← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Stuart Paul Cash κ.α., Αρ. Αγωγής:840/2014, 26/5/2015

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Stuart Paul Cash κ.α., Αρ. Αγωγής:840/2014, 26/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:840/2014 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας - Αιτήτριας και

  1. Stuart Paul Cash
  2. John Rhodes
  3. Barbara Anne Cash
  4. Kay Bernice Rhodes
  5. Giovani Developers Ltd Εναγομένων - Αιτητών ----------------------------------- Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: Η κα Γιολάντα Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους 1 - 4 - Αιτητές: Η κα Σάββα για Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση με ημερομηνία 21.11.2014 με την οποία οι εναγόμενοι 1 - 4/ Αιτητές αιτούνται άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία (conditional appearance), και διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου όπως οι πιο πάνω αιτητές καταχωρήσουν εντός 30 ημερών από την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αίτηση για παραμερισμό της διαδικασίας και/ή της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος.) Οι εναγόμενοι 1 - 4/ Αιτητές (στη συνέχεια οι αιτητές), αιτούνται: (α) άδεια από το Δικαστήριο να καταχωρήσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία (conditional appearance) και (β) διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου όπως οι πιο πάνω αιτητές καταχωρήσουν εντός 30 ημερών από την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αίτηση για παραμερισμό της διαδικασίας και/ή της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1,2,4

(2),6,8
(1)(r1), Δ.16 Θ. 9, Δ.27, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960)στη σχετική νομολογία στην πρακτική και εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση υποστηρίχθηκαν από τον κ. Σωκράτη Παρπαρίνο διευθύνων Σύμβουλο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Σε αυτή δηλώνει τα ακόλουθα (καταγράφονται αυτολεξεί) : «
  1. Είμαι δικηγόρος και διευθύνων σύμβουλος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Σ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 / Αιτητών (στο εξής «οι Αιτητές»). Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα τα οποία αναφέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωσή μου, τόσο από πληροφορίες που έλαβα από τους Αιτητές και τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, όσο και από προσωπική μελέτη διαφόρων σχετικών με την υπόθεση εγγράφων. Είμαι δε πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ως άνω Αιτητές, να προβώ εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.
  2. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, αληθώς πιστεύω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, οι Αιτητές επιθυμούν όπως καταχωρηθεί εκ μέρους τους εμφάνιση υπό διαμαρτυρία (conditional appearance) στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, καθ΄ ότι πρόκειται και προτίθενται να καταχωρήσουν αίτηση παραμερισμού (set aside) του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος όπως και του Διατάγματος για την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και αίτηση για αναστολή (stay) της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, λόγω αναρμοδιότητας και λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση καθώς και για λόγους κακής επίδοσης των δικαστικών εγγράφων κατά παράβαση του Ε.Κ. 1393/
  3. Ο λόγος παραμερισμού οφείλεται στο γεγονός ότι οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το εφαρμοστέο δίκαιο προς εκδίκαση της επίδικης διαφοράς δυνάμει της σύμβασης δανείου και Εγγράφου Εγγύησης ημερομηνίας 1.8.2007, οι οποίες συνάφθηκαν μεταξύ των Αιτητών και των Εναγόντων και οι οποίες διέπονται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001 (Ν.39 (Ι) 2001) είναι το Αγγλικό και ως εκ τούτου τα Αγγλικά Δικαστήρια κέκτονται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση δυνάμει του Ε.Κ.44/01 αφού οι Αιτητές 1, 2, 3 και 4 ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι ως καταναλωτές δύνανται να εγείρουν και/ή προωθήσουν τα αγώγιμα τους δικαιώματα και/ή εναχθούν στο Κράτος-Μέλος όπου διαμένουν ήτο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπρόσθετα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η σύναψη των εν λόγω συμφωνιών ήταν προϊόν ψευδών παραστάσεων και/ή δηλώσεων και/ή γεγονότων γενομένων από τους Ενάγοντες και/ή τους αντιπροσώπους αυτών στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και κατεύθυναν και/ή προσανατόλισαν μέσω ατζέντη ήτοι κάποιου Trish Browne και/ή των Εναγομένων 5 και/ή αντιπροσώπων αυτών τις εμπορικές τους δραστηριότητες και/ή ότι οι ειρημένες συμφωνίες υπογράφτηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία κατόπιν της προαναφερόμενης εξώθησης των Αιτητών εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων σε συνεργασία και/ή συντονισμένο σχέδιο δράσης με τους Εναγόμενους 5 κατά την επίδικη χρονική περίοδο. Όσον αφορά την επίδοση των δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η θέση των Αιτητών ότι αυτή δεν έγινε κατά συμμόρφωση των ελάχιστων προϋποθέσεων και τηρουμένων κανονισμών δυνάμει των προνοιών του Ε.Κ.1393/07 για θέματα επίδοσης ο οποίος τυγχάνει κάθετης εφαρμογής και ισχύς σε εγχώριο δίκαιο και συνεπώς αυτό συνιστά κακή επίδοση των δικαστικών εγγράφων προς τους Αιτητές, γεγονός που δύναται να καταστήσει την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και το σχετικό Διάταγμα ημερ. 15.9.2014 που εξασφάλισαν οι Καθ΄ων η Αίτηση ως άκυρα.
  4. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και εξ όσων ενημερώνομαι από τους Αιτητές, η ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος μαζί με το Διάταγμα επίδοσης, επιδόθηκε στους Αιτητές έστω παράτυπα και/ή αντικανονικά στον Αιτητή 1 στις 24.10.2014, στους Αιτητές 2 και 3 στις 23.11.2014 και στην Αιτήτρια 4 στις 23.10.
  5. Βάσει του εν λόγω διατάγματος, οι Εναγόμενοι έχουν το δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, ήτοι μέχρι τις 24.11.2014, 23.12.2014 και 23.11.
  6. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου και ευσεβάστως υποβάλλω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί άδεια καταχώρησης εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, όπως επίσης είναι ορθό να δοθούν και οδηγίες που να ορίζουν τον χρόνο καταχώρησης αίτησης παραμερισμού της Διαδικασίας, η οποία πρέπει να ακολουθήσει της εμφάνισης υπό διαμαρτυρίας.» Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ.9, Δ.5 Θ. 1-10, Δ.5 Α, Δ.6, Δ.27, Δ.48 Θ. 1 - 9, Δ.51 Θ. 1 -7, Δ.64 στους Ε.Κ.44/2001 και 1393/2007, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Ως λόγοι της ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: «
  7. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  8. Οι αιτητές δε δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  9. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  10. Η αίτηση είναι λανθασμένη.
  11. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
  12. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  13. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  14. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ανακριβή και αναληθή γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης.
  15. Η νομική βάση της αίτησης δεν επιτρέπει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  16. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
  17. Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα διαφορά.
  18. Η αίτηση δε στηρίζεται σε επαρκή γεγονότα για να ικανοποιηθεί το αίτημα των αιτητών.
  19. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
  20. Η αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση φαίνονται στο φάκελο της δικογραφίας και στην ένορκη δήλωση της κ. Μαρίας Παρπούνα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Στην ένορκη δήλωση της η κα Παρπούνα δηλώνει τα ακόλουθα: «
  21. Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, γνωρίζω τα γεγονότα από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης τον οποίο τηρώ στα πλαίσια των καθηκόντων μου, από συμβουλή που έλαβα από τους δικηγόρους του γραφείου μας που χειρίζονται την υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  22. Αναφορικά με την ένορκη δήλωση, λέγω ότι εξ όσων με έχουν πληροφορήσει οι δικηγόροι μας, η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι έγινε από το δικηγόρο που εμφανίζεται στην υπόθεση ως δικηγόρος και το να ενεργεί κάποιος και ως δικηγόρος και ως μάρτυρας είναι κάτι που τουλάχιστον πρέπει να αποφεύγεται. Περαιτέρω κανένας λόγος δε δίδεται γιατί δεν έγινε η ένορκη δήλωση από τους αιτητές και βάση των ανωτέρω αρνούμαι την ορθότητα του περιεχομένου της παραγράφου 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση.
  23. Αρνούμαι την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη και έχει υποβληθεί αδικαιολόγητα καθυστερημένα, αφού το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο έχει επιδοθεί στους αιτητές - εναγόμενους 1 και 4 τουλάχιστον 1 μήνα πριν την καταχώρηση της παρούσας και κανένας λόγος δε δίδεται γιατί η παρούσα αίτηση δεν υποβλήθηκε προηγουμένως. Λέγω περαιτέρω ότι η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη και γίνεται απλά και μόνο με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Τυχόν δε έγκριση της αίτησης δεν θα ωφελήσει σε οτιδήποτε, παρά μόνο θα καθυστερήσει τη διαδικασία αχρείαστα αφού τόσο οι επιδόσεις έγιναν νομότυπα και κανονικά όσο και η αγωγή είναι ορθή και το παρόν Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εν πάση δε περιπτώσει οι αιτητές μέσα από την ένορκη τους δήλωση καμία σαφή πληροφορία δίδουν για ποιο συγκεκριμένο λόγο ισχυρίζονται έλλειψη δικαιοδοσίας παρά την υποχρέωση να θέσουν όλα τα σχετικά γεγονότα στα οποία βασίζεται η εισήγηση τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
  24. Λέγω περαιτέρω ότι η βάση αγωγής των εναγόντων κατά των εναγομένων, ως φαίνεται και στο κλητήριο ένταλμα, που αποτελεί μέρος του φακέλου της διαδικασίας, αφορά σε παράβαση συμφωνίας δανείου, το οποίο συνάφθηκε με σκοπό την αγορά ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Ήταν δε ρητός της εν λόγω συμφωνίας όπως η εκπλήρωση της σύμβασης ήτοι η πληρωμή γινόταν στην Κύπρο όπου είναι η έδρα των εναγόντων. Περαιτέρω εξ όσων γνωρίζω και εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του γραφείου μας που χειρίζονται την υπόθεση, τα χρέη είναι κομίσιμα δηλαδή ο οφειλέτης οφείλει να ψάξει τον πιστωτή στον τόπο διαμονής ή έδρας του και να τον ξοφλήσει. Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι ενάγονται μαζί με Κυπριακή εταιρεία και ως εκ τούτου το Δικαστήριο της Κύπρου έχει πλήρη δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων προβλέπεται και καθορίζεται και έχει συμφωνηθεί και από τους εναγόμενους αιτητές μέσα στην συμφωνία δανείου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως τεκμήριο Α. Συνεπώς τυχόν έγκριση της αίτησης θα ήταν απλά ακαδημαϊκής σημασίας και θεωρητικής, αφού οι εναγόμενοι αιτητές καμία βάση έχουν για να προωθήσουν σχετικά διαβήματα ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος ως έχω εξηγήσει ανωτέρω.
  25. Αρνούμαι την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι καμία βάση υπάρχει για την εισήγηση των αιτητών περί μη ύπαρξης δικαιοδοσίας επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρω ανωτέρω στις παραγράφους 2 και 3 και λέγω περαιτέρω ότι τα διάδικα μέρη έχουν αποδεχτεί τη δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων και την εφαρμογή του κυπριακού δικαίου, γεγονός που απέκρυψαν επιμελώς από την ένορκη τους δήλωση, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  26. Τα δε Δικαστήρια της Κύπρου έχουν πλήρη δικαιοδοσία. Επιπλέον, εξ όσων γνωρίζω και εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, το αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει από την έκθεση απαίτησης και τα γεγονότα που την περιβάλλουν, οι δε γενικοί, ασαφείς και αόριστοι ισχυρισμοί των αιτητών περί μη ύπαρξης δικαιοδοσίας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης που έχουν στους ώμους τους και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Λέγω περαιτέρω ότι οι γενικοί, αόριστοι και μη εξειδικευμένοι ισχυρισμοί περί δόλου και απάτης δεν μπορούν ούτε να πείσουν, αλλά ούτε και να αποτελέσουν βάση για εύρημα περί μη ύπαρξης δικαιοδοσίας, ακόμη δε κι αν ήθελε φανεί ότι υπάρχει σαφής ισχυρισμός περί δόλου, όλες οι συνθήκες της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης και τα γεγονότα που την περιβάλλουν είναι τέτοια ώστε να καθιστούν τα κυπριακά Δικαστήρια το forum conveniens για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.
  27. Λέγω περαιτέρω ότι η επίδοση των εγγράφων της υπόθεσης στους αιτητές έγινε ορθά, νομότυπα, κανονικά και βάση των όρων του εκδοθέντος διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση, οι δε αιτητές δεν εξηγούν για ποιο λόγο ισχυρίζονται ακυρότητα της επίδοσης, ισχυρισμός αναληθής, ανακριβής, αβάσιμος και αόριστος.
  28. Αρνούμαι την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η επίδοση έγινε νομότυπα, κανονικά και βάση των όρων του διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση και οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι παντελώς αβάσιμοι. Αναφορικά δε με τις ημερομηνίες επίδοσης των εισαγωγικών της δίκης εγγράφων, αυτές είναι ως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ημερ. 7.11.2014, η οποία αποτελεί μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου.
  29. Αρνούμαι την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, αχρείαστη, καταχρηστική και τυχόν έγκρισή της θα συνιστούσε κώλυμα στην απρόσκοπτη απονομή δικαιοσύνης και αδικία και θα πρέπει να απορριφθεί.
  30. Αρνούμαι την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και αξιώνω απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των αιτητών.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και προχώρησαν - μετά από άδεια του Δικαστηρίου - σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Στη συνέχεια της απόφασης μου, όπου κριθεί αναγκαίο, θα αναφερθώ σε σημεία των επισημάνσεων και εισηγήσεων τους. Θα ξεκινήσω την ανάλυση μου από το ζήτημα της υποστήριξης της αίτησης με ένορκη δήλωση που υπογράφει δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, γεγονός για το οποίο προφανώς προβάλλεται ως λόγος ένστασης το παράτυπο και αντικανονικό της αίτησης και της ένορκης δήλωσης (λόγοι ένστασης 3 και 8). Η αίτηση υπογράφεται από τον δικηγόρο κ. Πάρη Χατζηπαναγή ο οποίος ήταν ο δικηγόρος που θα χειριζόταν, όπως αναφέρθηκε στην αγόρευση της πλευράς των αιτητών, την υπόθεση, την δε ένορκη δήλωση την υπογράφει ο δικηγόρος στο ίδιο γραφείο κ. Σωκράτης Παραπαρίνος ο οποίος δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές. Υπάρχει πληθώρα νομολογίας που έχει ασχοληθεί με το θέμα από την οποία το συμπέρασμα είναι ότι είναι μεν ανεπιθύμητο η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αλλά το γεγονός αυτό δεν καθιστά την πρακτική αυτή απορριπτέα. Η ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών με παρέπεμψε μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολ. Έφεση Αρ. 236 ημερ. 13.06.2013 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1CLR 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander,Πολ. Έφεση 66/2011, ημερ. 28.05.2013).» Στη βάσει λοιπόν της πιο πάνω νομολογίας κρίνω ότι δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό από την υπογραφή της ένορκης δήλωσης από τον συγκεκριμένο δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους αιτητές ο οποίος δηλώνει την εξουσιοδότηση που είχε από αυτούς, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι οι αιτητές έχουν την μόνιμη κατοικία τους στο εξωτερικό - όπως φαίνεται και στο κλητήριο ένταλμα - έστω και αν αυτό δεν αναφέρεται ρητά στην ίδια την ένορκη δήλωση και ήταν γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο που ζητήθηκε διάταγμα για επίδοση σε αυτούς στο εξωτερικό. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης που αφορούν το κατά πόσο οι αιτητές δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και τα στοιχεία που έχουν παρατεθεί με την ένορκη δήλωση είναι ικανοποιητικά προς υποστήριξη του αιτήματος σε συσχετισμό με τη νομική της βάση θα πρέπει να παραπέμψω στις πρόνοιες της Δ.16 Θ.9 στον οποίο βασίζεται η αίτηση μεταξύ άλλων ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Δ.16, Θ. 9 « A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Και σε μετάφραση: « Ένας εναγόμενος προτού καταχωρήσει εμφάνιση θα δικαιούται, χωρίς να ζητήσει διάταγμα να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να εκδώσει κλήσεις για παραμερισμό της επίδοσης σ΄αυτόν του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ακυρώσει το διάταγμα που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Οι πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης είναι σαφείς και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Ένας εναγόμενος πριν καν εμφανισθεί (καταχωρήσει δηλαδή συνήθη εμφάνιση), μπορεί να αιτηθεί διά κλήσεως στο Δικαστήριο για παραμερισμό της επίδοσης σ΄αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί μια τέτοια επίδοση. Πέραν όμως των πιο πάνω δυνατοτήτων που παρέχονται σε ένα εναγόμενο η Δ.48, Θ. 8
(1)(r1) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών στον οποίο επίσης βασίζεται η αίτηση σε συνδυασμό με την Δ.6, Θ.9 παρέχει το δικαίωμα σε ένα εναγόμενο να ζητήσει άδεια για καταχώρηση εμφανίσεως υπό αίρεση (όρους). Στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L.Metal Trading Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2064 τονίστηκε ότι η Δ.6, Θ. 9 αποσκοπεί στην κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από ένα εναγόμενο για το πότε θα καταχωρήσει την αίτηση του. Ο εναγόμενος ο οποίος ισχυρίζεται έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί κλητήριο ένταλμα ή ότι η έκδοση του κλητηρίου ή η επίδοση του πάσχει από ελάττωμα ή αντικανονικότητα, δικαιούται να ζητήσει, κατά προτεραιότητα, τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του, ανάλογα της περίπτωσης. Οι δε ενέργειες του να είναι άμεσες. Στην πιο πάνω υπόθεση όπου οι εφεσείουσα είχε καταχωρήσει στις 12.06.1998 χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και καταχώρησε αίτηση για ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας των Δικαστηρίων της Κύπρου στις 8.03.1999, κρίθηκε ότι υπό αυτά τα δεδομένα η εφεσείουσα είχε δεχθεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επομένως προκύπτει από την πιο πάνω Δ.16, Θ. 9 ότι ένας εναγόμενος μπορεί να καταχωρήσει εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού κλητηρίου εντάλματος χωρίς να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου. Θα πρέπει όμως, σύμφωνα με τις ίδιες πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής και την νομολογία μας, όταν ένας εναγόμενος επιλέγει αυτή τη δυνατότητα να καταχωρήσει και την αίτηση παραμερισμού καθώς διαφορετικά η υπό διαμαρτυρία εμφάνιση του καθίσταται ουσιαστικά εμφάνιση άνευ όρων. Επομένως η καταχώρηση εμφάνισης από ένα εναγόμενο υπό αίρεση ή διαμαρτυρία μπορεί να γίνει και κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο για μια τέτοια εμφάνιση οπότε θα πρέπει ταυτόχρονα να δίδονται οδηγίες για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Αυτό αποσκοπεί στο να μην επαφίεται μετά τη λήψη μιας τέτοιας άδειας η προώθηση μιας υπόθεσης στον εναγόμενο που εξασφάλισε τέτοια άδεια. Στη προκείμενη περίπτωση οι αιτητές με το 2ο αιτητικό τους αιτούνται, ορθά θα έλεγα, την εντός τακτής προθεσμίας καταχώρησης αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης. Κρίνω επομένως ότι όλες οι πιο πάνω αιτιάσεις οι οποίες προβάλλονται στους λόγους ένστασης 2,6,7 και 10 δεν μπορούν να έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας και απορρίπτονται. Σε σχέση με τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος και των συναφών λόγων ένστασης, ότι τάχα αυτά είναι ανακριβή και αναληθή (λόγος ένστασης 9), και ότι δεν είναι επαρκή για να ικανοποιηθεί το αίτημα (λόγος ένστασης 12), παρέμειναν αόριστοι και ασαφείς. Τα όσα αναφέρονται προς υποστήριξη του αιτήματος περιορίστηκαν σε αυτό ακριβώς στο οποίο αποσκοπεί η αίτηση και όχι στα όσα ενδεχομένως θα περιέχει η εξαγγελθείσα αίτηση παραμερισμού της διαδικασίας ή της επίδοσης η οποία θα κριθεί στη βάσει των δικών της κριτηρίων. Επομένως δεν διακρίνω ποιά από αυτά είναι αναληθή ή ανακριβή ή ποιά επιπλέον από όσα ήδη έχουν ήδη δηλωθεί ως λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην αίτηση. Επομένως και οι λόγοι αυτοί ένστασης δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης όπως προβάλλονται από τους αιτητές προς υποστήριξη των επίδικων αιτημάτων τους στη παρ. 2 και 3. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 11 (τον πρώτο που αριθμείται ως 11) περί καθυστέρησης στην υποβολή του παρόντος αιτήματος και στη βάσει των ημερομηνιών επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στους αιτητές που ήταν στις 23 και 24.10.2014 και 23.11.2014 με δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης σύμφωνα με το διάταγμα σε 30 ημέρες ήτοι μέχρι τις 23 και 24.11.2014 και 23.12.2014 αντίστοιχα, και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης την 21.11.2014 κρίνω ότι αυτή καταχωρήθηκε μέσα στο χρονικό πλαίσιο που προβλεπόταν από το Διάταγμα του Δικαστηρίου και έτσι δεν μπορεί να κριθεί ως εκπρόθεσμη ή αδικαιολόγητα καθυστερημένη. Έτσι κρίνω ότι δεν υπάρχει υπερβολική καθυστέρηση και ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Η αίτηση δε αυτή καθ΄αυτή που είναι σύμφωνη με τις δικονομικές δυνατότητες που παρέχονται στους αιτητές δεν μπορεί να κριθεί ότι αποσκοπεί σε πρόκληση καθυστέρησης (λόγος ένστασης 14), ο οποίος επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη και καταχρηστική η αίτηση (λόγος ένστασης αρ. 13). Το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη παρούσα διαφορά δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος ένστασης 11 (ο δεύτερος με την ίδια αρίθμηση), δεν θα μπορούσε να τεθεί ως τέτοιος στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αλλά είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια ενδεχόμενης αίτησης παραμερισμού. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των παρ. 2,5 και 6 της ένορκης δήλωσης της κ. Παρπούνα οι οποίοι αφορούν την επίδοση των εγγράφων της υπόθεσης στους αιτητές, κρίνω ότι αυτά τα θέματα θα τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού της επίδοσης, επομένως αυτοί έχουν προβληθεί πρόωρα. Εξετάζοντας το νομικό υπόβαθρο της αίτησης κρίνω ότι αυτό συμπεριλαμβάνει τους αναγκαίους Κανονισμούς από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς οι οποίοι επιτρέπουν την καταχώρηση αυτής της μορφής των αιτήσεων. Η συμπερίληψη της Δ.27 σε αυτό, η οποία σχολιάστηκε στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση, διαταγή η οποία ειρήσθω εν παρόδω αναφέρεται και στην ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, και αν ακόμα ήθελε κριθεί ότι συμπεριλήφθηκε εκ του περισσού ή παράτυπα, η Διαταγή 64 η οποία επίσης παρατίθεται θα μπορούσε να διορθώσει την όποια παρατυπία αν ήθελε θεωρηθεί ως τέτοια με διαταγή άρσης της παρατυπίας με τη διαγραφή της, το σίγουρο όμως είναι ότι δε δεν θα καθιστούσε την αίτηση ως παράτυπη σε βαθμό μη θεραπεύσιμο. Επομένως και ο λόγος ένστασης αρ. 10 δεν μπορεί να έχει θετική αντίκριση. Τέλος, προβάλλεται ισχυρισμός από την κ. Παρπούνα (παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της), ότι οι αιτητές δεν δίδουν καμιά πληροφορία για ποιο συγκεκριμένο λόγο ισχυρίζονται έλλειψη δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Σε σχέση με αυτό παρατηρώ ότι οι αιτητές προβάλλουν ότι οι συμφωνίες δανείου και εγγυήσεως οι οποίες συνάφθηκαν μεταξύ των διαδίκων διέπονται, ως διατείνονται οι αιτητές, από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001 (Ν.39(Ι)2001) και έτσι το αγγλικό δίκαιο είναι το εφαρμοστέο προς επίλυση της επίδικης διαφοράς και τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση δυνάμει του Ε.Κ.44/2001, για τους λόγους που εξηγούνται και παρατίθενται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως ασφαλώς οι ίδιοι τα αντιλαμβάνονται, στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης του κ. Παρπαρίνου. Επομένως οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν έχουν αντίκρισμα εφόσον δίδονται λόγοι για τους οποίους οι αιτητές προβάλλουν έλλειψη δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση και να επιτρέψω την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Ανάλογα θα δοθούν οι απαιτούμενες οδηγίες για καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της διαδικασίας και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτής προθεσμίας. Εκδίδονται προς τούτο διατάγματα ως τα αιτητικά με αρ. 1 και 2 της αίτησης του αρ. 2 αιτητικού διαμορφωμένου έτσι ώστε να διαλαμβάνει ότι η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα θα είναι υπέρ των αιτητών και σε βάρος της καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφo Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.