Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. Nicholas Charles Tunnard κ.α., Αρ. Αγωγής:689/2011, 28/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:689/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση και
- Nicholas Charles Tunnard
- A. Chacholis Developers Ltd Εναγομένων - Αιτητών ----------------------------------- Ημερομηνία: 28 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Μ. Σοφοκλέους για Μάμας Χατζή Χριστοφή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 1 - αιτητή: Ο κ. Χριστοδούλου για Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση (Σε αίτηση με ημερομηνία 7.10.2014 με την οποία ο εναγόμενος 1 - Αιτητής αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης με ημερομηνία 28.11.2012 και επαναφοράς του κλητηρίου εντάλματος όπως και αναστολής οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Επιπρόσθετα επιζητούνται διατάγματα ακύρωσης ή παραμερισμού διατάγματος με ημερομηνία 28.09.2011 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα το οποίο να ακυρώνει ή /και παραμερίζει την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στον εναγόμενο 1 - αιτητή) Ο εναγόμενος 1 - αιτητής (στη συνέχεια ο αιτητής), επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην του στις 28.11.
- Η απόφαση αφορά υπόλοιπα δανείων που έχει συνάψει ο αιτητής από τους ενάγοντες για την αγορά δύο διαμερισμάτων από τους εναγόμενους
- Συγκεκριμένα αφορά το ποσό των €186.432,09σ. με τόκο 14% ετησίως από 1.04.11 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους και το ποσό των €163.055,65σ. με τόκο 14% ετησίως από 1.04.11 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Η απόφαση περιλαμβάνει επίσης διάφορα αναγνωριστικής φύσεως διατάγματα που αφορούν τα δικαιώματα των εναγόντων δυνάμει των εκχωρητηρίων εγγράφων για τα δύο υπό αναφορά διαμερίσματα. Ο αιτητής είχε καταδικαστεί επίσης και στα έξοδα της αγωγής. Η καταγραφή της πορείας της υπόθεσης στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια πιστεύω ότι θα είναι υποβοηθητική για την καλύτερη κατανόηση της απόφασης. Η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2 r. 6) την 14.07.
- Η διεύθυνση του εναγομένου 1 όπως καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώ της εναγόμενης 2 στη Κύπρο στην Επαρχία Αμμοχώστου. Την 22.07.2011 επιδόθηκε η αγωγή στην εναγόμενη
- Την 4.08.2011 καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας μονομερής αίτηση για την έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος ή/και ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και την υποκατάστατο επίδοση τους στον εναγόμενο 1 βάσει του μηχανισμού ή/και της διαδικασίας που καθορίζει ο Περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις Κανονισμός (ΕΚ) αριθμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 2007 στη διεύθυνση του εναγομένου 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ζητούνταν επίσης οδηγίες όπως ο εναγόμενος 1 καταχωρήσει εμφάνιση εντός 30 ημερών/ή και εντός άλλου χρόνου που το Δικαστήριο θα θεωρούσε σκόπιμο να καθορίσει από της ημερομηνίας της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή/και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση να θεωρείται ότι έχει επιδοθεί στον εναγόμενο 1 εάν αναρτηθεί αντίγραφο της για 5 ημέρες στον πίνακα του Δικαστηρίου. Το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 28.09.2011 προνοούσε όπως τα έγγραφα που θα επιδίδονταν να είναι ή να συνοδεύονται από μετάφραση τους στην αγγλική γλώσσα. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κ. Μαρίας Ιωάννου η οποία υποστήριξε την πιο πάνω αίτηση θα τύχει αναφοράς και σχολιασμού σε άλλο σημείο της απόφασης μου όταν θα σχολιάσω την επάρκεια της. Σημειώνω ότι καταχωρήθηκε επίσης Ειδοποίηση Κλητηρίου Εντάλματος για Επίδοση σε μη Κύπριο Υπήκοο και μετάφραση της στην αγγλική γλώσσα σύμφωνα με τη Δ.6, Θ.6). Στις 18.11.2011 επιδόθηκαν μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως όπως αυτό πληροφορούσε τους δικηγόρους της ενάγουσας με επιστολή της ημερ. 19.12.2011 τα έγγραφα της διαδικασίας στον εναγόμενο 1 στα οποία θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε άλλο σημείο της απόφασης. Τα έγγραφα αυτά όπως και η σχετική Βεβαίωση Επίδοσης τους από την αρμόδια αρχή της χώρας διαμονής του εναγόμενου 1 επισυνάφθηκαν από την ενάγουσα όταν λόγω της μη εμφάνισης του εναγομένου 1 εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 30 ημερών από της επίδοσης τους για να υποστηρίξουν την αίτηση τους με ημερομηνία 5.01.2012 για την έκδοση απόφασης εναντίον του λόγω της μη εμφάνισης του. Η εν λόγω αίτηση αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες οπότε και καταχωρήθηκε στις 13.06.2012 αίτηση τροποποίησης των θεραπειών που επιζητούνταν με το κλητήριο ένταλμα. Σε σχέση με τον εναγόμενο 1, μετά την έκδοση διατάγματος που επέτρεπε την τροποποίηση, επαναλήφθηκαν οι ίδιες οδηγίες για την επίδοση των σχετικών τροποποιημένων εγγράφων όπως και έγινε στις 17.08.2012 και έτσι η ενάγουσα προχώρησε σε απόδειξη των αξιώσεων της εναντίον του την 28.11.2012 και την έκδοση της επίδικης απόφασης. Στη συνέχεια η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση την 21.01.2013 με την οποία επιζητούσε με βάσει το Άρθρο 54 και το Παράρτημα (V) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 - 13 την έκδοση βεβαίωσης αναφορικά με την εκτελεστότητα της απόφασης. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 7.10.2014 και ο αιτητής επιδιώκει την έκδοση των ακολούθων διαταγμάτων: (α) διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την απόφαση του ημερομηνίας 28.11.2012 εναντίον του αιτητή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, (β) διάταγμα το οποίο να απορρίπτει και/ή αναστέλλει (stay of enforcement proceedings), τα οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και/ ή δικαστική διαδικασία στα πλαίσια της απόφασης του ημερομηνίας 28.11.2012 εναντίον του αιτητή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε τέτοια ημερομηνία που θα ήθελε κρίνει και φανεί υπό τις περιστάσεις σωστή και δίκαιη από το Δικαστήριο και/ή μέχρι την εκδίκαση και/ή την επικύρωση του αιτητικού Α ανωτέρω. (γ) διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.9.2011 με το οποίο επιτράπηκε και/ή εξουσιοδοτήθηκε η επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στον εναγόμενο 1/αιτητή εκτός δικαιοδοσίας, και (δ) διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος στον εναγόμενο 1/αιτητή.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.
- Θ.2, Δ.4 Θ.1, Δ.6 Θ.6 και Θ.7
(1)(γ), Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 7, 9 και 13, Δ.64, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, των άρθρων 2, 21, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 με ιδιαίτερη μνεία στα άρθρα 2, 5, 6
(1), 15, 16, 17 και 26 - 31 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 και ειδικά στα άρθρα 4, 7, 8, 10 και 14, στο Annual Practice του 1952 σελ. 130, στην επικείμενη Νομολογία και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών και Πρακτικής του Δικαστηρίου. Tην αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Σωκράτης Παρπαρίνος, δικηγόρος και διευθύνων σύμβουλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή. Θα καταγράψω αμέσως στη συνέχεια όσα δηλώνει σε αυτή με τις υπογραμμίσεις του ενόρκως δηλούντος όπως και στη συνέχεια τους λόγους ένστασης και όσα δηλώνονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει αυτολεξεί. Δεν επιχειρώ την σύνοψη τους καθώς ο κάθε λόγος έχει τη δική του σημασία εφόσον ασφαλώς δεν επαναλαμβάνεται. «1.Γνωρίζω τα γεγονότα που θα αναφέρω κατωτέρω από εκτενείς και λεπτομερείς πληροφορίες που έλαβα από τους δικηγόρους και αντιπρόσωπους του αιτητή στην Αγγλία κ.κ. Maxwell Alves Solicitors και στην Κύπρο από τον κ. Πάρη Χατζηπαναγή, ο οποίος είναι δικηγόρος του υποφαινόμενου γραφείου και χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Οι κ.κ. Maxwell Alves Solicitors και οι συνεργάτες και/ή αντιπρόσωποι αυτών με τη σειρά τους, έχουν απευθείας επαφή με τον αιτητή. Επίσης, γνωρίζω τα γεγονότα από μελέτη όλων των σχετικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. 2. Δηλώνω ότι είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον αιτητή να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση η οποία καταχωρείται προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης του αιτητή για παραμερισμό (set aside) και/ή αναστολή μέτρων εκτέλεσης της απόφασης (stay of enforcement proceedings) στην παρούσα αγωγή που εκδόθηκε εναντίον του αιτητή από την ενάγουσα CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (στο εξής «η Τράπεζα») την 28.11.2012 (στο εξής «η επίδικη απόφαση»). 3.Με την παρούσα ένορκη δήλωση θα επιχειρήσω να καταδείξω ότι: (α) Τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και το σεβαστό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την επίδικη απόφαση. (β) Η επίδοση των σχετικών εγγράφων δυνάμει του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν έγινε με το δέοντα τρόπο και/ή δεν επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και δεν τηρήθηκαν οι ελάχιστες προϋποθέσεις δυνάμει των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 1393/07 για να θεωρηθεί καλή επίδοση. (γ) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ότι ο αιτητής έχει τουλάχιστο συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι η διαγωγή του σε σχέση με το θέμα αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ότι είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής δικαιοσύνης. Η διαγωγή του αιτητή δεν είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Αυτά εισηγούμαι είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων το σεβαστό Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο θα αποδεχθεί ή όχι την παρούσα αίτηση (Milouca Motor Tr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). 4.Λόγω του ότι ο αιτητής διαμένει στο εξωτερικό (ως εμφαίνεται και στα δικαστικά έγγραφα που έχουν ήδη καταχωρηθεί από την ενάγουσα), και λόγω του κατεπείγοντος της παρούσας αίτησης δεν ήταν δυνατό για τον ίδιο να μεταβεί στην Κύπρο σήμερα για να προβεί ο ίδιος στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Σημειώνω ότι στην υπόθεση στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva Πολιτική Έφεση 130/2009 ημερομηνίας 29.1.2010, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι είναι επιτρεπτό για δικηγόρο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση υπό ορισμένες περιστάσεις. 5.Σε συνέχεια της πιο πάνω παραγράφου αναφέρω επίσης ότι εν πάση περιπτώσει, και όπως πιστεύω θα διαφανεί και στη συνέχεια, τα πλείστα θέματα στα οποία θα αναφερθώ είναι είτε νομικά θέματα είτε βασίζονται σε αδιαμφισβήτητα έγγραφα. 6.Η παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος μιας σοβαρότατων διαστάσεων διαφοράς που υπάρχει μεταξύ μεγάλου αριθμού Άγγλων πολιτών που ζουν στην Αγγλία (στο εξής "οι Άγγλοι Αγοραστές") από τη μια πλευρά και των Εναγομένων 2 και άλλων κυπριακών εταιρειών που ασχολούνται με κατασκευές και με ανάπτυξη γης ("οι Κυπριακές Εταιρείες") και της Τράπεζας και/ή άλλων Τραπεζών από την άλλη. Οι Άγγλοι Αγοραστές θεωρούν ότι εξαπατήθηκαν από τις Κυπριακές Εταιρείες και από την Τράπεζα οι οποίες ενήργησαν σε σχέση με το θέμα αυτό από κοινού. Εν ολίγοις, οι Άγγλοι Αγοραστές πείσθηκαν να αγοράσουν από τα σχέδια (off plan) κατοικίες στην Κύπρο τις οποίες θα ανέγειραν οι Κυπριακές Εταιρείες ("οι επίδικες κατοικίες") Τη χρηματοδότηση για την αγορά των επίδικων κατοικιών την παραχωρούσε σε κάθε περίπτωση προς τους Άγγλους Αγοραστές η Τράπεζα. Οι επίδικες κατοικίες ή εν πάση περιπτώσει η συντριπτική πλειοψηφία τους παραμένουν σήμερα (αρκετά χρόνια μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσής τους) ημιτελείς. Η Τράπεζα με πολλούς τρόπους στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια παραβίασε τα συμβατικά και άλλα καθήκοντα που είχε προς τους Άγγλους Αγοραστές προξενώντας τους μεγάλη ζημιά. Παράλληλα και ως προαναφέρεται ενήργησε από κοινού με τις Κυπριακές Εταιρείες και/ή τους αντιπροσώπους αυτών στην Αγγλία και προώθησε με ψευδείς παραστάσεις (misrepresentations) και/ή ψευδείς δηλώσεις (misstatements) και άλλες παράνομες πράξεις τόσο την πώληση των επίδικων κατοικιών όσο και την παραχώρηση από την ίδια δανείων προς τους Άγγλους Αγοραστές για την αγορά των επίδικων κατοικιών. Για τα θέματα αυτά εκκρεμεί αυτή τη στιγμή μεγάλος αριθμός αγωγών τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο. 7.Όσον αφορά τη χρονολογική σειρά των γεγονότων που αφορούν ειδικά την υπόθεσή μας, αυτή έχει ως ακολούθως: Ι. 29/6/2011 - Καταχώρηση αγωγής στο High Court of Justice της Αγγλίας με αριθμό HQ11X02379 από μεγάλο αριθμό άλλων Άγγλων πολιτών κατά συγκεκριμένης Κυπριακής Εταιρείας, του διευθυντή της αντιπροσώπου της και αριθμού υπό-αντιπροσώπων της στην Αγγλία σε σχέση με την πώληση κατοικιών ("η Αγγλική Αγωγή"). Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλες επτά παρόμοιες αγωγές από μεγάλο αριθμό άλλων Άγγλων πολιτών. Διευκρινίζεται ότι παρόλο που τα επίδικα θέματα είναι πανομοιότυπα με την παρούσα αγωγή στις κάτωθι αγγλικές υποθέσεις Εναγόμενη μεταξύ άλλων είναι η Alpha Bank ενώ παράλληλα εκκρεμεί σχετική έφεση στην υπόθεση HQ11X02379 μεταξύ των Andrew Barclay-Watt κ.ά εναντίον ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED κ.ά η οποία έφεση ήταν ορισμένη στις 9/06/2014 για να αποφασισθεί τελεσίδικα από τα αγγλικά δικαστήρια κατά πόσο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδια να εκδικάσουν τις υπό εξέταση υποθέσεις. ΙΙ. 06/07/2011 - Καταχώρηση της παρούσας αγωγής στην Κύπρο. ΙΙΙ. 29/12/2011 - Καταχώρηση της δεύτερης αγωγής στο High Court of Justice της Αγγλίας με αριθμό HQ11X
- Στην εν λόγω αγωγή προστέθηκε ως εναγόμενη και η Alpha Bank. ΙV. 17/5/2012 - Καταχώρηση της τρίτης αγωγής στο High Court of Justice με αριθμό HQ12X
- V. 06/07/2012 - Καταχώρηση της παρούσας αγωγής (τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα) στην Κύπρο. VI. 26/11/2012 - Έκδοση απόφασης του High Court of Justice στα πλαίσια της Αγγλικής Αγωγής με την οποία αποφασίστηκε ότι το Αγγλικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. VII. 28/11/12 - Έκδοση απόφασης ερήμην και εναντίον του αιτητή. VIII. 24/1/2013 - Καταχώρηση της τέταρτης αγωγής με αριθμό HQ13X00312 στο High Court of Justice. Στην εν λόγω αγωγή προστέθηκε ως εναγόμενη και η Alpha Bank. IX. 27/1/2013 - Καταχώρηση της πέμπτης αγωγής με αριθμό HQ13X03348 στο High Court of Justice. Στην εν λόγω αγωγή είναι εναγόμενη και η Alpha Bank. X. 1/3/2013 - Καταχώρηση της έκτης αγωγής με αριθμό HQ13X0094 στο High Court of Justice. Στην εν λόγω αγωγή προστέθηκε ως εναγόμενη και η Alpha Bank. XI. 4/09/2013 - Καταχώρηση έβδομης αγωγής με αριθμό ΗQ13X
- Στην εν λόγω αγωγή είναι εναγόμενη μεταξύ άλλων και η Alpha Bank Cyprus Ltd. XII. 29/04/2014 - Καταχώρηση όγδοης αγωγής με αριθμό HQ14X
- Στην εν λόγω αγωγή είναι εναγόμενη και η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. 8.Στην παρούσα υπόθεση είναι η θέση του αιτητή ότι αγόρασε από τα σχέδια (off plan) δύο εξοχικές κατοικίες (διαμερίσματα) από τους Εναγόμενους 2 δια σύναψη σχετικής συμφωνίας δανείου με την Τράπεζα δυνάμει Πληρεξούσιου Εγγράφου ημερ. 21/07/2008, την εγκυρότητα του οποίου αμφισβητεί για όλους τους λόγους που θα αναφερθώ κατωτέρω. Συγκεκριμένα, ο αιτητής πείστηκε από 2 εταιρείες εκ των οποίων η πρώτη ήταν λογιστές και η δεύτερη πράκτορες ακινήτων οι οποίοι του συστήθηκαν στην Αγγλία ήτοι Probiz Network (αφ' εξής «ο λογιστής») και Feisal Nahaboo Global ("FNG") (αφ' εξής "sales agent") που εδρεύουν στην Αγγλία και που ενεργούσαν τόσο για την Τράπεζα όσο και για τους Εναγόμενους 2 ούτως ώστε να προχωρήσει ο αιτητής στην αγορά των δύο εξοχικών κατοικιών που αναφέρονται πιο πάνω. Ο ατζέντης μερίμνησε ώστε το δάνειο να δοθεί από την Τράπεζα χωρίς να θέσει στην προσοχή του αιτητή οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική τράπεζα για τη δανειοδότηση αφού συγκεκριμένα η FNG απέστειλε στον αιτητή αρχικά το ειρημένο Πληρεξούσιο Έγγραφο και ακολούθως τα 2 αγοραπωλητήρια έγγραφα ημερ. 17/10/2008 στην Αγγλία για υπογραφή κατόπιν δικών της οδηγιών. Περαιτέρω, η FNG μέσω σωρείας ηλεκτρονικών μηνυμάτων καθοδήγησε και/ή έδωσε εντολές και οδηγίες στον αιτητή για να υπογράψει ως αναφέρεται ανωτέρω το Πληρεξούσιο Έγγραφο προς Κύπριο δικηγόρο εν ονόματι Μιχάλη Ζαχαρίου (αφ' εξής «ο αντιπρόσωπος») με σκοπό να εξυπηρετήσει και προστατεύσει τα καλύτερα συμφέροντα του αιτητή, κάτι το οποίο όπως θα διαφανεί μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης ουδέποτε έγινε. Επίσης, δεν αναφέρθηκαν στον αιτητή οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα και δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο όταν παραχωρείται δάνειο σε ξένο νόμισμα και/ή οι σχετικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κεντρικής Τράπεζας. Η εν λόγω δήλωση αποποίησης δικαιωμάτων μαζί με την σχετική εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 11/10/2006 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Σχετικές νομικές υποβολές για το θέμα αυτό θα γίνουν στο κατάλληλο στάδιο. Όσον αφορά τον αντιπρόσωπο που τον εκπροσώπησε στην Κύπρο αυτός ήταν δικηγόρος που είχε επιλεγεί και/ή ενεργούσε για λογαριασμό των Εναγόμενου 2 και/ή της Τράπεζας και όχι από τον ίδιο τον αιτητή. 9.Κατά ή περί τα μέσα 2007, τόσο η Probiz Network όσο και ο ατζέντης επιβεβαίωσαν στον αιτητή σε σχετικές οργανωμένες συναντήσεις και σεμινάρια τα οποία παρακολούθησε ο αιτητής στην Αγγλία και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια 2 σεμιναρίων εν σχέση με την αγορά ιδιόκτητων κατοικιών στην Κύπρο, ότι η αγορά των εν λόγω εξοχικών κατοικιών θα ήταν κερδοφόρα αφού οι εξοχικές κατοικίες, κατά τα λεγόμενα τους, βρίσκονταν σε φημισμένη τουριστική περιοχή και ήταν εγγυημένη η ενοικίαση των εξοχικών κατοικιών σε τουρίστες, γεγονός το οποίο θα εξασφάλιζε στον αιτητή σημαντικό εισόδημα. Η δήλωση αυτή δεν ήταν αληθινή αφού οι δύο εξοχικές κατοικίες οι οποίες αποτελούν μέρος του συμπλέγματος "FNG COASTAL PALMS" στο Χωριό Ξυλοφάγου περιοχή Λιμναρά, στη Λάρνακα ο οποίος δεν είναι φημισμένος ως τουριστικός προορισμός. Ο αιτητής μη έχοντας καμία επαφή με τους Εναγόμενους 2 και/ή την Τράπεζα από την ημερομηνία υπογραφής του Πληρεξούσιου Εγγράφου ημερ. 21/07/2008 και των 2 Πωλητηρίων Εγγράφων ημερ. 17/10/2008 τα οποία, επαναλαμβάνω, υπέγραψε στην Αγγλία και λόγω του ότι ο αντιπρόσωπος εντελώς αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή χωρίς να συμβουλευτεί και/ή εξασφαλίσει προηγουμένως την σύμφωνο γνώμη του αιτητή υπέγραψε αντ' αυτού τις 2 ενυπόθηκες συμφωνίες δανείου, δεν είναι σε θέση ούτε και γνωρίζει κατά πόσο το έργο και/ή οι δύο εξοχικές κατοικίες που αγόρασε ολοκληρώθηκαν και/ή αν εκδόθηκε μέχρι σήμερα ξεχωριστός τίτλος εγγραφής προς τον αιτητή. Παράλληλα αξίζει να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 εξ' όσων πληροφορούμαι από τον αιτητή και όπως προκύπτει από τα δικαστικά έγγραφα που έχω στην κατοχή μου, απέκρυψαν και/ή παρέλειψαν να ενημερώσουν τον αιτητή ότι ήδη είχαν εκχωρήσει και/ή ενεχυριάσει και/ή υποθηκεύσει την εν λόγω ακίνητη περιουσία τους στην Τράπεζα ως εξασφάλιση (collateral security) δια την λήψη δανείου προς αποπεράτωση του έργου. Προς τούτο τον ισχυρισμό σχετικές είναι οι 2 συμφωνίες εγγυητηρίων εγγράφων και/ή συμφωνιών αποζημίωσης (indemnity) ημερ. 17/10/2008 που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 εις όφελος της Τράπεζας δια την προσωπική και/ή από κοινού πληρωμή όλων των υποχρεώσεων του αιτητή δυνάμει των δανείων πλέον τόκους, έξοδα και δικαιώματα μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. 10.Ο ατζέντης ανέφερε επίσης στον αιτητή ότι θα έπρεπε να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος του αντιπρόσωπου ώστε να μη χρειαστεί να μεταβαίνει στην Κύπρο για τυπικές υπογραφές σχετικά με τα αγοραπωλητήρια έγγραφα και/ή τις δανειακές συμβάσεις και/ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σε σχέση με την εν λόγω ακίνητη περιουσία. Τελικά όμως το εύρος του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου ήταν μεγαλύτερο. Ο αιτητής πείστηκε και υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο χωρίς να γνωρίζει τον αντιπρόσωπο και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε νομική συμβουλή από δικηγόρο σχετικά με το εύρος των εξουσιών που δίνονταν με το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ή αναφορικά με τα αγoραπωλητήρια έγγραφα και τις δανειακές συμβάσεις με αποτέλεσμα ο αντιπρόσωπος που αντιπροσώπευε και/ή συμβούλευε τον αιτητή στις εν λόγω συμβατικές πράξεις να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί αστικά αμελής (breach of statutory duty) λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε και συνεπεία τέτοιων πράξεων και/ή παραλείψεων καθ' υπέρβαση ρητών και/ή εξυπακουόμενων εντολών που έλαβε από τον αιτητή και συνεπώς κατά παράβαση του θέσμιου καθήκοντος του έναντι του αιτητή. Συγκεκριμένα ο αντιπρόσωπος υπέγραψε για λογαριασμό του αιτητή 2 δανειακές συμβάσεις ημερ. 17/10/2008 και 2 Συμφωνίες Εκχώρησης Δικαιωμάτων επί των Πωλητηρίων Εγγράφων ημερ. 17/10/2008 χωρίς να λάβει την προηγούμενη σύμφωνο γνώμη και/ή επεξηγήσει και/ή συμβουλέψει τον αιτητή εν σχέση με το περιεχόμενο των εγγράφων και/ή απέτυχε να διαπραγματευτεί με την Τράπεζα τους όρους που αφορούσαν τις ενδεχόμενες νομικές και πραγματικές συνέπειες σύναψης δανείου σε ξένο συνάλλαγμα και/ή τις νομικές συνέπειες των παρεχόμενων εξασφαλίσεων, ήτοι ακύρωση των καταχωρηθέντων Πωλητηρίων Εγγράφων από το Κτηματολόγιο και εγγραφή των με δικαιώματα πώλησης και/ή μεταβίβασης και/ή διαχείρισης εις όφελος Τράπεζας, μελλοντική διατίμηση της ισοτιμίας του Ευρώ σε σχέση με την Αγγλική Λίρα ή την επιβολή μονομερή και/ή επιβαρυντικών και/ή καταχρηστικών ρητρών για τόκους υπερημερίας και/ή προσαυξημένα επιτόκια και/ή περιθώριο επιτοκίου και/ή τόκους επί ληξιπρόθεσμων δόσεων και/ή κυμαινόμενο επιτόκιο και/ή λοιπά έξοδα και δικαιώματα υπέρ της Τράπεζας τα οποία κατέστησαν ουσιαστικά το δάνειο μη βιώσιμο και εν τέλει μη εξυπηρετούμενο. Εν σχέση με το θέμα των καταχρηστικών ρητρών υπάρχει ήδη Απόφαση από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση υπ. αριθμό C-26-13 ημερομηνίας 30/04/2014 και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Όλα αυτά αποτελούν επιπρόσθετα στοιχεία που ενισχύουν την θέση του αιτητή ότι έχει τουλάχιστον καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην υπό εξέταση αγωγή που καταχώρισε εναντίον του η Τράπεζα πέρα των νομικών ισχυρισμών και ενστάσεων του σε σχέση με τα θέματα επίδοσης των δικαστικών εγγράφων και δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Ο αιτητής εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην κατέχει αντίγραφο των δανειακών συμβάσεων και/ή του Πληρεξούσιου Εγγράφου και/ή των Συμφωνιών Εκχώρησης Δικαιωμάτων επί των Πωλητηρίων Εγγράφων και/ή των αγοραπωλητηρίων εγγράφων γεγονός το οποίο ενισχύει την θέση του αιτητή ότι η διαδικασία και το συντονισμένο σχέδιο δράσης (orchestrated) όλων των εμπλεκόμενων προσώπων ως αναφέρω ανωτέρω μοναδικό σκοπό είχαν την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων εις βάρος του Αιτητή με την ελάχιστη δυνατή συμμετοχή του τελευταίου για ευκολότερη διεξαγωγή των αυθαίρετων και/ή μονομερών ενεργειών τους. 11.Εξάγεται δε αβίαστα το συμπέρασμα από το γεγονός ότι υπάρχει Απόφαση ημερ. 28/11/2012 εναντίον του Εναγομένου 1 αλλά και από σχετική επιστολή ημερ. 09/10/2008 και η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 ότι οι Εναγόμενοι 2 είχαν υποθηκευμένο το ακίνητο στο οποίο θα διεκπεραιωνόταν η ανάπτυξη και/ή η εν λόγω πώλησης των δύο εξοχικών κατοικιών με αριθμό υποθήκης καταχωρημένης στο Κτηματολόγιο Υ.6880/08 με μερίδιο 1000/7623 με αποτέλεσμα η πώληση να αποτελούσε προϊόν επαναπώλησης (resale), γεγονός το οποίο ο προαναφερόμενος λογιστής (εταιρεία) και/ή αντιπρόσωπος και/ή ατζέντης και/ή Τράπεζα και/ή οι Εναγόμενοι 2 δεν αποκάλυψαν στον αιτητή πριν ή μετά λάβει χώρα η συνομολόγηση του αγοραπωλητηρίων εγγράφων, των 2 συμφωνιών δανείων, των 2 Συμφωνιών Εκχώρησης και των 2 Συμφωνιών Εγγύησης ως αναφέρονται ανωτέρω προς όφελος της Τράπεζας δια τη διαχείριση και/ή μεταβίβαση και/ή πώληση των εξοχικών κατοικιών χωρίς όμως την προηγούμενη ενημέρωση και/ή σύμφωνο γνώμη του αιτητή. Σε περίπτωση που υπάρχουν αυτά τα έγγραφα τα οποία ο αιτητής δεν έχει στην κατοχή του αφού ουδέποτε έλαβε ενημέρωση και/ή συμμετείχε στις διαδικασίες, αυτά είναι καταχωρημένα στο φάκελο του δικαστηρίου και/ή στο Κτηματολόγιο. Εν πάση περιπτώσει, τα πιο πάνω αποτελούν επιπρόσθετο στοιχείο που δείχνει ότι επί της συναλλαγής αυτής της αγοράς του επίδικου ακινήτου από τους αιτητές υπήρξε συνεργασία μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόμενων 2 και/ή των αντιπροσώπων αυτών εις βάρος και/ή προς εξαπάτηση του αιτητή. 12.Όλες οι πιο πάνω παραστάσεις από τον αντιπρόσωπο και/ή τον ατζέντη και/ή τον λογιστή οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού τόσο για την Τράπεζα όσο και για τους Eναγóμενους 2 έγιναν και/ή ηγέρθησαν στην Αγγλία. 13.Ο αιτητής κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι και σήμερα κάτοικος Αγγλίας. 14.Ως προαναφέρεται, σε σχέση με το θέμα αυτό έχουν καταχωρηθεί από τους Άγγλους Αγοραστές οχτώ μαζικές αγωγές στο High Court ως ακολούθως: I. Υπόθεση με αριθμό HQ11X02379 η οποία καταχωρήθηκε την 29/6/
- II. Υπόθεση με αριθμό ΗQ11X04918 η οποία καταχωρήθηκε την 29/12/
- III. Υπόθεση με αριθμό HQ12X01937 η οποία καταχωρήθηκε την 17/5/
- IV. Υπόθεση με αριθμό HQ13X003312 η οποία καταχωρήθηκε την 24/1/
- V. Υπόθεση με αριθμό HQ13X03348 η οποία καταχωρήθηκε την 27/01/2013 VI. Υπόθεση με αριθμό HQ13X0094 η οποία καταχωρήθηκε την 1/03/
- VII. Υπόθεση με αριθμό HQ13X04420 η οποία καταχωρήθηκε την 4/09/
- VIII. Υπόθεση με αριθμό HQ14X01793 η οποία καταχωρήθηκε την 29/04/
- Αντίγραφο της Αγωγής "Claim Form" της εν λόγω υπόθεσης υπ' αριθμό VIII στην οποία το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί επ' ακριβώς τα αγώγιμα δικαιώματα του αιτητή και των Άγγλων Αγοραστών και πάντοτε ενδεικτικά σε συνάρτηση με την παρούσα υπόθεση επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Σημειώνω ότι μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαιτήσεως στην εν λόγω υπόθεση αφού ακόμη βρίσκεται στα αρχικά της στάδια. Ο αιτητής προτίθεται να συμμετέχει σε παρόμοιας φύσης αγωγή με άλλους Άγγλους αγοραστές εντός των προσεχών εβδομάδων. 15.Σε σχέση με τις πιο πάνω αγωγές και ενδεικτικά ως προς την ομοιότητα των επίδικων θεμάτων με την παρούσα υπόθεση σημειώνω τα ακόλουθα: Α) Ενάγοντες είναι περίπου 800 Άγγλοι Αγοραστές. Β) Τα επίδικα θέματα είναι τα ίδια και στις πέντε πιο πάνω αγωγές. Περιληπτικά και σε ότι αφορά γεγονότα και/ή αγώγιμα δικαιώματα και/ή απαιτήσεις επί των πιο πάνω αγωγών από τους Άγγλους Αγοραστές και τα οποία ταυτίζονται με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση αναφέρω τα εξής: I. Κατά των εναγόμενων εργολάβων και/ή εταιρειών ανάπτυξης και πώλησης κατοικιών και των προσώπων που ενήργησαν ως αντιπρόσωποι ή υπό-αντιπροσώποι (sub-agents) αυτών επιζητείται διάταγμα για ακύρωση των σχετικών συμφωνιών πώλησης των επίδικων κατοικιών και αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή για αμέλεια. II. Κατά της Εναγόμενης Τράπεζας ήτοι Alpha Bank επιζητείται ακύρωση των συμφωνιών δανείου και των συναφών πληρεξουσίων βάσει των οποίων συνάφθηκαν οι συμφωνίες δανείου και αποζημιώσεις. Στην Alpha Bank αποδίδεται ότι ενήργησε από κοινού με τις εναγόμενες κατασκευάστριες εταιρείες και/ή των διευθυντών και/ή των αντιπροσώπων τους, ότι προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς τους Άγγλους Αγοραστές, ότι βασίστηκε για τη σύναψη της συμφωνίας δανείου σε πληρεξούσια έγγραφα που δόθηκαν από τους Άγγλους Αγοραστές σε Κύπριους δικηγόρους και/ή αντιπροσώπους εν αγνοία τους ως προς το εύρος των παρεχόμενων εξουσιών και/ή των όρων εντολής και ότι παράβηκε συμβατικές και άλλες υποχρεώσεις της και ότι είχε γνώση των ψευδών παραστάσεων στις οποίες προέβη η εκάστοτε κατασκευάστρια εναγόμενη εταιρεία και/ή διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι αυτής. Γ) Στην υπόθεση υπό στοιχείο (Ι) στην παράγραφο 15 πιο πάνω έχει, ως προαναφέρεται, ήδη εκδοθεί απόφαση από το High Court την 20/07/2012 με την οποία απερρίφθη αίτημα της Alpha Panareti και του διευθυντή της για αναστολή της διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του αγγλικού δικαστηρίου και/ή λόγω του ότι η Κύπρος αποτελεί το forum conveniens για την εκδίκαση της διαφοράς ("η Απόφαση του High Court"). Αντίγραφο της Απόφασης του High Court στην οποία θα γίνει αναφορά και πιο κάτω επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Στην προαναφερόμενη απόφαση του High Court που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 5 με γεγονότα πολύ παρόμοια με αυτά της δικής μας υπόθεσης γίνονται, ανάμεσα σε άλλα, και οι εξής διαπιστώσεις: Α) στην παράγραφο 28 στη σελίδα 12 ότι οι συμφωνίες πώλησης των επίδικων κατοικιών της υπόθεσης εκείνης συνάφθηκαν στην Αγγλία και ότι οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις έγιναν στην Αγγλία. Β) στην παράγραφο 90 στη σελίδα 27 ότι το εφαρμοστέο αστικό δίκαιο είναι το Αγγλικό. Γ) ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 22 του Κανονισμού (ΕΚ)44/2001 που προβλέπει ότι σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων δικαιοδοσία έχουν τα κράτη μέλη της τοποθεσίας του ακινήτου. Το σχετικό απόσπασμα από την Απόφαση του High Court βρίσκεται στην παράγραφο 21 στη σελίδα 8 όπου αναφέρεται ότι "I reject that submission for broadly the reasons given by the Claimants which I will refer to below and find that the Claimants have a strong arguable case that Article 22 does not apply...it is not sufficient, for Article 22 to apply that a right in rem in immovable property is merely involved in the action or that the action has a link with immovable property. The action must be based on a right in rem and not on a right in personam. This is an action to rescind a contract for the sale of land and is an action in personam. The contract may by registration have created a right in rem but the Claimants by this action for rescission are not basing their claim on that right" Δ) Ότι οποιαδήποτε συμβατική πρόνοια που θα υποχρέωνε τους Άγγλους Αγοραστές στην υπόθεση εκείνη να διεκδικήσουν στην Κύπρο τα δικαιώματα τους θα ήταν άδικη (παράγραφος 42 στη σελίδα 15 της απόφασης): «A term compelling the Claimants - all of whom are private individuals - to bring proceedings in Cyprus would unduly hinder them. It would be unfair because it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations by titling them significantly in the supplier's favour. It would be contrary to the requirement of good faith because the term was not expressed clearly. Furthermore the supplier would be taking advantage of the consumer's lack of experience in buying property abroad, and the circumstances in which the contracts were executed» Ε) Ότι οι Άγγλοι Αγοραστές έχουν σοβαρή υπόθεση (το θέμα δεν απαιτούσε τελεσίδικη κρίση σε εκείνο το στάδιο) για να καταδείξουν ότι είναι καταναλωτές στην έννοια των άρθρων 15 με 17 του Κανονισμού 44/
- (παράγραφος 46 στη σελίδα 16 της απόφασης): «In my judgment on the evidence before me the Claimants having a strong argument that they are consumers. They all bought these properties for purposes outside their trade or profession, namely as an investment or holiday home» ΣΤ) Ότι τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και βάσει του άρθρου 5
(1)του Κανονισμού 44/2001. (παράγραφος 55 στη σελίδα 18 της απόφασης): «In the present case, the misleading statements are alleged to have been made in England (except of course in the case of the Scottish claims). Consequently the obligation not to make these misleading statements is performed in England, and in my judgement the English court therefore would have jurisdiction under Article 5
(1)» Ζ) Ότι και όσον αφορά το θέμα του πού επισυνέβη το «ζημιογόνο γεγονός» (που εξετάζεται για σκοπούς του άρθρου 5
(3)του Κανονισμού 44/2001, υπάρχει και εδώ σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ότι αυτό επισυνέβη στην Αγγλία: παράγραφος 58 στη σελίδα 18 της απόφασης: «In the case of the claims for misrepresentation and misstatement in this case, it is strongly arguable that the event giving rise to the damage was the making of false statements by the advisers, as ALPHA'S agent, which took place in England. Alternatively the damage occurred in England because that was the place where the purchaser received and relied on the advice by signing the contracts of sale and powers of attorney: Domicrest Ltd. v. Swiss bank Corp
(1999)QB 548» Στη συνέχεια, στις παρ. 17 έως και 20 ο ενόρκως δηλών με βάσει τα πιο πάνω γεγονότα εκφράζει τις απόψεις τους επί των διαφόρων επιδίκων θεμάτων και δικαιολογεί την ανάγκη που επιβάλλει την σε αυτό το στάδιο καταχώρηση της παρούσας αίτησης που αποσκοπεί στον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και/ή την αναστολή οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης ενόψει των εκκρεμουσών διαδικασιών ενώπιον Αγγλικών Δικαστηρίων και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα θέματα της επίδοσης δυνάμει του Ε.Κ. 1393/2007 ως ακολούθως: (α) ότι ο αιτητής είναι ¨καταναλωτής¨ στην έννοια των άρθρων 15 με 17 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 αφού κατέστησε τον εαυτό του οφειλέτη του ενυπόθηκου χρέους επί καταναλωτικών συμβάσεων συνεπεία των ψευδών και/ή κακόβουλων παραστάσεων και/ή πράξεων και αμελών δηλώσεων γενομένων από την Τράπεζα και/ή τον ατζέντη και/ή τον λογιστή και/ή τους εναγόμενους 2 και/ή τον αντιπρόσωπο προς το πρόσωπο του στην Αγγλία. Εξηγώντας για την πιο πάνω θέση του ότι ο αιτητής ουδεμία επαγγελματική σχέση έχει με την αγορά ακινήτων ή με τη σύναψη δανείων και ότι αγόρασε τα επίδικα ακίνητα για να τα χρησιμοποιεί ως εξοχικές κατοικίες και/ ή για να αποτελέσουν μια καλή επενδυτική δραστηριότητα. Η τράπεζα δε διατηρώντας θυγατρική εταιρεία στην Αγγλία υπό την έννοια του άρθρου 6
(1),5
(5),15
(1)(c), 15
(2),16
(1),16
(2)και 31 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001 δύναται να εναχθεί και/ή να ενάγει τον καταναλωτή στην Αγγλία, (β) τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, (γ) τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και βάσει του άρθρου 5
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 αφού οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις έγιναν στην Αγγλία, (δ) το «ζημιογόνο γεγονός» (που εξετάζεται για σκοπούς του άρθρου 5
(3)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 επισυνέβη στην Αγγλία αφού αυτό ήταν η προβολή ψευδών παραστάσεων που έγιναν στην Αγγλία. Διαζευκτικά η ζημιά επισυνέβη στην Αγγλία διότι είναι εκεί όπου ο Αιτητής έλαβε και βασίσθηκε στις παραστάσεις υπογράφοντας τα 2 Πωλητήρια Έγγραφα, την αίτηση διά σύναψη συμφωνίας δανείου και του πληρεξούσιου. Στη παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης προβάλλονται ειδικότερα και τα ακόλουθα: (Α) Η Τράπεζα δεν εξασφάλισε, ως όφειλε, άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ούτε και επέδωσε τέτοιο κλητήριο ένταλμα στον αιτητή παρά το ότι ο αιτητής κατοικεί εκτός Κύπρου. (Β) Λανθασμένα εκδόθηκε το Διάταγμα για επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό αφού στη σχετική αίτηση που καταχωρήθηκε για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δεν είχαν παρουσιαστεί τέτοια γεγονότα και/ή νομική πτυχή και/ή βάση που να δείχνουν ότι η Ενάγουσα έχει καλή βάση αγωγής και ειδικά ότι το οποιοδήποτε αγώγιμο της δικαίωμα ηγέρθη στην Κύπρο κατά του αιτητή. (Γ) Όπως προκύπτει από το λεκτικό του Πιστοποιητικού Επίδοσης που επισύναψε η Τράπεζα κατά την επίδοση των δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει του διατάγματος ημερ. 28.09.2011 η επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 6.07.2012 και/ή των σχετικών δικαστικών εγγράφων έγινε εν πάση περιπτώσει με τρόπο αντικανονικό αφού μεταξύ άλλων τα δικαστικά έγγραφα κατατέθηκαν και/ή αφέθηκαν στην ταχυδρομική θυρίδα της οικίας του αιτητή χωρίς απόδειξη παραλαβής κατά παράβαση του σχετικού Διατάγματος του Δικαστηρίου διά επίδοση δυνάμει των προνοιών του Ε.Κ. 1393/2007. (Δ) Περαιτέρω ο αιτητής δεν έλαβε προειδοποιητική επιστολή ή την επιστολή τερματισμού και δεν του επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα μεταφρασμένα στα αγγλικά που είναι η γλώσσα που καταλαβαίνει ο αιτητής όπως γίνεται αναφορά στις παραγράφους 13 - 15 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Στην δε παράγραφο 21 συνοψίζονται τα αιτήματα και οι θέσεις επ΄αυτών τα οποία δικαιολογούν κατά την άποψη του ενόρκως δηλούντος την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθ΄ότι ο αιτητής έχει τουλάχιστο συζητήσιμη υπεράσπιση την οποία θα εγείρει εάν και εφόσον κληθεί στο καθ΄ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο με το πέρας της Έφεσης στην υπόθεση Alpha Panareti. Οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως την οποία βασίζουν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ. 2, Δ.6 Θ. 6, 7
(1)(γ), Δ.17 Θ. 1 - 10, Δ.26 Θ. 1, Δ. 33 Θ. 3, 5, Δ.35 Θ. 18 -19, Δ.40 Θ.11, Δ.48 Θ. 1,2,3,4,8,9, Δ.64 στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/2007 του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Άρθρα 1Α και 30
(2)), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 (άρθρα 21 και 22), στη νομολογία, στη διακριτική εξουσία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλουν δε τους ακόλουθους λόγους ένστασης (καταγράφονται αυτολεξεί): «(α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική, (β) Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, είναι ελλιπής, γίνεται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει ορθή νομική βάση, (γ) Ο Εναγόμενος αρ. 1 / Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, (δ) Ο Εναγόμενος αρ. 1/Αιτητής δεν αποκαλύπτει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση, (ε) Ο Εναγόμενος αρ. 1 / Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, (στ) Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια του Εναγόμενου αρ. 1/Αιτητή να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος για τις υποχρεώσεις του προς τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, (ζ) Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.11.2012 είναι ορθή, νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και συνάδει απόλυτα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις και προϋποθέσεις. (η) Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση ενήργησαν στα πλαίσια της νομιμότητας και πιθανή ακύρωση ή/και παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα τους προκαλέσει ζημιά από την άποψη ότι θα παρεμποδιστούν από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους νομότυπα εκδοθείσα απόφαση. (θ) Ο Εναγόμενος αρ. 1/Αιτητής εμποδίζεται (estopped) με την όλη συμπεριφορά του να προωθεί την αίτηση καθώς ενημερώθηκε δεόντως για την προώθηση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και ουδέποτε αντιτάχθηκε στην δικαστική διαδικασία, (ι) Ο Εναγόμενος αρ. 1/Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιονδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την απόρριψη ή/και αναστολή των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 28.11.2012 ή/και της παρούσας διαδικασίας, (ια) Η αίτηση είναι πρόωρη και καταχρηστική, (ιβ) Δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή/και οποιαδήποτε παρατυπία η οποία να μπορεί να ακυρώσει την όλη διαδικασία, (ιγ) Η έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 28.9.2011 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο αρ.1/Αιτητή είναι ορθή, νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και συνάδει απόλυτα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις και προϋποθέσεις, (ιδ) Ο Εναγόμενος αρ. 1/Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιονδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό του Διατάγματος ημερομηνίας 29.9.2011, (ιε) Η επίδοση της Ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο αρ.1/Αιτητή είναι ορθή, νόμιμη και συνάδει πλήρως με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις και προϋποθέσεις, (ιστ) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιονδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, (ιζ) Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση ακολούθησαν την ορθή ή/και την ενδεδειγμένη διαδικασία με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τη σχετική νομοθεσία, τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και τα εκδοθέντα Διατάγματα του Δικαστηρίου, (ιη) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και περιέχει αναληθείς, αβάσιμους, αστήρικτους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς. (ιθ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να εκδώσει την απόφαση ημερομηνίας 28.11.2012, (κ) Όλα τα απαραίτητα έγγραφα επιδόθηκαν δεόντως στον Εναγόμενο αρ. 1/Αιτητή σύμφωνα με το Διάταγμα ημερομηνίας 28.09.2011 και τις δικονομικές απαιτήσεις που καθορίζουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και οι σχετικοί Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί, (κα) Πλείστοι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παντελώς άσχετοι με τους διαδίκους και τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, (κβ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρονται αγωγές και άλλες δικαστικές διαδικασίες που ουδεμία σχέση έχουν με τους διαδίκους και τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, (κγ) Τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα, (κδ) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι οι αναφερόμενες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στην Αγγλία μεταξύ άλλων διαδίκων και τα επισυνημμένα τεκμήρια σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, (κε) Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση συμμορφώθηκαν πλήρως με τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις για την παροχή δανείου σε ξένο νόμισμα, (κστ) Το πληρεξούσιο έγγραφο που παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου ήταν έγκυρο, νόμιμο και νομότυπο και ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγομένου αρ.1/Αιτητή ενήργησε εντός των ορίων εξουσιοδότησής του, (κζ) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 21.07.2008 συντάχθηκε παράνομα ή/και παράτυπα, (κη) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντα του, (κθ) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι θα πρέπει να θεωρηθεί καταναλωτής, (κι) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση έχουν παρουσία στην Αγγλία, (λ) Δεν ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, (λα) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι η επίδοση των σχετικών δικαστικών εγγράφων έγινε κατά τρόπο αντικανονικό, (λβ) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε σοβαρή και εύλογη απόδειξη που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι δεν έλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 9.12.2010, 7.1.2011 και 1.6.2011, (λγ) Η αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια του Εναγόμενου αρ.1/Αιτητή να αποφύγει ή/και να δικαιολογήσει την παράλειψη του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προς του Ενάγοντες/Καθ΄ων η αίτηση. (λδ) Ο Εναγόμενος αρ.1/Αιτητής ενεργεί κακόπιστα, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, (λε) Η αίτηση είναι ελλιπής και δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε σοβαρός και εύλογος λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, (λστ) Η αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων ή/και την αρχή της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης, (λζ) Η αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου δυνάμει του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του αντίστοιχου Άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως ερμηνεύεται από την Κυπριακή και την Ευρωπαϊκή Νομολογία.» Ο κ. Μάριος Σωφρονίου ο οποίος υποστηρίζει με τη δική του ένορκη δήλωση την ένσταση αναφέρει ότι εργάζεται στους ενάγοντες και στην 1η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως του εξηγεί τις αλλαγές που επήλθαν σύμφωνα με την ΚΔΠ 104/2013 στους καθ΄ων η αίτηση και πως λειτουργεί σήμερα. Ακολούθως επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους πιο πάνω λόγους ένστασης όπως και το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεων τις οποίες κατάθεσαν στον φάκελο της υπόθεσης οι ενάγοντες κατά την προώθηση των διαφόρων διαδικαστικών μέτρων τα οποία έλαβαν μέχρι σήμερα όπως και αυτής που υποστήριζε το αίτημα για την έκδοση βεβαίωσης εκτελεστότητας της απόφασης. Όσα δε αποτελούν νομικούς ισχυρισμούς τα δηλώνει κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους τους. Τέλος, δηλώνει περαιτέρω και τα ακόλουθα (τα οποία καταγράφω αυτολεξεί στις παρ. 8 - 31): «
- Λαμβάνω επίσης νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μας ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης προκύπτουν και δικαιολογούνται απόλυτα από τα έγγραφα που βρίσκονται κατατεθειμένα στον φάκελο του Δικαστηρίου και ότι από αυτά προκύπτει ότι ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής έλαβε σαφείς και πλήρεις οδηγίες και πληροφόρηση για την καταχώρηση της Αγωγής και για τα δικαιώματα του.
- Στις παραγράφους αρ. 6, 7, 14 και 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής επιχειρεί να συνδέσει την Αγωγή με αριθμό υποθέσεων που φαίνεται ότι έχουν καταχωρηθεί στην Αγγλία από Άγγλους πολίτες εναντίον κυπριακών εταιρειών ανάπτυξης γης. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρατίθενται στις εν λόγω παραγράφους, ο ίδιος δεν έχει προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια στην Αγγλία, καταγράφοντας απλώς πρόθεση συμμετοχής σε παρόμοιας φύσης αγωγή.
- Τονίζω επίσης ότι από τα στοιχεία που παραθέτει ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής, όλες οι αναφερόμενες υποθέσεις που εκκρεμούν στα αγγλικά δικαστήρια στρέφονται εναντίον της Alpha Bank, πλην μιας υπόθεσης που φέρεται να στρέφεται εναντίον και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Εισηγούμαι ότι για την εν λόγω υπόθεση δεν δίδονται επαρκή στοιχεία ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η συνάφεια της με την Αγωγή. Υπογραμμίζω ότι η Αγωγή σχετίζεται με δικαιώματα της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, η οποία είχε καταρτίσει με τους εναγόμενους όλες τις αναφερόμενες συμφωνίες και ότι σήμερα προωθείται από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία δεν είχε καμία σχέση με τα επίδικα θέματα, απλά και μόνο λόγω της έκδοσης του Διατάγματος ΚΔΠ 104/
- Λαμβάνω νομική συμβουλή ότι σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δεν προκύπτει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι αναφερόμενες αγγλικές εταιρείες Probiz Network και Feisal Nahaboo Global και ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου αρ.1 / Αιτητή ενεργούσαν για ή είχαν οποιαδήποτε σχέση με τους Ενάγοντες - Καθ' ών η Αίτηση. Ούτε ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου αρ.1/ Αιτητή ενήργησε δόλια ή καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας του. Οι διάφοροι υπαινιγμοί που τίθενται απορρίπτονται ως εκ των υστέρων σκέψεις. Ούτως ή άλλως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας ότι τα πιο πάνω πρόσωπα δεν είναι διάδικοι στην Αγωγή και τίποτα δεν εμποδίζει τον Εναγόμενο αρ.1/ Αιτητή, εάν το επιθυμεί, να κινηθεί εναντίον τους δικαστικά στην Αγγλία.
- Βάσει των πιο πάνω επισημάνσεων, λαμβάνω νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μας ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε σύνδεση των Εναγόντων / Καθ' ων η Αίτηση με τις αγγλικές διαδικασίες.
- Απορρίπτω τον ισχυρισμό της παραγράφου αρ. 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση περί μη ενημέρωσης για συναλλαγματικούς κινδύνους και λέγω ότι τα επίδικα δάνεια χορηγήθηκαν σε Ευρώ που κατά την εν λόγω περίοδο ήταν το επίσημο ημεδαπό νόμισμα της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, δεν χωρούσε εφαρμογή των σχετικών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο1) που αφορούσαν δάνεια σε ξένο νόμισμα ως προς το ημεδαπό νόμισμα της Δημοκρατίας, δηλαδή την Κυπριακή Λίρα κατά την ημερομηνία σύνταξης του εν λόγω τεκμηρίου (11/10/2006) και εν συνεχεία (01/01/2008) το Ευρώ. Ως εκ τούτου και το Τεκμήριο 2 είναι άσχετο με τα γεγονότα της Αγωγής.
- Λαμβάνω νομική συμβουλή ότι ακόμη και εάν ο πιο πάνω ισχυρισμός του Εναγόμενου αρ.1/ Αιτητή ευσταθούσε, δεν θα είχε οποιαδήποτε συνέπεια στο κύρος και την ισχύ των επίδικων συμφωνιών, απλά θα καθιστούσε την τράπεζα υπόλογη στο ενδεχόμενο κυρώσεων από την Κεντρική Τράπεζα.
- Σημειώνω περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής ως άτομο που είχε και εξακολουθεί να έχει τη μόνιμη διαμονή στην Αγγλία, με επίσημο νόμισμα του εν λόγω κράτους την αγγλική λίρα, είναι αδιάφορο κατά πόσον το δάνειο που θα λάμβανε θα ήταν σε ξένο νόμισμα, αφού εν πάση περιπτώσει η αποπληρωμή του θα γινόταν σε νόμισμα που θα ήταν ξένο προς αυτόν και θα ήταν άμεσα συνυφασμένη με τις ισοτιμίες ξένου συναλλάγματος, τις οποίες ουσιαστικά αποδέχθηκε επιζητώντας δανειοδότηση στην Κύπρο.
- Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό της παραγράφου αρ. 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ότι η πώληση των επίδικων διαμερισμάτων συνιστούσε μεταπώληση (resale), αφού το μόνο που συνάγεται από το Τεκμήριο 3 της Αίτησης είναι ότι υπήρξε υποθήκευση της ακίνητης ιδιοκτησίας εντός της οποίας βρίσκονται τα εν λόγω διαμερίσματα με ταυτόχρονη δέσμευση της Marfin Popular Bank Public Co Ltd για απάλειψη της υποθήκης κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Εισηγούμαι ότι η επισύναψη του εν λόγω εγγράφου επί της Αίτησης αποδεικνύει ότι η πλευρά του Εναγόμενου αρ.1/ Αιτητή είχε στην κατοχή της εξ αρχής όλα τα σχετικά έγγραφα της υπόθεσης και αντικρούει τον ισχυρισμό της παραγράφου αρ. 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ότι δήθεν ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην τα έχει στην κατοχή του. Τονίζω ότι το συγκεκριμένο έγγραφο ουδέποτε επιδόθηκε από τους δικηγόρους μας στον Εναγόμενο αρ.1/ Αιτητή.
- Πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας ότι η αγγλική απόφαση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ως Τεκμήριο 5 δεν αφορά ίδια γεγονότα με αυτά της Αγωγής αλλά παρόμοια. Περαιτέρω, στο βαθμό που πραγματεύεται θέματα που σχετίζονται με Ευρωπαϊκό Κανονισμό δεν μπορεί να δημιουργήσει νομικό προηγούμενο (precedent), αλλά μόνο να παράσχει καθοδήγηση.
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση σημειώνω ότι ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής δεν μπορεί να θεωρηθεί καταναλωτής υπό την έννοια του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες στην Αγγλία. Εισηγούμαι ότι το Τεκμήριο 6 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποστηρίξει τον σχετικό ισχυρισμό. Αρνούμαι επίσης ότι τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία βάσει των αναφερόμενων διατάξεων.
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 18 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση σημειώνω τα ακόλουθα: (Α) Δεν ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος καθώς εκτός από τον Αιτητή, η Αγωγή στρεφόταν και εναντίον της εναγόμενης αρ. 2 που είναι εταιρεία με έδρα στην Κύπρο, (Β) Ορθώς εκδόθηκε Διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αφού είχε προηγηθεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην ημεδαπή εναγόμενη αρ. 2 και είχαν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο γεγονότα που δικαιολογούσαν τη δικαιοδοσία του. Σημειώνω ότι πέραν από τα εν λόγω στοιχεία, η δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων προκύπτει από τις σχετικές ρήτρες δικαιοδοσίας επί των εκχωρητηρίων εγγράφων και το γεγονός ότι μόνο τα κυπριακά Δικαστήρια θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν αξιώσεις σε σχέση με τα εκχωρηθέντα κατατιθέμενα πωλητήρια έγγραφα. (Γ) Η επίδοση στην Αγγλία έγινε με τρόπο που σύμφωνα με τους Αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας θεωρείται καλή και έγκυρη επίδοση. Ο Εναγόμενος αρ.1 / Αιτητής δεν αρνείται ότι η διεύθυνση στην οποία απεστάλησαν τα σχετικά έγγραφα είναι η δική του, εισηγείται απλώς ότι θα έπρεπε να του είχαν σταλεί με συστημένο ταχυδρομείο, (Δ) Οι επιστολές πριν την καταχώρηση της Αγωγής, είχαν αποσταλεί απευθείας στον Εναγόμενο αρ.1 / Αιτητή και όχι σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο του. Η προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 09/12/2010 και στη συνέχεια η επιστολή τερματισμού των επίδικων συμφωνιών δανείου ημερομηνίας 07/01/2011 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Θ και Ι αντίστοιχα στην πιο πάνω αναφερόμενη ένορκη δήλωση της Μαρίας Ιωάννου Κάρουλλα ημερομηνίας 31/10/
- Οι δικηγόροι μας του είχαν επίσης αποστείλει προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 01/06/2011, Τεκμήριο ΙΑ στην ίδια ένορκη δήλωση (το ορθό θα ήταν στην ίδια διεύθυνση). Ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής αγνόησε όλες τις πιο πάνω επιστολές και παρέλειψε να ανταποκριθεί με οποιονδήποτε τρόπο και να επιδείξει ενδιαφέρον για τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Λαμβάνω νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μας πως το γεγονός ότι καμιά από τις πιο πάνω επιστολές, οι οποίες όλες απεστάλησαν στη διεύθυνση κατοικίας του Εναγόμενου αρ.1/ Αιτητή στην οδό The Old Farmhouse, Manor Road, Norfolk, North Wootton, Kings Lynn, PE30 3PZ, U.K. δεν επιστράφηκε για οποιονδήποτε λόγο από το ταχυδρομείο, δημιουργεί σύμφωνα με τη νομολογία τεκμήριο ότι πράγματι παραλήφθηκαν από τον παραλήπτη τους. Καταλήγω ότι όλα τα έγγραφα που επιδόθηκαν είχαν μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα.
- Εισηγούμαι ότι ο Εναγόμενος αρ.1 / Αιτητής επέδειξε και εξακολουθεί να επιδεικνύει αδικαιολόγητη αδιαφορία προς την δικαστική διαδικασία στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι όλα τα σχετικά δικαστικά έγγραφα του επιδόθηκαν δεόντως και μάλιστα δύο φορές.
- Συγκεκριμένα, τα εν λόγω έγγραφα του επιδόθηκαν αρχικά την 18/11/2011, δια της ταχυδρόμησης τους στο ταχυδρομικό του κιβώτιο (by posting them through the defendant's letterbox). Όπως σημειώθηκε από την αρμόδια αρχή παραλαβής των εγγράφων της Αγγλίας δυνάμει του σχετικού Κανονισμού, ο εν λόγω τρόπος επίδοσης θεωρείται καλή επίδοση δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α η σχετική βεβαίωση).
- Την 29/06/2012 εξασφαλίσαμε Διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, με οδηγίες όπως επιδώσουμε εκ νέου τα σχετικά έγγραφα της αγωγής στον Εναγόμενο αρ.1 - Αιτητή. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, τα έγγραφα επιδόθηκαν ξανά στον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή την 17/12/2012 με τον ίδιο τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω.
- Τονίζω ότι ο Εναγόμενος αρ.1 / Αιτητής είχε ενημερωθεί πλήρως για το ακριβές κείμενο, την ερμηνεία, τους όρους και την ισχύ των επίδικων συμφωνιών δανείου, των συμφωνιών εγγύησης, των πωλητηρίων εγγράφων και των εκχωρητηρίων τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στην Αγωγή.
- Θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση μου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι με επιστολή τους ημερομηνίας 14/07/2014, οι δικηγόροι του Εναγόμενου αρ.1/ Αιτητή στην Αγγλία υπέβαλαν στους εκεί δικηγόρους μας πρόταση διευθέτησης της Αγωγής (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β η σχετική επιστολή). Την εν λόγω επιστολή ακολούθησε η έκδοση διατάγματος από αγγλικό Δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την 30/09/2014 για την εξεύρεση εναλλακτικών τρόπων επίλυσης της διαφοράς (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ το σχετικό διάταγμα). Εισηγούμαι ότι η καταχώρηση της Αίτησης μετά την μη τελεσφόρηση της πρότασης διευθέτησης, αποδεικνύει πως η Αίτηση απετέλεσε εκ των υστέρων σκέψη του Εναγόμενου αρ.1/ Αιτητή ώστε να αποφύγει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
- Εισηγούμαι περαιτέρω ότι με όλα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, δεν δικαιολογείται με οποιονδήποτε τρόπο η παρέλευση του διαστήματος από την ημέρα που ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής πληροφορήθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον του και της ημερομηνίας καταχώρησης της Αίτησης. Σημειώνω ότι εντέχνως ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής αποφεύγει να αναφέρει πότε του επιδόθηκε το Τεκμήριο 8 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Επισυνάπτω ως Τεκμήρια Δ και Ε emails των δικηγόρων μας στην Αγγλία προς τους δικηγόρους μας στην Κύπρο από τα οποία προκύπτει ότι η επίδοση διενεργήθηκε την 02/04/2014 και εισηγούμαι ότι ο χρόνος των 6 μηνών που διέρρευσε δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί εύλογος και δικαιολογημένος.
- Λαμβάνω νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μας ότι σύμφωνα με τη νομολογία, για να πετύχει μια αίτηση όπως η παρούσα θα πρέπει ο αιτητής εκτός από του να δικαιολογήσει την καθυστέρηση του, να αποκαλύψει στο Δικαστήριο εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Εισηγούμαι ότι σε κανένα σημείο της αίτησης του, ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής δεν αναφέρει οτιδήποτε που θα μπορούσε να εκληφθεί ως εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι οι ισχυριζόμενοι λόγοι είναι γενικοί, αόριστοι, αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι.
- Επαναλαμβάνω ότι η επίδοση στην Αγγλία έγινε με τρόπο που σύμφωνα με τους Αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας θεωρείται καλή και έγκυρη επίδοση, ότι όλα τα σχετικά έγγραφα επιδόθηκαν μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε περίπτωση να ισχυριστεί ο Εναγόμενος αρ.1/ Αιτητής ότι δεν μπορούσε να τα κατανοήσει. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δεν υπάρχει οποιαδήποτε σημείωση επί του σημείου αρ. 14 όπου το πρόσωπο στο οποίο γίνεται επίδοση δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ)1393/2007 μπορεί να αρνηθεί να αποδεχθεί τα έγγραφα, εάν είναι σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνει, ή την επίσημη γλώσσα του τόπου επίδοσης, ή δεν συνοδεύονται από μετάφραση.
- Πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας ότι η ύπαρξη έφεσης στην Αγγλία ανάμεσα σε άλλους διαδίκους και επί θεμάτων που δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί να κρίνει με βεβαιότητα τη συνάφεια τους ή μη με τα επίδικα θέματα της Αγωγής, δεν μπορεί να επηρεάζει την παρούσα υπόθεση.
- Πιστεύω ότι πιθανή επιτυχία της Αίτησης θα ήταν ενάντια στη βασική αρχή της φυσικής δικαιοσύνης ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει χωρίς εύλογο λόγο να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του.
- Για τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι όπως η υπό εξέταση αίτηση απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Εναγόμενου αρ.1/ Αιτητή.
- Επειδή αρκετά από τα στοιχεία που αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση προκύπτουν από πληροφόρηση που γίνεται από τους δικηγόρους μας στην Αγγλία, επιφυλάσσω το δικαίωμα μας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε περίπτωση που μας αποσταλούν οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα με την παρούσα υπόθεση.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και προχώρησαν - μετά από άδεια του Δικαστηρίου - σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Στη συνέχεια της απόφασης μου, όπου κριθεί αναγκαίο, θα αναφερθώ σε σημεία των επισημάνσεων και εισηγήσεων τους. Θα ξεκινήσω την ανάλυση μου από την προβαλλόμενη εκ μέρους των αιτητών αναγκαιότητα για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος δυνάμει των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.2 Θ. 2 σε συνδυασμό με τη Δ.6 Θ.1(θ). Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν εξασφάλισαν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Πράγματι στη Δ.2 Θ. 2 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας προνοείται ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου ή για το οποίο θα δοθεί ειδοποίηση εκτός Κύπρου, θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Ωστόσο η Δ.6 Θ. 1(θ) προνοεί ότι μπορεί να επιτραπεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση, όταν οιονδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί διάδικος σε αγωγή που ηγέρθη εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. Στην παρούσα υπόθεση η εναγόμενη 2 είναι Κυπριακή Εταιρεία με έδρα της την Κύπρο, δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι είναι αναγκαίος διάδικος όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια κατά την ανάλυση του επόμενου θέματος και σε αυτήν επιδόθηκε η αγωγή την 22.07.2011 πριν οι ενάγοντες προβούν σε αίτηση για επίδοση και στον εναγόμενο 1 εκτός δικαιοδοσίας την 4.08.2011 (βλ. Niki Christophorou Cosmetics Ltd v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 273 και Larticon Co v. Detergenta Development Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1121). Καταλήγω σε σχέση με αυτό το ζήτημα ότι δεν ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος. Θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα του κατά πόσο λανθασμένα εκδόθηκε το διάταγμα για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή/και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας με ημερομηνία 28.09.2011 καθώς προβάλλεται ότι τα γεγονότα όπως παρουσιάστηκαν δεν αποκάλυπταν καλή βάση αγωγής και ειδικότερα βάση αγωγής στην Κύπρο. Σύμφωνα με τη νομολογία μας κατά την εξέταση αίτησης για εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας με την οποία επεκτείνεται η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εφόσον υπάρχει εναγόμενος ο οποίος διαμένει εντός δικαιοδοσίας θα πρέπει να κριθεί ότι αυτός που διαμένει εκτός δικαιοδοσίας είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Το ζήτημα ρυθμίζεται από την Δ.6 Θ. 1 και το Δικαστήριο παρέχει τέτοια άδεια εκδίδοντας σχετικό διάταγμα εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται υπό τα (α) έως το (θ) της Διαταγής. Σε σχέση με την εξέταση και την προσέγγιση τέτοιας αίτησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Zachar & Pant Ender Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 Α.Α.Δ. 447. «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν». Κάθε αίτηση για επίδοση σε Εναγόμενο κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο Ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως (prima facie) καλό αγώγιμο δικαίωμα και να δείχνει σε ποιο μέρος ή χώρα ο Εναγόμενος είναι πιθανόν ή δυνατό να βρεθεί και κατά πόσο τέτοιος Εναγόμενος είναι κύπριος υπήκοος ή όχι και τους σκοπούς για τους οποίους γίνεται η αίτηση, και τέτοια άδεια δεν θα δοθεί εκτός αν φανεί ικανοποιητικό στο Δικαστήριο ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου (βλ. Δ.6 Θ.4). Για δε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει μια τέτοια αίτηση και τι πρέπει αυτή να διαλαμβάνει βλ. την Hans Mousa El-Sayegh v. Gredit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836 και την Willsnop κ.ά. v. Mammous κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 174. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Griffiths David John κ.ά. Αρ. Αγ. 2272/2012 ημερ. 30.01.2015 αναφέρονται τα ακόλουθα από τον κ. Μαλαχτό Π.Ε.Δ. τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως καθοδήγηση. « γενικά δε σε σχέση με την Δ.6 Θ. 1* το Δικαστήριο θα δώσει τέτοια άδεια και θα εκδώσει ανάλογο διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στο εξωτερικό εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναγράφονται από το (α) - (Θ) της διαταγής αυτής. *Τηρουμένου του άρθρου 5 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Κεφ. , επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο, ή τον Δικαστή όταν: (α) Ολόκληρο το αντικείμενο της αγωγής αφορά ακίνητη ιδιοκτησία οποιουδήποτε είδους και βρίσκεται στην Κύπρο ή (β) Οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη, διαθήκη, σύμβαση, υποχρέωση ή ευθύνη που επηρεάζει ακίνητη ιδιοκτησία οποιουδήποτε είδους και βρίσκεται στην Κύπρο απαιτείται να ερμηνευτεί, ρυθμιστεί, παραμεριστεί ή επιβληθεί στην αγωγή ή, (γ) Ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που κατοικεί ή διαμένει μόνιμα στην Κύπρο ή, (δ) Η αγωγή αφορά διαχείριση κινητής περιουσίας οιουδήποτε αποθανόντος ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του κατοικούσε στην Κύπρο ή για εκτέλεση (αναφορικά με περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο) των εμπιστευμάτων οποιασδήποτε γραπτής παρακαταθήκης της οποίας το πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση είναι θεματοφύλακας (trustee) και η οποία παρακαταθήκη πρέπει να εκτελεσθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κύπρου ή, (ε) Η αγωγή εγείρεται για να επιβάλει, καταργήσει, διαλύσει, ακυρώσει ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο επηρεάσει μια σύμβαση ή να ανακτήσει τη βλάβη ή άλλη θεραπεία αναφορικά ή σε σχέση με παράβαση σύμβασης (breach of contract) (I) που έγινε στην Κύπρο ή, (ΙΙ) έγινε από ή μέσω αντιπροσώπου ο οποίος εμπορεύεται ή κατοικεί στην Κύπρο εκ μέρους του εντολέα ο οποίος εμπορεύεται ή κατοικεί εκτός Κύπρου, ή πρόκειται για αγωγή που ηγέρθη σε σχέση με παράβαση που έλαβε χώρα στην Κύπρο και αφορά συμβόλαιο το οποίο μπορεί να έγινε οπουδήποτε ακόμα και εάν τέτοια παράβαση προηγήθηκε ή συνοδευόταν από παράβαση που έγινε εκτός Κύπρου και η οποία κατέστησε αδύνατη την υλοποίηση του μέρους του συμβολαίου που έπρεπε να υλοποιηθεί στην Κύπρο, ή (στ) Η αγωγή στηρίζεται σε αστικό αδίκημα που έγινε στην Κύπρο, ή (η) ζητείται διάταγμα το οποίο να απαγορεύει να γίνει κάτι στην Κύπρο ή να παρεμποδισθεί οποιαδήποτε οχληρία είτε ζητούνται αποζημιώσεις είτε δεν ζητούνται ή (θ) οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί ως διάδικος σε αγωγή που ηγέρθη εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. Εφόσον τα διαβήματα αυτής της φύσης γίνονται με μονομερή αίτηση, σε αυτή θα πρέπει να γίνεται πλήρης αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος, βλ. Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597. Όπως δε έχει περαιτέρω νομολογηθεί, δεν αποτελεί η κάθε παράλειψη παραπλάνηση (βλ. Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως δε αποφασίστηκε στις Demstar, ανωτέρω, Sait Electonic S.A. από Βρυξέλλες v. The Ship "Dominique" and 2 others
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 365, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 995. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία μας σε μια αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνεται πλήρης αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα ασκήσει την εξουσία του για την έκδοση του Διατάγματος (βλ μεταξύ άλλων Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd
(1996)1 AAΔ 597). Περαιτέρω τα γεγονότα που θα λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για παραμερισμό είναι αυτά που αναφέρονται στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και όχι αυτά που περιέχονται στην αίτηση για παραμερισμό (βλ. Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd
(1996)1 AAΔ 597, Sait Electronic S.A. v. The Ship "Dominique" and others
(1989)1 (E) AAΔ 365, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1AAΔ 1030, Her Britanic majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P.Lanitis Investments Ltd
(1999)1ΑΑΔ
- Έχω διεξέλθει την αίτηση ημερομηνίας 4.08.2011 όπως και την ένορκη δήλωση της κ. Μ. Ιωάννου που την υποστήριζε. Διαπιστώνεται από το περιεχόμενο των πιο πάνω και σε παραπομπή στην έκθεση απαιτήσεως ότι αντικείμενο της αγωγής είναι δύο συμβάσεις δανείου μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 με την εγγύηση εκ μέρους της εναγομένης 2, όπως και στις συμβάσεις εκχώρησης των δικαιωμάτων του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες τα οποία απορρέουν από τις συμφωνίες πώλησης δύο διαμερισμάτων από την εναγόμενη 2 στον εναγόμενο
- Αφορούσαν δε συγκεκριμένα την αγορά δύο διαμερισμάτων στο χωριό Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας, καταρτίστηκαν σε κατάστημα των εναγόντων στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου και όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο όπως διατείνεται ο εναγόμενος 1, το δάνειο εξασφαλιζόταν με υποθήκη από την εναγόμενη 2 η οποία είναι εταιρεία με έδρα της την Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου και η σύμβαση έχει διαρρηχθεί εντός των ορίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου καθώς ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλλει ως όφειλε, τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις που ήταν πληρωτέες στους λογαριασμούς που ανοίχθηκαν ειδικά για τις εν λόγω συμφωνίες στο κατάστημα των εναγόντων στην Αγία Νάπα που είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες να τερματίσουν τις εν λόγω συμβάσεις. Έχοντας υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής, τόσο για την εναγόμενη 2 η οποία εγγυήθηκε τις επίδικες συμβάσεις, όσο και για τον εναγόμενο 1 για τον οποίο αναγράφεται στις εν λόγω συμβάσεις ότι είναι Άγγλος υπήκοος και σημειώνεται η διεύθυνση στην οποία διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υποστηριζόταν στην ένορκη δήλωση της κ. Μ. Ιωάννου ότι η βάση της αγωγής βρίσκεται εντός των ορίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, καθώς τόσο το κατάστημα των εναγόντων στο οποίο υπογράφτηκαν οι επίδικες συμφωνίες δανείου, όσο και το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης 2 βρίσκονται στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου (βλ. Άρθρο 21 (α) και (β)* του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), βλ. και την υπόθεση G.J.Magdon Ltd v. A.L.Metal Trading Ltd
(2001)1Γ ΑΑΔ 2064 όπου κρίθηκε ότι δεδομένου ότι η συμφωνία έγινε στην Κύπρο, όπου μάλιστα έγιναν στην εφεσίβλητη και πληρωμές από την εφεσείουσα για την εκτέλεση των εργασιών, τα κυπριακά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τη διαφορά. *Άρθρο 2 1(α) και (β): Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τα διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ΄ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι΄ην το δικαστήριον καθιδρύθη (β) ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι΄ην το δικαστήριον καθιδρύθη. Επομένως καταλήγω ότι εκπληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις της Δ.6 (Θ.1) (α),(γ),(ε) και (θ) για την έκδοση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εφόσον το αντικείμενο της αγωγής είναι τα δύο διαμερίσματα στο χωριό Ξυλοφάγου, ζητείται θεραπεία εναντίον της εναγομένης 2 η οποία έχει έδρα της την Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, η αγωγή αφορά παράβαση συμβάσεων που καταρτίστηκαν στην Επαρχία Αμμοχώστου και ο εναγόμενος 1 ως πρωτοφειλέτης ήταν αναγκαίος και κατάλληλος διάδικος στην αγωγή που ηγέρθη εναντίον της εναγομένης 2 ως εγγυήτριας εφόσον τα δικαιώματα των εναγόντων απορρέουν από τα δύο πωλητήρια και εγγυητήρια έγγραφα τα οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι και από τις συμφωνίες εκχώρησης τους από τον εναγόμενο 1, οι οποίες επιπλέον εμπεριέχουν ρητές ρήτρες δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Περαιτέρω το εν λόγω διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκε αφότου είχε στο μεταξύ επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα στην εναγόμενη 2 που έχει την έδρα της εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Στην κριτική που γίνεται για αυτό το ζήτημα από πλευράς εναγόμενου δεν βρίσκω οτιδήποτε που θα με οδηγούσε σε διαφορετικό συμπέρασμα πλην του ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνταν σύμφωνα με τους Θεσμούς και ως εκ τούτου δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο
- Καταλήγω επομένως ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το ζήτημα του κατά πόσο η επίδοση της αγωγής και των άλλων σχετικών εγγράφων που την αφορούν ή προαπαιτούνται επιδόθηκαν στον εναγόμενο 1 - αιτητή νομότυπα και σύμφωνα με τους Κυπριακούς Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας ή και τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 1393/2007, διαδικασία για την οποία αξιώνεται διάταγμα ακύρωσης ή παραμερισμού της στο αιτητικό Δ της αίτησης καθώς αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και η πληρότητα των εγγράφων που του επιδόθηκαν από πλευράς εναγομένου 1 - αιτητή. Σύμφωνα με το εθνικό - κυπριακό δίκαιο, η νομική βάση για την επίδοση της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός Κύπρου είναι η Δ.48 Θ. 13 η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Ως προς την ισχύ του διατάγματος σχετική είναι η Δ.48 Θ. 12 ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Κάθε διάταγμα από την ημερομηνία που φέρει θα είναι δεσμευτικό για το πρόσωπο με αίτηση του οποίου εκδόθηκε και για όλους τους διαδίκους στην αγωγή στους οποίους επιδόθηκε δεόντως ειδοποίηση για την αίτηση. Όταν σε οποιοδήποτε διάδικο στην αγωγή δεν επιδόθηκε δεόντως ειδοποίηση για την αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό γι΄αυτόν από την ημερομηνία επίδοσης σ΄αυτόν επισήμου αντιγράφου της αίτησης.» Για δε το κοινοτικό δίκαιο σχετικά είναι τα ακόλουθα Άρθρα του Ε.Κ.1393/2007: Το άρθρο 4 προνοεί για τη διαβίβαση δικαστικών πράξεων μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών μελών της Ε.Ε., η οποία συνοδεύεται από τυποποιημένη αίτηση στη γλώσσα της χώρας παραλαβής. Το άρθρο 7 προβλέπει για την επίδοση ή κοινοποίηση των πράξεων. Η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει την πράξη είτε με το δίκαιο της χώρας της είτε με την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης, εφόσον δεν αντιβαίνει προς το δίκαιο του κράτους παραλαβής, το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός μηνός από την παραλαβή. Η υπηρεσία παραλαβής εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση ειδοποιεί την υπηρεσία διαβίβασης μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι η οποία συμπληρώνεται στη γλώσσα που δήλωσε η υπηρεσία διαβίβασης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 και το στέλλει στην υπηρεσία διαβίβασης. Το άρθρο 8 εδάφιο 1προνοεί ότι η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη μέσω της τυποποιημένης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης εφόσον η πράξη που επιδίδεται δεν συντάχθηκε ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα που κατανόησε ο παραλήπτης ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής. Το άρθρο 10
(1)προβλέπει ότι αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης μαζί με αντίγραφο της οικείας πράξης. Η βεβαίωση, όπως προνοεί το άρθρο 10
(2)συμπληρώνεται στη γλώσσα που δήλωσε η αρχή διαβίβασης. Στην γνωστή υπόθεση η οποία αφορούσε τις συνεκδικαζόμενες Πολ. Εφέσεις υπ΄ αρ. Ε 23/2013 μέχρι και την υπ΄ αρ. Ε 29/2013 με εφεσείουσα την Alpha Bank Cyprus Ltd και εφεσίβλητους ξένους δανειολήπτες όπως αυτοί φαίνονται στους τίτλους μιας εκάστης των εφέσεων, στις 13.09.2013 το Ανώτατο Δικαστήριο, στην δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία αποφάσισε αυτεπάγγελτα ότι ήταν απαραίτητη η αποσαφήνιση των νομικών σημείων τα οποία προσδιόρισε και φαίνονται στο παράρτημα της Διαταγής από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.). Τα τρία ερωτήματα που είχαν παραπεμφθεί ήταν τα ακόλουθα:
(1)Κατά πόσο η επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση ή κατά πόσο μπορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις.
(2)Αν κριθεί ότι η επίδοση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση, κατά πόσο η παράλειψη στην προκειμένη περίπτωση συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης.
(3)Αν όχι, κατά πόσο μπορεί να γίνει, σύμφωνα με το πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, με επίδοση στο δικηγόρο των υπό διαμαρτυρία εμφανιζομένων Εφεσιβλήτων, ο οποίος έχει αντίστοιχη υποχρέωση εκ μέρους των πελατών του να την παραλάβει ή κατά πόσο η επίδοση θα πρέπει να γίνει με νέα επίδοση δυνάμει της διαδικασίας που προβλέπεται στο ΕΚ 1393/2007. Η πιο πάνω διαδικασία και γνωμάτευση, αντιλαμβάνομαι ότι εκκρεμεί μέχρι και σήμερα ενώπιον του Δ.Ε.Ε. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση της κ. Μ. Ιωάννου Κάρουλλα με ημερομηνία 5.01.2012 με την οποία υποστηρίζεται η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 1 ότι επιδόθηκαν στον τελευταίο τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Το σχετικό έντυπο του Κανονισμού 1393/2007, δεόντως συμπληρωμένο, (β) το κλητήριο ένταλμα και η μετάφραση του στην αγγλική γλώσσα, (γ) η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος για τον εναγόμενο 1 και η μετάφραση της στην αγγλική γλώσσα, (δ) η μονομερής αίτηση με ημερομηνία 4.08.2011 για έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και η μετάφραση της στην αγγλική γλώσσα, (ε) το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και η μετάφραση του στην αγγλική γλώσσα και (στ) η ένορκη δήλωση του δικηγόρου που μετέφρασε τα πιο πάνω έγγραφα στην αγγλική γλώσσα. Τα εν λόγω έγγραφα επιδόθηκαν στον εναγόμενο 1 την πρώτη φορά στις 18.11.2011 διά της ταχυδρόμησης τους στο ταχυδρομικό κιβώτιο που διενεργήθηκε δυνάμει του Κανονισμού (Ε.Κ.) αρ. 1393/2007 και όπως η αρμόδια Αρχή Παραλαβής των εγγράφων της Αγγλίας βεβαιώνει ο εν λόγω τρόπος επίδοσης θεωρείται καλή επίδοση δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και Ουαλίας με τη φράση: "This method is good service under rule 6.3
(1)(c) of the Civil Procedure Rules of England and Wales¨. Παρόμοια, μετά την εξασφάλιση διατάγματος για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, όπως ήταν και οι σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου, επιδόθηκαν ξανά τα σχετικά τροποποιημένα έγγραφα της αγωγής στον εναγόμενο 1 στις 17.12.2012, κατά τον ίδιο πιο πάνω τρόπο και τα ορθά έγγραφα κατά την κρίση μου. Σύμφωνα με τα πιο πάνω είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η επίδοση στην Αγγλία έγινε στη γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου στην Αγγλία, αυτήν που έδωσε στους ενάγοντες όταν συνήψε τις συμφωνίες μαζί τους - χωρίς έκτοτε να τους κοινοποιήσει, αν άλλαξε, την καινούργια του διεύθυνση - και σύμφωνα με τους Αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας θεωρείται ως καλή επίδοση. Ο εναγόμενος 1 απλώς εισηγείται ότι θα έπρεπε να του είχαν σταλεί τα εν λόγω έγγραφα με συστημένο ταχυδρομείο, κάτι που πουθενά δεν προβλέπεται και ούτε βασίζει σε οποιανδήποτε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αυτή τη θέση του. Στα πλαίσια της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου στην υπόθεση Alpha Bank Ltd το Ανώτατο Δικαστήριο με ξεχωριστή απόφαση του έκρινε ότι το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007. Λέχθηκαν στην πιο πάνω απόφαση τα εξής: «Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που στάληκαν για επίδοση, πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ΄ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικό τις επιπτώσεις σ΄αυτούς από οποιανδήποτε πιθανή παραπλάνηση.» Σύμφωνα με το άρθρο 8 εδάφιο Ι του Ε.Κ. 1393/07 η Υπηρεσία Παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη μέσω της τυποποιημένης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο Παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης εφόσον η πράξη που επιδίδεται δεν συντάχθηκε ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα που κατανόησε ο παραλήπτης ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής. Είναι φανερό ότι η βεβαίωση αυτή αφορά μόνο την περίπτωση όπου επιδίδονται έγγραφα σε γλώσσα άλλη από τη μητρική ενός παραλήπτη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην πιο πάνω υπόθεση (Alpha Bank Ltd), στα πλαίσια της οποίας παραπέμφθηκαν τα νομικά ερωτήματα στο Δ.Ε.Ε. ότι ένα από τα έγγραφα που επιδόθηκαν, το πιστό αντίγραφο του Διατάγματος για επίδοση εκτός Κύπρου είχε επιδοθεί μόνο στην ελληνική γλώσσα. Επομένως υπάρχει διαφορά με την παρούσα υπόθεση όπου όλα τα έγγραφα είχαν επιδοθεί με την μετάφραση τους. Το άρθρο 10
(1)του Kανονισμού προβλέπει ότι αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο Παράρτημα Ι, η οποία αποστέλλεται στην Αρχή Διαβίβασης μαζί με το αντίγραφο της οικείας πράξης. Η βεβαίωση, όπως προνοεί το άρθρο 10
(2)συμπληρώνεται στη γλώσσα που δήλωσε η Αρχή Διαβίβασης. Είναι γεγονός ότι στη προκείμενη περίπτωση δεν επιδόθηκε η έντυπη βεβαίωση που εμφαίνεται στο Παράρτημα ΙΙ. Η παράλειψη όμως αυτή δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της εφόσον παρασχέθηκε στον παραλήπτη της πράξης πέραν των όσων ανέφερα πιο πάνω και η δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματα του στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας εντός του κράτους προέλευσης. Κρίνω επομένως ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ένεκα αυτής της παράληψης άκυρη η επίδοση των προαναφερθέντων εγγράφων εφόσον ο εναγόμενος 1 είχε ενημερωθεί σχετικά στη γλώσσα του δηλαδή στην αγγλική, στην οποία ήταν μεταφρασμένα όλα τα σχετικά έγγραφα, σε αυτά διακρινόταν σαφώς ο χρόνος εντός του οποίου μπορούσε να καταχωρήσει εμφάνιση, είχε τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του στα πλαίσια της δίκης, αλλά δεν το έπραξε. Είναι φανερό ότι η τυποποιημένη βεβαίωση του Παραρτήματος Ι συμπληρώθηκε δεόντως ως αναφέρεται πιο πάνω και ότι στο σημείο αρ. 14 του σχετικού εντύπου επίδοσης η οποία σημειώνεται ως Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν υπάρχει οποιαδήποτε σημείωση ότι το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 μπορεί να αρνηθεί να αποδεχθεί τα έγγραφα, εάν είναι σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνει ή την επίσημη γλώσσα του τόπου επίδοσης ή δεν συνοδεύονται από μετάφραση. Και όλα αυτά λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι οι ενάγοντες είχαν αποστείλει όλες τις προειδοποιητικές τους επιστολές όπως και την επιστολή τερματισμού στον ίδιο στην γνωστή του διεύθυνση στην Αγγλία και όχι στον αντιπρόσωπο του, χωρίς αυτός να επιδείξει οποιονδήποτε ενδιαφέρον για τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Σύμφωνα δε με τη νομολογία μας η μη επιστροφή επιστολών που απεστάλησαν κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ. 479). Κατά παρόμοιο τρόπο αντικρίζω και στην παρούσα περίπτωση την αποστολή εκ μέρους των εναγόντων όλων των κατ΄ ισχυρισμών επιστολών τους στην γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου 1. Ο αιτητής δεν προσδιόρισε τη φύση της κατ΄ ισχυρισμό παραπλάνησης του και τις επιπτώσεις που είχε σε αυτόν η πιθανή παραπλάνηση του. Η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων και βεβαιώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του ΕΚ, γίνεται «με οποιονδήποτε κατάλληλο μέσο» εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν και «όλες οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες είναι ευανάγνωστες». Στην συνέχεια από την ίδια πιο πάνω απόφαση από την οποία και τα πιο πάνω αποσπάσματα (Alpha Bank Ltd) στα οποία παραπέμπω αυτό της σελ.13 παρ. 25 όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: «Ο ίδιος ο ΕΚ 1393/2007 δεν κατονομάζει τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδοθούν σε κάθε περίπτωση. Επομένως προκύπτει σαφώς ότι τα έγγραφα που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιδίδονται, είναι αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του δικαστηρίου που διατάζει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς.» Και στη συνέχεια στην παρ. 26: « Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι εκείνο που προσπαθεί ο ΕΚ 1393/2007 να εξισορροπήσει, είναι τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (βλ. Weiss und Partner GbR v.Industrie - und Handelskammer Berlin, C -4/07 [2008] ECR I-3367 και γνωμάτευση Γενικού Εισαγγελέως κ.Y. Bot στην Alder v. Orlowski [2012] EUECJ, C- 325/ (ημερ. 20.09.2012), καθώς και την απόφαση του ΔΕΕ στην ομώνυμη υπόθεση C -325/11, ημερ. 19.1.2012)» και τέλος σε αυτό της παρ. 27: «Οι Εφεσίβλητοι παραπονέθηκαν για κακή επίδοση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Ανώτατο Δικαστήριο σε ξεχωριστή απόφασή του στην έφεση, θεώρησε ότι τα παράπονα των Εφεσιβλήτων για κακή επίδοση ήταν τυπολατρικά και ότι τυχόν αποδοχή τους θα ερχόταν σε αντίθεση όχι μόνο με το όλο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, αλλά και με τους εθνικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Κατά την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση, που αποτελούσαν τα ενακτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των Εφεσιβλήτων.» Καταλήγω στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης αυτής, των Κανονισμών του εθνικού αλλά και του Ευρωπαϊκού δικαίου, των πιο πάνω σχολίων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alpha Bank Ltd, ότι ούτε το πιο πάνω ζήτημα της επίδοσης των εγγράφων της διαδικασίας πάσχει καθ οιονδήποτε τρόπο τόσο ως προς την πληρότητα των εγγράφων που επιδόθηκαν όσο και ως προς τον τύπο τους και τον τρόπο που αυτή διενεργήθηκε. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν με την αίτηση δεν έχουν θετική αντίκριση και απορρίπτονται. Η αίτηση ακύρωσης ή παραμερισμού μιας απόφασης εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Σε μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,
(1937)2 All E.R. 646, καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 736, η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου, με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας), ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4: «
(1). Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2). Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3). Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν επίσης τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) AAΔ 2118, στη σελ. 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω βασικές νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Τα δύο θέματα τα οποία εξετάζονται όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία μας είναι αυτό της καθυστέρησης που τυχόν επιδεικνύεται και αυτό της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Το ζήτημα της καθυστέρησης εξετάζεται τόσο ως προς το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα από της επίδοσης μέχρι και της έκδοσης της απόφασης για να διαφανούν οι συνθήκες της μη έγκαιρης εμφάνισης κάτι που καταδεικνύει το σεβασμό προς τις δικαστικές διαδικασίες όσο και αυτό μετά την έκδοση της απόφασης μέχρι και της καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Η νομολογία καθορίζει ότι η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη εκ μέρους των αιτητών να εμφανιστούν και ακολούθως η αδικαιολόγητη καθυστέρηση τους να πάρουν έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Στην υπόθεση Phylactou v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 όπου αναλύεται ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αναφέρονται τα ακόλουθα : «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην δε υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941 τονίστηκε από τον Πική, Π (όπως ήταν τότε) ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Επίσης στην υπόθεση Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος: Phylactou v. Machael. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με αυτό το ειδικότερο ζήτημα, τα γεγονότα της υπόθεσης με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι συντρέχει καταφρονητική συμπεριφορά εκ μέρους του εναγομένου 1 των διαδικασιών του Δικαστηρίου τόσο πριν την έκδοση της απόφασης όσο και μετά την έκδοση της. Ο εναγόμενος 1 είχε έγκαιρα και νομότυπα όπως αποφάσισα πιο πάνω πληροφορηθεί για την ύπαρξη της αγωγής και δεν έλαβε κανένα μέτρο για την προστασία των συμφερόντων του στη συνέχεια και αφού πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης αποφάσισε να καταχωρήσει την παρούσα μόνο όταν απέτυχε η προσπάθεια που κατέβαλε για εξεύρεση εναλλακτικού τρόπου επίλυσης της διαφοράς του με την ενάγουσα. Όλα αυτά συνηγορούν στην επίδειξη περιφρονητικής στάσης απέναντι στις διαδικασίες του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς του με τους ενάγοντες. Προς τούτο πρόβαλε σειρά λόγων οι οποίοι κατά την άποψη του συνιστούν βάσιμους λόγους υπεράσπισης. Δεν αμφισβητεί ότι συνήψε τις επίδικες συμφωνίες παροχής των δανείων τα οποία έλαβαν από τους ενάγοντες και ότι οφείλουν το υπόλοιπο αυτών των δανείων έστω και διά αντιπροσώπου. Σημειώνω μάλιστα την προσπάθεια που κατέβαλε με τους δικηγόρους του στην Αγγλία για να έρθουν σε ένα φιλικό διακανονισμό με τους ενάγοντες. Στην υπόθεση Καλλής v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 (B) ΑΑΔ 793 αναφέρονται τα ακόλουθα: « αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραγνωρίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Το βάρος αποδείξεως ήταν στον αιτητή και δεν το έχει αποσείσει.» Προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση ότι οι αγγλικές εταιρείες Probiz Network και Feisal Nahaboo Global και ο Πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του αιτητή ότι ενεργούσαν για ή είχαν σχέση με τους καθ΄ων η αίτηση. Επίσης ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του αιτητή ενήργησε δόλια ή καθ΄υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας του. Εκτός από γενικοί οι πιο πάνω λόγοι ήταν και αόριστοι. Δεν υποστηρίχθηκαν από οποιανδήποτε μαρτυρία για να καταδείξουν το βάσιμο τους. Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει σε οποιονδήποτε βαθμό τον δόλο ή την αμέλεια όπως ισχυρίζεται στις παρ. 8 - 11 της ένορκης δήλωσης του και όσα αναφέρει δεν ξεφεύγουν από την γενικότητα και την αοριστολογία. Η τυχόν ευθύνη σε κάθε περίπτωση των πιο πάνω έναντι του αιτητή δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να λάβει νομικά μέτρα εναντίον τους εφόσον υποστηρίζει ότι ενήργησαν κατά τον πιο πάνω τρόπο και σε βλάβη των συμφερόντων του. Ούτε ο ισχυρισμός της παρ. 8 της ένορκης δήλωσης με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση περί δήθεν μη ενημέρωσης του αιτητή για τους συναλλαγματικούς κινδύνους έχει έρεισμα εφόσον τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις συμβάσεις δανείων που συνήψε με τους ενάγοντες αφορούσαν δάνεια σε Ευρώ που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν το επίσημο ημεδαπό νόμισμα της Δημοκρατίας της Κύπρου. Κατά συνέπεια δεν εφαρμόζονταν στη περίπτωση οι σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες αφορούσαν δάνεια σε ξένο νόμισμα εφόσον οι συμφωνίες είχαν συναφθεί την 17.10.2008 σε Ευρώ που ήταν το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πέραν των πιο πάνω όπως είναι και η θέση των καθ΄ων η αίτηση, ο αιτητής ήταν και εξακολουθεί να έχει τη μόνιμη του διαμονή στην Αγγλία, το επίσημο νόμισμα της οποίας είναι η Αγγλική Λίρα και έτσι είναι αδιάφορο κατά πόσον το δάνειο που θα λάμβανε θα ήταν σε ξένο νόμισμα, αφού σε κάθε περίπτωση η αποπληρωμή του θα γινόταν σε νόμισμα ξένο προς τον ίδιο και συνυφασμένο με τις ανάλογες ισοτιμίες συναλλάγματος του νομίσματος της χώρας του με το νόμισμα στο οποίο συνάφθηκαν οι επίδικες συμφωνίες τις οποίες υπογράφοντας τις αποδέχτηκε από τη στιγμή που επιζήτησε δανειοδότηση στη Κύπρο. Ούτε ο ισχυρισμός της παρ. 11 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον η πώληση των επίδικων διαμερισμάτων δεν συνιστούσε μεταπώληση (resale), όπως διατείνεται, εφόσον εκείνο το οποίο προκύπτει από το Τεκμ. 3 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση είναι ότι υπήρξε πράγματι υποθήκευση της ακίνητης ιδιοκτησίας εντός της οποίας βρίσκονταν τα επίδικα διαμερίσματα και η Τράπεζα είχε δεσμευτεί για απάλειψη της κάτω από κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι ενάγοντες λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τους όρους των συμφωνιών παροχής σε αυτούς δανείων, τερμάτισαν με επιστολές που απέστειλαν στον εναγόμενο, στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, την συμφωνία και οι οποιοιδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου δεν συνάδουν με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ή που περιέχεται στο φάκελο της υπόθεσης. Επομένως οι όποιες σχετικές αιτιάσεις εκ μέρους του αιτητή σε σχέση με το νόμιμο ή όχι του τερματισμού της συμφωνίας και της διεκδίκησης τόκων υπερημερίας σύμφωνα με τα προνοούμενα στη σύμβαση δεν έχουν οποιαδήποτε θετική αντίκριση καθώς παρέμειναν μετέωροι και σε επίπεδο εικασιών και καθόλου δεν τέθηκε τεκμηριωμένο υπόβαθρο προς υποστήριξη τους. Σε αντίθεση των όσων οι ενάγοντες υποστήριξαν τεκμηριωμένα στην ένσταση τους. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) AAΔ σελ. 1129 στην οποία λέχθηκε ότι: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)(1 Α) ΑΑΔ σελ. 289 όπου τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή», όπως και την υπόθεση Λουκά v. Cyprus Pipes Industries Ltd,
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 163, όπου το Δικαστήριο αποδέχτηκε την αίτηση των εφεσιβλήτων και παραμέρισε την απόφαση καθώς κρίθηκε ότι αποκαλύφθηκε υπεράσπιση και ότι υπήρξε επαρκής εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης κρίνοντας ότι ορθά ασκήθηκε και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης, στη προκείμενη περίπτωση δεν βρίσκω ότι συντρέχει η προϋπόθεση αυτή και ως εκ τούτου δεν θα επέτρεπα την αίτηση. Περαιτέρω στην υπόθεση Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1 A.A.Δ. σελ. 1761 είχε κριθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και όπου επίσης κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει κατά συρροή αδιαφορία η οποία υπό τις συνθήκες προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου η έφεση του απορρίφθηκε. Στην υπόθεση Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1800 στη σελ. 1805 λέχθηκε ότι: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄ αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 457 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά παράγοντας υψίστης σημασίας για την ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι συνυφασμένη με την ανάγκη εξασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιτυγχάνει επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες στην απόδοση του δικαίου.» Όλα όσα προβλήθηκαν εκ μέρους του εναγομένου 1 - αιτητή δεν αποκαλύπτουν ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης κατά τρόπο που θα μπορούσαν να με οδηγήσουν στο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματός του παρέχοντας του το δικαίωμα, σε αυτό το καθυστερημένο έστω στάδιο, να προβάλει την ισχυριζόμενη υπεράσπιση του, κάτι τέτοιο θα αντίκειτο στις αρχές της νομολογίας μας όπως τις κατέγραψα πιο πάνω. Ο δε τρόπος με τον οποίο λήφθηκε η απόφαση, όπως φαίνεται και από τα πρακτικά στο φάκελο τα οποία τηρήθηκαν κατά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν παρουσιάζει οτιδήποτε το μεμπτό. Το Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε όπως όφειλε την ένορκη δήλωση και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια που υποστήριζαν την απαίτηση της ενάγουσας και αφού ικανοποιήθηκε εξέδωσε την απόφαση του. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια το ζήτημα που θέτει η πλευρά του αιτητή και αφορά την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της διαφοράς των διαδίκων. Επιζητείται ο παραμερισμός της απόφασης καθώς προβάλλεται από τον αιτητή ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και στη βάση του Ε.Κ. 44/01. Το άρθρο 24 του Ε.Κ. 44/01 προνοεί ότι το Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο Εναγόμενος παρίσταται, με την καταχώρηση εμφάνισης αποκτά δικαιοδοσία, αλλά όχι αν η εμφάνιση έχει σκοπό μόνο την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο Δικαστήριο με αποκλειστική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 22. Στην υπόθεση Hampton Advisory Groups S.A v. Bost Ad κ.ά., Πολ. Έφ. 13/09 ημερ. 27/3/12 αναφέρεται ότι στο σύγγραμμα Adrian Briggs and Peter Pees: Civil Jurisdiction and Judgments, 4η έκδοση, σελ. 91, παρ. 2.67 ότι η εμφάνιση στα πλαίσια του Κανονισμού δεν είναι, αυστηρώς ομιλούντες, συνώνυμη με την υποταγή ή την αποδοχή της δικαιοδοσίας. Το θέμα της δικαιοδοσίας ενός Δικαστηρίου αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης και ως τέτοιο πρέπει να εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, και όχι μόνο κατόπιν έγερσης τούτου από τους διαδίκους, αφού το Δικαστήριο δεν έχει απλώς εξουσία αλλά καθήκον να το εξετάσει, βλ. Sevegep Ltd v. United Transport κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729, στην οποία λέχθηκε ότι το θέμα της δικαιοδοσίας κρίνεται στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Amathus Navigation, Demstar, Sait Elecrocnic S.A. και Her Brittanic, ανωτέρω. Ο Ε.Κ. 44/01, αναδιατύπωση του οποίου έγινε με τον Κανονισμό 1215/12 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από τις 10/1/15, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, με τις εξαιρέσεις του άρθρου 2, στο Κεφάλαιο Ι, έχει πεδίο εφαρμογής τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Διεθνής Δικαιοδοσία που αναφέρεται στο Κεφάλαιο ΙΙ διέπεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 2 - 4 του Τμήματος 1, ενώ οι ειδικές διατάξεις για την διεθνή δικαιοδοσία στα Τμήματα 2 έως 7 με συναφή θέματα στα Τμήματα 8, 9 και
- Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Τμήματος 1 του Κεφαλαίου ΙΙ του Ε.Κ. 44/01, υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας τους. Με βάση το άρθρο 3 του Τμήματος 1 του Κεφαλαίου ΙΙ του Ε.Κ. 44/01 τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των Δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα Τμήματα 2 έως 7 του Κεφαλαίου αυτού. Στο Τμήμα 2 του Κεφαλαίου ΙΙ υπό τον τίτλο Ειδικές Δικαιοδοσίες, περιλαμβάνονται τα άρθρα 5 έως
- Στο Τμήμα 4, υπό τον τίτλο Διεθνής Δικαιοδοσία σε Συμβάσεις Καταναλωτών, περιλαμβάνονται τα άρθρα 15, 16 και
- Στο Τμήμα 6, υπό τον τίτλο Αποκλειστική Διεθνής Δικαιοδοσία, περιλαμβάνεται το άρθρο
- Στο Τμήμα 7, υπό τον τίτλο Παρέκταση Διεθνούς Δικαιοδοσίας, περιλαμβάνονται τα άρθρα 23 και
- Στο Τμήμα 8, υπό τον τίτλο Έρευνα της Διεθνούς Δικαιοδοσίας και του Παραδεκτού, περιλαμβάνονται τα άρθρα 25 και
- Στο Τμήμα 9, υπό τον τίτλο Εκκρεμοδικία και Συνάφεια, περιλαμβάνονται τα άρθρα 27 έως
- Ο Εναγόμενος 1 εκφράζει τη θέση ότι δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής έχουν τα αγγλικά Δικαστήρια, Βασίζει δε τη θέση του αυτή στις πρόνοιες των ακόλουθων άρθρων του Ε.Κ. 44/01 ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στη Κύπρο και υπερισχύει Κυπριακού Νόμου ή Κανονισμού, Βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 452.
(1)Άρθρο 5
(1)επειδή κατά τον ισχυρισμό του οι ψευδείς παραστάσεις έγιναν στην Αγγλία.
(2)Άρθρο 5
(3)επειδή κατά τον ισχυρισμό του το ζημιογόνο γεγονός (ψευδείς παραστάσεις) έγιναν στην Αγγλία.
(3)Άρθρα 6
(1), 5
(5), 15
(1)(γ), 15
(2), 16
(1)και
(2), 17 και 31 επειδή κατά τον ισχυρισμό του ο Εναγόμενος 1 είναι καταναλωτής (κατά την έννοια των άρθρων 15 έως 17) και καθότι η Ενάγουσα κατεύθυνε τις δραστηριότητες της στην Αγγλία που διατηρεί παράρτημα και όπου επίσης υπάρχει η τράπεζα Bank of Cyprus UK και
(4)Άρθρο 27 χωρίς να προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός ότι ασκήθηκε πρώτα από τον Εναγόμενο 1 αγωγή εναντίον της Ενάγουσας σε Αγγλικό Δικαστήριο, αλλά απεναντίας από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαφαίνεται ότι δεν καταχώρησε αγωγή εναντίον της Ενάγουσας δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Βασική εισήγηση του Εναγόμενου 1 είναι ότι αυτός είναι καταναλωτής και τυγχάνουν στην περίπτωση εφαρμογής οι πρόνοιες των άρθρων 15, 16 και 17 του Ε.Κ. 44/
- Όμως όπως έχει λεχθεί τούτο μπορεί να αναζητηθεί μόνο μέσα από την Έκθεση Απαίτησης. Τέτοιο γεγονός όμως δεν εξάγεται από την Έκθεση Απαίτησης. Η θέση αυτή στηρίζεται και από τις αποφάσεις του ΔΕΚ επί του θέματος, όπου χρειάστηκε να αξιολογηθούν τα στοιχεία των υποθέσεων που τέθηκαν ενώπιον του για να καταλήξει στην ετυμηγορία του. Για το θέμα της διεθνούς δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών βοηθητικά και χρήσιμα, αφού γίνεται αναφορά στις αποφάσεις του ΔΕΚ, είναι το σύγγραμμα Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/01 Για Την Διεθνή Δικαιοδοσία Και Την Εκτέλεση Αποφάσεων του 2011 του λέκτορα της Νομικής Αθηνών Ιωάννη Στ. Δεληκωστόπουλου, στις σελίδες 156-
- Η επίκληση του εδαφίου 1(γ) του άρθρου 15 δεν υποστηρίχθηκε από στοιχεία που καταδεικνύουν την παρουσία της Ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η απλή αναφορά ότι η Ενάγουσα έχει παράρτημα στην Αγγλία αποτελεί ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητικός για να καταδείξει τέτοιο γεγονός. Η αναφορά δε στην τράπεζα Bank of Cyprus UK καταδεικνύει εντελώς το αντίθετο, ότι δηλαδή υπάρχει και λειτουργεί μια άλλη εταιρεία με διαφορετική νομική οντότητα από αυτή της Ενάγουσας. Ούτε παρουσιάστηκαν στοιχεία ότι η Ενάγουσα κατεύθυνε τις δραστηριότητες της στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε μέσω της Εναγομένης 2 είτε μέσω άλλου προσώπου. Τα όσα ισχυρίζεται, γι' αυτό το θέμα, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι αποτελούν στοιχεία ικανά να καταδείξουν ότι η Ενάγουσα κατεύθυνε τις εργασίες της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με την υπόθεση Sevegep (πιο πάνω), η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποφασίζεται με βάση την Έκθεση Απαίτησης. Από αυτή λοιπόν διαφαίνεται, όπως καταδεικνύεται και από την αναφερθείσα πιο πάνω ένορκη δήλωση που επιβεβαίωσε τούτη ότι η υπό εξέταση υπόθεση δεν εμπίπτει στο άρθρο 15
(1)(γ) του Ε.Κ. 44/01. Ο Εναγόμενος 1 επικαλέσθηκε το άρθρο 5
(1)του Ε.Κ. 44/01 για να καταδείξει δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου. Το άρθρο 5 του Ε.Κ. 44/01 προνοεί ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε ένα κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, εδάφιο
(1): (α) για διαφορές από σύμβαση όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, (β) για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ... - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών. (γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β). Στην υπό εξέταση περίπτωση η κύρια βάση της αγωγής είναι η συμβάσεις παροχής δανείων, δηλαδή συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που έγιναν στην Κύπρο στην έννοια του άρθρου 5
(1)(β), δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε λογαριασμοί στο όνομα του Εναγόμενου 1, ο οποίος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις του. Οι δόσεις έπρεπε να καταβάλλονται στην Ενάγουσα στην Κύπρο τόσο στη βάση της σύμβασης δανείου όσο και της γενικής αρχής που θέλει τον οφειλέτη να αναζητήσει τον πιστωτή για την πληρωμή του χρέους, βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, Πουγιούκα v. Πουγιούκα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014 και Χριστοφόρου κ.ά. v. Paneuropean Insurance Co
(2002)1 Α.Α.Δ. 1644, βλ. επίσης σελίδες 64-94 του συγγράμματος Δεληκωστόπουλου. Δικαιοδοσία έλκει το παρόν Δικαστήριο και από το άρθρο 6
(1)του Ε.Κ. 44/01 το οποίο προνοεί: «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί: αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους.» Επίσης δικαιοδοσία κέκτηται το παρόν Δικαστήριο και στη βάση του άρθρου 22 του Ε.Κ. 44/01 αφού ο Εναγόμενος 1 για εξασφάλιση των δανείων του εκχώρησε τα δικαιώματα του, τα οποία απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα στην Ενάγουσα δυνάμει σύμβασης εκχώρησης με βάση την οποία η Ενάγουσα διεκδίκησε αναγνωριστική απόφαση ότι υπεισήλθε ως αποκλειστική δικαιούχος και δύναται να ασκεί αυτή όλα τα δικαιώματα του Εναγομένου 1, όπως μεταξύ άλλων, εκκένωσης, παράδοσης και κατοχής των δύο διαμερισμάτων και διατάγματα ειδικής εκτέλεσης των πωλητηρίων εγγράφων δυνάμει του σχετικού νόμου. Τέτοια διατάγματα νοείται ότι μόνο το παρόν Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει και ως εκ τούτου ορθά η αγωγή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Ακόμα εφαρμογή έχει το άρθρο 23 του Ε.Κ. 44/01 αφού σύμφωνα με τον όρο 9 των συμφωνιών εκχώρησης με ημερομηνία 17.10.2008 Τεκμ. Ζ και Η στην ένορκη δήλωση της κ. Μ. Ιωάννου με ημερομηνία 31.10.2012 ρητά αναφέρεται ότι εφαρμογή έχουν οι νόμοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι δικαιοδοσία θα έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος της τράπεζας να προχωρήσει εναντίον του στα δικαστήρια οιασδήποτε άλλης χώρας. Επομένως παρέχεται δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια στη βάση και του άρθρου 23 του Ε.Κ. 44/
- Το άρθρο 23 προνοεί τα ακόλουθα: «
- Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση· β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις· γ) είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
- Κάθε διαβίβαση δια της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί "γραπτά".
- Όταν μια τέτοια συμφωνία καταρτίζεται από μέρη εκ των οποίων κανένα δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, τα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών δεν μπορούν να δικάσουν τη διαφορά εφόσον το ή τα υποδειχθέντα δικαστήρια δεν έχουν διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τους.
- Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους, στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust
- Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας καθώς και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 13, 17 και 21 ή αν τα δικαστήρια, τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι δικαιοδοσία παρέχεται στο παρόν Δικαστήριο και γενικότερα στα Κυπριακά Δικαστήρια. Ενόψει της πιο πάνω απορριπτικής κατάληξης μου για τα τρία αιτητικά (Α,Γ και Δ) τα οποία αναλύθηκαν πιο πάνω δεν έχει πλέον οποιανδήποτε σημασία η ενασχόληση μου με το αιτητικό που αφορά την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας ή μέτρων εκτέλεσης εναντίον του εναγομένου 1 (αιτητικό (Β) της αίτησης. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι τέτοια που με οδηγούν στο συμπέρασμα να απορρίψω την αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφo Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο