← Κύπρος

ΜΑΡΚΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ κ.α. ν. L.A.S BOATING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 795/11, 4/5/2015

ΜΑΡΚΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ κ.α. ν. L.A.S BOATING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 795/11, 4/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 795/11 Μεταξύ:

  1. ΜΑΡΚΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
  2. A. MARKOS TOURS & TRAVEL LIMITED Εναγόντων και
  3. L.A.S BOATING LIMITED
  4. LUCAS & ANTONIS AYIA NAPA SEA CRUISES LIMITED
  5. G. R. KOOREY ENTERPRISES LIMITED
  6. ΑΝΤΩΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΡΕΜΜΑΣΤΟΥ
  7. ΛΟΥΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΡΕΜΜΑΣΤΟΥ
  8. ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΡΕΜΜΑΣΤΟΥ Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 06/04/2015 Ημερομηνία: 4 Μαΐου,
  9. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Μαρκουλλής για Γ. Πιττάτζιη Δ.Ε.Π.Ε.. Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Ζαχαρίου για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι με την Αίτησή τους, ημερομηνίας 06/04/2015, ζήτησαν την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, με τη διόρθωση της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης έτσι ώστε να προστεθεί το ακόλουθο απόσπασμα: «Ο λόγος που δεν μπορούσαν να γίνουν από την εναγόμενη 2 ή και τους υπαλλήλους ή και αντιπροσώπους της τα ισχυριζόμενα στην παράγραφο 6 στους χρόνους που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή ή και κατά την επίδικη περίοδο, είναι γιατί κατά τους ουσιώδεις χρόνους της αγωγής, πλην 4 ημερών, το σκάφος Napa Queen κατά τις απογευματινές ώρες μεταξύ συγκεκριμένων ωρών, δεν βρισκόταν στο αλιευτικό καταφύγιο της Αγίας Νάπας» Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.48, θ. 1, 2 και 9 και στη Δ.25, θ. 1 μέχρι 6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Βαλιαντή, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο Γ. Πιττάτζιης Δ.Ε.Π.Ε.. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο λόγος που δεν καταγράφηκε ή και δεν δικογραφήθηκε ο ισχυρισμός των Εναγομένων, ότι στις συγκεκριμένες ημερομηνίες και ώρες στις οποίες γίνονταν οι κατ' ισχυρισμόν πράξεις των Εναγομένων ή και ότι αυτές δεν μπορούσαν να γίνουν ή και δεν έγιναν από τους Εναγόμενους, ήταν γιατί δεν είχε θεωρηθεί αναγκαίο να εξειδικευθεί. Είχε κριθεί ότι επαρκούσε στη δικογράφηση η απλή αναφορά ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν είχαν γίνει ή και δεν μπορούσαν να γίνουν. Ιδιαίτερα, ενόψει του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν προσδιορίσει τις ημερομηνίες είτε προγενέστερα, είτε μεταγενέστερα από τις 17/07/
  10. Σύμφωνα με την ομνύουσα, είχε επιχειρηθεί, κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Υ.2, η καταχώρηση του επίσημου ημερολογίου του σκάφους «Napa Queen» έτσι ώστε να αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας 1 είχε ψευθεί στη μαρτυρία του και ότι δεν μπορούσε να είχε διενεργηθεί η ισχυριζόμενη δυσφήμηση στους συγκεκριμένους χρόνους που ο Ενάγοντας 1 είχε αναφέρει στο Δικαστήριο. Λόγω της απόφασης του Δικαστηρίου, ότι μια τέτοια γραμμή υπεράσπισης δεν εξειδικευόταν, οι Εναγόμενοι έχουν αναγκαστεί να καταχωρίσουν την υπό κρίση αίτηση. Υποστηρίζει, η ομνύουσα, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο τους Ενάγοντες αφού, λόγω της αντεξέτασης τους, η προσκόμιση της συγκεκριμένης μαρτυρίας ήταν αναμενόμενη. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα 1, του είχε υποβληθεί επανειλημμένα ότι το σκάφος «Napa Queen» δεν βρισκόταν, κατά τους ουσιώδους χρόνους της αγωγής, στο αλιευτικό καταφύγιο, οπόταν δεν θα μπορούσαν να είχαν διενεργηθεί οι συγκεκριμένες πράξεις. Ο Ενάγοντας 1 είχε αρνηθεί κατηγορηματικά τη συγκεκριμένη θέση. Καταλήγει, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση δεν μεταβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας και δεν προκαλεί στους Ενάγοντες οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις και ότι η συγκεκριμένη προσθήκη δεν οφείλεται ούτε σε αμέλεια, αλλά ούτε σε οποιανδήποτε εσκεμμένη πράξη των δικηγόρων των Εναγομένων. Ήταν η ειλικρινής και έντιμη πεποίθηση των δικηγόρων των Εναγομένων ότι η δικογράφηση κάλυπτε τη συγκεκριμένη υπεράσπιση. Οι Ενάγοντες 1 και 2 αντιμετώπισαν την Αίτηση με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία κατέγραψαν δεκατρείς

(13)λόγους Ενστάσεως, οι οποίοι είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η συγκεκριμένη αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη ή και με μεγάλη καθυστέρηση και μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης των Εναγόντων και εν μέσω της κυρίως εξέτασης του Μ.Υ.2, ότι οι Ενάγοντες έχουν ολοκληρώσει την υπόθεσή τους και δεν θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχωρίστηκε λόγω του ότι δεν επετράπη από το Δικαστήριο η εισαγωγή μαρτυρίας γιατί δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα, ότι η αίτηση υποστηρίζεται από παράτυπη ένορκο δήλωση, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η τροποποίηση ζητείται μετά από την πάροδο τεσσάρων
(4)ετών από τότε που συνέβησαν τα επίδικα γεγονότα και την πάροδο τριών
(3)ετών από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και δύο
(2)ετών από την καταχώρηση Υπεράσπισης, ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα προκληθεί βλάβη και αδικία στην πλευρά των Εναγόντων, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί αφού θα οδηγήσει στην επανακλήτευση μαρτύρων, ότι ο ισχυρισμός του οποίου η εισαγωγή επιχειρείται αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψεως, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται στην ύπαρξη νεοδημιουργηθέντος γεγονότος αλλά αφορά γεγονός γνωστό στους Αιτητές από την αρχή, ότι επιχειρείται η εισαγωγή πραγματικού ισχυρισμού ο οποίος θεμελιώνει νέα βάση υπεράσπισης και επιδιώκει τη διεύρυνση των πραγματικών πλαισίων της δίκης και τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και ότι απώτερος στόχος της τροποποίησης είναι ο εκτροχιασμός ή και η καθυστέρηση ή και η επιβράδυνση της διαδικασίας. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.25, στη Δ.48 θ.4-6, στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, στα άρθρα 29, 30 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη διακριτική του ευχέρεια. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του Μάρκου Αλεξάνδρου, Ενάγοντα 1, και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, δεν καταγράφεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Βαλιαντή οποιαδήποτε δικαιολογία ή και εξήγηση γιατί δεν προβαίνει στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης ο διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι κατεγραμμένες θέσεις των Εναγόντων ήταν ότι από τις 07/07/2011 μέχρι και τις 10/08/2011 κατά τον ελλιμενισμό του σκάφους «Marco» οι Εναγόμενοι προέβαιναν σε διάφορες ενέργειες που συνιστούν δυσφήμηση. Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν τη διενέργεια των πράξεων αυτών και επιπρόσθετα ισχυρίστηκαν ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν σχετιζόταν με τους Ενάγοντες. Υποστηρίζει ότι αν δεν βρίσκονταν στο λιμάνι τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, τότε δεν θα χρειαζόταν να εξηγούν ότι με τη συμπεριφορά τους δεν υπήρχε πρόθεση δυσφήμησης. Κατά την εξέταση της αίτησης για την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων, ημερομηνίας 11/08/2011, στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 5, η οποία συνόδευε την ένσταση δεν έγινε καμιά αναφορά στον ισχυρισμό ότι το «Napa Queen» δεν βρισκόταν ποτέ στο αλιευτικό καταφύγιο κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Αντίθετα, προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν και στην Υπεράσπιση. Συνεπακόλουθα, δεν τίθεται θέμα επαρκούς δικογράφησης, αλλά επιχειρείται η εισαγωγή, μιας νέας Υπεράσπισης, πολύ καθυστερημένα και αφού έχει ολοκληρωθεί η υπόθεση των Εναγόντων. Ουδέποτε είχαν ισχυριστεί οι Εναγόμενοι 2 ότι το σκάφος «Napa Queen» δεν βρισκόταν κατά τους ουσιώδους χρόνους της αγωγής στο αλιευτικό καταφύγιο της Αγίας Νάπας. Καταλήγει, ότι τυχόν έγκριση της επιδιωκόμενης τροποποίησης θα προκαλέσει βλάβη και αδικία στους Ενάγοντες, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί λόγω του ότι θα παραστεί αναγκαία η επανακλήτευση μαρτύρων που έχουν δώσει μαρτυρία. Το συγκεκριμένο γεγονός ήταν γνωστό στους Εναγόμενους από την αρχή και υπήρχε αρκετός χρόνος για να συμπεριληφθεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός πριν την έναρξη της διαδικασίας. Προς υποστήριξη των εισηγήσεών τους και οι δυο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Θα αναφερθεί σε αυτές εκεί όπου το κρίνει απαραίτητο. NOMIKH ΠTYXH Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Εφ. 58/12, ημερ. 04/03/13, επανέλαβε τις αρχές και αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."». Σε δυο πολύ πρόσφατες αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο επαναδιατύπωσε τις αρχές που διέπουν αυτού του είδους τις αιτήσεις. Στην απόφαση στην υπόθεση Investylia Public Co v. Ανδρέα Μιντή, Πολ. Εφ. 339/10, ημερ. 24/02/14, κατεγράφησαν τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με την κατεύθυνση της νομολογίας επί των αιτήσεων τροποποίησης: «Σημειώνουμε περαιτέρω ότι η σύγχρονη τάση, που παρουσιάζει η νομολογία, είναι προς την κατεύθυνση της έγκρισης αιτήσεων για τροποποίηση παρά το αντίθετο, εκτός βέβαια αν σοβαροί λόγοι συνηγορούν προς την αντίθετη προσέγγιση.» Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Investylia Public Co Ltd ν. Βάσου Ιωάννου και Ήβης Ιωάννου Χατζηπαντέλα ως διαχειριστές της περιουσίας του Μιχάλη Ιωάννου, Πολ. Εφ. 231/11, ημερ. 07/03/14, κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η τροποποίηση σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται εγκαίρως και δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα της άλλης πλευράς γίνεται αποδεκτή με περισσότερη ευκολία. Ο χρόνος της υποβολής της σκοπούμενης τροποποίησης αποτελεί σχετικό κριτήριο και τα Δικαστήρια αρνούνται κατά κανόνα διερεύνηση θεμάτων όταν η ακρόαση ήδη έχει αρχίσει. Η έκταση της τροποποίησης έχει τη δική της αυτοτελή σημασία εφόσον έχει επιπτώσεις στην τροχιοδρόμηση του προγραμματισμού της ακρόασης (Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ , Πολιτική Έφεση 242/11, ημερ. 19.7.2013). ................................ Όπως δε υποδείχθηκε στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd (ανωτέρω) αλλά και στην Flecha Contracting Ltd (ανωτέρω) η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δεν εξετάζεται κατ΄ απομόνωση ως ορισμένης σημασίας και μάλιστα αποφασιστικής.» Των πιο πάνω καταγραφέντων, οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία παλαιότερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ. 22/02/2002 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44.) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.»
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα». Επαναδιατυπώθηκαν, οι πιο πάνω αρχές, στη συνέχεια, στις αποφάσεις Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1211, Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 και στην D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13/06/2013, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.ά., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/2012, στην οποία είχαν καταγραφεί τα ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Εφαρμογή των νομολογιακών αρχών οδηγεί στην κατάληξη ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή παρά την φιλελεύθερη προσέγγιση που έχει καθιερωθεί σε αιτήσεις τροποποίησης. Άγομαι στην συγκεκριμένη κρίση λόγω του ότι έχει ολοκληρωθεί η παρουσίαση της μαρτυρίας της πλευράς των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες είχαν ολοκληρώσει την μαρτυρία τους χωρίς να γνωρίζουν αυτή την γραμμή υπεράσπισης. Η πλευρά των Εναγομένων μόλις έχει ξεκινήσει την παρουσίαση της υπόθεσής της και θα έχει ένα πλεονέκτημα, αν επιτραπεί η τροποποίηση, το οποίο θα είναι επιζήμιο για την πλευρά των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση θα αναγκαστούν να ζητήσουν την επανακλήτευση των μαρτύρων με αποτέλεσμα, αν αυτή επιτραπεί, να εκτροχιαστεί η δίκη. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις που η βλάβη που θα υποστεί η πλευρά των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με οποιαδήποτε διαταγή εξόδων. Δεν μπορεί να επιτραπεί η οποιαδήποτε διόρθωση λάθους, το οποίο είχε προκύψει από την αρχή της διαδικασίας και το οποίο ήταν σε γνώση των Αιτητών-Εναγομένων κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα 1, όπως και οι συνήγοροι των Εναγομένων-Αιτητών ισχυρίστηκαν εξ ου και είχαν υποβάλει και ερωτήσεις κατά την αντεξέτασή του. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί με έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.