στις οποίες βασίστηκε το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρονται ξεκάθαρα σε οργανισμούς δημοσίας ωφέλειας. Η έννοια του οργανισμού δημοσίας ωφέλειας στον τομέα του ηλεκτρισμού στην Κύπρο έπαψε να υπάρχει όσον αφορά στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου με τον περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο 122(Ι) του
- Η ΕΜΕ που επικρατούσε και αποφασίστηκε με βάση το προηγούμενο νομικό καθεστώς που επικρατούσε κατά την πρωτόδικη εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης. Επιπλέον και πέραν του εξ ολοκλήρου διαφορετικού καθεστώτος ως αναφέρεται πιο πάνω υπάρχει και σαφέστατη διαφοροποίηση στα γεγονότα μεταξύ των δύο υποθέσεων, δηλαδή της ΕΜΕ και της παρούσας. Στην περίπτωση της ΕΜΕ η λανθασμένη χρέωση προήλθε από αλλαγή στην εγκατεστημένη ισχύ ηλεκτρικού ρεύματος για τον εν λόγω καταναλωτή ένεκα αγοράς νέων μηχανημάτων. Συνεπώς, η ΕΜΕ ως εταιρεία δεν είχε τρόπο να γνωρίζει και ούτε μπορούσε να διαπιστώσει ότι η χρέωση που της επιβαλλόταν ήταν λανθασμένη. 17.Στην παρούσα περίπτωση όμως η αιτήτρια μετά από τις 31.3.2004, μία ημερομηνία κατά την οποία η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου προέβηκε σε τυπική αφαίρεση και επανατοποθέτηση των μετρητών (και όχι σε αλλαγή της εγκατεστημένης ισχύς) και έγινε λανθασμένη καταχώρηση πολλαπλασιαστή, άρχισε να λαμβάνει λογαριασμούς υπερβολικά μειωμένους (έως και 90% πιο κάτω από τους λογαριασμούς που έπαιρνε προηγουμένως με την ίδια κατανάλωση). Αντί να ειδοποιήσει την καθ΄ης η αίτηση ως προς αυτή την τεράστια αλλαγή στη χρέωση που σίγουρα διαπίστωσε, αφού άνευ λόγου και αιτίας από τον ένα μήνα στον άλλο λάμβανε δραστικά μειωμένους λογαριασμούς, η αιτήτρια διάλεξε να αποσιωπήσει το όλο γεγονός και να εκμεταλλευτεί τις λανθασμένες χρεώσεις προς όφελος της για περίοδο 5 χρόνων. Συνεπώς και εις γνώση της η αιτήτρια ωφελήθηκε αδίκως σε βάρος της καθ΄ης η Αίτηση, πράγμα που δεν έγινε στην περίπτωση της ΕΜΕ. Ειλικρινά πιστεύω ότι τα πιο πάνω γεγονότα διαφοροποιούν άρδην τα δεδομένα από αυτά της υπόθεσης ΕΜΕ. 18.Για τους πιο πάνω λόγους ειλικρινά πιστεύω ότι η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει καλή και συζητήσιμη Υπεράσπιση και συνεπώς δεν πληροί την εν λόγω προϋπόθεση για να δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 19.Σε σχέση με το αιτιολογικό (θ) της ένστασης της Καθ΄ης η Αίτηση και το σημείο ΣΤ της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου, βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει, ειλικρινά πιστεύω ότι η παρούσα απόφαση εκδόθηκε καθόλα νομότυπα και ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικανονική. Δεν υπάρχει ο οποιοσδήποτε νομικός λόγος ή ισχυρισμός που να εδράζεται σε πραγματικό νομικό λόγο που η επίδικη απόφαση θα πρέπει να θεωρηθεί αντικανονική εντός της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου. Αντιθέτως η ένορκη της δήλωση στηρίζεται εξ ολοκλήρου σε μια επίθεση έναντι των δικηγόρων της καθ΄ης η αίτηση χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τι ακριβώς είναι αυτό το νομικά μεμπτό που θα μπορούσε να καταστήσει την επίδικη απόφαση αντικανονική. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας παραμένουν τόσο νομικά αλλά και ως προς τα γεγονότα κενοί. 20.Το ότι η αιτήτρια όπως αναφέρει καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δεν συνεπάγεται και ούτε εξισούται με την αντικανονικότητα της οποιασδήποτε μετέπειτα απόφασης λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Εάν κάτι τέτοιο ευσταθούσε τότε θα ακυρωνόταν η σημασία του δικονομικού μέτρου της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. 21.Περαιτέρω απορρίπτω εκ νέου τον ατυχές ισχυρισμό ότι υπήρξε η οποιαδήποτε παραπλάνηση του σεβαστού Δικαστηρίου από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση ή από τους δικηγόρους που την εκπροσωπούν. 22.Σε σχέση με το αιτιολογικό της (λ) της ένστασης, βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει, η πλευρά της Αιτήτριας παραγνωρίζει το εξαιρετικής σημασίας γεγονός ότι αγνόησε ένα unless order του σεβαστού Δικαστηρίου. Περαιτέρω και κατόπιν νομικής συμβουλής που έχω λάβει από τους δικηγόρους της Αρχής, επιθυμώ να αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι η νομική σημασία των unless orders και της καταληκτικής τους έννοιας είναι νομολογιακά εδραιωμένη αρχή με πληθώρα νομολογίας να την στηρίζει. Με την λήξη της προθεσμίας στις 7.7.2014, χωρίς να γίνει η οποιαδήποτε αίτηση παράτασης του χρόνου, η διαταγή καταχώρησης της Υπεράσπισης είχε γίνει ipso facto void, δηλαδή άκυρη αφού είχε εκπνεύσει. Η πλευρά της Αιτήτριας, όντας αδιάφορη, δεν έλαβε το οποιοδήποτε δικονομικό βήμα για να διορθώσει αυτή την κατάσταση που δημιούργησε από μόνη της, όπως δηλαδή να προβεί σε αίτηση για ανανέωση του χρόνου καταχώρησης. Είναι συνεπώς νομικά ασυμβίβαστο η αιτήτρια να αιτείται διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αλλά και να προβαίνει σε ξεχωριστή αίτηση παραμερισμού μιας απόφασης σε μια αγωγή που έχει πλέον λήξει και στην οποία η διαταγή για καταχώρηση της Υπεράσπισης είναι προ πολλού νομικά νεκρή. Η Αιτήτρια δεν αναφέρει καν το όλο δικονομικό θέμα εντός της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου και στην ουσία ζητά από το σεβαστό Δικαστήριο να παραγνωρίσει την ίδια του την καταληκτική διαταγή για καταληκτική ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης στις 7.7.2014 και να ενεργήσει ως και να μην υπήρχε ποτέ το εν λόγω unless order που όριζε ότι εάν δεν καταχωρείτο η Υπεράσπιση μέχρι τις 7.7.2014 τότε το σεβαστό Δικαστήριο θα προχωρούσε με την απόδειξη της αξίωσης της καθ΄ης η αίτηση στις 9.7.
- 23.Σε σχέση με το αιτιολογικό (μ) της ένστασης, βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει, ειλικρινά πιστεύω ότι η ένορκη δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου είναι αντινομική και νομικά απαράδεκτη. Υπάρχει εκτενής νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ορίζει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να γίνονται από το διάδικο μέρος και όχι από τον δικηγόρο του. Ένορκη δήλωση από δικηγόρο επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις όπου δίνεται επαρκής δικαιολογία και λόγος για τον οποίο δεν προβαίνει ο ίδιος ο διάδικος στην ένορκη δήλωση. Απ΄ ότι αντιλαμβάνομαι η αιτήτρια είναι εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Κύπρο και συνεπώς δεν θα υπήρχε καμία δυσκολία να προβεί σε ένορκη δήλωση κάποιος εκ των διευθυντών της εταιρείας. Η κ. Μύρια Λοΐζου δεν παρουσιάζει καμία απολύτως αιτιολόγηση για το γεγονός της μη προσέλευσης στελέχους της Αιτήτριας για να ορκισθεί ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου και συνεπώς η ένορκη δήλωση της είναι νομικά απαράδεκτη. 24.Επιπλέον, η ένορκη δήλωση της κ. Μύριας Λοΐζου είναι νομικά απαράδεκτη επειδή υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρος προβαίνει σε καταγγελίες για δήθεν παραπλανητική συμπεριφορά των δικηγόρων της καθ΄ης η αίτηση έναντι των δικηγόρων της Αιτήτριας και ζητά την αναστολή της εκτέλεσης της επίδικης απόφασης για δήθεν λόγους που αφορούν εξ ολοκλήρου το γραφείο Χάρης Κυριακίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε και όχι την ίδια την αιτήτρια. Το νομικό οξύμωρο παρουσιάζεται στο ότι η παρούσα αγωγή και η διαφορά δεν είναι μεταξύ των δύο δικηγορικών γραφείων αλλά μεταξύ της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και της εταιρείας Αδελφοί Παναγίδης (Νήσι) Λτδ. Αποτέλεσμα των λεγομένων της ένορκης δήλωσης της κ. Μύριας Λοΐζου είναι να δημιουργείται μια κατάσταση όπου ένας δικηγόρος διάδικου μέρους αιτείται παραμερισμό απόφασης εκ μέρους του διάδικου μέρους για λόγους που αφορούν εξ ολοκλήρου τον δικηγόρο και όχι τα διάδικα μέρη. Είναι η θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι δεν μπορεί η κ. Μύρια Λοΐζου ή οποιοσδήποτε δικηγόρος της Αιτήτριας να παρουσιάζει τον εαυτό του ως πρόσωπο που δικαιούται να αιτηθεί παραμερισμό απόφασης ή να αντλήσει δικαιώματα που ανήκουν στην αιτήτρια, ως διάδικο μέρος στην παρούσα αγωγή και για λόγους που αφορούν το πρόσωπο της αντί εκ μέρους της Αιτήτριας για λόγους που, όπως παραδέχεται η ίδια, δεν αφορούν καθόλου την αιτήτρια ή που δεν εξηγεί πως αφορούν την αιτήτρια και την καθ΄ης η αίτηση. 25.Βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει ευσεβάστως υποβάλλω ότι το σεβαστό Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση δεν θα εξετάσει ποιοι λόγοι που αφορούν τους δικηγόρους της Αιτήτριας οδήγησαν στην μη καταχώρηση της Υπεράσπισης εγκαίρως. Το Δικαστήριο δεν μπορεί κατά την ταπεινή μου άποψη να λάβει υπόψη του τους οποιουσδήποτε κατ΄ ισχυρισμό λόγους για μη καταχώρηση της Υπεράσπισης στο βαθμό και έκταση που αυτοί αφορούν τους δικηγόρους της καθ΄ης η αίτηση. 26.Δηλαδή η αιτήτρια θα πρέπει να προβάλει δικαιολογία και εύλογο και σοβαρό λόγο γιατί δεν καταχώρησε την Υπεράσπισή της εγκαίρως, γιατί δεν προχώρησε διαμέσου των δικηγόρων της σε οποιαδήποτε άλλα νομικά διαβήματα για να παρατείνει ή να επαναφέρει τον χρόνο καταχώρησης της Υπεράσπισης και γιατί δεν ήταν εντός του Δικαστηρίου η ώρα 9.00 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για απόδειξη στις 9.7.
- Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ανθρώπινο λάθος ή παράβλεψη ή αδυναμία για την καταχώρηση Υπεράσπισης στην ένορκη δήλωση της κ. Μύριας Λοΐζου. 27.Το ότι ο δικηγόρος της καθ΄ης η αίτηση βρίσκονταν εντός του Δικαστηρίου την ώρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση για απόδειξη και το ότι το σεβαστό Δικαστήριο αφού ανάτρεξε στο φάκελο της υπόθεσης και έχοντας κατά νου την καταληκτική ημερομηνία (Unless order) που όρισε παρατήρησε ότι δεν είχε καταχωρηθεί Υπεράσπιση προχώρησε με την έκδοση της απόφασης, κατά την ταπεινή μου άποψη δεν αποκαλύπτει και δεν δημιουργεί το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 28.Ως εκ των ανωτέρω αιτούμαι την απόρριψη της παρούσας αίτησης της Αιτήτριας. 29.Όλα τα πιο πάνω εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω είναι ορθά και αληθή.» Οι δύο πλευρές δεν θεώρησαν σκόπιμο να αντεξετάσουν σε οποιανδήποτε πτυχή από αυτές που υποστηρίζονται με τις ένορκες δηλώσεις των πιο πάνω ενόρκως δηλούντων. Με άδεια του Δικαστηρίου προχώρησαν στην ετοιμασία εμπεριστατωμένων και πολυσέλιδων ως εκ τούτου γραπτών αγορεύσεων. Σε αυτές πέραν του ιστορικού της υπόθεσης - που επί κάποιων πτυχών του σημειώνεται επίσης διάσταση απόψεων - ανέλυσαν την κάθε πτυχή της υπόθεσης εντάσσοντας τις σε σχετικές νομολογιακές αρχές και αυθεντίες που κατά την άποψη τους τις χαρακτηρίζουν υποστηρίζοντας ότι δικαιώνουν τις θέσεις τους. Θα αποφύγω να επιχειρήσω ακόμη και κάποιας μορφής σύνοψη τους λαμβάνοντας τις σοβαρά υπόψη και όπου κριθεί σκόπιμο θα γίνει αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου σε αυτές. Εξάλλου στις 25 πρώτες σελίδες της παρούσας όπου για αυτόν τον λόγο κατέγραψα αυτολεξεί τους «δικογραφημένους» λόγους και ισχυρισμούς που προβλήθηκαν τόσο προς υποστήριξη της αίτησης όσο και για την αντίκρουση της, συμπεριλαμβάνονται πλείστες τόσες αναφορές από αυτές. Μου στάθηκαν ομολογουμένως χρήσιμες και υποβοηθητικές στην ανάλυση που θα ακολουθήσει και στην κατάληξη μου στα συμπεράσματα μου επί όλων των πτυχών της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 26 Θ.Θ. 2 και 14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών οι οποίοι διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
- If the plaintiff's claim be only for a debt or liquidated demand, and the defendant does not, within the time allowed for purpose, deliver a defence, the plaintiff may, at the expiration of such time, apply for judgment for the amount claimed, with costs. Σε μετάφραση: «
- Αν η απαίτηση του Ενάγοντα είναι μόνο για το χρέος ή καθορισμένη απαίτηση και ο Εναγόμενος, εντός του επιτρεπόμενου χρόνου, δεν καταχωρεί Υπεράσπιση, ο Ενάγων μπορεί, αφού λήξει ο χρόνος, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό της απαίτησης, με έξοδα.» «
- Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit.» Σε μετάφραση: «
- Οποιαδήποτε απόφαση κατόπιν παραλείψεως είτε σύμφωνα με αυτή τη Διάταξη ή κάτω από οποιαδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως θα κρίνει το Δικαστήριο.» Ενδεικτικά και μόνο παραθέτω σε αυτό το σημείο γνωστή νομολογία που διέπει το ζήτημα και όπου καθορίστηκαν οι βασικές αρχές που ακολουθούνται κατά την εξέταση αυτής της φύσεως των αιτήσεων και στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο, όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται επίσης παραπομπή σε τέτοιες αποφάσεις ή αυθεντίες για τα ειδικότερα θέματα που θα εξετάζονται. Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,
(1937)2 All E.R. 646, καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 736, η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου, με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας), ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4: «
(1). Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2). Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3). Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν ποιες άλλες παράμετροι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) AAΔ 2118, στη σελ. 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αποσπάσματα των αποφάσεων που παρέθεσα, το Δικαστήριο, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει ή όχι ένα τέτοιο αίτημα, λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη ή μη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, την επαρκή αιτιολόγηση για την μη έγκαιρη εμφάνιση, τον χρόνο που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και την αιτιολογία όπου υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση ενός τέτοιου αιτήματος. Λαμβάνεται δε υπόψη πάντοτε το θεμελιώδες δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν από το Δικαστήριο χωρίς όμως να παραγνωρίζεται από την άλλη η ανάγκη εξασφάλισης ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω βασικές νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Κρίνω σκόπιμο πριν την εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται όπως εξετάσω διάφορα παρεμφερή ζητήματα τα οποία προβλήθηκαν ως λόγοι ένστασης. Μια αίτηση για παραμερισμό απόφασης γίνεται από τον διάδικο εναντίον του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση στην απουσία του και αυτή θα πρέπει να φέρει τον τύπο που προνοούν οι Θεσμοί σύμφωνα με την Διαταγή 48, Θ. 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών. Αυτή θα πρέπει να είναι διά κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία να εκτίθενται τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν τον αιτητή να προβεί σε αυτό δικονομικό διάβημα. Η αιτήτρια καταχωρώντας την παρούσα αίτηση κρίνω ότι καταχώρησε το ορθό δικονομικό μέτρο για τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας εναντίον της δικαστικής απόφασης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Άντρης Θεμιστοκλέους (Αίτηση Certiorari και Prohibition
(1999)1 ΑΑΔ σελ.40). Η αίτηση παρουσιάζει όλα τα πιο πάνω στοιχεία και οποιοσδήποτε λόγος ένστασης που σχετίζεται με τον τύπο της αίτησης και τη νομική της τεκμηρίωση δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Προβάλλεται από πλευράς της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση ότι η υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση της κ. Μ. Λοϊζου είναι αντινομική εφόσον πρόκειται περί δικηγόρου και όχι από αντιπρόσωπο εξουσιοδοτημένο και χωρίς μάλιστα να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γι΄αυτό. Μελετώντας την ένορκη δήλωση της κ. Μ. Λοϊζου εύκολα διαπιστώνεται ότι αυτή επεξηγεί την ιδιότητα της και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της. Η νομολογία μας καθορίζει ότι η κατάρτιση και υποβολή σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές. Μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες οι ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν είναι αναγκαίο. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR , In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Υπήρχε δε εμφανής καλός λόγος για τον οποίο προέβη στην ένορκη δήλωση η κα Μ. Λοϊζου, και αυτός δεν ήταν άλλος από την γνώση των γεγονότων την οποία είχε η ίδια η οποία σε εκείνο το στάδιο χειριζόταν την υπόθεση και έκανε τις αναγκαίες συνεννοήσεις με τους δικηγόρους της άλλης πλευράς, γεγονότα τα οποία εκφεύγουν της προσωπικής γνώσης οποιουδήποτε διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης ή εξουσιοδοτημένος υπάλληλος της. Σε σχέση δε με τα νομικά ζητήματα που άπτονται της αίτησης δεν υπάρχει αμφιβολία περί της καταλληλότητας της να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επομένως και σε σχέση με αυτό το ζήτημα οι σχετικές αιτιάσεις απορρίπτονται ως μη ενέχουσες έρεισμα τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στη νομολογία. Περαιτέρω υποστηρίζεται ότι η κ. Μ. Λοϊζου, η οποία προέβη στην ένορκη δήλωση προς στήριξη της αίτησης, υποστηρίζει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι αυτά είναι ανακριβή ή παραπλανητικά και ότι γι΄αυτούς τους λόγους δεν ευσταθούν. Διεξήλθα όλα όσα της καταλογίζονται ως τέτοια και άπτονται χειρισμών που η ίδια ή δικηγόροι του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται διενήργησαν. Αυτά σε συνάρτηση με τα πρακτικά που τηρούνταν στις διάφορες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και άλλης πραγματικής μαρτυρίας όπως αυτή παρουσιάστηκε από τον κ. George Ευαγγέλου καταρρίπτονται. Τουναντίον τα όσα κατέγραψε στην ένορκη δήλωση της και αφορούν τα πιο πάνω κρίνονται αληθινά και ακριβή. Προχωρώ τώρα στην εξέταση των δύο θεμάτων όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία μας και είναι αφενός μεν αυτό της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης και αφετέρου δε αυτό της καθυστέρησης που τυχόν επιδεικνύεται στην προώθηση του αιτήματος. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΛΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Η νομολογία μας σε σχέση με το ειδικότερο αυτό ζήτημα καθορίζει ότι για την ικανοποίηση της προϋπόθεσης περί της ύπαρξης «καλής» υπεράσπισης εκείνο το οποίο απαιτείται κάθε φορά, δεν είναι πλήρης απόδειξη από τον αιτητή σε σημείο που θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε κατάληξη υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά απλώς η ένδειξη στο Δικαστήριο ότι υφίσταται καλή υπεράσπιση, δηλαδή υφίστανται τέτοιες συνθήκες που υποδεικνύουν ότι ο αιτητής έχει εύλογες δυνατότητες να προβάλει υπεράσπιση σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε σχέση δε με το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής από τον Lord Wright: « The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits.» (βλ επίσης Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Comapany
(1961)C.L.R 37) Πέραν των αποφάσεων τις οποίες παράθεσα στο κεφάλαιο για τη νομική πτυχή της αίτησης στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) AAΔ σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Η κ. Μ. Λοϊζου στην ένορκη δήλωση της με την οποία υποστηρίζει την αίτηση προβάλλει την υπεράσπιση της αιτήτριας σε σχέση με ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την καθ΄ής η αίτηση στην έκθεση απαιτήσεως της και του δείγματος της υπεράσπισης του όπως προβλήθηκε στο Τεκμ. 1 της ένορκης δήλωσης της. Έχω καταγράψει πιο πάνω στις σελ. 4 και 5 την παρ. 9 της ένορκης δήλωσης της κ. Λοϊζου στην οποία και παραπέμπω όπως και στο Τεκμ. 1 ότι η αιτήτρια ενημερώθηκε για τη διαπίστωση που έγινε από λειτουργό της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτησης περί λανθασμένης χρέωσης, καθώς η έκδοση του λογαριασμού της αιτήτριας γινόταν χωρίς πολλαπλασιαστή, μόλις την 28.07.2009 κατόπιν συνάντησης με εκπροσώπους της καθ΄ης η αίτηση. Στη συνέχεια δε , αφότου είχε διορθωθεί στο σύστημα της καθ΄ης η αίτηση ο πολλαπλασιαστής, εκδόθηκε λογαριασμός για τον μήνα Ιούνιο του 2009 στον οποίο αναγραφόταν ότι υπήρχε πέραν του ποσού που αφορούσε την κατανάλωση ρεύματος για την εν λόγω χρονική περίοδο και επιπρόσθετη χρέωση του ποσού που αξιώνεται με την αγωγή χαρακτηρίζοντας το ως «καθυστερημένα ΑΗΚ» Προβάλλεται λοιπόν εκ μέρους της εναγομένης - αιτήτριας ότι το αξιούμενο ποσό δεν αποτελεί καθυστερημένο ποσό εκ του γεγονότος ότι ουδέποτε ζητήθηκε η καταβολή του από την εναγόμενη. Περαιτέρω προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νομοθετικό καθήκον είσπραξης όλων των καθυστερημένων και ή τυχόν παράλειψη είσπραξης του ποσού αυτού, με το οποίο η εναγόμενη κατά λάθος δεν χρεώθηκε, δεν ισοδυναμεί με παροχή χαμηλότερης τιμής ή/και καλύτερων όρων απ΄ ότι σε άλλους καταναλωτές της ίδιας τάξης, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται παράνομη ή/και χαμηλότερη ή /και απαγορευμένη χρέωση. Ενόψει των ανωτέρω, προβάλλεται από την εναγόμενη ότι η ενάγουσα με την επιδεικνυόμενη συμπεριφορά της παρουσίασε λανθασμένες παραστάσεις, ήτοι την ύπαρξη ορθής ένδειξης πολλαπλασιαστή επί του μετρητή και την έκδοση λογαριασμών στη βάση αυτή για περίοδο περίπου πέντε
(5)ετών, το οποίο θέτει σε λειτουργία τον κανόνα του κωλύματος λόγω παραστάσεων ή/και συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται να αξιώνει ως η αγωγή της. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι στη βάση των παραστάσεων αυτών, ήτοι των λογαριασμών με χαμηλότερη χρέωση, ενήργησε με βάση αυτήν, διαφοροποιώντας και προσαρμόζοντας ανάλογα τον ισολογισμό της επιχείρησης ή /και τα πραγματοποιούμενα έξοδα ή/και τις χρεώσεις διαμονής των επισκεπτών των καταλυμάτων της. Επιπρόσθετα η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τόσο η ίδια όσο και εκπρόσωποι της δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν ή και να εντοπίσουν την ισχυριζόμενη λανθασμένη χρέωση στους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και τούτο οφειλόταν στην καταγραφή τόσο επί του μετρητή καθώς και του εκάστοτε αντίστοιχου ενδιάμεσου λογαριασμού την ορθή κατανάλωση σε KWh . Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ενόψει της καλής πίστης που επιδείκνυαν καθώς και της άγνοιας της επί του ισχυριζόμενου λάθους, δεν παρέχεται δικαίωμα στην ενάγουσα να αξιώνει την καταβολή του ποσού που αξιώνει με την αγωγή της κάτι που θα προκαλούσε σοβαρή οικονομική ζημιά στην εναγόμενη. Τα όσα προβάλλονται στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως της κ. Λοϊζου και στις παρ. 9 - 12 του δείγματος της υπεράσπισης (Τεκμ. 1) της ίδιας ενόρκου δηλώσεως, κρίνω ότι αποκαλύπτουν ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης κατά τρόπο που θα μπορούσαν να με οδηγήσουν στο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματός παρέχοντας στην εναγόμενη το δικαίωμα να προβάλει την ισχυριζόμενη υπεράσπιση της. Στην πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου όλη την νομική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από πλευράς ενάγουσας για το πώς αντικρίζεται σήμερα τόσο νομοθετικά όσο και νομολογιακά η υπεράσπιση την οποία θα προβάλει η πλευρά της εναγόμενης. Όλα αυτά ασφαλώς θα εξεταστούν στο βάθος που επιβάλλεται στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας καθώς εδώ εκείνο που εξετάζει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η πλευρά της εναγόμενης έχει πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση (βλ. Evans v. Bartlam και Kotsapas v. Titan Costruction Engineering Co (πιο πάνω). ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ: Το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έτσι στη νομολογία μας συναντάμε περιπτώσεις όπου έγινε αποδοχή, ως δικαιολογημένη, καθυστέρηση πολύμηνης διάρκειας ενώ σε άλλες περιπτώσεις απορρίφθηκαν αιτήματα λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης που το χρονικό διάστημα ήταν και πολύ μικρότερο. Για παράδειγμα στην υπόθεση Πεγειώτης v. Κωμοδρόμου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1601, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος 3 μηνών και κάτι από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού δεν ήταν τόσο μακρύς που να υποδηλώνει αφ΄ εαυτού καταφρόνηση της διαδικασίας. Το ζήτημα της καθυστέρησης εξετάζεται τόσο ως προς το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα από της επίδοσης μέχρι και της έκδοσης της απόφασης για να διαφανούν οι συνθήκες της μη έγκαιρης εμφάνισης ή όπως η παρούσα της μη καταχώρησης της υπεράσπισης, κάτι που καταδεικνύει το σεβασμό προς τις δικαστικές διαδικασίες, όσο και αυτό μετά την έκδοση της απόφασης μέχρι και της καταχώρησης της αίτησης. Το κλητήριο ένταλμα (ειδικά οπισθογραφημένο), καταχωρήθηκε την 1.07.
- Επιδόθηκε την 16.07.2013 και την 18.07.2013 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης. Την 9.04.2014 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω της μη καταχώρησης Υπεράσπισης η οποία ορίστηκε αρχικά την 13.05.2014 η οποία στη συνέχεια αναβλήθηκε για την 1.07.2014 και την 9.07.2014 χωρίς να καθοριστεί στο πρακτικό συγκεκριμένη ώρα και με οδηγίες όπως καταχωρηθεί η Υπεράσπιση δύο καθαρές ημέρες προηγουμένως. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης - όπως εξελίχθησαν - με οδηγούν να εξετάσω αυτά της ημερομηνίας κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση και μόνον, εφόσον αυτά είναι που έχουν αποφασιστική σημασία για την κρίση του ζητήματος του χρόνου καταχώρησης της αίτησης. Είναι γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπεράσπισης μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους της εναγομένης. Όμως γι΄αυτή δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η ενάγουσα η οποία καταχώρησε σχετική αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω της μη καταχώρησης της υπεράσπισης αρκετούς μήνες αργότερα. Υπήρχε δεδομένη η στάση της πλευράς των εναγόντων, κάτι που παραδέχονται και οι ίδιοι στην ένορκη δήλωση του κ. θεόδουλου Δημητρίου ότι δεν θα είχαν ένσταση να δοθεί χρόνος στους εναγόμενους να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους (βλ. παρ. 6 «.Εγώ της είπα (της δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση για τους εναγόμενους), ότι η Ενάγουσα δεν θα έφερνε ένσταση στο οποιοδήποτε περιθώριο χρόνου θα ζητούσε η Εναγόμενη και ότι θα ενημερώναμε το γραφείο επιδόσεως μας να εμφανιστεί και να δηλώσει εκ μέρους μας την εν λόγω θέση.» Βέβαια αυτά κατά την προηγηθείσα εμφάνιση της 1.7.
- Με αυτά ως δεδομένα η πλευρά των εναγομένων παρόλο ότι όπως δηλώνεται προχωρούσαν στην ετοιμασία της καταχώρησης της Υπεράσπισης τους, εντούτοις αναμένοντας από τους λογιστές των εναγομένων κάποια στοιχεία και λεπτομέρειες των οικονομικών καταστάσεων τους (βλ. παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της κ. Λοϊζου). Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν αδιάπτωτο το ενδιαφέρον της πλευράς των εναγομένων για την καταχώρηση εκ μέρους τους Υπεράσπισης. Αυτό εκδηλώθηκε, όπως αποδέχομαι με βάσει τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου (βλ. και την ένορκη δήλωση του κ. George Ευαγγέλου ημερ. 27.02.2014 η οποία αφορά τον έλεγχο των τηλεφωνικών επαφών κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταξύ των δύο δικηγορικών γραφείων), ότι ακόμα και την προηγούμενη ημέρα της έκδοσης της απόφασης η πληροφόρηση που διδόταν από πλευράς των δικηγόρων των εναγομένων ήταν ότι θα καταχωρείτο η υπεράσπιση, κάτι που ασφαλώς θα γινόταν επιτρεπτό εφόσον ζητείτο από το δικαστήριο άδεια για παράταση του χρόνου καταχώρησης της - κάτι δικονομικά επιτρεπτό - με δεδομένη την πιο πάνω εκφρασθείσα πρόθεση των δικηγόρων των εναγόντων για παραχώρηση του αναγκαίου χρόνου στους εναγόμενους με σκοπό την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους. Στα πιο πάνω συνηγορεί και το μήνυμα της κ. Μ. Λοϊζου που στάλθηκε στο κινητό τηλέφωνο του κ. Θεόδουλου Ιωαννίδη η ώρα 09:07 (Τεκμ. 2) της ενόρκου δηλώσεως της κ. Μ. Λοϊζου πριν την έκδοση της απόφασης η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το πρακτικό την 09:10 με το οποίο τον καλούσε να βρεθούν για να διευθετήσουν τα περί της αιτήσεως και της καταχώρησης της Υπεράσπισης των εναγομένων. Η παρούσα δε αίτηση με επισυνημμένη την Υπεράσπιση των εναγομένων καταχωρήθηκε την επόμενη ημέρα κάτι που δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό περί καθυστέρησης ή κωλυσιεργίας ή επίδειξης περιφρονητικής στάσης απέναντι στις δικαστικές διαδικασίες εκ μέρους των αιτητών - εναγομένων. Τα πιο πάνω υπό το πρίσμα του unless order το οποίο όριζε ως καταληκτική ημερομηνία καταχώρησης της υπεράσπισης την 7.07.2014 και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε σε σχέση με αυτό ειδικότερα το ζήτημα χωρίς να αποκλείει και πάλι την δυνατότητα εκ μέρους του Δικαστηρίου της παροχής άδειας για παράταση μετά που θα υπάρξει προς τούτο δικαιολογημένο αίτημα (βλ. σελ. 12 - 16 της αγόρευσης του κ. Δημητρίου και όσα συμπληρωματικά ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο). Αντικρίζοντας ως πιο πάνω τις σχετικές εκ μέρους της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτησης αιτιάσεις απορρίπτονται όλοι οι συναφείς λόγοι ένστασης. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με αυτό το ειδικότερο ζήτημα της καθυστέρησης καταλήγω ότι δεν υπήρξε τέτοια στη προκείμενη περίπτωση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι τέτοια που με οδηγούν στο συμπέρασμα και στην κατάληξη να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Η αίτηση εγκρίνεται. Ο χρόνος καταχώρησης της υπεράσπισης εκ μέρους της εναγόμενης επεκτείνεται σε 10 ημέρες από σήμερα. Ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης όπως εξετέθησαν πιο πάνω κρίνω ότι θα ήταν δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο