MARFIN POPULAR BANK CO LTD ν. ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Αγωγή υπ' αριθμό: 1188/2011, 25/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αγωγή υπ' αριθμό: 1188/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK CO LTD Ενάγοντες και
- ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ
- ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ Εναγόμενοι 25 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ζαχαρίου για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2: κ. Κασιανής για Α. Θ. Μαθηκολώνης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου €4.859,63 αναφορικά με ληγμένα ενοίκια δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς καθώς και €9.948,59 αναφορικά με μη ληγμένα ενοίκια δυνάμει της ίδιας συμφωνίας ενοικιαγοράς. Αξιώνουν περαιτέρω νόμιμο τόκο επί των ποσών αυτών από 15.2.2011 πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, συνήψαν με τον Εναγόμενο 1, συμφωνία ενοικιαγοράς με αριθμό 6772625 ημερομηνίας 24.9.2008 για συνολικό ποσό €16.279,
- Το αντικείμενο της ενοικιαγοράς ήταν όχημα μάρκας Mercedes Saloon E230 με αριθμό σκελετού WDB2100372A
- Ισχυρίζονται δε ότι ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 δυνάμει συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης ιδίας ημερομηνίας. Σημειώνω ότι σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 ένεκα της παράλειψης του να εμφανιστεί στην αγωγή. Η ακρόαση συνεπώς αφορούσε μόνο την αξίωση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 2, στην Υπεράσπιση του, ισχυρίζεται ότι το επίδικο όχημα, που αποτελούσε το αντικείμενο της ενοικιαγοράς, ήταν ανύπαρκτο ή αν υπήρχε δεν ήταν εγγεγραμμένο. Ισχυρίζεται επίσης ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική και ότι η συμφωνία εγγύησης άκυρη γιατί καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών του περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίας Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμου του 2001 (Ν.39(Ι)/2001)αλλά και διότι οι Ενάγοντες δεν τον ενημέρωσαν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε εγγράψει το επίδικο όχημα επ' ονόματι τους. Τέλος ισχυρίζεται ότι στα αξιούμενα ποσά περιλαμβάνονται παράνομοι τόκοι υπερημερίας και παράνομες χρεώσεις. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων, κατέθεσε στο Δικαστήριο η κα Σοφία Δημητρίου (ΜΕ1) και ο κ. Νίκος Μαρούλλης (ΜΕ2). Για την Υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1). Σημειώνω επίσης ότι έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή που κρίθηκαν ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτη μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα Σοφία Δημητρίου (ΜΕ1). Σύμφωνα με την ΜΕ1, είναι λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων και είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση της πορείας της συγκεκριμένης υπόθεσης. Είχε στην κατοχή της διάφορα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση τα οποία παρουσίασε. Η ΜΕ1 είπε ότι σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή, οι Ενάγοντες τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού την οποία παρουσίασε και εξήγησε (Τεκμήρια 7 και 15) το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται σε €4.859,63 που αφορά ληγμένα ενοίκια, πλέον €9.948,59 που αφορά μη ληγμένα ενοίκια. Τα ποσά αυτά προέκυψαν, όπως εξήγησε μετά την αφαίρεση από το υπόλοιπο του λογαριασμού όλων των ποσών και χρεώσεων περιλαμβανομένων χρεώσεων που έγιναν μετά την καταχώρηση της αγωγής και μετά την αφαίρεση των τόκων υπερημερίας. Η ΜΕ1 δήλωσε ότι οι Ενάγοντες παραιτούνται από την αξίωση των ποσών αυτών περιορίζοντας την απαίτηση στα πιο πάνω ποσά πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Η ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς τερματίστηκε με επιστολή ημερομηνίας 15.2.2011 (Τεκμήριο 1) η οποία απεστάλη στον Εναγόμενο 1 και κοινοποιήθηκε και στον Εναγόμενο 2 στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του που ήταν η διεύθυνση η οποία αναγράφεται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 18). Δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Νίκος Μαρούλλης, υπάλληλος των Εναγόντων (ΜΕ2) ο οποίος έδωσε μαρτυρία αναφορικά με την κατάρτιση της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Είπε ειδικότερα ότι περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008 προσήλθε στο Τμήμα Χρηματοδοτήσεων των Εναγόντων ο Εναγόμενος 1 και ζήτησε από τους Ενάγοντες να προβούν σε ενοικιαγορά του επίδικου οχήματος για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση. Ακολούθως, στις 14.9.2008, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στην παρουσία του ΜΕ2 υπεύθυνη δήλωση (Τεκμήριο 17) στην οποία διαβεβαίωνε ότι το επίδικο όχημα είναι της «απόλυτης ιδιοκτησίας» του και ότι δεν υπάρχει σε σχέση με αυτό «οποιοδήποτε βάρος ή δικαίωμα εκνίκησης από τρίτο» και ανέλαβε εντός 10 ημερών να εγγράψει το όχημα επ' ονόματι των Εναγόντων. Με την ίδια δήλωση πρότεινε τον εαυτό του ως μισθωτή. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε το επίδικο όχημα στα γραφεία των Εναγόντων και ο ΜΕ2 επιθεώρησε την κατάσταση του και το κοστολόγησε. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, στη βάση των πιο πάνω, ετοιμάστηκε το τιμολόγιο αγοράς με αριθμό PIN00023372 για ποσό €12.000 (Τεκμήριο 19). Το Τεκμήριο 19 περιελάμβανε και δήλωση του Εναγόμενου 1 ότι έχει πωλήσει το επίδικο όχημα στους Ενάγοντες στην καθορισμένη τιμή, ότι αυτό ήταν της «απόλυτης ιδιοκτησίας του» και ότι ήταν «ελεύθερο από κάθε βάρος». Είπε επίσης ότι ο ίδιος συμπλήρωσε ιδιοχείρως όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 18), εκτός από τα στοιχεία του εγγυητή τα οποία συμπλήρωσε πρώην συνάδελφος του. Εξήγησε ότι οι Ενάγοντες ενοικίασαν το επίδικο όχημα στον Εναγόμενο 1, στη βάση της συμφωνίας ενοικιαγοράς, με την αλληλέγγυα εγγύηση του Εναγόμενου
- Αναφέρθηκε στους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς, λέγοντας ότι το πληρωτέο ποσό θα καταβάλλετο από τον Εναγόμενο 1 προς τους Ενάγοντες με 72 μηνιαίες δόσεις €226,10 έκαστη, αρχομένων των δόσεων την 24.10.
- Με την τελευταία δόση και την πληρωμή δικαιώματος αγοράς €25,60, ο Εναγόμενος 1 είχε το δικαίωμα επαναγοράς του επίδικου οχήματος. Σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης εγγύησης, είπε ότι ο Εναγόμενος 2 προσήλθε στα γραφεία των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 1 και αφού διάβασαν τη συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 18) και του εξήγησε τις πρόνοιες της, ο Εναγόμενος 2 την προσυπέγραψε στην παρουσία άλλου συναδέλφου του. Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το συμβόλαιο ως μισθωτής και υπέγραψε τη δήλωση εμπόρου επί του συμβολαίου καθώς και το τιμολόγιο (Τεκμήριο 19).Είπε επίσης ότι υπέγραψε ο ίδιος τη συμφωνία ενοικιαγοράς εκ μέρους των Εναγόντων. Συνέχισε λέγοντας ότι λόγω καθυστέρησης από τον Εναγόμενο 1 στην πληρωμή των συμφωνημένων ενοικίων απεστάλη προειδοποιητική επιστολή προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 26.1.2010 (Τεκμήριο 20). Επειδή, όπως είπε, δεν υπήρχε ανταπόκριση η συμφωνία τερματίστηκε με επιστολή τερματισμού 15.2.2011 προς τον Εναγόμενο 1, με κοινοποίηση προς τον Εναγόμενο
- Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την κοστολόγηση του επίδικου οχήματος, είπε ότι ο Εναγόμενος 1 έφερε το όχημα στα γραφεία των Εναγόντων και ότι κατά την επιθεώρηση του έλεγξε αν ήταν κτυπημένο, αν ήταν καλή η κατάσταση του, αν ήταν εισαγόμενο ή καινούργιο. Για τους σκοπούς της κοστολόγησης, θεώρησε, είπε, ότι το ρίσκο για τους Ενάγοντες από την αγορά μη εγγεγραμμένου οχήματος ήταν μηδαμινό διότι, όπως είπε, οι Ενάγοντες είχαν και άλλες συναλλαγές με τους Εναγόμενους και η συνεργασία τους ήταν άριστη. Με αυτά τα δεδομένα, είπε ότι κατέληξε στο ποσό των €12.
- Δέχτηκε δε ότι οι Ενάγοντες είχαν αγοράσει στα πλαίσια της συναλλαγής ένα όχημα το οποίο δεν ήταν εγγεγραμμένο. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, ο ΜΕ2 είπε κατά την αντεξέταση του ότι τον είδε στις 24.9.2008 όταν προσήλθε στα γραφεία των Εναγόντων για να υπογράψει ως εγγυητής και ότι ο ίδιος του εξήγησε τη συναλλαγή και τις υποχρεώσεις του δυνάμει της εγγύησης που υπέγραψε. Αρνήθηκε ότι το επίδικο όχημα δεν ήταν υπαρκτό και επέμενε ότι το είχε δει όταν το κοστολόγησε πριν την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ερωτήθηκε σε σχέση με το χρώμα του οχήματος και απάντησε ότι αυτό ήταν γκρίζο ή μολυβί, χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος. Είπε επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν γνωρίζουν που βρίσκεται σήμερα το αυτοκίνητο. Το ένταλμα κατάσχεσης του οχήματος που εκδόθηκε μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 1 επιστράφηκε ανεκτέλεστο γιατί ο Εναγόμενος 1 δεν το είχε στην κατοχή του. Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος
- Σε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ουσιαστικά επιβεβαίωσε αυτά που είχε καταθέσει ο ΜΕ
- Είπε δηλαδή ότι μετά από παράκληση του Εναγόμενου 1, μετέβησαν μαζί στα γραφεία των Εναγόντων για να υπογράψει ως εγγυητής συμφωνία ενοικιαγοράς σε σχέση με όχημα μάρκας Mercedes για €12.
- Εκεί, είπε, συνάντησε τον ΜΕ2 και άλλο ένα υπάλληλο των Εναγόντων και είδε ότι το συμβόλαιο ήταν «έτοιμο», χωρίς όμως να θυμάται αν ήταν πλήρως συμπληρωμένο ή ποια σημεία του ήταν συμπληρωμένα και ποια όχι. Θυμάται όμως, είπε, ότι αναγραφόταν σε αυτό το ποσό των €12.
- Ανέφερε επίσης ότι με τον Εναγόμενο 1 ήταν συνεργάτες και ότι τον είχε εγγυηθεί και σε περιπτώσεις άλλων συμφωνιών ενοικιαγοράς όπου το αντικείμενο ήταν οχήματα. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, είπε ότι όταν υπέγραφε τη συμφωνία εγγύησης δεν γνώριζε αν ήταν υπαρκτό το επίδικο όχημα. Είπε όμως και ότι «εγώ κατά το χρόνο που υπέγραφα το επίδικο συμβόλαιο ως εγγυητής είχα την εντύπωση και τη βεβαιότητα ότι το αναφερόμενο αυτοκίνητο ήταν ήδη εγγεγραμμένο και είχε άδεια κυκλοφορίας σύμφωνα με το νόμο». Ανέφερε περαιτέρω ότι μετά την έγερση της αγωγής προχώρησε σε έρευνα με βάση τον αριθμό σκελετού και έλαβε από ιδιώτη βαφέα που είχε πρόσβαση σε δεδομένα της κατασκευάστριας εταιρείας την κάρτα πληροφοριών του οχήματος (vehicle datacard) (Τεκμήριο 21). Το Τεκμήριο 21 περιλαμβάνει μεταξύ άλλων πληροφορίες όπως τον αριθμό σκελετού του οχήματος και τον αριθμό μηχανής του. Σύμφωνα δε με τα στοιχεία που καταγράφονται στο Τεκμήριο 21, το επίδικο όχημα είχε κωδικό χρώματος
- Στην πορεία, κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι σύμφωνα με το χρωματολόγιο του ιδιώτη βαφέα αυτοκινήτου ο κωδικός αυτός παραπέμπει σε χρώμα πράσινο. Επέμενε ότι δεν έλαβε την προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 20) και την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 1). Υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο που αυτές είχαν αποσταλεί ο ίδιος είχε εγκαταλείψει τη διεύθυνση εκείνη λόγω συζυγικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Δέχτηκε όμως ότι δεν είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες για την αλλαγή στη διεύθυνση διαμονής του. Είπε περαιτέρω ότι όταν οι σχέσεις του με τη σύζυγο του εξομαλύνθηκαν και επέστρεψε στο σπίτι, η σύζυγος του, του παρέδωσε όλη την αλληλογραφία του που είχε αποσταλεί περιλαμβανομένων και των δύο επιστολών. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Η ΜΕ1 μου έχει κάνει θετική εντύπωση. Όπως διαφάνηκε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων αλλά κατέθεσε σε σχέση με τις πληροφορίες που έλαβε από το φάκελο της υπόθεσης, παρουσιάζοντας τα διάφορα έγγραφα που είχε στην κατοχή της. Σημαντική είναι η δήλωση της αναφορικά με τον περιορισμό της αξίωσης των Εναγόντων, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Πέραν τούτου, σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία της. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρία της, δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσω τα όσα κατέθεσε. Κρίνεται επομένως ως αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Σε σχέση με τον ΜΕ2, θεωρώ ότι ήταν επίσης αξιόπιστος. Παρά το ότι παρήλθαν περί τα 7 χρόνια από τα επίδικα γεγονότα μου έδωσε την εντύπωση ότι απαντούσε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν όσο καλύτερα του επέτρεπε η μνήμη του. Σημειώνω βέβαια ότι την αναφορά του ότι το επίδικο όχημα ήταν γκρίζο ή μολύβι, σε συνάρτηση με το παραδεκτό γεγονός ότι ο κωδικός του επίδικου οχήματος που αναγράφεται στο Τεκμήριο 21 αντιστοιχεί σε χρώμα πράσινο στο χρωματολόγιο του ιδιώτη βαφέα, κρίνω όμως ότι η ασυμφωνία αυτή είναι επουσιώδης γιατί πρόκειται για ζήτημα επί του οποίου είναι λογικό η μνήμη του μάρτυρα να έχει ασθενήσει με την πάροδο του χρόνου. Ο ίδιος ο ΜΕ2 απαντώντας σε ερωτήσεις που αφορούν τα γεγονότα, ανέφερε ότι δεν θυμάται απόλυτα λόγω των χρόνων που είχαν παρέλθει. Ουσιώδης σημασία ήταν η αναφορά και επιμονή του ότι είδε και κοστολόγησε το όχημα, κάτι στο οποίο παρέμεινε σταθερός κατά την αντεξέταση. Ο τρόπος που ο Εναγόμενος 2 απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, μου δημιούργησαν την ξεκάθαρη εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποποιηθεί οποιαδήποτε ευθύνης ενδεχομένως προέκυπτε εναντίον του από την υπογραφή της εγγύησης. Στην προσπάθεια του αυτή, προώθησε θέσεις που μέχρι ενός σημείου ήταν αντιφατικές. Κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων και κατά τη μαρτυρία του προώθησε ουσιαστικά τη θέση ότι η εγγύηση που υπέγραψε ήταν άκυρη γιατί το επίδικο όχημα ήταν ανύπαρκτο. Όμως στη συνέχεια παρουσίασε το Τεκμήριο 21 και δήλωσε ότι έλαβε πληροφορίες από ιδιώτη βαφέα που είχε πρόσβαση στα αρχεία της κατασκευάστριας εταιρείας σχετικά με το όχημα. Με αυτά ουσιαστικά αυτοαναιρέθηκε. Πέραν τούτου, υποστήριξε ότι αν το επίδικο όχημα ήταν υπαρκτό τότε η εγγύηση του ήταν άκυρη είτε γιατί αυτό δεν ήταν εγγεγραμμένο, είτε γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι των Εναγόντων, είτε διότι οι Ενάγοντες δεν κατέστησαν ποτέ ιδιοκτήτες του, είτε γιατί οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν με κατάσχεση του, είτε γιατί δεν ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες για το ότι το όχημα δεν εγγράφηκε επ' ονόματι τους. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, συνηγορεί στο ότι επιδίωξη του κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του δεν ήταν να υποβοηθήσει το Δικαστήριο στην εξακρίβωση της αλήθειας αναφορικά με τα γεγονότα αλλά να προωθήσει διάφορους λόγους, ενίοτε και αντιφατικούς, για τους οποίους δεν υπέχει ευθύνη έναντι των Εναγόντων. Ενδεικτικό ήταν το ότι επέμενε πως δεν έλαβε ποτέ τις επιστολές, Τεκμήριο 20 και 1, για να διαφανεί στην πορεία ότι ο λόγος που δεν τις είχε λάβει ήταν διότι είχε εγκαταλείψει για κάποιο διάστημα την κατοικία του - χωρίς να ενημερώσει του Ενάγοντες για την αλλαγή στη διεύθυνση διαμονής του - και ότι μετά την επιστροφή του παρέλαβε από τη σύζυγο του τις εν λόγω επιστολές. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να δεχτώ ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη αξίωση: (α) Στις 24.9.2008 υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1 συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 18). (β) Η συμφωνία υπεγράφηκε επίσης την ίδια μέρα από τον Εναγόμενο 2, ως εγγυητή των υποχρεώσεων του Εναγόμενου
- (γ) Αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς ήταν το όχημα μάρκας Mercedes Saloon E230 με αριθμό σκελετού WDB2100372A
- (δ) Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνία ενοικιαγοράς, το επίδικο όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο και αυτό δεν ενεγράφη ποτέ επ' ονόματι των Εναγόντων. (ε) Η συμφωνία ενοικιαγοράς τερματίστηκε με επιστολή των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 1 ημερομηνίας 15.2.2011 (Τεκμήριο 1) η οποία κοινοποιήθηκε και στον Εναγόμενο
- Είχε προηγηθεί προειδοποιητική επιστολή, Τεκμήριο
- (στ) Κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ενοικιαγοράς, το υπόλοιπο των ληγμένων ενοικίων δυνάμει στης συμφωνίας ενοικιαγοράς ανερχόταν σε €4.859,63 και το υπόλοιπο των μη ληγμένων ενοικίων ανερχόταν σε €9.948,
- Στα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνονται οποιοιδήποτε τόκοι υπερημερίας ή άλλες χρεώσεις πέραν από αυτές που καθορίζονται ρητά στον «Πίνακα» και «Σημαντικές Πληροφορίες» της συμφωνίας ενοικιαγοράς, Τεκμήριο
- (ζ) Δεν έχει πληρωθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 οποιοδήποτε ποσό έναντι των πιο πάνω υπολοίπων. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα, προχωρώ να εξετάσω τα προς απόφαση, επίδικα θέματα. Ως έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία, οι Ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης της έγκυρης κατάρτισης της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ήτοι τις συνθήκες υπογραφής της, το ότι αφορά υπαρκτά αντικείμενα και το ότι αυτά έχουν παραληφθεί από το μισθωτή[3]. Σε περιπτώσεις δε όπου εγείρεται ισχυρισμός περί εικονικότητας της ενοικιαγοράς, το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου ισχυρισμού το φέρει ο εναγόμενος[4]. Στην παρούσα υπόθεση, όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία, ο Εναγόμενος 1 επεδίωξε και έλαβε χρηματοδότηση με ίδια μέσα, δηλαδή πώλησε στους Ενάγοντες ένα δικό του αντικείμενο το οποίο στη συνέχεια ενοικίασε από τους Ενάγοντες έναντι συμφωνημένου ενοικίου. Αυτό διαφαίνεται από τη μαρτυρία του ΜΕ2 αλλά προκύπτει και από το τιμολόγια αγοράς (Τεκμήριο 19), την συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 18) και την υπεύθυνη δήλωση του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 17). Η συμφωνία ενοικιαγοράς περιέχει και πρόνοια σύμφωνα με την οποία, με την εξόφληση των ενοικίων ο μισθωτής έχει το δικαίωμα επαναγοράς του επίδικου οχήματος καταβάλλοντας το ουσιαστικά τυπικό ποσό των €25,
- Ίσως η πιο ορθή περιγραφή της συναλλαγής να είναι «πώληση και ενοικιαγορά» (sale and lease-back) όμως, επί της ουσίας, τα πιο πάνω δεδομένα δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε εικονικότητα ή άλλο λόγο ακυρότητας[5]. Η θέση ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι άκυρη γιατί το αντικείμενο της ενοικιαγοράς δεν ήταν υπαρκτό καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του ΜΕ2 η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη, ότι είδε και κοστολόγησε το επίδικο όχημα. Καταρρίπτεται επίσης από το Vehicle Datacard, Τεκμήριο 21, που παρουσιάζει πληροφορίες από την κατασκευάστρια εταιρεία σε σχέση με το επίδικο όχημα. Τέλος σημειώνω τη δήλωση ημερομηνίας 14.9.2008 που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 (Τεκμήριο 17) ότι είναι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος επί της οποίας, σύμφωνα με τον ΜΕ2, οι Ενάγοντες βασίστηκαν για την κατάρτιση της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι το επίδικο όχημα ήταν υπαρκτό αλλά και ότι δεν υπήρχε συμμετοχή των Εναγόντων σε οποιαδήποτε εικονικότητα[6]. Είναι σαφώς ουσιώδες στοιχείο μιας συμφωνίας αυτής της φύσης το να περιέλθει στην κυριότητα του χρηματοδότη το αντικείμενο της ενοικιαγοράς[7]. Στην παρούσα περίπτωση, είναι κοινώς αποδεκτό ότι το επίδικο όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο και δεν ενεγράφη ποτέ στο όνομα των Εναγόντων. Όμως, κατά την κρίση μου, η κυριότητα ενός οχήματος δεν ταυτίζεται με την εγγραφή του. Το τιμολόγιο αγοράς (Τεκμήριο 19) δείχνει ότι ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε την κυριότητα του αυτοκινήτου στους Ενάγοντες, οι οποίοι κατέστησαν ιδιοκτήτες του. Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε περαιτέρω ότι επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν ενέγραψε το επίδικο όχημα στους Ενάγοντες εντός 10 ημερών από τις 14.9.2008 σύμφωνα με τη δήλωση του ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 17), η συμφωνία ενοικιαγοράς καθίσταται άκυρη. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η μεταβίβαση της κυριότητας ενός οχήματος δεν ταυτίζεται με την εγγραφή του. Η δε κυριότητα του επίδικου οχήματος μεταβιβάστηκε στους Ενάγοντες στις 24.9.2008 και αυτό καταμαρτυρείται από το τιμολόγιο αγοράς (Τεκμήριο 19). Η δέσμευση του Εναγόμενου 1 να εγγράψει το όχημα επ' ονόματι των Εναγόντων είναι κάτι ανεξάρτητο από τη μεταβίβαση της κυριότητας του. Η δε δήλωση του Εναγόμενου 1 ότι είναι ο απόλυτος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος περιλαμβάνεται ρητά στην συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 18), στην υπεύθυνη δήλωση (Τεκμήριο 17) και στο τιμολόγιο αγοράς (Τεκμήριο 19). Η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αναιρέσει ότι κατά τον χρόνο εκείνο ο Εναγόμενος 1 ήταν όντως ο απόλυτος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος το οποίο πώλησε στους Ενάγοντες για να ενοικιάσει πίσω από αυτούς. Το γεγονός ότι η εγγραφή ενός οχήματος είναι ανεξάρτητη από την ιδιοκτησία του επιβεβαιώνεται και από τις πρόνοιες τους περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμούς του 1984, Κ.Δ.Π. 66/
- Παραπέμπω ενδεικτικά στον Κανονισμό 5
(1)όπου γίνεται ρητή αναφορά σε «ιδιοκτήτη μη εγγεγραμμένου οχήματος». Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η ιδιοκτησία ενός οχήματος δεν ταυτίζεται με την εγγραφή του. Η εγγραφή αποτελεί μόνο υποχρέωση του ιδιοκτήτη για να κυκλοφορεί το όχημα στους δρόμους της Δημοκρατίας. Η δε μη εγγραφή ουδόλως επηρεάζει τη δυνατότητα μεταβίβασης της κυριότητας και ιδιοκτησίας του οχήματος. Περαιτέρω, η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τα γεγονότα της υπόθεσης North Central Wagon Finance Co v Brailsford [1962]1 W.L.R. 1288, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος του Εναγόμενου
- Η υπόθεση εκείνη αφορούσε ενοικιαγορά υπαρκτού αλλά μη εγγεγραμμένου οχήματος του οποίου ο χρηματοδότης ισχυρίστηκε ότι είχε αποκτήσει κυριότητα δυνάμει ενός «bill of sale». Η ενοικιαγορά εκείνη κρίθηκε άκυρη γιατί διαφάνηκε ότι το «bill of sale» δεν είχε εγγραφεί (not registered) δεόντως δυνάμει των προνοιών του Bill of Sales Act και το γεγονός της μη εγγραφής (non registration) καθιστούσε τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας άκυρη. Δεν ισχύει κάτι αντίστοιχο στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι το επίδικο όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο και το γεγονός ότι δεν εγγράφηκε ποτέ επ' ονόματι των Εναγόντων δεν καθιστά τη συμφωνία ενοικιαγοράς άκυρη. Με αυτά τα δεδομένα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 οφείλει να πληρώσει τους Ενάγοντες τα ποσά τα οποία διεκδικούν. Στη συμφωνία ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 18, περιλαμβάνεται και «εγγύηση και αποζημίωση» την οποία ο Εναγόμενος 2 προσυπέγραψε. Με την υπογραφή της εγγύησης και αποζημίωσης ο Εναγόμενος 2 ρητά ανέλαβε να «αποζημιώσει και κρατήσει καλυμμένους» τους Ενάγοντες για οποιαδήποτε ζημιά που απορρέει από τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε για την Υπεράσπιση δεν εντοπίζονται οποιοιδήποτε λόγοι ή συνθήκες που να καθιστούν ακυρώσιμη ή ανεφάρμοστη τη συμφωνία εγγύησης που ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε. Η πλευρά του Εναγόμενου 2 ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν ακυρώσιμη γιατί οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν στον Εναγόμενο 2 ότι το όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο και ότι δεν ενεγράφη επ΄ονόματι τους. Όπως είναι καλά γνωστό μια σύμβαση εγγύησης δεν είναι σύμβαση υψίστης πίστεως και άρα ο πιστωτής, ή ο χρηματοδότης στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει γενικό καθήκον αποκάλυψης στον προτιθέμενο εγγυητή όλων των ουσιαστικών στοιχείων και πληροφοριών που ο χρηματοδότης γνωρίζει για τον πρωτοφειλέτη. Υπάρχει περιορισμένο καθήκον αποκάλυψης το εύρος του οποίου εξαρτάται από το συγκεκριμένο τύπο εγγύησης[8]. Ο συνήγορος του Εναγομένου 2 εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρχε καθήκον αποκάλυψης, παρά το ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ρώτησε σχετικά τους Ενάγοντες, γιατί δεν ήταν λογικά αναμενόμενο το όχημα που αποτελούσε το αντικείμενο της ενοικιαγοράς να μην είναι εγγεγραμμένο. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση αυτή. Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι, όπως κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος 2, είχαν εμπορική συνεργασία, και ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε και σε άλλες παρόμοιες συναλλαγές τον Εναγόμενο
- Αυτό το κατέθεσε τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΕ
- Επιπρόσθετα το γεγονός της μη εγγραφής του οχήματος δεν επηρέασε τη μεταβίβαση της κυριότητας του, που είναι και το ουσιαστικό στοιχείο της ενοικιαγοράς. Η ουσία μιας σύμβασης αυτής της φύσης είναι ότι ο ιδιοκτήτης, οι Ενάγοντες στην προκειμένη περίπτωση, ενοικιάζει το αντικείμενο στο μισθωτή, ήτοι στον Εναγόμενο
- Αυτό και έγινε. Δεν αφορά τον ιδιοκτήτη πως και αν ο μισθωτής θα χρησιμοποιήσει το αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Δεν αφορούσε δηλαδή τους Ενάγοντες στην παρούσα περίπτωση αν ο Εναγόμενος 1 θα χρησιμοποιούσε το επίδικο όχημα για να κυκλοφορεί στους δρόμους της Δημοκρατίας, οπόταν και θα έπρεπε να είχε εγγραφεί και να αποκτήσει άδεια κυκλοφορίας. Κρίνω επομένως ότι η εγγύηση δεν κατέστη ακυρώσιμη ένεκα της μη αποκάλυψης του ότι κατά το χρόνο σύναψης της το επίδικο όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο. Ο Εναγόμενος 2, δια της υπογραφής της εγγύησης και αποζημίωσης, κατέστη υπόχρεος προς τους Ενάγοντες τόσο σε σχέση με την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 αλλά και σε σχέση με παροχή εξασφάλισης ή κάλυψης (indemnity) των Εναγόντων έναντι κάθε ζημιάς που υπέστησαν από τις πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου 1[9]. Σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή οι Ενάγοντες τηρούσαν σχετική κατάσταση λογαριασμού. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη, έχω ικανοποιηθεί ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήρια 7 και 15) έχει τηρηθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Με δεδομένο το ότι οι Ενάγοντες έχουν παραιτηθεί από οποιαδήποτε αξίωση ή χρέωση που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7 και 15) πέραν των ληγμένων και μη ληγμένων ενοικίων και νόμιμου τόκου επί αυτών, κρίνω ότι τα διεκδικούμενα ποσά παρουσιάζονται και αποδεικνύονται στον απαιτούμενο βαθμό. Πέραν τούτου, θεωρώ ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς έχει τερματιστεί δεόντως με την επιστολή (Τεκμήριο 1) η οποία κοινοποιήθηκε και στον Εναγόμενο 2, στην διεύθυνση που ο ίδιος είχε καθορίσει τη συμφωνία εγγύησης. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν διέμενε τότε στη συγκεκριμένη διεύθυνση για προσωπικούς λόγους, και με δεδομένο το ότι δεν είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες για την αλλαγή στη διεύθυνση διαμονής του, δεν μπορεί να αναιρέσει την κανονικότητα του τερματισμού της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Με τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ο Εναγόμενος 2 κατέστη υπόλογος προς τους Ενάγοντες για τα ποσά που ήταν οφειλόμενα κατά τον τερματισμό. Συγκεφαλαιώνοντας τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αγωγή επιτυγχάνει. Με δεδομένο τον περιορισμό της απαίτησης των Εναγόντων, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1 εναντίον του οποίου έχει ήδη εκδοθεί απόφαση, για ποσό €4.859,63 και για ποσό €9.948,
- Επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί των πιο πάνω ποσών από 15.2.2011 με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Κωνσταντίνου κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 781 [4] T.J.S. Enterprises Ltd κ.α. ν Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 108, Barclays Bank Pls v J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726 [5] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432 [6] Σχετικές οι Σ. Αττεσλή κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Πολιτική έφεση 231/2009, ημερομηνίας 25.10.2013, Thomas Liobay Developments Ltd κ.α. ν Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1749 [7] Barclays Bank Pls v J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α. (ανωτέρω) [8] Παναγιώτης Παναγιώτου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 276/2009, ημερ. 9/7/14 [9] Αντωνιάδου ν Λαικής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο