Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Θάλειας Ν. Χοίρα ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χριστόδουλου Ιωάννου κ.α., Συνενωμένες αγωγές: 173/2010, 174/2010, 175/2010, 8/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Συνενωμένες αγωγές: 173/2010 174/2010 175/2010 Αριθμός αγωγής: 173/2010 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντα και Θάλειας Ν. Χοίρα ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χριστόδουλου Ιωάννου Εναγόμενης Αριθμός αγωγής: 174/2010 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντα και Πόλυ Πολυκάρπου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωκράτη Πολυκάρπου Εναγόμενου Αριθμός αγωγής: 175/2010 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντα και Ανδρέα Μάρκου Εναγόμενου 8 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα (σε όλες τις αγωγές): κα Παπαστεφάνου δια Γενικό Εισαγγελέα Για Εναγόμενους (σε όλες τις αγωγές): κα Γεωργιάδη δια Δήμο και Λία Γεωργιάδη & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ Οι πιο πάνω αγωγές συνενώθηκαν δυνάμει σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 13.2.2012 για συνεκδίκαση σε σχέση με όλα τα επίδικα θέματα. Οι αξιώσεις του Ενάγοντα σε κάθε μία από τις συνενωμένες αγωγές είναι παρόμοιες, η βάση αγωγής που ο Ενάγοντας επικαλείται σε κάθε αγωγή προκύπτει από συμφωνίες με ταυτόσημο ουσιαστικά περιεχόμενο ενώ και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση που εγείρεται στην κάθε αγωγή προκύπτει και αφορά ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα και έγγραφα. Επιγραμματικά, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι στις 21.8.1986 το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την εκμίσθωση κρατικής γης σε εκτοπισθέντες ξενοδόχους με σκοπό την επαναδραστηριοποίηση τους. Προς υλοποίηση της απόφασης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπεγράφη με κάθε ένα εκ των Εναγομένων σύμβαση εκμίσθωσης κρατικής γης στο Παραλίμνι για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να αναγείρουν τις ξενοδοχειακές μονάδες εντός της προθεσμίας που προνοούσαν οι συμβάσεις μίσθωσης και ότι δεν κατέβαλαν τα ετήσια μισθώματα, με εξαίρεση το μίσθωμα για την περίοδο από 31.12.1994-31.12.1995. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ένεκα των παραβάσεων των συμβάσεων μίσθωσης από τους Εναγόμενους, το Υπουργικό Συμβούλιο στις 19.7.2000 αποφάσισε, μεταξύ άλλων «να προχωρήσει δικαστικά στη λύση/τερματισμό» των συμβάσεων μίσθωσης και να διεκδικήσει τα οφειλόμενα μισθώματα για την περίοδο 31.12.1995-19.7.2000. Με την κάθε αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει διάταγμα για τερματισμό της αντίστοιχης σύμβασης μίσθωσης. Αξιώνει επίσης ειδικές αποζημιώσεις που αφορούν υπόλοιπο μισθωμάτων που ισχυρίζεται ότι δικαιούται δυνάμει των συμβάσεων μίσθωσης, νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι Υπερασπίσεις στις αγωγές είναι ουσιαστικά ταυτόσημες και σύμφωνα με αυτές οι Εναγόμενοι, μετά την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων είχαν προβεί σε διαβήματα για άδεια ενοποίησης και ενιαίας ανάπτυξης των ακινήτων που είχε παραχωρηθεί σε έκαστο εξ αυτών. Ισχυρίζονται δε ότι η αρμόδια αρχή είχε προβεί σε «έμμεση προφορική αποδοχή» του αιτήματος τους και είχε επίσης αποδεχτεί προφορικά να μην αξιώσει ενοίκια μέχρι την υλοποίηση της ενιαίας ανάπτυξης των ακινήτων και ότι η υποχρέωση για πληρωμή μισθωμάτων «αναστάληκε» μέχρι τότε. Βασισμένοι στην «έμμεση προφορική αποδοχή», οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημιές τις οποίες και ανταπαιτούν. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η αρμόδιες αρχές ενήργησαν δόλια και με ψευδείς παραστάσεις και εξαπάτησαν τους Εναγόμενους με πρόθεση να επανακτήσουν και να οικειοποιηθούν τα παραχωρηθέντα ακίνητα. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα και ανταπαιτούν ειδικές αποζημιώσεις καθώς και: «Α. Δήλωση και/ή διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι [οι συμβάσεις τους] έχουν ανασταλεί κατά ή περί την 27.10.1994 κατόπιν αίτησης των τριών δικαιούχων στις Συμβάσεις Μίσθωσης αρ. 2/89, 3/89 και 5/89 για ενοποίηση τους με την θετική αντιμετώπιση του Ενάγοντα για την οικοδόμηση ενιαίας βιώσιμης ξενοδοχειακής μονάδας μέχρι την ημέρα απόφασης του Υπ. Συμβουλίου και κοινοποίησης [αυτής στους Εναγόμενους] τον Μάιον 2001. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παραχώρηση [των κτημάτων] ως περιγράφεται [στις Συμβάσεις 2/89, 3/89 και 5/89] στο Δήμο Παραλιμνίου και η αφαίρεση της νομής και κατοχής από την Εναγόμενη χωρίς την αποδοχή της είναι παράνομη και άκυρη. Γ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο της επιστολής του Ενάγοντα ημερ. 21.8.2009 είναι παράτυπο, παραπλανητικό, καθυστερημένο και άκυρο και ο Ενάγοντας ποτέ δεν είχε αξιώσει ούτε έλαβε νομικά μέτρα για πληρωμή των ενοικίων από [τους Εναγόμενους] μέχρι το 2000. Δ. Γενικές αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα για πράξεις και/ή παραλείψεις στην αίτηση για ενοποίηση των Συμβάσεων 2/89, 3/89 και 5/89 για οικοδόμηση ενιαίας ξενοδοχειακής μονάδας κατά παράβαση παράνομη και αφαίρεση της νομής και κατοχής [από τους Εναγόμενους]». Κατά την ακρόαση και προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα στις αγωγές, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Δημήτρης Νεοφύτου (ΜΕ1), η κα Ανθή Κακκούρη-Λακκοτρύπη (ΜΕ2), η κα Βασιλική Πελεγκάρη-Θεοδώρου (ΜΕ3) και η κα Αθηνά Πιστιλλίδη (ΜΕ4). Για την υπεράσπιση και ανταπαίτηση έδωσαν μαρτυρία οι κ Ανδρέας Μάρκου (ΜΥ1), κ. Πόλυς Πολυκάρπου (ΜΥ2), κ. Γιαννάκης Ιωάννου (ΜΥ3) και κ. Ζαχαρίας Ιωαννίδης (ΜΥ4). Κατά την ακρόαση κατατέθηκε στο Δικαστήριο μεγάλος αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με προσοχή. Ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται κατωτέρω στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Πρέπει να σημειώσω ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με τα γεγονότα. Εξ άλλου και οι δύο πλευρές βασίζονται, κατά κύριο λόγο, σε έγγραφα, συμφωνίες και επιστολές προς απόδειξη της απαίτησης καθώς και της υπεράσπισης και ανταπαίτησης αντίστοιχα. Αυτό για το οποίο υπάρχει διαφωνία είναι η σημασία των διαφόρων αυτών εγγράφων, συμφωνιών και επιστολών και οι επιπτώσεις που επιφέρουν στις μεταξύ τους σχέσεις και δικαιώματα. Πρέπει να σημειώσω επίσης ότι παρά το ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικά μεγάλος αριθμός μαρτύρων, τόσο οι μάρτυρες του Ενάγοντα όσο και οι μάρτυρες των Εναγομένων αναφέρθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, στα ίδια γεγονότα και στα ίδια έγγραφα. Επομένως, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω σε συντομία τα γεγονότα και έγγραφα που δεν αμφισβητούνται και επί των οποίων υπάρχει σύμπτωση μεταξύ των δύο πλευρών. Όπως εξ άλλου θα διαφανεί, το αποτέλεσμα των αγωγών κρίνεται ουσιαστικά από τα γεγονότα και έγγραφα αυτά. Από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε, υπάρχει κοινό έδαφος αναφορικά με τα ακόλουθα: (α) Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 21.8.1986 (Τεκμήριο 1) αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραχώρηση «γηπέδων» κρατικής γης σε εκτοπισθέντες ξενοδόχους στα πλαίσια κυβερνητικού σχεδίου για επαναδραστηριοποίηση εκτοπισθέντων ξενοδόχων. Στους ξενοδόχους αυτούς περιλαμβάνονταν και οι Εναγόμενοι. Η απόφαση προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι η δανειοδότηση για ανέγερση των ξενοδοχειακών μονάδων θα γινόταν από εμπορικές τράπεζες, και κατά προτίμηση από το Ειδικό Ταμείο Χρηματοδότησης Έργων Προτεραιότητας της Κεντρικής Τράπεζας. Επιπρόσθετα, αποφασίστηκε όπως ο αριθμός των νέων κλινών που θα δημιουργείτο από την ανέγερση των ξενοδοχειακών μονάδων, μη περιληφθεί στα τυχόν «κότα» που θα τεθούν στην περιοχή. Εξουσιοδοτήθηκε δε ο Υπουργός Εσωτερικών να υπογράψει τις σχετικές συμβάσεις μίσθωσης εκ μέρους της κυβέρνησης. (β) Με απόφαση του ημερομηνίας 7.5.1987 (Τεκμήριο 46) το Υπουργικό Συμβούλιο, στα πλαίσια της ρύθμισης της τουριστικής ανάπτυξης στην ελεύθερη επαρχία Αμμοχώστου, και στις Επαρχίες Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι θα επιτρέπεται μόνο η ανέγερση ξενοδοχείων τάξης 3, 4 και 5 αστέρων. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της εν λόγω απόφασης, από την ρύθμιση αυτή εξαιρούνται περιπτώσεις που εντάσσονται σε κυβερνητικό σχέδιο επαναδραστηριοποίησης εκτοπισθέντων ξενοδόχων. (γ) Με επιστολή ημερομηνίας 11.12.1987 (Τεκμήριο 4) ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ενημέρωσε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ότι συμφωνούσε με εισήγηση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας για να επιτραπεί στους δικαιούχους ξενοδόχους η ανέγερση ξενοδοχείων δυναμικότητας μέχρι 50 δωματίων. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι δεν δικαιολογείται η αύξηση του αριθμού των ορόφων των ξενοδοχειακών μονάδων που θα ανεγερθούν από τρεις (ισόγειο και δύο όροφοι), σε τέσσερεις (ισόγειο και τρεις όροφοι), για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και ανέσεων της περιοχής. (δ) Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας με επιστολή του ημερομηνίας 16.1.1988 (Τεκμήριο 5) ενημέρωσε τον Διευθυντή του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων για την απόφαση να μην εγκριθεί η ανέγερση ξενοδοχείου τεσσάρων ορόφων αντί τριών και του ζητούσε να «έλθετε σε συνεννόηση με τους εκτοπισθέντες ξενοδόχους και να μας πληροφορήσετε κατά πόσο αποδέχονται. για να προωθήσουνε το όλο θέμα». (ε) Ο Διευθυντής του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 3.2.1988 (Τεκμήριο 6) με την οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι οι εκτοπισθέντες ξενοδόχοι «αποδέχονται καταρχήν την εισήγηση σας για ανέγερση ξενοδοχείων δυναμικότητας 50 δωματίων και σας παρακαλούν να προωθήσετε με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο το όλο θέμα για συμπλήρωση της αναγκαίας διαδικασίας και για την υπογραφή των συμβολαίων». Οι εκτοπισθέντες ξενοδόχοι ζητούν, μέσω του Διευθυντή του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων, να τους διευκρινιστεί «με ποιο τρόπο θα καταστεί δυνατή η ανέγερση ξενοδοχείου των 50 δωματίων, το οποίο θα αποτελείται από το ισόγειο και δύο ορόφους» αναφέροντας ότι «οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι ξενοδόχοι θα ζητήσουν τις απόψεις δικού τους αρχιτέκτονα». (στ) Με επιστολή του ημερομηνίας 28.4.1988 (Τεκμήριο 7) ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ενημερώνει τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ότι η εισήγηση για αύξηση της χωρητικότητας των ξενοδοχείων στα 50 δωμάτια έγινε από τους ίδιους του ξενοδόχους και δεν υπήρχε από αυτούς αίτημα για αύξηση του συντελεστή δόμησης ή του εμβαδού των γηπέδων που θα τους παραχωρηθούν. Αναφέρει επίσης ότι «με μια σωστή αρχιτεκτονική μελέτη το ίδιο εμβαδό και η ίδια δυναμικότητα μπορούν να κατανεμηθούν είτε σε τρεις είτε σε τέσσερεις ορόφους, εφόσον η κάλυψη το επιτρέπει». (ζ) Οι Εναγόμενοι κλήθηκαν με επιστολή του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 16.12.1988 (Τεκμήριο 8) σε συνάντηση στις 22.12.1988 για να λάβουν τις αναγκαίες πληροφορίες για το σχέδιο επαναδραστηριοποίησης τους και για να αποφασιστεί η κατανομή των τεμαχίων που θα τους παραχωρηθούν. (η) Τα διαθέσιμα «γήπεδα» γης κατανεμήθηκαν στους Εναγόμενους και σε άλλους εκτοπισθέντες ξενοδόχους με κλήρωση που διενεργήθηκε στις 16.12.1988 (Τεκμήρια 9(α), 9(β) και 9(γ)). Συγκεκριμένα, (
- i)στη Θάλεια Ν. Χοίρα κληρώθηκε το τεμάχιο 277 του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 43/9W.2,Ε2 του χωριού Παραλίμνι εκτάσεως 3 δεκαρίων 150 τετραγωνικών μέτρων (γήπεδο υπ' αριθμό 1), (
- ii)στον Ανδρέα Μάρκου κληρώθηκε το τεμάχιο 277 του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 43/9W.2,Ε2 του χωριού Παραλίμνι εκτάσεως 2 δεκαρίων 680 τετραγωνικά μέτρα (γήπεδο υπ' αριθμό 2), και (iii) στον Σωκράτη Πολυκάρπου κληρώθηκε το τεμάχιο 277 του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 43/9W.2,E2 του χωριού Παραλιμνίου εκτάσεως 2 δεκαρίων 787 τετραγωνικών μέτρων (γήπεδο υπ' αριθμό 3). (θ) Με επιστολή ημερομηνίας 1.3.1989 (Τεκμήριο 10) ο Διευθυντής του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων διαβίβασε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών την θέση των επηρεαζόμενων ξενοδόχων ότι, σύμφωνα με μελέτες των δικών τους αρχιτεκτόνων «δεν είναι δυνατή η ανέγερση 50 δωματίων αν τηρηθεί ο σημερινός συντελεστής δόμησης 0.57:1. Για να καταστεί δυνατή η ανέγερση 50 δωματίων σε τρεις ορόφους, με τον υφιστάμενο συντελεστή κάλυψης 0.25:1, θα πρέπει ο συντελεστής δόμησης να μετατραπεί σε 0.70:1» καταλήγοντας επί αυτού ότι «ελπίζουμε ότι το Υπουργείο σας θα συμφωνήσει με την αναγκαιότητα της πιο πάνω χαλάρωσης την οποίαν και θα επιτρέψει». (ι) Ακολούθως, στάληκε επιστολή ημερομηνίας 22.4.1989 (Τεκμήριο 11) από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών με την οποία τον ενημέρωνε ότι η εξέταση των αιτημάτων των εκτοπισθέντων ξενοδόχων πρέπει να γίνει με γνώμονα την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Τεκμήριο 1) και ότι η εισήγηση για αύξηση των δωματίων των ξενοδοχειακών μονάδων σε 50 έγινε από τους ίδιους τους εκτοπισθέντες ξενοδόχους, παραπέμποντας στις επιστολές Τεκμήρια 4 και 7 αναφορικά με τις θέσεις των αρμόδιων τμημάτων. (ια) Ο Διευθυντής του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού απέστειλε επιστολή στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 23.6.1989 (Τεκμήριο 12) με την οποία καταλήγει ότι «η δική μας άποψη είναι ότι το σχέδιο [επαναδραστηριοποίησης εκτοπισθέντων ξενοδόχων στο Παραλίμνι] πρέπει να εφαρμοστεί όπως εγκρίθηκε αρχικά. Εάν δεν γίνει αποδεκτό από τους επηρεαζόμενους τότε το όλο θέμα να αναθεωρηθεί και επανεξεταστεί επί νέας βάσης». (ιβ) Οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τις σχετικές συμβάσεις μίσθωσης στις 11.12.1989 στο γραφείο του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και οι συμβάσεις διαβιβάστηκαν στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών για υπογραφή τους από τον Υπουργό Εσωτερικών εκ μέρους της κυβέρνησης (Τεκμήριο 14(α)). Καταβλήθηκαν δε από τους Εναγόμενους τα τέλη χαρτοσήμανσης έκαστης συμφωνίας. (ιγ) Ο Υπουργός Εσωτερικών εκ μέρους της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας υπέγραψε στις 31.12.1989 τις συμβάσεις με τη Θάλεια Ν. Χοίρα (Τεκμήριο 14(β)), με τον Ανδρέα Μάρκου (Τεκμήριο 14(γ)) και με τον Σωκράτη Πολυκάρπου (Τεκμήριο 14(γ)). Οι υπογεγραμμένες συμβάσεις απεστάλησαν στους Εναγόμενους με επιστολές του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 24.1.2990 (Τεκμήρια 15(α), 15(β) και 15(γ)). (ιδ) Οι συμβάσεις μίσθωσης που υπογράφηκαν με έκαστο Εναγόμενο είναι, ουσιαστικά, ταυτόσημες και προνοούν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (
- i)Ο μισθωτής θα αναγείρει ξενοδοχείο δυναμικότητας τουλάχιστον 20 δωματίων και 2 τουλάχιστον αστέρων (παράγραφος 6
(1)). (ii) Η μίσθωση θα έχει διάρκεια 33 χρόνια με δικαίωμα ανανέωσης για 2 ακόμα περιόδους 33 ετών έκαστη (παράγραφος 5
(1)). (iii) Απαγορεύεται η εκχώρηση ή υποεκμίσθωση του μισθίου σε οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς την προηγούμενη έγκριση του κράτους (παράγραφοι 16
(7)και 16
(8)). (
- iv)Η πληρωμή των μισθωμάτων θα αρχίσει με τη συμπλήρωση 5 ετών από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, ήτοι από 31.12.1994. Το μίσθωμα θα καταβάλλεται ετήσια και από το τέλος του 5ου έτους μέχρι το τέλος του 10ου έτους από την υπογραφή θα ανέρχεται σε Λ.Κ.2.445 για τη σύμβαση με τον Σωκράτη Πολυκάρπου, Λ.Κ.2.355 για τη σύμβαση με τον Ανδρέα Μάρκου και Λ.Κ.2.880 για τη σύμβαση με την Θάλεια Ν. Χοίρα. Μετά την πρώτη αυτή περίοδο, το μίσθωμα θα αναθεωρείται με συγκεκριμένη διαδικασία ανά πενταετία (παράγραφος 13). (
- v)Η ανέγερση και έναρξη λειτουργίας έκαστης ξενοδοχειακής μονάδας πρέπει να γίνει εντός 36 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας (παράγραφος 7). (ιε) Στις 10.2.1990 ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ξενοδόχων απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 65) στον Υπουργό Εσωτερικών με την οποία ζητούσε την χαλάρωση του συντελεστή δόμησης από 0.57:1 σε 0.70:1 για να καταστεί δυνατή η βιωσιμότητα των μονάδων που θα ανεγερθούν. (ιστ) Οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να προσέλθουν για την παράδοση των μισθίων τους στις 15.2.1990. Ενημερώθηκαν για την ημερομηνίας παράδοσης με σχετικές επιστολές του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Αμμοχώστου ημερομηνίας 7.2.1990 (Τεκμήρια 16(α), 16(β) και 16(γ)). Οι Σωκράτης Πολυκάρπου και Θάλεια Ν. Χοίρα παρέλαβαν τα μισθία στις 15.2.1990 (Τεκμήρια 17(α) και 17(β)). Ο δε Ανδρέας Μάρκου παρέλαβε το μίσθιο του στις 17.4.1990 (Τεκμήρια 18 και 19). (ιζ) Στις 20.7.1990 ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ξενοδόχων απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας (Τεκμήριο 20) με την οποία τον ενημέρωνε ότι θεωρούσε ότι, λόγω της μικρής δυναμικότητας και χαμηλής τάξης των ξενοδοχειακών μονάδων, αυτές δεν είναι βιώσιμες. Ενημέρωνε επίσης ότι οι Ανδρέας Μάρκου και Σωκράτης Πολυκάρπου ήταν «διατεθειμένοι να δεχθούν χαλίτικη γη στην περιοχή Λευκωσίας . Όπως οι ίδιοι έχουν διαπιστώσει υπάρχουν κατάλληλα τεμάχια στην περιοχή «Πλατύ» στην Αγλαντζιά, παράκληση μας δε είναι όπως εξεταστεί η πιθανότητα να τους παραχωρηθούν νέα τεμάχια στην περιοχή αυτή, κατάλληλα για ανέγερση βιώσιμων ξενοδοχειακών μονάδων 3 αστέρων δυναμικότητας τουλάχιστον 60 δωματίων». (ιη) Στις 6.12.1990 η Χαραλαμπία Σαμψών στην οποία επίσης είχε παραχωρηθεί γη με σύμβαση μίσθωσης στα πλαίσια του ιδίου σχεδίου επαναδραστηριοποίησης εκτοπισθέντων ξενοδόχων υπέβαλε στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού προς έγκριση σχέδια για ανέγερση ξενοδοχείου (Τεκμήριο 48). (ιθ) Ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με επιστολή του ημερομηνίας 19.6.1991 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών (Τεκμήριο 21) τον ενημερώνει ότι «ύστερα από ενδελεχή έρευνα που έγινε από το Τμήμα αυτό στις περιοχές των Δήμων Λευκωσίας, Αγίου Δομετίου, Έγκωμης, Στροβόλου και Αγλαντζιάς, οι οποίες συγκεντρώνουν και τις απαραίτητες προϋποθέσεις τουριστικής/ξενοδοχειακής ανάπτυξης, διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη κρατική γη που να προσφερθεί για [εκμίσθωση] στους κ.κ Μάρκου και Πολυκάρπου.» Η επιστολή καταλήγει με την άποψη του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ότι το αίτημα των Εναγόμενων επιβάλλεται να απορριφθεί και «να δοθεί άμεση και σαφής απάντηση στους ενδιαφερόμενους ξενοδόχους ότι η προσφορά της κυβέρνησης είναι οριστική και αμετάκλητη και δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί με κανένα τρόπο το όλο σχέδιο». Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών συμφώνησε με τη θέση αυτή (Τεκμήριο 22). (κ) Οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 25.7.1991 (Τεκμήριο 23) από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ότι «η προσφορά της Κυβέρνησης για επαναδραστηριοποίηση σας στο Παραλίμνι με την ανέγερση από τον καθένα σας ξενοδοχείων στα κρατικά γήπεδα που ήδη σας εκμισθώθηκαν, είναι οριστική και αμετάκλητη και δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί με κανένα τρόπο και κατά συνέπεια το αίτημα σας δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.» Οι δε Εναγόμενοι προτρέπονται με την ίδια επιστολή «όπως προχωρήσετε χωρίς άλλη καθυστέρηση στην ανέγερση των ξενοδοχείων σας, σύμφωνα με τους όρους των σχετικών Συμβάσεων Μίσθωσης, που υπογράφησαν ήδη με τον καθένα σας, ούτως ώστε να συμμορφωθείτε έγκαιρα με τις συμβατικές υποχρεώσεις σας και να αποφευχθεί έτσι η πιθανότητα να υποχρεωθεί η Κυβέρνηση να προβεί στη λήψη μέτρων για λύση των υπό αναφορά Συμβάσεων». (κα) Ακολούθησε αίτημα των Εναγόμενων προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, μέσω του Προέδρου του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων ημερομηνίας 9.4.1992 για παράταση της προθεσμίας ανέγερσης και λειτουργίας των ξενοδοχειακών μονάδων (Τεκμήριο 24). Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ενημέρωσε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών στις 6.7.1992 ότι δεν έφερε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος για παράταση της προθεσμίας μέχρι τις 30.12.1994 «νοουμένου βέβαια ότι οι άλλοι όροι, προϋποθέσεις και δεσμεύσεις των υφιστάμενων Συμβάσεων Μίσθωσης με τους πιο πάνω ξενοδόχους θα εξακολουθούν να ισχύουν και επίσης να γίνει σαφές σ' αυτούς ότι δεν θα τους δοθεί άλλη παράταση σε περίπτωση που δεν συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις μέχρι 30.12.1994» (Τεκμήριο 25). Το αίτημα για παράταση εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 23.6.1993 με αυτή την προϋπόθεση (Τεκμήριο 26). Οι δε Εναγόμενοι ενημερώθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 16.9.1993 (Τεκμήριο 27). (κβ) Η Μαρία Βράχα, στην οποία επίσης παραχωρήθηκε τεμάχιο με σύβαση μίσθωσης στα πλαίσια του ιδίου σχεδίου επαναδραστηριοποίησης εκτοπισθέντων ξενοδόχων, υπέβαλε προς τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού αρχιτεκτονικά σχέδια προς έγκριση στις 23.4.1992 (Τεκμήριο 49). (κγ) Στις 8.4.1993 ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ξενοδόχων απέστειλε επιστολή στον Υπουργό Οικονομικών και στον Υπουργό Εσωτερικών (Τεκμήριο 70) με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε την εξέταση της πιθανότητας δημιουργίας ενός σχεδίου δανειοδότησης των δικαιούχων ξενοδόχων στο πρότυπο του σχεδίου που λειτουργεί για τα ξενοδοχεία των ορεινών θέρετρων. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας ενημέρωσε με επιστολή ημερομηνίας 4.5.1993 (Τεκμήριο 71) ότι το περιεχόμενο της επιστολής μελετάται. (κδ) Στις 19.9.1994 οι Εναγόμενοι ανέθεσαν στους Photiou Architects Ltd την «γενική μελέτη και επίβλεψη» για ξενοδοχείο 3 αστέρων και 86 περίπου δωματίων «παρά το Ξενοδοχείο ΜΙΜΟΖΑ στον Πρωταρά» (Τεκμήριο 53). (κε) Στις 28.9.1994, ο κ. Πολυκάρπου έλαβε επιστολή με συνημμένο προσχέδιο συμφωνίας από τον Γενικό Διευθυντή της εταιρείας Aqua Sol αντικείμενο της οποίας ήταν συνεργασία στην ανέγερση και λειτουργία ξενοδοχείου στο Παραλίμνι (Τεκμήριο 55). (κστ) Με επιστολή ημερομηνίας 27.10.1994 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Αμμοχώστου (Τεκμήριο 38), οι Εναγόμενοι ενημερώνουν ότι προβαίνουν στην εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία θα υποβάλλονταν στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού πριν το τέλος του έτους και ζητούσαν παράταση στην προθεσμία συμπλήρωσης και λειτουργίας του ξενοδοχείου. Αναφέρουν επιπλέον ότι «έχουμε συμφωνήσει όπως για λόγους βιωσιμότητας αντί να προχωρήσουμε στη δημιουργία 3 μικρών ανεξάρτητων και συνάμα αντί-οικονομικών μονάδων, συμπτύξουμε τα 3 τεμάχια. σε ένα ενιαίο τεμάχιο και κτίσουμε πάνω σ' αυτό ένα ξενοδοχείο με μεγαλύτερη δυναμικότητα η λειτουργία του οποίου θα είναι περισσότερο αποδοτική. Είμαστε βέβαιοι ότι θα έχουμε τη θετική σας ανταπόκριση.» (κζ) Στις 13.12.1994 οι Εναγόμενοι υπέβαλαν στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού για έγκριση σχέδια ξενοδοχείου 3 αστέρων «που προτείνεται στα ενοποιημένα γήπεδα» (Τεκμήριο 50). (κη) Με επιστολές του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Αμμοχώστου ημερομηνίας 3.5.1995, έκαστος Εναγόμενος κλήθηκε να πληρώσει το ενοίκιο της κρατικής γης που του είχε παραχωρηθεί για την περίοδο από 31.12.1994 - 30.12.1995 (Τεκμήριο 28(α), 28(β), 28(γ) και 28(δ)). Συγκεκριμένα, ο Ανδρέας Μάρκου κλήθηκε να πληρώσει Λ.Κ.2.355, ο Σωκράτης Πολυκάρπου κλήθηκε να πληρώσει Λ.Κ.2.445 και η Θάλεια Ν. Χοίρα κλήθηκε να πληρώσει Λ.Κ.2.880. Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν τα πιο πάνω μισθώματα στις 17.8.1995 (Τεκμήρια 29(α), 29(β), 29(γ), 52 και 66). (κθ) Με επιστολή ημερομηνίας 3.7.1995 ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ξενοδόχων ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι τα σχέδια που είχαν υποβάλει για ανέγερση ξενοδοχειακού συγκροτήματος εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Ξενοδοχείων. Ενημερώθηκαν επίσης ότι ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού και η Επιτροπή Ξενοδοχείων είχαν επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητα της μονάδας λόγω του μεγάλου αριθμού κλινών που έχει δημιουργηθεί στην Κύπρο, κάτι που μπορεί να είχε επιπτώσεις στην προσπάθεια εξασφάλισης χρηματοδότησης (Τεκμήριο 51). (λ) Στις 20.11.1995, ο κ. Πόλυς Πολυκάρπου κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.30,24 στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως Παραλιμνίου σε σχέση με το ακίνητο που είχε μισθώσει ο Σωκράτης Πολυκάρπου (Τεκμήριο 69). (λα) Οι αρχιτέκτονες στους οποίους είχε ανατεθεί η ετοιμασία σχεδίων από τους Εναγόμενους (Τεκμήριο 53) φαίνεται να κίνησαν αγωγή στους Εναγόμενους για οικονομικές διαφορές που ανάκυψαν μεταξύ τους. Στις 2.12.1997 οι δικηγόροι που φαίνεται να ενεργούσαν για τους αρχιτέκτονες απέστειλαν επιστολή (Τεκμήριο 54) προς τους δικηγόρους των Εναγομένων στην οποία συζητούσαν την εξέλιξη της αγωγής που εκκρεμούσε και επιβεβαίωναν την είσπραξη κάποιων ποσών έναντι της απαίτησης καθώς και των οφειλόμενων υπόλοιπων. (λβ) Το αίτημα τον Εναγόμενων για ενοποίηση των γηπέδων που είχε παραχωρηθεί στον καθένα εξ αυτών και ανέγερση κοινής ξενοδοχειακή μονάδας, απορρίφθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ' αριθμό 2/2000/Β/1 ημερομηνίας 19.7.2000 (Τεκμήριο 30). Με την εν λόγω απόφαση, τα Υπουργικό Συμβούλιο εγκρίνει επίσης τον τερματισμό των συμβάσεων μίσθωσης λόγω παράβασης ή και μη εκπλήρωσης ουσιωδών όρων τους. Εγκρίνει περαιτέρω τα ακόλουθα: (
- i)την επιστροφή στους Εναγόμενους των μισθωμάτων που πληρώθηκαν από τον καθένα υπό τον όρο ότι θα αποδεχθούν εγγράφως τον τερματισμό των συμβάσεων και θα παραδώσουν τα μισθία, (
- ii)εάν οι Εναγόμενοι δεν αποδεχθούν την πιο πάνω πρόταση εντός 60 ημερών από την κοινοποίηση της, τότε θα προωθηθεί ο τερματισμός των συμβάσεων μίσθωσης, η είσπραξη των οφειλόμενων μισθωμάτων και η ακύρωση της εγγραφής των μισθωμάτων από το Μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. (λγ) Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών ενημέρωσε τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με επιστολή ημερομηνίας 25.8.2000 (Τεκμήριο 40) για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Τεκμήριο 30) και ζήτησε όπως αυτή κοινοποιηθεί στους Εναγόμενους. (λδ) Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Αμμοχώστου κοινοποίησε στους Εναγόμενους την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Τεκμήριο 30) με επιστολή ημερομηνίας 14.9.2000 και τους ζήτησε να ενημερώσουν γραπτώς εντός 60 ημερών εάν την αποδέχονται (Τεκμήρια 42(α), 42(β) και 42(γ)). (λε) Οι δικηγόροι του κ. Πόλυ Πολυκάρπου απάντησαν με επιστολή τους ημερομηνίας 13.11.2000 ότι ο κ. Πόλυς Πολυκάρπου, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωκράτη Πολυκάρπου, επιθυμεί να συνεχίσει την εκμίσθωση του επίδικου γηπέδου προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 41). (λστ) Με επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού ημερομηνίας 22.11.2000 οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν εκ νέου για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 19.7.2000 (Τεκμήρια 31(α), 31(γ) και 31(δ)). Αναφορικά με τον κ. Σωκράτη Πολυκάρπου, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Αμμοχώστου ενημέρωσε με επιστολή ημερομηνίας 22.11.2000 και τους δικηγόρους του Πόλυ Πολυκάρπου, διαχειριστή της περιουσίας του (Τεκμήριο 31(β)). (λζ) Στις 16.5.2001 απεστάλησαν επιστολές ιδίου περιεχομένου από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Αμμοχώστου προς τους Εναγόμενους. Στις επιστολές αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι παρέβησαν την υποχρέωση τους για ανέγερση και λειτουργία των ξενοδοχειακών μονάδων μέχρι την 30.12.1994, ως η παράταση που τους είχε δοθεί, καθώς και την υποχρέωση τους για καταβολή ετήσιων μισθωμάτων. Ένεκα των παραβάσεων αυτών και της μη εκπλήρωσης ουσιωδών όρων των συμβάσεων μίσθωσης οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να αποδεχθούν τον τερματισμό έκαστης σύμβασης μίσθωσης και παράδοση έκαστου μισθίου εντός 60 ημερών ώστε να τους επιστραφεί το μίσθωμα που είχαν πληρώσει. Ενημερώνονταν δε ξανά ότι αν δεν συμμορφώνονταν εντός της περιόδου των 60 ημερών τότε η κυβέρνηση θα προχωρούσε δικαστικώς στον τερματισμό της σύμβασης και διεκδίκηση όλων των οφειλόμενων μισθωμάτων. (Τεκμήρια 32(α), 32(β), 32(γ)). (λη) Στις 23.7.2001 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν επιστολή στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών (Τεκμήριο 56) στην οποία, μεταξύ άλλων, γινόταν αναφορά στην πρόθεση των Εναγομένων να συνεργαστούν με την εταιρεία Aqua Sol για την ανέγερση του ξενοδοχείου, την αλλαγή στην πολιτική για παροχή δανείων από το Ταμείο Δημοσίων Δανείων που αποστερούσε από τους Εναγόμενους και την Aqua Sol τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για ανέγερση των ξενοδοχειακών τους μονάδων καθώς και σε έξοδα Λ.Κ.60.000 που οι Εναγόμενοι είχαν υποστεί μέχρι τότε. Η επιστολή, Τεκμήριο 56, καταλήγει λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται τον τερματισμό της σύμβασης μίσθωσης και απαιτούν αποζημίωση για τις ζημιές που έχουν υποστεί. (λθ) Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 11.8.2001 (Τεκμήριο 57) αναφέροντας ότι η επιστολή τους διαβιβάστηκε στον Έπαρχο Αμμοχώστου για εξέταση και ότι θα ενημερώνοντας εάν υπήρχε εξέλιξη. (μ) Στις 29.10.2002 απεστάλη επιστολή από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών προς τους δικηγόρους των Εναγομένων (Τεκμήριο 45) με την οποία ενημερώθηκαν ότι «καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια για τροποποίηση της προαναφερόμενης απόφασης [του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 19.7.2000, Τεκμήριο 30], πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό». (μα) Στις 8.6.2004 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών (Τεκμήριο 59). Στην επιστολή αυτή ενημέρωσαν τον Υπουργό ότι οι Εναγόμενοι, με επιστολή τους ημερομηνίας 23.7.2001 (Τεκμήριο 56), ζητούσαν την ακύρωση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 19.7.2000 (Τεκμήριο 30) με την οποία εγκρίθηκε ο τερματισμός των συμβάσεων μίσθωσης και ζητούσαν την υλοποίηση της προφορικής υπόσχεσης που τους είχε δοθεί για παραχώρηση γης σε άλλο χώρο. Αναφέρουν δε ότι η μόνη απάντηση που έλαβαν ήταν η επιστολή ημερομηνίας 29.10.2002 (Τεκμήριο 45) με την οποία ενημερώνονται μόνο ότι η εισήγηση τους για ακύρωση της Υπουργικής απόφασης δεν γίνεται δεχτή «χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού και/ή παραχώρησης νέων τεμαχίων γης». Ζητούν δε συνάντηση «για να συζητήσουμε το θέμα που έχει προκύψει αλλά και την προσπάθεια διακανονισμού προς αποκατάσταση της δίκαιας μεταχείρισης των πελατών μας». (μβ) Σε απάντηση, απεστάλη επιστολή από τον Ανώτερο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών προς τους δικηγόρους των Εναγομένων ημερομηνίας 19.10.2004 (Τεκμήριο 60). Σε αυτήν γίνεται αναφορά σε συνάντηση που είχε διενεργηθεί στις 24.9.1998 στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στην οποία εκπρόσωποι του Τμήματος είχαν εισηγηθεί το ενδεχόμενο να εξευρεθεί άλλη κρατική γη σε περιοχή που είναι πολεοδομικά επιτρεπτή η ενιαία ανάπτυξη. Αναφέρεται επίσης ότι τότε είχε καταστεί σαφές στους Εναγόμενους ότι αυτό δεν ήταν επίσημη πρόταση της κυβέρνησης αλλά απλή εισήγηση. Καταλήγει δε ότι «στο παρόν στάδιο ουδεμία ενέργεια δύναται να αναληφθεί, προτού εξεταστεί από το Δικαστήριο η αγωγή που εκκρεμεί σε σχέση με τους μισθωτές». (μγ) Οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν στις 25.9.2006 νέα επιστολή (Τεκμήριο 61) προς τον Υπουργό Εσωτερικών με την οποία ζητείτο εν νέου συνάντηση «για να συζητήσουμε το θέμα που έχει προκύψει αλλά και την προσπάθεια διακανονισμού προς αποκατάσταση της δίκαιας μεταχείρισης των πελατών μας». (μδ) Στην πιο πάνω επιστολή, απάντησε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών με άλλη επιστολή ημερομηνίας 17.11.2006 (Τεκμήριο 62). Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ένεκα της παράβασης ουσιωδών όρων των συμβάσεων μίσθωσης, το Υπουργικό Συμβούλιο με απόφαση του ημερομηνίας 19.7.2000 (Τεκμήριο 30) ενέκρινε τη λύση των συμβάσεων μίσθωσης, επιστροφή των μισθωμάτων υπό τους πιο πάνω αναφερόμενους όρους καθώς και ότι το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ενημέρωσε γραπτώς του Εναγόμενους ειδοποιώντας τους ότι αν δεν συμμορφώνονταν τότε η κυβέρνηση δεν θα τους επέστρεφε τα καταβληθέντα μισθώματα και θα προχωρούσε δικαστικά για τη λύση της σύμβασης και είσπραξη των οφειλόμενων ποσών. Ένεκα του ότι κανένας εκ των Εναγομένων δεν ανταποκρίθηκε δόθηκαν οδηγίες στον Γενικό Εισαγγελέα για προώθηση διαδικασίας στο Δικαστήριο. Καταλήγει λέγοντας ότι επειδή τα σχέδια επαναδραστηριοποίηση εκτοπισθέντων ξενοδόχων έχουν λήξει «και εκκρεμεί η διαδικασία στο Δικαστήριο» δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια μέχρι την απόφαση του Δικαστηρίου. (με) Στις 29.3.2007 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν νέα επιστολή στον Υπουργό Εσωτερικών (Τεκμήριο 63) στην οποία γίνεται ξανά αναφορά στην προσπάθεια για ενοποίηση και κοινή ανάπτυξη στα ακίνητα. Γίνεται επίσης αναφορά στο ότι ο Δήμος Παραλιμνίου επιδίωκε να αποκτήσει τη συγκεκριμένη γη, «όπως και έπραξε», και «επιδίωκε την αποτυχία των προσπαθειών των Εναγομένων». Καταλήγει λέγοντας ότι «αιτούμαστε όπως μας ορίσετε συνάντηση και να προσκομιστεί όλος ο φάκελος για να έχουμε την τελική θέση του Υπουργείου σας, εφόσον μέχρι σήμερα δεν έχει επιδοθεί αγωγή, ούτε και αποτελεί εμπόδιο για λήψη απόφασης». (μστ) Ακολουθεί επιστολή προς τη δικηγόρο των Εναγομένων από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 27.4.2007 (Τεκμήριο 64) με την οποία ενημερώνεται ότι τα όσα θίγει στην επιστολή της εξετάζονται και θα επικοινωνήσει σύντομα. (μζ) Στάλθηκαν ακολούθως επιστολές ημερομηνίας 21.8.2009 στους Θάλεια Ν. Χοίρα και Ανδρεά Μάρκου από τον Γενικό Εισαγγελέα οι οποίες και επιδόθηκαν από ιδιώτη επιδότη με τις οποίες απαιτείτο η καταβολή των απλήρωτων μισθωμάτων πλέον νόμιμο τόκο (Τεκμήρια 33 και 34). Η ίδια επιστολή δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί στον κ. Πόλυ Πολυκάρπου ο οποίος δεν ανεβρέθηκε στη δοθείσα διεύθυνση (Τεκμήριο 35). (μη) Οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 16.9.2009 (Τεκμήριο 36) προς το Γενικό Εισαγγελέα, εκ μέρους όλων των Εναγομένων, σε απάντηση της επιστολής, Τεκμήριο 33, 34 και 35. Σε αυτήν, οι δικηγόροι των Εναγομένων αναφέρουν ότι «οι πελάτες μας ανέμεναν τον ορισμό της συνάντησης με τον Αρμόδιο Λειτουργό για συζήτηση και διακανονισμό της υπόθεσης» καθώς και ότι «Τα επίδικα τεμάχια από την ημέρα του τερματισμού των συμβάσεων ήδη έχουν παραληφθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών και έχουν δοθεί στην Τοπική Αρχή». (μθ) Στις 23.7.2013 οι Εναγόμενοι, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών (Τεκμήριο 43) με την οποία ζητούσαν συνάντηση για να συζητηθούν εξωδικαστηριακά οι υποθέσεις τους και ανέφεραν επίσης, μεταξύ άλλων, ότι «οι πελάτες μας δεν κατέστη δυνατό να οικοδομήσουν τις ξενοδοχειακές μονάδες επειδή δεν ήταν βιώσιμες όπως τους δόθηκαν τα μερίδια και προσπαθούσαν να κτίσουν ένα ξενοδοχείο, ανέμεναν δε την τελική απάντηση του Υπουργείου σας και προέβησαν σε εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και υπέστησαν ταλαιπωρίες, έξοδα και ζημιές, πλην όμως το κτήμα δόθηκε στο Δήμο Παραλιμνίου και εισηγήθηκαν να τους δοθεί άλλο τεμάχιο, το οποίο όμως δεν δόθηκε». Όπως έχω ήδη αναφέρει, τα πιο πάνω γεγονότα και έγγραφα δεν αμφισβητούνται και είναι κοινώς αποδεκτά. Με αυτό το δεδομένο, και για αποφυγή επανάληψης, συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, οι μάρτυρες της κάθε πλευράς αναφέρθηκαν και σε κάποια άλλα γεγονότα και θέματα κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης τους. Πρέπει και πάλιν να σημειώσω ότι κατά την αντεξέταση τόσο των μαρτύρων του Ενάγοντα όσο και των μαρτύρων της Υπεράσπισης, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η αξιοπιστία τους αφού η αντεξέταση περιορίστηκε στο να τεθούν στους μάρτυρες οι θέσεις της κάθε πλευράς και να αναζητηθούν διευκρινίσεις και περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με τα όσα οι μάρτυρες είχαν καταθέσει κατά την κυρίως εξέταση, χωρίς όμως να αμφισβητηθεί η αλήθεια των όσων οι μάρτυρες είχαν καταθέσει. Υπό αυτό το πρίσμα θα αναφερθώ επιγραμματικά και στην υπόλοιπη, δια ζώσης, μαρτυρία. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο κ. Δημήτρης Νεοφύτου, κτηματολογικός λειτουργός 2ης τάξης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου (ΜΕ1). Ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο την πλειοψηφία των εγγράφων και επιστολών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και επεξήγησε το περιεχόμενο τους. Πέραν αυτού, ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι η επιδίωξη των Εναγόμενων να συνεργαστούν για την ανάπτυξη των ξενοδοχειακών μονάδων με την εταιρεία Aqua Sol ήταν αντίθετη με τους όρους των συμβάσεων μίσθωσης τους ενώ θα συνιστούσε και καταστρατήγηση των σκοπών του σχεδίου επαναδραστηριοποίησης εκτοπισθέντων ξενοδόχων με την εκμετάλλευση του σχεδίου από μη δικαιούχα πρόσωπα. Ο ΜΕ1 αναφέρει επίσης ότι πριν την υποβολή του αιτήματος των Εναγόμενων για ενοποίηση των γηπέδων που τους είχαν παραχωρηθεί και ένεκα του ότι δεν πλήρωναν τα οφειλόμενα μισθώματα, έγινε συνάντηση των Εναγομένων με εκπροσώπους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για συζήτηση του θέματος και διασαφήνιση των προθέσεων των Εναγομένων, τόσο αναφορικά με το θέμα της ενοποίησης αλλά και σε σχέση με την μη καταβολή των μισθωμάτων από το 1995 και μετά. Η συνάντηση, σύμφωνα με τον ΜΕ1, έγινε στις 24.9.1998 στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και σε αυτήν παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Τμήματος και οι κ. Ανδρέας Μάρκου, κ. Γιαννάκης Ιωάννου εκ μέρους της κας Θάλειας Ν. Χοίρα και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του Χριστόδουλου Ιωάννου και ο κ. Πόλυς Πολυκάρπου εκ μέρους της οικογένειας του αποβιώσαντα Σωκράτη Πολυκάρπου και ως διαχειριστής της περιουσίας του. Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι κατά την συνάντηση ζητήθηκε από τους Εναγόμενους να καταβάλουν τα οφειλόμενα μισθώματα και οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν. Οι δε Ανδρέας Μάρκου και Γιαννάκης Ιωάννου ζήτησαν την επιστροφή του μισθώματος που είχαν πληρώσει για την περίοδο 31.12.1994-30.12.1995. Κατά την εν λόγω συνάντηση οι Εναγόμενοι υποστήριζαν ότι η έκταση/εμβαδό των γηπέδων που τους είχαν παραχωρηθεί δεν επέτρεπαν την ανέγερση βιώσιμης ξενοδοχειακής μονάδας και ότι δεν ήταν δυνατή η εξασφάλιση χρηματοδότησης για το έργο λόγω της μη βιωσιμότητας και γι' αυτό υποβλήθηκε το αίτημα για ενοποίηση των γηπέδων τους. Οι λειτουργοί του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας τους εισηγήθηκαν να ζητήσουν την εκμίσθωση άλλης μεγαλύτερου εμβαδού κρατικής γης σε περιοχή όπου είναι πολεοδομικά επιτρεπτή η ενιαία ανάπτυξη. Τόνισαν όμως, σύμφωνα με τον ΜΕ1, ότι αυτό δεν αποτελούσε επίσημη πρόταση της Κυβέρνησης και ότι το μόνο αρμόδιο όργανο για να αποφασίσει ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο. Κατέληξαν, σύμφωνα με τον ΜΕ1, ότι οι Εναγόμενοι θα μελετούσαν την εισήγηση αυτή, όμως τους τονίστηκε ότι θα έπρεπε να επανέλθουν με τις τελικές τους θέσεις εντός 3 μηνών. Σε διαφορετική περίπτωση, το θέμα θα προωθείτο στο Υπουργικό Συμβούλιο για λύση των υφιστάμενων συμβάσεων μίσθωσης και λήψη απόφασης αναφορικά με τα οφειλόμενα μισθώματα. Μετά την εν λόγω συνάντηση, είπε ο ΜΕ1, δεν υπήρξε καμία περαιτέρω κίνηση από τους Εναγόμενους ενώ οι οφειλές τους και άλλοι όροι των συμβάσεων μίσθωσης παρέμειναν ανεκπλήρωτοι. Για το λόγο αυτό, το θέμα παραπέμφθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο, που έλαβε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση ημερομηνίας 19.7.2000 (Τεκμήριο 30). Δεύτερη μάρτυρας των Εναγόντων ήταν η κα Ανθή Κουκκουρή-Λακκοτρύπη (ΜΕ2), Κτηματολογική Λειτουργός Α' με απόσπαση στο Υπουργείο Εσωτερικών από το 2008. Ανέφερε ότι μέρος των καθηκόντων της είναι ο χειρισμός των θεμάτων που αφορούν το Σχέδιο «Διάθεση Κρατικής γης στους εκτοπισθέντες ξενοδόχους - Παραλίμνι». Πέραν των γεγονότων που έχω παραθέσει πιο πάνω, η ΜΕ2 κατέθεσε ότι ένας από τους βασικούς όρους της εκμίσθωσης των ακινήτων στους εκτοπισθέντες ξενοδόχους είναι η μη συμμετοχή ξένων προσώπων στις ξενοδοχειακές αναπτύξεις. Ο λόγος για τον περιορισμό αυτό ήταν για να αποφευχθεί η εκμετάλλευση του σχεδίου από μη δικαιούχα πρόσωπα. Από το συγκεκριμένο σχέδιο είπε, έχουν επωφεληθεί ακόμα 2 ξενοδόχοι πέραν των Εναγομένων, οι οποίοι έχουν αναγείρει και λειτουργούν ξενοδοχεία σε κρατική γη που τους είχε εκμισθωθεί εδώ και αρκετά χρόνια. Είπε επίσης ότι μετά την επιστολή ημερομηνίας 23.7.2013 (Τεκμήριο 43) που απέστειλαν οι δικηγόροι των Εναγομένων προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ο Υπουργός έδωσε οδηγίες να διευθετηθεί συνάντηση με το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών επικοινώνησε με τους δικηγόρους των Εναγομένων, όμως η συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε γιατί οι Εναγόμενοι επέμεναν σε κατ' ιδίαν συνάντηση με τον ίδιο τον Υπουργό και όχι με υπηρεσιακούς λειτουργούς. Τρίτη μάρτυρας των Εναγόντων ήταν η κα Βασιλική Πελεγκάρη-Θεοδώρου (ΜΕ3), Τεχνικός Α' στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού από το 1979. Σύμφωνα με την ΜΕ3 οι Εναγόμενοι δεν υπέβαλαν ποτέ αίτηση για ανέγερση ξεχωριστής ξενοδοχειακής μονάδας αλλά υποβλήθηκε στις 15.12.1994 αίτηση για ανέγερση ενιαίας ξενοδοχειακής μονάδας, προϋπόθεση της οποίας ήταν η ενοποίηση των τεμαχίων γης του καθενός. Η ενοποίηση, είπε, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανέγερση ενιαίας ξενοδοχειακής μονάδας αφού, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία δεν μπορούσε να εγκριθεί ενιαία ξενοδοχειακή ανάπτυξη σε ξεχωριστά ακίνητα. Οι δε Εναγόμενοι, ανέφερε προσκόμισαν αρχιτεκτονικά σχέδια και αίτηση για ενιαία ανάπτυξη σε 3 ξεχωριστά τεμάχια. Τελευταία μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων, ήταν η κα Αθηνά Πιστιλλίδου (ΜΕ4), λογιστής στο γενικό λογιστήριο της Δημοκρατίας από το 2007, προϊσταμένη του Ταμείου Δημοσίων Δανείων το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τον περί Δημοσίων Δανείων Νόμο, Κεφ. 208 και διοικείται από το Συμβούλιο Δανειστικών Επιτρόπων που διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση τον περί Ορισμένων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Διοικητικών Συμβουλίων) Νόμου. Η ΜΕ4 ανέφερε ότι σύμφωνα με τις συμβάσεις μίσθωσης των Εναγομένων, η χρηματοδότηση της ανέγερσης των ξενοδοχειακών μονάδων θα γινόταν από εμπορικές τράπεζες. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι σύμφωνα με τα αρχεία της δεν υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους αίτηση παραχώρηση δανείου από το Συμβούλιο Δανειστικών Επιτρόπων. Οποιαδήποτε τέτοια αίτηση είπε, έπρεπε να υποβληθεί γραπτώς. Για την πλευρά των Εναγομένων, έδωσε πρώτος μαρτυρία ο κ. Ανδρέας Μάρκου, Εναγόμενος στην αγωγή 175/2010 (ΜΥ1). Πέραν των όσων ανέφερε και προκύπτουν και από τα διάφορα τεκμήρια, κατέθεσε επίσης ότι σε άλλα πρόσωπα στα οποία είχε παραχωρηθεί γη με βάση το ίδιο σχέδιο, είχε δοθεί χρηματοδότηση από τους Δανειστικούς Επιτρόπους με ευνοϊκούς όρους ενώ επετράπη και η συνεργασία με την εταιρεία Aqua Sol. Ο ΜΥ1 κατέθεσε επίσης ότι ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα το μίσθωμα το οποίο κατέβαλε, έξοδα χαρτοσήμανσης της σύμβασης μίσθωσης, έξοδα για την οριοθέτηση του «γηπέδου» που του παραχωρήθηκε, έξοδα σε σχέση με την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν από αγωγή που κινήθηκε εναντίον του από τον αρχιτέκτονα για μη πληρωμή της οφειλής του, έξοδα που προέκυψαν από τη συμφωνία με την Aqua Sol, καθώς και «έξοδα διακίνησης και διάφορες επισκέψεις/συναντήσεις με αρμόδιους». Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 είπε, μεταξύ άλλων, ότι οι προσπάθειες για συνεργασία με την Aqua Sol ξεκίνησαν περίπου 6 χρόνια μετά την υπογραφή των συμβάσεων μίσθωσης. Ο κ. Πόλυς Πολυκάρπου, Εναγόμενος στην αγωγή 174/2010 (ΜΥ2) ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ουσιαστικά τα ίδια τα οποία και ο ΜΥ1 είχε καταθέσει και ανταπαίτησε αντίστοιχα ποσά. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι οι Εναγόμενοι είχαν υποβάλει αίτηση για ενοποίηση των τεμαχίων τους στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου και ότι είχαν λάβει προφορικές διαβεβαιώσεις από κάποια κα Λύμπουρα, λειτουργό του Υπουργείου Εσωτερικών, ότι αυτή θα εγκρινόταν. Επί αυτού σημειώνω παρενθετικά ότι οι πλευρά της υπεράσπισης δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία από την ίδια την κα Λύμπουρα ενώ δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία για τα καθήκοντα, τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της, ούτε και για την εξουσία της να δεσμεύει το κράτος με τις πράξεις ή υποσχέσεις της. Ο ΜΥ2 είπε επίσης ότι όταν αποτάθηκαν στους Δανειστικούς Επιτρόπους για παροχή δανείου ενημερώθηκαν ότι είχε τερματιστεί η χρηματοδότηση. Τρίτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο κ. Γιαννάκης Ιωάννου, αδερφός της Θάλειας Ν. Χοίρα, Εναγόμενης στην αγωγή 173/2010 (ΜΥ3). Πέραν των όσων κατέθεσαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2, ανέφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ότι οι Εναγόμενοι «ενημερώθηκαν προφορικά από τους Δανειστικούς Επιτρόπους κατά η περί 1994-1995 ότι είχε τερματιστεί η χρηματοδότηση προσφύγων». Είπε επίσης ότι ο λόγος που οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν προφορικά στους Δανειστικούς Επιτρόπους «ήταν επειδή περιμέναμε την απάντηση της κυβέρνησης για την ενοποίηση και την τροποποίηση-ενοποίηση των Συμβάσεων Μίσθωσης μας». Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε ποιο πρόσωπο είχε δώσει την έμμεση προφορική διαβεβαίωση ότι η αίτηση για ενοποίηση των «γηπέδων» τους θα εγκρινόταν και απάντησε ότι δεν θυμόταν. Είπε επίσης ότι λόγω της παρόδου του χρόνου δεν θυμόταν αν είχαν υποβάλει οι Εναγόμενοι αίτηση για δανειοδότηση από τους Δανειστικούς Επιτρόπους. Τελευταίος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο κ. Ζαχαρίας Ιωαννίδης, Γενικός Διευθυντής του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων (ΜΥ4). Κατά την αντεξέταση του είπε ότι όταν οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν προφορικά στους Δανειστικούς Επιτρόπους περί το 1994-1995 για δανειοδότηση, η παροχή δανείων είχε ήδη λήξει. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Εφόσον δεν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ4. Τα όσα ανέφεραν ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση και δεν αντικρούστηκαν με άλλη μαρτυρία που να παρουσιάζει διαφορετική εκδοχή σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα. Πέραν τούτου, συνάδουν πλήρως με τα διάφορα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί ενώ οι ίδιοι οι μάρτυρες, κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητοι, αντικειμενικοί και ειλικρινείς[2]. Ούτε και η πλευρά του Ενάγοντα αμφισβήτησε την αξιοπιστία των μαρτύρων υπεράσπισης. Κατά την αντεξέταση τους, όπως έχω ήδη αναφέρει, επιδιώχθηκε να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τα γεγονότα και να διευκρινιστούν ζητήματα στα οποία αναφέρθηκαν κατά την κυρίως εξέταση τους. Ενόψει τούτου αποδέχομαι ως αξιόπιστους και τους μάρτυρες της Υπεράσπισης. Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη της θέσης της κάθε πλευράς και έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν γραπτές αγορεύσεις και τη νομολογία στην οποία οι συνήγοροι με έχουν παραπέμψει. Για την απόφαση του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων κρίνω σημαντικό το ότι η υπογραφή των συμβάσεων μίσθωσης είναι κοινώς παραδεκτή ενώ ούτε το περιεχόμενο της ή η ερμηνεία των προνοιών της δεν έχει αμφισβητηθεί. Έχω ήδη αναφερθεί σε κάποιες από τις ουσιαστικές πρόνοιες των συμβάσεων μίσθωσης πιο πάνω. Επίσης κοινώς παραδεκτό είναι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι έχουν πληρώσει μόνο το μίσθωμα που αφορά την περίοδο από 31.12.1994-30.12.1995, όπως και πάλιν αναφέρεται πιο πάνω. Παραδεκτό είναι περαιτέρω ότι το Υπουργικό Συμβούλιο στις 19.7.2000 έλαβε την απόφαση, Τεκμήριο 30, η οποία κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους καθώς και ότι οι Εναγόμενοι δεν αποδέχτηκαν την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου για αποδοχή του τερματισμού των συμβάσεων μίσθωσης, παράδοση των μισθίων και επιστροφή σε αυτούς των καταβληθέντων μισθωμάτων. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου των επιστολών, Τεκμήρια 33, 34 και 25, με τις οποίες ο Ενάγοντας απαίτησε από αυτούς την πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων. Στους Θάλεια Ν. Χοίρα και Ανδρέα Μάρκου οι επιστολές επιδόθηκαν προσωπικά. Αναφορικά με τον Πόλυ Πολυκάρπου, το γεγονός ότι απεστάλησαν και εκ μέρους του οι επιστολές των δικηγόρων των Εναγομένων, Τεκμήρια 36 και 43, καταδεικνύει ότι έλαβε γνώση για την σχετική απαίτηση του Ενάγοντα. Στις Υπερασπίσεις τους, οι Εναγόμενοι προβάλλουν την θέση ότι ο Ενάγοντας είχε αποδεχθεί προφορικά να μην αξιώσει τα μισθώματα μέχρι την υλοποίηση της ενιαίας ανάπτυξης των ακινήτων, αίτημα για το οποίο οι Εναγόμενοι είχαν λάβει «έμμεσες προφορικές διαβεβαιώσεις» ότι θα γινόταν αποδεκτό. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η υποχρέωση των Εναγομένων για πληρωμή των μισθωμάτων «βρισκόταν σε αναστολή κάτω από το αίτημα για τροποποίηση και ενοποίηση» των συμβάσεων μίσθωσης. Βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων είναι ότι η τροποποίηση μιας συμφωνίας είναι εφικτή μόνο εάν γίνει αποδεκτή από όλους τους συμβαλλόμενους. Στην υπό κρίση υπόθεση, η οποιαδήποτε τροποποίηση έκαστης σύμβασης μίσθωσης απαιτούσε την κοινή αποδοχή και συναίνεση του κάθε Εναγόμενου και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 23η έκδοση, παράγραφος 1236: «The parties to a contract may effect a variation of the contract by modifying or altering its terms by mutual agreement... A mere unilateral notification by one party to the other, in the absence of any agreement, cannot constitute a variation of a contract». Η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποκαλύπτει κανένα αίτημα από την πλευρά των Εναγομένων για τροποποίηση της πρόνοιας καταβολής των μισθωμάτων στις συμβάσεις μίσθωσης. Ούτε και αποκαλύπτει οποιαδήποτε αποδοχή, άμεση ή έμμεση, από την πλευρά του Ενάγοντα τέτοιας τροποποίησης. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι ο Ενάγοντας είχε αποδεχτεί προφορικά τη μη καταβολή των μισθωμάτων και, ουσιαστικά, ότι είχε παραιτηθεί από τη διεκδίκηση τους. Μια τέτοια αποδοχή από τον Ενάγοντα θα συνιστούσε εμπόδιο για την έγερση οποιασδήποτε αξίωσης σε σχέση με τη μη πληρωμή των μισθωμάτων. Σχετική είναι η ακόλουθα ανάλυση στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 23η έκδοση, παράγραφος 1238: «A mere forbearance or concession afforded by one party to the other for the latter's convenience and at his request does not constitute a variation [of the agreement], but operates as a waiver». Η προσκομισθείσα μαρτυρία, όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω, δεν αποκαλύπτει ούτε και εισηγείται ότι ο Ενάγοντας είχε ποτέ αποδεχθεί τη μη καταβολή μισθωμάτων ή είχε παραιτηθεί από την διεκδίκηση τους. Αντίθετα, αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι, παρά τη σχετική καθυστέρηση που επέδειξε ο Ενάγοντας, διεκδικούσε την πληρωμή των μισθωμάτων και επέμενε στην τήρηση της συγκεκριμένης πρόνοιας των συμβάσεων μίσθωσης. Περαιτέρω, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποκαλύπτει ούτε και στοιχειοθετεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για απόδειξη των ισχυρισμών των Εναγομένων για δόλο, απάτη ή ψευδείς παραστάσεις από την πλευρά του Ενάγοντα με σκοπό την απόσπαση των μίσθιων και την παραχώρηση τους στο Δήμο Παραλιμνίου. Αυτό το οποίο διαφαίνεται ξεκάθαρα από τη μαρτυρία είναι ότι από την υπογραφή ή αμέσως μετά την υπογραφή των συμβάσεων μίσθωσης, οι Εναγόμενοι, είτε προσωπικά είτε δια μέσου του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων επεδίωκαν και προσπαθούσαν να πετύχουν την τροποποίηση των προνοιών τους. Αρχικά επιχείρησαν την τροποποίηση του συμφωνημένου συντελεστή δόμησης και κάλυψης των ακινήτων που τους παραχωρήθηκαν. Όταν η προσπάθεια αυτή δεν πέτυχε, επιχείρησαν να ανταλλάξουν τα ακίνητα που τους είχαν παραχωρηθεί με άλλα σε περιοχή της Λευκωσίας. Μετά την αποτυχία και αυτής της προσπάθειας, άρχισαν να προωθούν αίτημα τους για ενιαία ανάπτυξη των ακινήτων. Ούτε, όμως αυτό το αίτημα έγινε αποδεκτό. Με την υπογραφή των συμβάσεων μίσθωσης, οι Εναγόμενοι απέκτησαν τα δικαιώματα αλλά ανέλαβαν και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται σε αυτές. Η οποιαδήποτε μεταγενέστερη, μονομερής προσπάθεια των Εναγομένων να τροποποιήσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτές δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα αφού δεν έγινε αποδεκτή από τον αντισυμβαλλόμενο τους. Συνέχισαν να δεσμεύονται από την υποχρέωση για ανέγερση των ξενοδοχειακών μονάδων και από την υποχρέωση για καταβολή των μισθωμάτων. Παρέβηκαν και τις δύο αυτές υποχρεώσεις. Ου συμβάσεις μίσθωσης προνοούσαν ότι σε περίπτωση παράβασης κάποιας πρόνοιας τους το αθώο μέρος μπορούσε να δώσει γραπτή προειδοποίηση για την παράβαση και να απαιτήσει την συμμόρφωση του άλλου μέρους εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος (παράγραφος 20
(1)). Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, το αθώο μέρος είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση. Στις υπό κρίση περιπτώσεις, δόθηκε στους Εναγόμενους γραπτή ειδοποίηση για τις παραβάσεις τους και καθορίστηκε ο χρόνος εντός του οποίου έπρεπε να τις αποκαταστήσουν. Δεν το έπραξαν με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να διεκδικήσει τον τερματισμό τους. Σε σχέση με τις ανταπαιτήσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι, σημειώνω ότι ήταν επιλογή των ιδίων των Εναγομένων να επιδιώξουν συνεργασία με την Aqua Sol. Πέραν από το ότι η συνεργασία προωθείτο στη βάση της ενιαίας ανάπτυξης των ακινήτων τους (για την οποία δεν είχαν λάβει την έγκριση), οι πρόνοιες των συμβάσεων μίσθωσης αναφορικά με την εμπλοκή τρίτων προσώπων ήταν ρητές, δεδομένες και δεσμευτικές. Καμία υπο-μίσθωση ή ενοικίαση των ακινήτων προς τρίτο πρόσωπο δεν επιτρεπόταν χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι δεν εξασφάλισαν τέτοια έγκριση. Συνεπώς δεν νομιμοποιούνται να διεκδικούν τα έξοδα που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν στην προσπάθεια υλοποίησης της συνεργασίας αυτής. Οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν επίσης έξοδα που ισχυρίζονται ότι προέκυψαν από την ανάθεση σε αρχιτεκτονικό γραφείο της ετοιμασίας αρχιτεκτονικών σχεδίων. Όμως, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 53, τα σχέδια αυτά αφορούσαν ενιαία ανάπτυξη των ακινήτων και ανέγερση μιας ξενοδοχειακής μονάδας. Αυτό και πάλιν εκτός των προνοιών των συμβάσεων μίσθωσης και χωρίς την συγκατάθεση ή έγκριση του Ενάγοντα. Δεν υπάρχει επομένως έδαφος για διεκδίκηση των αντίστοιχων ποσών από τον Ενάγοντα. Η δε αξίωση σε σχέση με τα ποσά που κλήθηκαν να πληρώσουν σε σχέση με αγωγή που κινήθηκε εναντίον τους από τους αρχιτέκτονες για την πληρωμή τους, επίσης δεν μπορεί να επιτύχει για τον ίδιο λόγο. Οι Εναγόμενοι αξιώνουν περαιτέρω το μίσθωμα το οποίο έχουν καταβάλει, τα έξοδα χαρτοσήμανσης των συμβάσεων τους, τέλη οριοθέτησης των ακινήτων και τέλη που έχουν πληρωθεί προς το Δήμο Παραλιμνίου. Τα ποσά αυτά έχουν καταβληθεί σε τήρηση των όρων των συμβάσεων μίσθωσης και προς υλοποίηση του σκοπού τους. Εφόσον οι συμβάσεις μίσθωσης έχουν τερματιστεί εξ υπαιτιότητας των ιδίων των Εναγομένων, δεν νομιμοποιούνται να τα αξιώνουν. Τέλος, διεκδικούνται «έξοδα διακίνησης και διάφορες επισκέψεις/συναντήσεις με αρμόδιους, της Εναγόμενης και των άλλων μισθωτών» καθώς και ποσά με την περιγραφή «έξοδα διαχείρισης οφειλόμενα». Τα συγκεκριμένα ποσά δεν έχουν αποδειχθεί με την απαιτούμενη αυστηρότητα[3] αλλά, ακόμα και αν είχαν αποδειχθεί, με δεδομένη την κατάληξη ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε τερματισμό των συμβάσεων μίσθωσης λόγω των παραβάσεων των Εναγομένων, αυτό αποκλείει τους Εναγόμενους από τη δυνατότητα διεκδίκησης τους. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν και το αποτέλεσμα των ανταπαιτήσεων. Παρενθετικά θα αναφερθώ και στο ζήτημα που οι Εναγόμενοι ήγειραν για πρώτη φορά κατά την ακρόαση και αφορά το ότι ο Ενάγοντας δεν παρέπεμψε τη διαφορά σε διαιτησία παρά το ότι οι συμβάσεις μίσθωσης περιείχαν ρήτρα διαιτησίας. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι όντως ο Ενάγοντας δεν επιδίωξε την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Ούτε όμως από την πλευρά των Εναγομένων έγινε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια ή επιδιώχθηκε τέτοια παραπομπή. Σε κάθε περίπτωση, η συμπερίληψη ρήτρας διαιτησίας σε σύμβαση δεν είναι ικανή να αποκλείσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιλύσει διαφορά που έχει ανακύψει μεταξύ των συμβαλλομένων. Ειδικότερα δε με δεδομένο το ότι καμία ένσταση στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής δεν υπήρξε από τους Εναγόμενους με τον ενδεδειγμένο τρόπο και κατά τον ενδεδειγμένο χρόνο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι αξιώσεις του Ενάγοντα επιτυγχάνουν μερικώς. Σημειώνω ότι η πλευρά του Ενάγοντα δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία σε σχέση με την αξίωση της για διαφυγόντα κέρδη και συνεπώς αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Σημειώνω επίσης ότι ο Ενάγοντας αξιώνει τόκο επί του ποσού των οφειλόμενων μισθωμάτων από τις 31.12.1995. Ο Ενάγοντας δεν έχει δικαιολογήσει τον χρόνο που έχει παρέλθει από τότε που συνέβηκαν τα επίδικα γεγονότα μέχρι στις 4.3.2010 που καταχωρήθηκαν οι παρούσες αγωγές. Επιπρόσθετα, ενώ διεκδικεί τόκο από τις 31.12.1995, τα οφειλόμενα ενοίκια αφορούσαν την περίοδο 31.12.1995 - 19.7.2000, ήτοι είχαν καταστεί πληρωτέα μεταγενέστερα. Θεωρώ, επομένως, ορθό όπως επιδικαστεί τόκος επί του ποσού της απόφασης σε κάθε αγωγή από την ημερομηνία καταχώρησης της. Στην αγωγή 173/2010 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ο τερματισμός της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 31.12.1989 μεταξύ της Θάλειας Ν. Χοίρα και του Υπουργού Εσωτερικών. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €24.176,95 (Λ.Κ.14.150,14), πλέον νόμιμο τόκο από 4.3.2010. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Στην αγωγή 174/2010 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ο τερματισμός της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 31.12.1989 μεταξύ του Σωκράτη Πολυκάρπου και του Υπουργού Εσωτερικών. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €20.523,72 (Λ.Κ.12.012,88), πλέον νόμιμο τόκο από 4.3.2010. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Στην αγωγή 175/2010 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ο τερματισμός της σύμβασης μίσθωσης ημερομηνίας 31.12.1989 μεταξύ του Ανδρέα Μάρκου και του Υπουργού Εσωτερικών. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €19.768,52 (Λ.Κ.11.570,00), πλέον νόμιμο τόκο από 4.3.2010. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα έκαστης αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. Νοείται ότι μετά την έκδοση του διατάγματος συνένωσης, ένα σετ εξόδων θα πληρωθεί και έκαστος Εναγόμενος θα βαρύνεται για τα έξοδα αυτά κατά 1/3. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] John Brenan v Anthimis Demetriou Bonded Warehouse Ltd, Πολιτική Έφεση 193/2012, ημερομηνίας 16.12.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο