Γιαννάκης Κοντοζής ν. Giovani Developers Ltd, Αρ. Αγωγής: 1166/ 2009, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A63 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1166/ 2009 Μεταξύ: Γιαννάκης Κοντοζής Ενάγοντος και Giovani Developers Ltd Εναγόμενοι ---------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: Ο κ. Θεοδούλου για Χ. Αργυρού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη - Αιτήτρια : Ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για προτεινόμενο εναγόμενο: Η κα Γ. Κουρουζίδου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση με ημερομηνία 24.03.2015 για προσθήκη 2ης εναγομένης) Ο ενάγοντας με την αγωγή του διεκδικεί αποζημιώσεις για εργατικό ατύχημα το οποίο υπέστη την 2.04.2008 στο Παραλίμνι και για το οποίο επιρρίπτει την ευθύνη στους εργοδότες του. Με την υπό κρίση αίτηση τους οι εναγόμενοι - αιτητές (στη συνέχεια «οι αιτητές»), αιτούνται διάταγμα το οποίο να διατάσσει και/ή επιτρέπει την προσθήκη της εταιρείας ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΤΖΙΟΒΑΝΝΗΣ & ΣΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Δ.Ε. ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 2835) ως εναγομένων
- Στην παρούσα διαδικασία η πλευρά του ενάγοντος δεν έλαβε μέρος. Η αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.9 Θ.Θ.9, 10 και 11, Δ.25 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, και 5, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Τσιολάκη ο οποίος δηλώνει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από τους εναγόμενους. Στις παραγράφους 3 - 10 της ένορκης δήλωσης του, πλην των λόγων που κατά την άποψη των αιτητών δικαιολογούν την αίτηση, περιγράφεται ταυτόχρονα και η μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης. Καταγράφει συγκεκριμένα τους ακόλουθους ισχυρισμούς τους οποίους καταγράφω αυτολεξεί: «
- Την 23.12.2009 καταχωρήθηκε το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο με το οποίο ο Ενάγοντας διεκδικεί αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία εργατικού ατυχήματος. Το εν λόγω κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 19.01.2010 και ακολούθως οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση διά των Δικηγόρων τους κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. και Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Οι κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. εκπροσωπούσαν τους Εναγομένους ως δικηγόροι της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (εφεξής «η Μινέρβα») υπό το καθεστώς ότι παρείχε ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη στους Εναγόμενους.
- Υπό το πιο πάνω καθεστώς οι κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. χειρίστηκαν την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου και προέβησαν και σε σειρά συναντήσεων με τους δικηγόρους του Ενάγοντα. Σκοπός των συναντήσεων ήταν ο περιορισμός των επίδικων θεμάτων αλλά και η άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγομένων συζήτηση για πιθανή εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης.
- Οι κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. απεσύρθησαν από δικηγόροι των Εναγομένων την 09.01.2015 και αφότου είχε αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης και είχε ολοκληρωθεί η μαρτυρία πέντε μαρτύρων του Ενάγοντα. Ο λόγος που προέβαλαν οι κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. για απόσυρσή τους από δικηγόροι των Εναγομένων είναι ότι αφενός από την μαρτυρία διαφάνηκε πως ο Ενάγοντας προσελήφθη από την Εταιρεία ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΤΖΙΟΒΑΝΗΣ & ΣΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Δ.Ε. ΛΙΜΙΤΕΔ (εφεξής «η Εταιρεία ΧΤΚ») στις 23.11.1998 και εργαζόταν σε αυτήν ως οικοδόμος μέχρι και την απόλυσή του και αφετέρου επειδή συνειδητοποίησαν σε εκείνο το στάδιο πως η Μινέρβα είχε συμβληθεί για να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στην Εταιρεία ΧΤΚ και όχι στους Εναγόμενους τους οποίους μέχρι τότε εκπροσωπούσαν, νομιζόμενοι πως ήταν αυτοί που είχαν συμβληθεί με την Μινέρβα. Για σκοπούς απόδειξης των πιο πάνω ισχυρισμών μου, επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09.01.15 στο οποίο αναγράφονται όλες οι δηλώσεις των μερών.
- Να σημειωθεί σε αυτό το στάδιο πως η Εταιρεία ΧΤΚ και οι Εναγόμενοι είναι Εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο Εταιρειών. Επιπρόσθετα από μαρτυρία που δόθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής φαίνεται πως ο εργοδότης του Ενάγοντα ήταν η Εταιρεία ΧΤΚ και όχι η Εναγόμενη Εταιρεία. Αυτό αποτελεί ένα εκ των επιδίκων θεμάτων που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο.
- Από την μέχρι σήμερα δοθείσα μαρτυρία φάνηκε πως ο Ενάγοντας προσλήφθηκε από την Εταιρεία ΧΤΚ στις 23.11.1998 και εργαζόταν σε αυτήν ως οικοδόμος μέχρι την απόλυση του ένεκα της οικονομικής κρίσης στις 13.01.
- Ουδέποτε υπήρξε εργοδοτούμενος των Εναγομένων. Εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω ο Ενάγοντας εργαζόταν ως υπάλληλος στην Εταιρεία ΧΤΚ, η οποία ήταν και η μοναδική Αδειούχα Εργοληπτική Εταιρεία παρά το γεγονός πως κατά διαστήματα πληρωνόταν από τους Εναγομένους. Κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος ο Ενάγοντας φαίνεται να λάμβανε απολαβές από τους Εναγομένους αντί από την Εταιρεία ΧΤΚ αλλά είναι η θέση μας πως ο Ενάγοντας, ο οποίος απασχολείτο σε εργοτάξια που ανήκαν στην Εταιρεία ΧΤΚ, λάμβανε πάντοτε οδηγίες από την Εταιρεία ΧΤΚ και από εργοδηγούς, επιστάτες, επόπτες και μηχανικούς που ανήκαν επίσης στην Εταιρεία ΧΤΚ. Ως εκ τούτου δεν φαίνεται να υπάρχουν τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν σχέση εξάρτησης μεταξύ εργοδότη-εργοδοτουμένου μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων.
- Επιπρόσθετα η Εναγόμενη Εταιρεία δεν έχει εγγεγραμμένους υπαλλήλους επ΄ ονόματι της καθώς η Εταιρεία ΧΤΚ είναι η Εταιρεία η οποία έχει Μητρώο Εργοδότη και η οποία παρείχε και ασφαλιστική κάλυψη στους υπαλλήλους της διαμέσου της Μινέρβα.
- Υπό το φως των πιο πάνω, ειλικρινά πιστεύω ότι είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον και προς τον σκοπό πλήρους απονομής της δικαιοσύνης αλλά επιπροσθέτως και για σκοπούς αποφυγής πολλαπλότητας διαδικασιών να προστεθεί η Εταιρεία ΧΤΚ ως Εναγόμενη 2 στην παρούσα Αγωγή.
- Σημειώνω επίσης πως επειδή την ΧΤΚ θα εκπροσωπήσει το Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε., το οποίο μέχρι πρότινος χειριζόταν την υπόθεση για τους Εναγόμενους και επειδή καμία μαρτυρία δόθηκε μετά την αποχώρηση τους η εισδοχή της ΧΤΚ ως συνεναγομένων σε αυτό το στάδιο δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματά τους.» Οι προτεινόμενοι ως εναγόμενοι 2 - καθ΄ων η αίτηση ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΤΖΙΟΒΑΝΗΣ & ΣΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Δ.Ε. ΛΙΜΙΤΕΔ (στη συνέχεια «οι καθ΄ων η αίτηση»), καταχώρησαν ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν στην αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης τους οποίους καταγράφω επίσης αυτολεξεί: «
- Η προσθήκη της Εταιρείας ως Εναγόμενης 2 στην αγωγή είναι αβάσιμη ή/και αλυσιτελής, δοθέντος του ότι δεν αξιώνεται με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της Εταιρείας είτε από τον Ενάγοντα είτε από τον Εναγόμενο.
- Η προσθήκη της Εταιρείας ως Εναγόμενης 2 στην αγωγή είναι αβάσιμη ή/και αλυσιτελής, δοθέντος του ότι δεν υφίσταται αλλά και ούτε υπάρχει ισχυρισμός περί πρόθεσης να εγερθεί οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της Εταιρείας είτε από τον Ενάγοντα είτε από τον Εναγόμενο.
- Ακόμα και αν υπήρχε απαίτηση εναντίον της Εταιρείας, που εν προκειμένω ούτε υπάρχει στα δικόγραφα αλλά και ούτε καν πρόθεση έγερσής της δεν έχει προωθηθεί, η όποια τέτοια απαίτηση έχει παραγραφεί.
- Η Εταιρεία δεν είναι αναγκαίος διάδικος.
- Η προσθήκη της Εταιρείας δεν είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή, ως αυτά έχουν τεθεί ή/και αποκρυσταλλωθεί στα δικόγραφα.
- Δεν έχει τεκμηριωθεί άμεσος επηρεασμός των νομικών δικαιωμάτων ή οικονομικών συμφερόντων της Εταιρείας, ούτε υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται, η ίδια δε η Εταιρεία δεν επηρεάζεται από την πιο πάνω διαδικασία και δεν επιθυμεί την προσθήκη της.
- Η προσθήκη της Εταιρείας ως Εναγόμενης 2 στην αγωγή θα επηρεάσει δυσμενώς τα νομικά δικαιώματα ή/και οικονομικά συμφέροντα της Εταιρείας, δοθέντος του ότι: (α) με βάση τις πρόνοιες του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν.174/1989), οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του εν λόγω νόμου κατά του αδικοπραγούντα έπρεπε να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος και, (β) η πιο πάνω προθεσμία έληξε τον Απρίλιο του 2011, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, οπότε και η αξίωση παραγράφηκε και, κατά συνέπεια, οι ασφαλιστές της Εταιρείας δεν έχουν πλέον υποχρέωση να την καλύψουν ασφαλιστικά. (γ) προσθήκη της Εταιρείας και προώθηση εναντίον της οποιασδήποτε αξίωσης, αφού έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής, αφήνει την Εταιρεία προσωπικά εκτεθειμένη χωρίς να μπορεί να τύχει του ευεργετήματος της ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεως εναντίον της, γεγονός που της δημιουργεί ενδεχόμενη τεράστια οικονομική βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευθεί. (δ) πέραν και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, υπάρχει παραγραφή και εναντίον της Εταιρείας δυνάμει του άρθρου 68 του Κεφ.
- Η αίτηση προωθείται με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία και σε στάδιο όπου ο Ενάγοντας παρουσίασε ήδη τη μαρτυρία του στα πλαίσια της εκκρεμούσας ακροαματικής διαδικασίας.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Παντελής Καρόνια, ο οποίος εργάζεται στην ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λίμιτεδ (στη συνέχεια «Μινέρβα») και ο οποίος δηλώνει τα ακόλουθα στις παρ. 2 - 11 της ένορκης δήλωσης του (καταγράφονται αυτολεξεί): «2.Την περίοδο Απριλίου 2008 υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη μεταξύ της Μινέρβα και της εταιρείας ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΤΖΙΟΒΑΝΗΣ & ΣΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Δ.Ε. ΛΙΜΙΤΕΔ («Εταιρεία»). Ήταν όρος της εν λόγω συμφωνίας ασφαλιστικής κάλυψης ότι η Μινέρβα θα είχε την εξουσιοδότηση να χειριστεί οποιαδήποτε διαδικασία που αφορούσε εργατικό ατύχημα που εγείρετο ή ενδεχομένως να εγείρετο εναντίον της Εταιρείας. Στο πλαίσιο της εν λόγω εξουσιοδότησης ορκίζομαι την παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της Εταιρείας. 3.Περαιτέρω και στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας, η Εταιρεία υπογράφοντας σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου, έχει εξουσιοδοτήσει τους δικηγόρους της Μινέρβα να χειριστούν την παρούσα διαδικασία. 4.Έχω αναγνώσει τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Τσιολάκη ημερομηνίας 24/3/2015 (η «ΕΔ ΠΤ», η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση της Εναγόμενης/Αιτήτριας ίδιας ημερομηνίας (η «Αίτηση»). Για τους λόγους ένστασης που εκτίθενται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης της Εταιρείας, τους οποίους υιοθετώ και επαναλαμβάνω, διαφωνώ με τις αιτούμενες θεραπείες και εισηγούμαι ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. 5.Σε σχέση με την παράγραφο 1 της ΕΔ ΠΤ, σημειώνω ότι ο Παντελής Τσιολάκης, εξ όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω αλλά και ως προκύπτει από έρευνα που έχουν διεξαγάγει οι δικηγόροι της Εταιρείας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1, δεν είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης/Αιτήτριας. Στο βαθμό που η αναφορά σε διευθυντή της Εναγόμενης εξυπονοεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, διαφωνώ. Αν απλά εξυπονοεί κάποια άλλη οργανική θέση υπαλλήλου στην Εναγόμενη/Αιτήτρια, δεν είμαι σε θέση ούτε να επιβεβαιώσω αλλά και ούτε να απορρίψω το σχετικό ισχυρισμό. 6.Σε σχέση με την παράγραφο 3 της ΕΔ ΠΤ, επιθυμώ να σημειώσω ότι δεν είναι ξεκάθαρο τι εννοεί ο κ. Παντελής Τσιολάκης με την αναφορά του ότι η εκπροσώπηση της Εναγόμενης από τη ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ έγινε «υπό το καθεστώς ότι παρείχε ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη στους Εναγόμενους». Σε σχέση με το θέμα αυτό, σημειώνω ότι όταν επισυνέβηκε το επίδικο ατύχημα και περιήλθε τούτο σε γνώση της Μινέρβα, η Μινέρβα επέλεξε να διορίσει δικηγόρους και ζήτησε από την Εταιρεία όπως οι δικηγόροι της συμμετέχουν στην εκκρεμούσα διαδικασία. Πάντοτε, όμως, η Εναγόμενη εκπροσωπείτο και από δικούς της δικηγόρους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και ουδέποτε συζητήθηκε ή συμφωνήθηκε οποιοδήποτε «καθεστώς» ότι η Μινέρβα θα παρείχε κάλυψη ευθύνης εργοδότη στην Εναγόμενη. 7.Σε σχέση με την παράγραφο 4 της ΕΔ ΠΤ, επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρω πιο πάνω και τονίζω ότι ουδέποτε συζητήθηκε ή συμφωνήθηκε οποιοδήποτε «καθεστώς» ότι η Μινέρβα θα παρείχε κάλυψη ευθύνης εργοδότη στην Εναγόμενη. Πέραν τούτου, εξ όσων γνωρίζω από τους δικηγόρους της Μινέρβα, δεν έγινε οποιαδήποτε ειδική συνάντηση μεταξύ δικηγόρων του Ενάγοντα και δικηγόρων της Μινέρβα, πέραν των εμφανίσεων στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπόθεσης. 8.Αναφορικά με την παράγραφο 5 της ΕΔ ΠΤ, επιθυμώ να σημειώσω τη διαφωνία μου με την αναφορά του κ. Παντελή Τσιολάκη ότι οι δικηγόροι της Μινέρβα «συνειδητοποίησαν σε εκείνο το στάδιο [ενν. στις 9.1.2015] πως η Μινέρβα είχε συμβληθεί για να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στην [Εταιρεία] και όχι στους Εναγόμενους τους οποίους μέχρι τότε εκπροσωπούσαν νομιζόμενοι πως ήταν αυτοί που είχαν συμβληθεί με την Μινέρβα». Στην πραγματικότητα, τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: (α) Για το θέμα της εργοδότριας εταιρείας υπήρχαν εξ αρχής κάποιες αμφιβολίες και σχετικό είναι το ότι η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της αρνείτο ότι ήταν εργοδότρια του Ενάγοντα. (β) Η Μινέρβα επιθυμούσε να παραμείνει στην υπόθεση μέχρι να ξεκαθαριστεί το θέμα στη βάση της διαθέσιμης μαρτυρίας που θα προσκόμιζε ο ενάγοντας προσωπικά αλλά και άλλοι οργανισμοί (π.χ. Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων κλπ). (γ) Όταν προσκομίστηκε μαρτυρία, δημιουργήθηκε ξεκάθαρο θέμα όσον αφορά την εργοδότρια εταιρεία του Ενάγοντα. Με βάση συμβουλή που έλαβε η Μινέρβα περί τον Δεκέμβριο του 2014 από τους δικηγόρους της, το κρίσιμο ζήτημα ήταν κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ Μινέρβα και Εναγόμενης. (δ) Μετά από έρευνα που έγινε, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε τέτοιο ασφαλιστήριο έγγραφο αφού ουδέποτε συνήφθη. Με βάση περαιτέρω συμβουλή που έλαβε η Μινέρβα, το θέμα ήταν πλέον ξεκάθαρο και δεν υπήρχε λόγος πλέον οι δικηγόροι της Μινέρβα να συμμετέχουν στη διαδικασία, οπότε και τους δόθηκαν οδηγίες να αποσυρθούν.
- Αναφορικά με τις παρ. 6 - 8 της ΕΔ ΠΤ, αγνοώ τα όσα αναφέρονται σε αυτή, όμως επιβεβαιώνω ότι η Μινέρβα παρείχε ασφαλιστική κάλυψη μόνο στην Εταιρεία και ουδέποτε στην Εναγομένη, κάτι που αντιλαμβάνομαι είναι κοινός τόπος και θέση που συμμερίζεται και ο κ. Παντελής Τσιολάκης.
- Διαφωνώ και απορρίπτω κατηγορηματικά την παράγραφο 10 της ΕΔ ΠΤ. Η προσθήκη της Εταιρείας ως Εναγόμενης 2 στην αγωγή θα επηρεάσει δυσμενώς τα νομικά δικαιώματα ή/και οικονομικά συμφέροντα της Εταιρείας, δοθέντος του ότι: (α) με βάση τις πρόνοιες του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν.174/1989), οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του εν λόγω νόμου κατά του αδικοπραγούντα έπρεπε να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος και, (β) η πιο πάνω προθεσμία έληξε τον Απρίλιο του 2011, δηλαδή πρίν από την έναρξη ισχύος του Ν. 66
(1)/2012, οπότε και η αξίωση παραγράφηκε και, κατά συνέπεια, οι ασφαλιστές της Εταιρείας δεν έχουν πλέον υποχρέωση να την καλύψουν ασφαλιστικά. (γ) προσθήκη της Εταιρείας και προώθηση εναντίον της οποιασδήποτε αξίωσης, αφού έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής, αφήνει την Εταιρεία προσωπικά εκτεθειμένη χωρίς να μπορεί να τύχει του ευεργετήματος της ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεως εναντίον της, γεγονός που της δημιουργεί ενδεχόμενη τεράστια οικονομική βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευθεί. (δ) πέραν και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, υπάρχει παραγραφή και εναντίον της Εταιρείας δυνάμει του άρθρου 68 του Κεφ. 148.» Η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ. 1 - 11, Δ.48 Θ. 1- 9, στο άρθρο 19 του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης και Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν. 174/1989), στο άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), στο άρθρο 29 του Ν. 66
(1)/2012 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους,τις οποίες ετοίμασαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τις προβαλλόμενες στην αίτηση και ένσταση θέσεις τους, όπως τις κατέγραψα πιο πάνω, με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία αλλά και πρωτόδικες αποφάσεις ως καθοδηγητικές καθώς και σε αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που καταγράφηκαν στις ένορκες δηλήσεις και εκφράστηκαν κατά τις αγορεύσεις στη συνέχεια της απόφασης μου. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.9, Θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία διαλαμβάνει: «10. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non - joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Σε ελληνική μετάφραση: «Καμία υπόθεση ή ζήτημα θα χάνεται διά λόγους κακής συνένωσης ή μη συνένωσης μερών και το Δικαστήριο μπορεί σε οποιαδήποτε υπόθεση ή ζήτημα να χειρισθεί το ζήτημα μόνον όσον αφορά τα δικαιώματα και συμφέροντα των μερών που είναι ενώπιον του. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε με είτε χωρίς αίτηση οποιουδήποτε διάδικου και με όρους που θα φανούν στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή δίκαιοι, να διατάξει όπως τα ονόματα οποιωνδήποτε προσώπων που έχουν κακώς ενωθεί είτε σαν Ενάγοντες είτε σαν Εναγόμενοι, να διαγραφούν και τα ονόματα οποιωνδήποτε μερών είτε σαν Ενάγοντες είτε Εναγόμενοι που πρέπει να είχαν συνενωθεί ή που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση ή ζήτημα να προστεθούν. Κανένα πρόσωπο θα πρέπει να προστεθεί σαν Ενάγοντας που ενάγει χωρίς πλησιέστερο φίλο ή σαν πλησιέστερος φίλος Ενάγοντα υπό ανικανότητα χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του. Κάθε πρόσωπο που το όνομα του προστίθεται έτσι σαν Εναγόμενος, θα πρέπει να του γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης με τον τρόπο που προνοείται στο Θεσμό 11 αυτής της Διάταξης ή με οποιονδήποτε τρόπο που θα περιγράφεται σε οποιαδήποτε ειδική διάταξη, και η διαδικασία εναντίον τέτοιου μέρους θα θεωρείται ότι άρχισε μόνον όταν του γίνει επίδοση τέτοιου κλητηρίου ή ειδοποίησης.» Είναι φανερό από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι το ζήτημα της προσθήκης ενός διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου εφόσον βέβαια κριθεί ότι αυτός είναι αναγκαίος διάδικος για την ολοκλήρωση των επίδικων θεμάτων δηλαδή να επηρεάζονται άμεσα τα νομικά του δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα. Στην υπόθεση Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 ΑΑΔ 1213 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, Θ. 10 (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 772).» Στην αγγλική υπόθεση Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Στο σύγγραμμα The Digest επανέκδοση 1983 στη σελ. 373 παράγραφος 237 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγόμενου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί, εκτός αν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός αν ο εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία (βλ. Norris v.Beazley
(1877)(1874 -80) All E.R. 774 και Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(195)Ch 33,38). Το ζήτημα του αναγκαίου διάδικου και το κατά πόσον βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι απολύτως συναρτημένo προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (βλ. Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 372) Η προσθήκη επομένως εναγομένου θα πρέπει να δικαιολογείται μέσω των δικογράφων. Ο κανονισμός που αφορά τα δικόγραφα είναι η Δ.19 Θ. 13 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. «
- The defendant or plaintiff, as the case may be, must raise by his pleading all matters which show the action or counterclaim not to be maintainable, or that the transaction is either void or voidable in point of law, and all such grounds of defence or replay, as the case may be, as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings as, for instance, fraud, prescription or limitation of time, release, payment, performance, or facts showing illegality of any kind, or rendering the claim or counter - claim unenforceable.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ο Εναγόμενος ή ο Ενάγοντας ανάλογα με την περίπτωση πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα ζητήματα που δείχνουν ότι η αγωγή ή η ανταπαίτηση δεν ευσταθεί ή ότι η συναλλαγή είτε είναι άκυρη ή ακυρώσιμη σε νομικά σημεία και επίσης πρέπει να εγείρονται όλα τα σημεία της υπεράσπισης ή απάντησης, ανάλογα με την περίπτωση που αν δεν εγερθούν θα καταλαμβάνουν το αντίδικο μέρος εξ απροόπτου ή θα ήγειραν ζητήματα που δεν προβλήθηκαν στα δικόγραφα που ήδη δόθηκα όπως για παράδειγμα απάτη ή περιορισμός χρόνου απαλλαγή, πληρωμή, εκτέλεση ή γεγονότα που να δείχνουν παρανομία οιουδήποτε είδους ή θα καθιστούν την απαίτηση ή ανταπαίτηση ανεφάρμοστη.» Η δε Δ.9 Θ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών διαλαμβάνει: «
- No pleading shall, except y way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings af the party pleading the same.» Σε ελληνική μετάφραση: «Κανένα δικόγραφο, εκτός κατόπιν άδειας τροποποιήσεως που θα δοθεί, δεν πρέπει να εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει οποιοδήποτε ισχυρισμό γεγονότος μη σύμφωνο με τα προηγούμενα δικόγραφα του διαδίκου που υποβάλλει το δικόγραφο.» Ως λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου προβάλλεται από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση το γεγονός ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Κατέγραψα πιο πάνω την παρ. 10 (α) - (δ) της ένορκης δήλωσης του κ. Π. Καρόνια (σελ. 9), τους λόγους, μεταξύ ασφαλώς και άλλων, για τους οποίους δεν μπορεί να προστεθούν οι καθ΄ων η αίτηση λόγω παραγραφής, που αν επιτρεπόταν θα επηρέαζε δυσμενώς τα νομικά δικαιώματα ή και τα οικονομικά συμφέροντα των καθ΄ων η αίτηση καθώς οι ασφαλιστές τους δεν θα έχουν πλέον υποχρέωση να τους καλύψουν ασφαλιστικά και θα παρέμεναν προσωπικά εκτεθειμένοι χωρίς να μπορούν να τύχουν του ευεργετήματος της ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού αποζημίωσης εναντίον τους κάτι που θα τους προκαλούσε τεράστια οικονομική βλάβη η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί. Παραθέτω τις πρόνοιες των σχετικών Νομοθετικών διατάξεων που προνοούν τα περί παραγραφής, τις οποίες θα τις συσχετίσω με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων μου σε σχέση με αυτό το ζήτημα: Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προνοεί τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί: α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή.» Ο Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 2002 (Ν.110(Ι)/2002), ο οποίος κατάργησε όλους τους προηγούμενους Περί Αναστολής Νόμους στο άρθρο 4
(1)προνοεί ότι: «Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόμων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα.» Στο άρθρο 4
(2)προνοείται: «Ο περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1990 καταργείται: Νοείται ότι η δυνάμει του πιο πάνω καταργούμενου Νόμου επελθούσα παραγραφή ορισμένων αξιώσεων ουδόλως επηρεάζεται.» Σύμφωνα με τους πιο πάνω νόμους περί παραγραφής η παραγραφή οριζόταν σε δύο
(2)έτη τα οποία επεκτάθηκαν το 2006 σε τρία
(3)έτη. Όταν ο ενάγοντας υπέστη το εργατικό ατύχημα ίσχυε το νομικό καθεστώς των τριών
(3)ετών παραγραφής. Ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος (Ν.66(Ι)/2012)κατήργησε τους προηγούμενους νόμους και ορίστηκε η παραγραφή αγωγών, που απορρέουν από αμελή πράξη ή παράλειψη, μετά την 1η.07.2012, σε αντικατάσταση του άρθρου 68 του Κεφ. 148. Στο Παράρτημα όμως του εν λόγω Νόμου προνοείται ότι η κατάργηση του άρθρου 68 έγινε μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, δηλαδή μετά την 1.07.2012 που τέθηκε σε ισχύ. Συνεπώς, όπου είχε ήδη παρέλθει τριετία από τη βάση της αγωγής πριν την 1.07.2012, το άρθρο 68 λειτούργησε κανονικά και δεν καταργήθηκε από τον Ν. 66(Ι) /2012 και οδηγεί σε παραγραφή. Ο Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν.174/189) στο άρθρο 19 προνοεί τα ακόλουθα για το ζήτημα της παραγραφής: «Οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου πρέπει να εγείρεται εντός τριών
(3)ετών από την ημέρα του ατυχήματος.» Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιώσεις του ενάγοντος προέρχονται από εργατικό ατύχημα το οποίο επισυνέβη την 2.04.2008 και η αγωγή καταχωρίστηκε την 23.12.2009 προκύπτουν τα ακόλουθα δεδομένα: (α) Όταν έλαβε χώρα η πράξη ή η παράλειψη που αφορά το επίδικο εργατικό ατύχημα στις 2.04.2008 ήταν σε ισχύ το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο οποίος προνοούσε παραγραφή τριών
(3)ετών, (β) η αξίωση εναντίον προσώπων που δεν ενάχθηκαν παραγράφηκε στη λήξη της τριετίας, δηλαδή την 2.04.2011, (γ) ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012)ήταν μεταγενέστερος της λήξης της παραγραφής και εν πάση περιπτώσει δεν κατήργησε το άρθρο 68, δοθέντος του ότι στο Παράρτημα του εν λόγω νόμου γίνεται ξεκάθαρο ότι η κατάργηση του άρθρου 68 έγινε μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή μετά την 1.07.2012. Στην υπόθεση 1.N.S.K.Leather Plast Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 ΑΑΔ 145 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρθηκε στο γεγονός ότι το άρθρο 94 δεν ίσχυε μετά την εφαρμογή του Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964 και στη συνέχεια των Νόμων 36/82 και 217/90. Όταν δε ψηφίστηκε ο Νόμος Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) του 2002 και καταργήθηκαν οι Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι, με βάση την επιφύλαξη στο άρθρο 4
(1)νέος χρόνος παραγραφής άρχισε να προσμετρά μετά την έναρξη της ισχύος του νέου Νόμου και έτσι ο χρόνος των 5 ετών δεν είχε παρέλθει.» Στην περίπτωση μας με βάση τον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα στο Άρθρο 22 προνοεί ότι οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του Νόμου αυτού για υποχρεωτική ασφάλιση εφαρμόζονται μόνο όπου η αγωγή εγείρεται εντός τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Οι αναστολές που θεσπίστηκαν διαδοχικά με τους τροποποιητικούς Ν. 28 (Ι)/08 και 16(Ι) δεν καλύπτουν το άρθρο 68 του Κεφ. 148, αφού ρητώς προβλέπεται με αυτούς αναστολή εφαρμογής μόνο του Περί Παραγραφής Νόμου Κεφ. 15 (και όχι του Ν.110(Ι)/02). Οι καθ΄ων η αίτηση ήγειραν το θέμα από αυτό το στάδιο και τα δικαστήρια αρνούνται να επιτρέψουν την προσθήκη διαδίκου ή βάσης αγωγής αν η προσθήκη θα ανατρέψει την υπεράσπιση που προβλέπεται από τον Περί Παραγραφής Νόμο (βλ. Νέδη Κυριάκου κ.ά. v. Κωνσταντίνου Φραντζίδη
(1999)ΑΑΔ 2035). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση με παρέπεμψαν στην πρωτόδικη απόφαση Thomas v. Thomas, Αρ. Αγ. 694/2007 Ε.Δ. Λάρνακας η οποία εκδόθηκε την 13.10.2009 από την αδελφή Α.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) κα Λ. Δημητριάδου, η οποία αποφασίζοντας το ίδιο ζήτημα σε αίτηση παραμερισμού διατάγματος που είχε ζητηθεί με μονομερή αίτηση και πέτυχε την προσθήκη 2ου εναγόμενου και με την οποία παραμέρισε το εκδοθέν διάταγμα, δεδομένου του ότι το αγώγιμο δικαίωμα είχε παραγραφεί, σημείωσε τα ακόλουθα στην απόφαση της: «Με βάση τη σχετική νομολογία που σκιαγράφησα ανωτέρω, καθόσον αφορά τον Εναγόμενο 2 ο χρόνος παραγραφής εναντίον του άρχεται από την ημέρα καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή 6.06.
- Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής για το αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας υπόθεσης με βάση το Νόμο 110 (Ι)/02 αρχίζει από την 1.06.05 και συμπληρώνεται στα τρία χρόνια, δηλαδή την 1.06.
- Είναι προφανές, επομένως, ότι καθόσον αφορά τον Εναγόμενο 2, όταν καταχωρήθηκε το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ο χρόνος παραγραφής των τριών ετών είχε ήδη παρέλθει. Να επισημάνω δε εδώ ότι με βάση τον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα και συγκεκριμένα το Άρθρο 22 αυτού, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του Νόμου αυτού για υποχρεωτική ασφάλιση εφαρμόζονται μόνο όπου η αγωγή εγείρεται εντός τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος. [.]». Στην υπόθεση Πολ. Έφεση Αρ. 281/2009 Γεωργίου v. Φιλιαστίδη και Μανώλη ως Τριτοδιάδικου, απόφαση η οποία εκδόθηκε την 1.03.2013, αφορούσε έφεση επί απόφασης που είχε κρίνει το ζήτημα της αιτηθείσας τροποποίησης της αγωγής για να καθίστατο ο Τριτοδιάδικος Μανώλη ως Εναγόμενος, η έφεση απορρίφθηκε. Σε αναφορά στον Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ευθύνη Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96(Ι)/2000)και σε σχέση με την τριετή περίοδο παραγραφής του άρθρου 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ένας σοβαρός παράγοντας όταν ζητείται η προσθήκη εναγομένου είναι το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη μετά την εκπνοή της προθεσμίας (Manchester Lines Ltd, ανωτ., P.T. KIANI KERTAS v. Interorient Navigation company Ltd (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση. Εν προκειμένω, ο Νόμος 96/2000, όπως και το προϊσχύσαν Κεφ. 333, θέτει το πλαίσια μιας τριμερούς αλληλεπίδρασης συμφερόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι του αδικοπραγήσαντα, του ζημιωθέντα και του ασφαλιστή (βλ. General Insurance Company of Cyprus v. Georghiou and another
(1963)2 CLR 117). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα έχει αναδρομική ισχύ, τότε θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στον ασφαλιστή, που δεν θα είναι σε θέση να επικαλεστεί τις πρόνοιες του άρθρου 22. Αν, από την άλλη, θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα ισχύει από τώρα θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό ο νέος εναγόμενος, εφόσον η αγωγή εναντίον του θα είναι εκτός των πλαισίων του άρθρου 22 οπότε θα αναγκαστεί να πληρώσει ο ίδιος τυχόν απόφαση εναντίον του. Τέτοιος επηρεασμός είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση, δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τα έξοδα. Συνεπώς η αίτηση για προσθήκη δεν θα μπορούσε να επιτύχει και γι΄αυτό το λόγο.» Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479 έγινε αναφορά στην υπόθεση Liff v. Peasley
(1980)1 All E.R. 623, C.A. στις αποφάσεις που εκδόθηκαν από τους Λόρδους Δικαστές Stephenson L.J. και Brandon L.J. Στις σελ. 488 - 489 της απόφασης παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brandon L.J.: «"It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstances as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as 'the rule of practice'. There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. Ι shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the 'no useful purpose' theory.» Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι σύμφωνα με τον καθιερωμένο κανόνα πρακτικής, το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει την προσθήκη εναγόμενου αν η απαίτηση εναντίον του έχει ήδη παραγραφεί και το πρόσωπο που σκοπείται να προστεθεί ως εναγόμενος επιθυμεί να επικαλεσθεί την παραγραφή ως υπεράσπιση. Επίσης, αν το Δικαστήριο επιτρέψει την προσθήκη στην βάση μονομερούς αιτήσεως, στην βάση του πιο πάνω κανόνα πρακτικής δεν θα επιτρέψει την συνέχιση της προσθήκης σε περίπτωση που ο διάδικος που προστέθηκε ενστεί στην προσθήκη. Η πιο πάνω πρακτική βρίσκει την δικαιολογία της σε δύο εναλλακτικές βάσεις: σύμφωνα με την πρώτη, γνωστή ως η θεωρία "relation back", αν η προσθήκη επιτραπεί θεωρείται ότι ανατρέχει πίσω στον χρόνο, με αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του προστιθέμενου διαδίκου όχι κατά τον χρόνο της τροποποίησης, αλλά κατά την ημέρα που καταχωρήθηκε το αρχικό κλητήριο. Με αποτέλεσμα ο διάδικος που προστέθηκε να στερείται κεκτημένης υπεράσπισης στην απαίτηση στη βάση της παραγραφής. Κάτι το οποίο θα επέφερε αδικία σε αυτόν. Σύμφωνα με την δεύτερη, γνωστή ως η προσέγγιση "no useful purpose", όταν πρόσωπο προστίθεται ως εναγόμενος σε υφιστάμενη αγωγή η αγωγή θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του κατά τον χρόνο της τροποποίησης του κλητηρίου και, επομένως, η υπεράσπιση της παραγραφής παραμένει διαθέσιμη σε αυτόν. Και επειδή η υπεράσπιση της παραγραφής αποτελεί πλήρη υπεράσπιση στην απαίτηση η προσθήκη δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση Γεωργίου v. Φιλιαστίδη κ.α. σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης που υπάρχει για την υποβολή του αιτήματος λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση δε, να καταστεί εναγόμενος και ο άλλος οδηγός, εκδηλώθηκε πέντε χρόνια μετά το ατύχημα και τρία χρόνια μετά που η ενάγουσα επέλεξε να στραφεί εναντίον του ενός οδηγού και μόνο. Ενώ, ως άνω, η καθυστέρηση κατ΄αρχήν δεν αποκλείει, στην κατάλληλη περίπτωση, μια τροποποίηση, «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής» και μετά την έναρξη της δίκης «η διακριτική ευχέρεια ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 A.A.Δ. (E) 33, 37). Εν προκειμένω η καθυστέρηση είναι μεγάλη και μάλιστα εντελώς αδικαιολόγητη.» Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω καταλήγω ότι στη παρούσα υπόθεση ο χρόνος παραγραφής έχει παρέλθει και ουδέν αγώγιμο δικαίωμα και αξίωση μπορεί να εγερθεί εναντίον των καθ΄ων η αίτηση προτιθέμενων εναγομένων. Πέραν όμως από τα πιο πάνω κρίνω ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της εξεταζόμενης αίτησης η οποία καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά που ακούστηκαν ήδη 5 μάρτυρες από πλευράς του ενάγοντος μεταξύ των οποίων και του ιδίου του ενάγοντος. Εάν ήθελε εγκριθεί η αίτηση κρίνω ότι θα επιβάρυνε την δικαστική διαδικασία και θα ξέφευγε από τα νενομισμένα πλαίσια της δίκαιης δίκης. Πέραν των πιο πάνω προβάλλεται ως λόγος ένστασης στην αίτηση η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι η προσθήκη τους ως εναγομένων 2 είναι αλυσιτελής και αυτό δοθέντος του γεγονότος ότι δεν αξιώνεται μέσω των υφιστάμενων δικογράφων οποιαδήποτε αξίωση εναντίον τους είτε από τους αιτητές είτε από τον ενάγοντα και δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός ή και πρόθεση ακόμη να εγερθεί οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των καθ΄ων η αίτηση από τους αιτητές ή και τον ενάγοντα. Στα δικόγραφα δεν περιέχεται οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των καθ΄ων η αίτηση. Επομένως η προσθήκη των καθ΄ων η αίτηση δεν δικαιολογείται μέσω των δικογράφων. Δεν παραγνωρίζεται ακόμη το γεγονός ότι οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους αρνούνται ότι ήταν εργοδότες του ενάγοντος. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β ΑΑΔ 826: «Η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας.» Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην Βαριανού v. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά, το Δικαστήριο δε μπορεί να επιτρέψει την προσθήκη διαδίκου εάν η προσθήκη αυτή δεν έχει υποστηριχθεί μέσω των δικογράφων. Σύμφωνα με τα δικόγραφα όπως αυτά έχουν καταχωρηθεί, δεν υφίσταται ισχυρισμός που να δικαιολογεί την προσθήκη των καθ΄ων η αίτηση ως εναγομένων 2 στη διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο