← Κύπρος

ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 92/11, 10/6/2015

ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 92/11, 10/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 92/11 Μεταξύ: ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένου ------------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ζ. Νικολάου (για ν' ακούσει απόφαση κα Θωμά). Για τον Εναγόμενο: κ. Κακουλλής με κ. Σελίπα (για ν' ακούσει απόφαση κα Σάρδαλου). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν το ποσό των €2.460- για οφειλόμενα ενοίκια τα οποία προέκυψαν από την ενοικίαση καφεστιατορίου καθώς και το ποσό των €2.557- που αφορά την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στο ενοικιασμένο καφεστιατόριο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής τους, οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες εξοχικών διαμερισμάτων στην περιοχή Κάππαρη στον Πρωταρά. Τα συγκεκριμένα διαμερίσματα διαθέτουν και καφεστιατόριο, το οποίο λειτουργεί κατά την τουριστική περίοδο, κυρίως από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο, προς εξυπηρέτηση των διαμενόντων στα διαμερίσματα. Είχαν υπογράψει με τον Εναγόμενο, τον Μάιο του 2008, σύμβαση ενοικίασης και διαχείρισης του συγκεκριμένου καφεστιατορίου με μηνιαίο ενοίκιο το οποίο άλλαζε για κάθε έτος της ενοικίασης και με τελευταίο ενοίκιο το ποσό των €1.329-. Η σύμβαση ενοικίασης προέβλεπε επίσης την καταβολή του ποσού που αναλογούσε στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος του καφεστιατορίου. Τον Μάρτιο του 2010 ο Εναγόμενος είχε τερματίσει το συμβόλαιο ισχυριζόμενος απαράδεκτη συμπεριφορά του διαχειριστή των διαμερισμάτων. Όμως, μέχρι τις 31/12/2009 ο Εναγόμενος όφειλε προς τους Ενάγοντες καθυστερημένα ενοίκια ύψους €2.460- καθώς και ποσό ύψους €2.557- για την κατανάλωση ρεύματος. Οι Ενάγοντες είχαν ενημερώσει τον Εναγόμενο με επιστολή του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 27/07/2010, σχετικά με τις συγκεκριμένες οφειλές, αλλά ο Εναγόμενος δεν είχε ανταποκριθεί. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή και Ανταπαίτησή του προέβαλε μία προδικαστική ένσταση και συγκεκριμένα ότι οι Ενάγοντες είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και στερούνται δικαιώματος έγερσης της υπό κρίση αγωγής. Ως Υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι η διαχείριση των συγκεκριμένων διαμερισμάτων ήταν προβληματική και ακριβώς λόγω αυτής της κακής διαχείρισης τα συγκεκριμένα διαμερίσματα παρέμεναν κενά ή δημιουργούνταν προβλήματα με τους ενοικιαστές με αποτέλεσμα να τα εγκαταλείπουν. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ότι τον Μάρτιο του 2010 είχε εξαναγκαστεί να τερματίσει την συγκεκριμένη συμφωνία λόγω της συμπεριφοράς ή και των ενεργειών των Εναγόντων ή και του διαχειριστή ή και των αντιπροσώπων τους. Ως λεπτομέρειες εξαναγκασμού του σε τερματισμό της σύμβασης κατέγραψε, ο Εναγόμενος, τα ακόλουθα: Ότι οι Ενάγοντες προέτρεπαν τους ενοικιαστές των διαμερισμάτων ή και άλλα πρόσωπα να μην χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του καφεστιατορίου, ότι επίτηδες και με σκοπό να τον πλήξουν απέφευγαν να ενοικιάζουν τα διαμερίσματα και ότι επίτηδες και με σκοπό να τον πλήξουν δημιουργούσαν προβλήματα στους ενοικιαστές των διαμερισμάτων. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ότι ο ίδιος επανειλημμένα έχει εξεφράσει τα παράπονά του στους Ενάγοντες ή και τον διαχειριστή τους ή και τους αντιπροσώπους τους χωρίς αποτέλεσμα. Ο Εναγόμενος είχε καταγγείλει το συμβόλαιο γιατί οι Ενάγοντες είχαν παραβιάσει τον όρο της μεταξύ τους συμφωνίας μειώνοντας τις τιμές σε σειρά πωλούμενων αγαθών ή και δίδοντας μηδαμινές αυξήσεις, κάτω από τις προβλεπόμενες. Είχε σταλεί από τον ίδιο και σχετική επιστολή προς τους Ενάγοντες στις 30/06/
  2. Υποστηρίζει ότι ως αποτέλεσμα των πράξεων ή και των παραλείψεων των Εναγόντων ή και του διαχειριστή ή και του αντιπροσώπου τους ο Εναγόμενος υπέστη ζημιές που συνίσταντο στην απώλεια κέρδους ή και διαφυγόντος κέρδους και συγκεκριμένα €43.500- για διαφυγόντα κέρδη από τη διάθεση προϊόντων και αγαθών σε χαμηλότερες ή και μη αυξημένες τιμές, €4.000- ως διαφυγόντα κέρδη από τη μη διάθεση διαμερισμάτων στα παιδιά με ειδικές ανάγκες και €10.000- διαφυγόντα κέρδη από τη μη διάθεση των προϊόντων και αγαθών σε πελάτες που επισκέπτοντο το καφεστιατόριο. Τα συγκεκριμένα ποσά ο Εναγόμενος τα ανταπαιτεί και, επιπρόσθετα, ανταπαιτεί γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους οι Ενάγοντες είχαν καλέσει δύο μάρτυρες. Πρώτος, είχε δώσει μαρτυρία ο κος Νικόλαος Επιστηθίου, Μ.Ε.1, ο οποίος εργοδοτείται από τους Ενάγοντες από το
  3. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στον Έφορο Συντεχνιών και είναι ένας οργανισμός ο οποίος λειτουργεί με εσωτερικές διαδικασίες και κανονισμούς. Μια από τις δραστηριότητες των Εναγόντων είναι η λειτουργία συγκροτημάτων διαμερισμάτων σε διάφορες περιοχές της Κύπρου για απόλαυση ευχάριστων διακοπών από τα μέλη των Εναγόντων. Όσον αφορά τον Εναγόμενο, ήταν ο ισχυρισμός του ότι τον είχε γνωρίσει όταν επέδειξε ενδιαφέρον για να ενοικιάσει το καφεστιατόριο των διαμερισμάτων της Σ.Ε.Κ. στην περιοχή Κάππαρη στον Πρωταρά. Σε σχέση με τα συγκεκριμένα διαμερίσματα είχε υπογραφεί και σύμβαση για περίοδο τριών

(3)ετών, ήτοι η ενοικίαση του καφεστιατορίου θ' άρχιζε το 2008 και θα εκτεινόταν μέχρι το 2010. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, τη συμφωνία. Όσον αφορά το ρεύμα, ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι υπήρχαν καθορισμένες χρονικοί περίοδοι για τη χρήση του συγκεκριμένου καφεστιατορίου και με την έναρξη της συγκεκριμένης περιόδου ο υπάλληλος της Σ.Ε.Κ. μαζί με τον διαχειριστή επισκέπτονταν το ειδικό μηχάνημα και κατέγραφαν την ένδειξη στον πίνακα μετρήσεων, δηλαδή τις κιλοβατώρες. Το ίδιο συνέβαινε και κατά την λήξη της περιόδου, που ήταν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου. Αφού και τα δύο αυτά πρόσωπα επιβεβαίωναν ότι η κατανάλωση ήταν η ενδεδειγμένη, υπέγραφαν σχετικό έγγραφο και το συγκεκριμένο έντυπο κατέληγε στο λογιστήριο των Εναγόντων για να γίνει σχετική χρέωση. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, υπήρχε και ειδικός μετρητής για το ρεύμα του καφεστιατορίου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, το έντυπο κατανάλωσης ρεύματος. Κατέληξε, ότι ο Ενάγοντας είχε παραμείνει στο υποστατικό μέχρι τον Μάρτιο του 2010 και, ως εκ τούτου, όφειλε στους Ενάγοντες τόσο ενοίκια καθώς και απλήρωτη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι πράγματι ο Εναγόμενος είχε αποστείλει επιστολή προς τους Ενάγοντες, στην οποία κατέγραφε δικούς του προβληματισμούς και υποδείξεις. Οι ίδιοι, ήτοι οι Ενάγοντες, πάντοτε συνεργάζονταν με τον Εναγόμενο σε ό,τι αφορούσε τις βελτιώσεις του χώρου καθώς και της υγειονομικής τάξης. Κάθε φορά το καφεστιατόριο βελτιωνόταν σύμφωνα με τις υποδείξεις του υγειονομείου. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος είχε εξεφράσει παράπονα ότι ο χώρος ήταν πολύ μικρός για να διεκπεραιώνει τις παραγγελίες που λάμβανε. Όμως, οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να βοηθήσουν γιατί το κτίριο ήταν κτισμένο με βάση τα εγκεκριμένα σχέδια και δεν μπορούσε να επεκταθεί η κουζίνα. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι, εάν ο Εναγόμενος ήθελε να εξυπηρετεί πέραν των θαμώνων που ήταν μέλη των Εναγόντων και των επισκεπτών, οι Ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να επεκτείνουν τους δικούς τους χώρους. Επίσης, ο Εναγόμενος είχε την εντύπωση ότι οι Ενάγοντες έφεραν το βάρος να τον προμηθεύσουν με περισσότερους ψυκτικούς χώρους. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος ασκούσε αυστηρό έλεγχο στο θέμα της υγιεινής και διενεργούσε απροειδοποίητους ελέγχους για να ελέγχει την καθαριότητα κατασκευής φαγητών ή σερβιρίσματος και έβρισκε τους χώρους σε άθλια κατάσταση, με αποτέλεσμα να έρχεται σε σύγκρουση με τον Εναγόμενο. Ο ίδιος είχε κοινοποιήσει σχετικές επιστολές στον Εναγόμενο σε σχέση με την ορθή λειτουργία, αλλά και την έλλειψη υγιεινής στο καφεστιατόριο. Τις συγκεκριμένες επιστολές ο ίδιος τις παρέδιδε στον Εναγόμενο. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι πράγματι υπήρχε όρος ο οποίος διαλάμβανε ότι οι τιμές πώλησης θα μπορούσαν ν' αναπροσαρμοστούν από μηδέν μέχρι πέντε τοις εκατόν. Υποστήριξε ότι οι αναπροσαρμογές των τιμών γίνονταν πάντοτε σε συνεννόηση του διαχειριστή με το αρμόδιο τμήμα της Σ.Ε.Κ., γιατί στόχος των Εναγόντων ήταν η προσφορά των αγαθών του καταλόγου με τις χαμηλότερες τιμές. Σύμφωνα επίσης με τον ισχυρισμό του, ο ίδιος δεν είχε βρει πουθενά αναρτημένο κατάλογο με οποιεσδήποτε μειωμένες τιμές. Οι Ενάγοντες δεν είχαν μειώσει τις τιμές και προσπάθειά τους ήταν να είναι ικανοποιημένοι τόσο ο διαχειριστής της καντίνας, καθώς και οι ένοικοι των διαμερισμάτων με την προσφορά των καλύτερων υπηρεσιών. Όσον αφορά τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις που γίνονταν από τον ίδιο στον Εναγόμενο, υποστήριξε εμφαντικά ότι δεν συνιστούσαν ύβρεις. Είχε υποδειχθεί στον Εναγόμενο, ενώπιον του προσωπικού του και θαμώνων, ότι οι καρέκλες και τα τραπέζια ήταν πάρα πολύ λερωμένα σε βαθμό που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Όσον αφορά την παραχώρηση των διαμερισμάτων σε άτομα με ειδικές ανάγκες, υποστήριξε ότι τα διαμερίσματα ήταν υπερπλήρη για την περίοδο αρχές Ιουλίου μέχρι τέλος Αυγούστου, οπόταν, δεν θα μπορούσαν να παραχωρηθούν γιατί ήταν ενοικιασμένα και είθισται να εξυπηρετούνται πρώτα τα μέλη των Εναγόντων και μετά να κατανέμονται διαμερίσματα σε οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι η κατάσταση θα βελτιωνόταν μετά τις δικές του υποδείξεις και παρατηρήσεις, αφού έδινε πίστη στις υποσχέσεις του Εναγόμενου. Απαντώντας σε ερώτηση που του τέθηκε, ανέφερε ότι δεν απέστελλε στον Εναγόμενο καθημερινά επιστολές, όμως, είχε υπόψη του τις αξιολογήσεις των θαμώνων. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη αποσταλθείσα επιστολή από τον Εναγόμενο, ήταν ο ισχυρισμός του ότι τέτοια επιστολή δεν είχε δει ποτέ του και δεν γνώριζε ούτε καν το περιεχόμενό της. Για τον τερματισμό της ενοικίασης, ήτοι την επιστολή, είχε ενημερωθεί από συναδέλφους του. Όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε καθοριστεί από το ίδιο το λογιστήριο των Εναγόντων, το οποίο ήταν επιφορτισμένο για είσπραξη και πληρωμή οποιωνδήποτε ποσών. Δεύτερος, έδωσε μαρτυρία ο Μάριος Γεωργιάδης, Μ.Ε.2, υπάλληλος του λογιστηρίου των Εναγόντων και γενικός ελεγκτής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είχε ετοιμάσει μια κατάσταση λογαριασμού στην οποία είχαν καταγραφεί οι οφειλές του Εναγομένου. Είχε αντλήσει πληροφόρηση από τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων, του 2009, καθώς επίσης και από τους εξελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας K.P.M.G., η οποία είχε αναλάβει τον έλεγχο των λογιστικών βιβλίων των Εναγόντων. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, σχετική κατάσταση λογαριασμού. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο ποσό που ζητείται αφορά την περίοδο τριών
(3)μηνών. Για τους τρεις
(3)μήνες ο Εναγόμενος όφειλε να καταβάλει ως ενοίκιο το ποσό των €3.690-, πλην όμως είχε πληρώσει το ποσό των €1.230- και είχε εκδοθεί η απόδειξη με αριθμό 1072 στις 10/07/
  1. Είχε παραμείνει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €2.460-. Υποστήριξε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό και να μην είχε εκδοθεί σχετική απόδειξη, λόγω του ότι υπάρχουν εξωτερικές διαδικασίες, ήτοι έλεγχος από τον ελεγκτικό οίκο K.P.M.G., αλλά και εσωτερικές διαδικασίες με τις οποίες διασφαλίζεται ότι για κάθε ποσό που καταβάλλεται εκδίδεται σχετική απόδειξη. Όσον αφορά τον ηλεκτρισμό, υπέδειξε ότι υπήρχαν δύο καταγραφές. Η πρώτη αφορούσε την περίοδο 13/06/2009 μέχρι 25/09/2009 και σ' αυτήν την περίοδο είχαν καταναλωθεί 14.182 κιλοβατώρες. Η δεύτερη καταγραφή αφορούσε την περίοδο 26/09/2009 με 31/10/2009 και σ' αυτήν την περίοδο είχαν καταναλωθεί 1.139 κιλοβατώρες. Είχαν εκδοθεί δύο τιμολόγια, πλην όμως κανένα ποσό δεν είχε καταβληθεί. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι υπεύθυνος για το λογιστήριο είναι ο ίδιος εξ ου και είχε εκδώσει την απόδειξη για την καταβολή του ενός ενοικίου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε πληρωθεί το υπόλοιπο και επέμενε στη θέση του ότι οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί στους Ενάγοντες εκδίδεται πάντοτε η σχετική απόδειξη και όλες οι πληρωμές γίνονται με επιταγές. Ερωτηθείς για την κατανάλωση ρεύματος, ήταν ο ισχυρισμός του ότι η καταμέτρηση γίνεται στην παρουσία του υπεύθυνου του καφεστιατορίου και του συντηρητή και, ακολούθως, υπογράφεται σχετικό έντυπο και από τους δυο. Ο ίδιος είχε στην κατοχή του τα σχετικά έντυπα υπογεγραμμένα και από τον Ενάγοντα σε σχέση με τις μετρήσεις και τα κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Επεξήγησε, περαιτέρω, ότι η αρχική καταμέτρηση είχε γίνει στις 25/05/2009, όμως η χρέωση είχε γίνει από 16/06/2009, δηλαδή από την υπογραφή της συμφωνίας. Ερωτηθείς κατά πόσο ήταν σε γνώση του η ύπαρξη προβλημάτων μεταξύ του διαχειριστή και του Εναγόμενου, υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από την κα Μαργαρίτα Νικόλοβα, Μ.Υ.1, η οποία γνωρίζει τον Εναγόμενο για δέκα
(10)χρόνια. Είχαν δουλέψει μαζί για δύο
(2)χρόνια στο εστιατόριο της Α.Η.Κ. και για άλλα δύο
(2)χρόνια στην πισίνα της Σ.Ε.Κ.. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο συγκεκριμένος χώρος ήταν ανοικτός και την πρώτη χρονιά που χρησιμοποίησαν τον χώρο της Σ.Ε.Κ. τα κάρβουνα, οι φριτέζες και ο φούρνος βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Τον δεύτερο χρόνο είχε αλλάξει η κατάσταση, είχε μετακινηθεί η ψηστιέρα με τα κάρβουνα μπροστά, καθώς και τα ψυγεία. Αυτό δυσκόλευε τα πράγματα γιατί τα κάρβουνα ήταν έξω, ενώ οι φριτέζες ήταν μέσα. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι για την ίδια ο Εναγόμενος ήταν πολύ καλός άνθρωπος αφού της συμπεριφερόταν καλά και την πλήρωνε. Σε σχέση με το καφεστιατόριο της Σ.Ε.Κ., ήταν ο ισχυρισμός της ότι κάθε Τρίτη ο κος Επιστηθίου επισκεπτόταν τον χώρο για να ελέγξει και πάντοτε άρχιζε φωνές για την καθαριότητα. Ήταν η δική της άποψη ότι την ώρα που εργάζεσαι δεν μπορεί να έχεις καθαριότητα γιατί δεν προλαβαίνεις να καθαρίσεις όταν έχεις παραγγελίες. Πολλές φορές, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, ο κος Επιστηθίου φώναζε μπροστά σε κόσμο. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσαν να διατηρούν τον χώρο καθαρό. Τη δεύτερη δε χρονιά που είχαν το καφεστιατόριο δεν ήταν γεμάτο, τον Αύγουστο, όπως ήταν τον Αύγουστο της προηγούμενης χρονιάς. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η ίδια έχει πτυχίο μαγειρικής, ως μάγειρας, καθώς και τραπεζοκομίας. Ερωτηθείσα για τους ελέγχους που γίνονταν σε σχέση με την καθαριότητα, υποστήριξε ότι δεν τους γίνονταν οποιοιδήποτε έλεγχοι από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες. Το μόνο που ελέγχετο από τις Υπηρεσίες ήταν τα φαγητά. Ερωτηθείσα για τα καθήκοντά της, ισχυρίστηκε ότι έκαμνε όλες τις δουλειές, δηλαδή βοηθούσε στις παραγγελίες, στο μπουφέ, καθάριζε και έλεγχε τί χρειαζόταν για να το παραγγείλει. Κάποτε είχε βοήθεια από νεαρά άτομα του σχολείου, δηλαδή μεταξύ δεκαπέντε και δεκαέξι ετών. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι τον δεύτερο χρόνο της λειτουργίας ο Αύγουστος ήταν πολύ ήσυχος, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει πολλή δουλειά αφού τα διαμερίσματα ήταν πλήρη. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος, κ. Αντωνάκης Ιωάννου, Μ.Υ.2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είχε ενοικιάσει το συγκεκριμένο υποστατικό το 2008. Τον πρώτο χρόνο είχαν άγριο πόλεμο με τον κ. Επιστηθίου λόγω του ότι ο κ. Επιστηθίου είχε δικό του άνθρωπο για το εστιατόριο, τον οποίο δεν είχε πετύχει να τοποθετήσει υπεύθυνο. Οπόταν, επεδίωκε να διώξει τον ίδιο από τον χώρο. Ο κ. Επιστηθίου κατά τις επισκέψεις του στον χώρο φώναζε και εκφόβιζε τον κόσμο, ο οποίος αποχωρούσε από το εστιατόριο. Ο ίδιος για πρώτη φορά είχε συναντήσει, σε επαγγελματική βάση, τέτοιους είδους συμπεριφορά. Γι' αυτό και πριν ολοκληρωθούν τα τρία
(3)χρόνια της συμφωνίας, ο ίδιος είχε αποστείλει επιστολή στον κ. Μωϋσέως ότι θα έφευγε. Κατέθεσε τη συγκεκριμένη επιστολή ως Τεκμήριο 5. Είχε προηγουμένως ζητήσει συνάντηση με τον κ. Μωϋσέως και του είχε αναφέρει για την κατάσταση που επικρατούσε και είχε υποσχεθεί, ο κ. Μωϋσέως, ότι θα το φρόντιζε. Όσον αφορά τις τιμές του 2008 και του 2009 ήταν καθορισμένες και το 2009 ο κ. Επιστηθίου όχι μόνο δεν είχε αυξήσει τις τιμές, αλλά τις είχε μειώσει σε σαράντα δύο
(42)είδη ευρείας κατανάλωσης. Κατέθεσε, ως Τεκμήρια 6Α και 6Β, τους δύο τιμοκαταλόγους πάνω στους οποίους είχε σημειώσει τις διαφορές που είχε διαπιστώσει. Υποστήριξε ότι το 2009 θα έπρεπε οι συγκεκριμένες τιμές ν' αυξηθούν από μηδέν τοις εκατόν μέχρι πέντε τοις εκατόν, αλλά αντί αυτού είχαν μειωθεί. Είχε υποστεί, λόγω της συμπεριφοράς του κ. Επιστηθίου, ζημιά ύψους €40.000- με €45.000-. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να χρωστά ενοίκια στους Ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι δεν μπορεί να προσκομίσει οποιονδήποτε μάρτυρα από τους πελάτες που είχαν βιώσει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του κου Επιστηθίου γιατί ήταν έμμισθοι της Σ.Ε.Κ.. Παραδέχθηκε ότι η Σ.Ε.Κ. συνιστά μια σοβαρή συντεχνία και πως λαμβάνονται οι αποφάσεις με συγκεκριμένο τρόπο προς διασφάλιση των διαδικασιών γι' αυτό και συμφωνούσε με τους όρους του συμβολαίου, Τεκμήριο
  1. Ερωτηθείς για την καθαριότητα, υποστήριξε ότι το Υγειονομείο επισκεπτόταν τακτικά τον χώρο ενόσω ο ίδιος βρισκόταν εκεί και δεν προέβαινε σε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις. Ο κ. Επιστηθίου, ήταν ο ισχυρισμός του, φανταζόταν ότι ο χώρος δεν ήταν καθαρός. Όσον αφορά την επιστολή που ο ίδιος είχε στείλει στον κ. Μωϋσέως, σε αυτήν την επιστολή είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θα εγκατέλειπε το υποστατικό. Πριν την επιστολή είχε συναντήσει τον κ. Μωϋσέως και είχε ενημερώσει στελέχη της Σ.Ε.Κ. που έρχονταν στο εστιατόριο και όλοι τον καθησύχαζαν ότι θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν. Ο μόνος που δεν βοηθούσε ήταν ο κ. Επιστηθίου, ο οποίος του έκλεινε το τηλέφωνο κάθε φορά. Λόγω του ότι είχε ζημιές το 2009, ο ίδιος είχε αποφασίσει να σταματήσει την ενοικίαση. Οι αλλαγές στις τιμές, ήτοι η μείωση του 2009, σε προϊόντα όπως τη μπύρα με κούννες, τη μπύρα χωρίς κούννες, το ούζο και το νέσκαφε του προκαλούσαν ζημιές. Ερωτηθείς τελικά παραδέχθηκε ότι οι τιμές δεν είχαν μειωθεί, αλλά είχαν παραμείνει οι ίδιες όπως και το
  2. Υποστήριξε, όμως, ότι στη συμφωνία υπήρχε πρόνοια για αύξηση από μηδέν τοις εκατόν μέχρι πέντε τοις εκατόν και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι όφειλε, ο κ. Επιστηθίου, να τις αυξήσει. Όσον αφορά τα οφειλόμενα ενοίκια, παραδέχθηκε ότι μπορεί να τα οφείλει. Σε σχέση όμως με το ρεύμα, υποστήριξε ότι πλήρωσε ένα μέρος. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τί είχε απομείνει απλήρωτο. Αναγνώρισε την υπογραφή του στη μέτρηση του ηλεκτρικού ρεύματος, Τεκμήρια 2 και
  3. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και για τις δυο πλευρές και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θ' αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω, επίσης, θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο κ. Επιστηθίου, Μ.Ε.1, προφανώς δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις με τον Εναγόμενο. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι είχαν διαφωνίες για διάφορα θέματα μεταξύ αυτών και η καθαριότητα των χώρων της καφετέριας. Όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε ήταν πολύ αυστηρός στον έλεγχο και προέβαινε σε απροειδοποίητους ελέγχους. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία προστριβών μεταξύ των δυο. Επίσης παραδέχθηκε ότι είχε κάνει παρατήρηση στον Εναγόμενο μπροστά στους θαμώνες σε σχέση με την καθαριότητα των καρεκλών και των τραπεζιών. Παράλληλα, ήταν η θέση του ότι οι τιμές δεν είχαν αυξηθεί, αλλά είχαν παραμείνει οι ίδιες προς καλύτερη εξυπηρέτηση των μελών της Σ.Ε.Κ.. Οι παραδοχές αυτές συνάδουν και με τη θέση του Εναγόμενου, ο οποίος υποστήριξε ότι οι σχέσεις του με τον κ. Επιστηθίου δεν ήταν καλές και η συνεργασία πολύ δύσκολη. Επίσης και οι δυο συμφωνούσαν, ο κ. Επιστηθίου και ο Εναγόμενος, ότι οφείλονταν ενοίκια και ότι οι τιμές είχαν παραμείνει οι ίδιες. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ήταν πράγματι απαιτητικός και δεν προσπάθησε να κρύψει το γεγονός αυτό, ούτε επιχείρησε να παρουσιάσει τις σχέσεις του με τον Εναγόμενο ως περισσότερο από τυπικές. Η στάση του, έτσι όπως έχει περιγραφεί, είχε τη δική της ειλικρίνεια. Ο κ. Γεωργιάδης, Μ.Ε.2, λογιστής των Εναγόντων, ανέφερε στο Δικαστήριο όλα όσα γνώριζε από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα και τα όσα είχε αναφέρει υποστηρίζονταν από το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν, ήτοι τη συμφωνία ενοικίασης, καθώς και το έντυπο καταγραφής της κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Αυτό που επιλέγω να μην αποδεχθώ είναι η οφειλή σε σχέση με το ρεύμα της περιόδου 26/09/2009 με 31/10/2009, για την οποία δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε υπογεγραμμένο έγγραφο. Όσον αφορά την μαρτυρία της κας Νικόλοβας, Μ.Υ.1, θεωρώ ότι είχε κάθε λόγο να υποστηρίξει τις θέσεις του Εναγόμενου αφού γνωρίζονταν για δέκα
(10)χρόνια και ήταν εργοδότης της για πέραν από τέσσερα
(4)χρόνια. Δεν είπε την αλήθεια αφού η μαρτυρία της ήταν σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Εναγόμενου. Υποστήριζε, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο, ότι δεν τους είχαν γίνει ποτέ οποιοιδήποτε υγειονομικοί έλεγχοι στο εστιατόριο, ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι τους επισκεπτόταν συχνά το Υγειονομείο και ποτέ δεν τους είχε κάνει οποιαδήποτε παρατήρηση. Ισχυρίστηκε ότι τον Αύγουστο του 2009 τα διαμερίσματα ήταν γεμάτα, αλλά δεν είχαν δουλειά. Ο Εναγόμενος είχε ισχυριστεί ότι υπήρχαν πολλά διαμερίσματα άδεια τον Αύγουστο 2009 και γι' αυτό δεν είχαν δουλειά. Επίσης, η παραδοχή της ότι ο χώρος δεν ήταν καθαρός όταν είχαν δουλειά αντιστρατεύεται τη θέση του Εναγόμενου ότι ήταν πάντοτε καθαρός ο χώρος γι' αυτό και οι Υγειονομικές Υπηρεσίες δεν του είχαν κάνει οποιαδήποτε καταγγελία. Ερωτηματικά, όμως, γεννά η θέση της ότι η ίδια έκαμνε όλες τις δουλειές. Πώς είναι δυνατόν να μαγείρευε, να καθάριζε, να έβαζε τις παραγγελίες και να φρόντιζε το μπουφέ και τους πελάτες την ίδια ώρα; Είναι άξιο απορίας. Δεν με έπεισε, αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει οποιαδήποτε σημασία η μαρτυρία της για λόγους που θα καταστούν εμφανείς κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του Εναγόμενου, Μ.Υ.2, έχει ήδη σχολιαστεί συγκρινόμενη με τη μαρτυρία του κου Επιστηθίου, Μ.Ε.
  1. Θεωρώ ότι και οι δυο ήταν υπερβολικοί στις αντιδράσεις τους. Όμως, αυτό που έχει σημασία για σκοπούς της επίλυσης των νομικών θεμάτων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση είναι οι πολλές παραδοχές του Εναγόμενου τόσο κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής του καθώς και κατά την αντεξέτασή του. Παραδέχθηκε ότι οφείλει το ποσό των ενοικίων καθώς και το ποσό που αφορά το ρεύμα το οποίο καταγράφεται στο έντυπο που υπέγραψε, τα Τεκμήρια 2 και
  2. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη θέση του έρχεται σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις του. Παραδέχθηκε επίσης ότι η Σ.Ε.Κ. είναι σοβαρή συντεχνία και ότι λαμβάνει τις αποφάσεις της μέσω ορθών διαδικασιών, ότι οι τιμές του 2009 είχαν μείνει κατά κύριο λόγο οι ίδιες με αυτές του 2008, παρά τον αρχικό ισχυρισμό του περί του αντιθέτου, καθώς επίσης ότι ο ίδιος είχε τερματίσει τη συμφωνία τον Μάρτιο
  3. Αυτές οι παραδοχές είναι εναντίον των συμφερόντων του και είναι καθοριστικές για την έκβαση της υπόθεσης. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Εναγόμενος είχε ενοικιάσει τον Μάιο 2008, δυνάμει του συμβολαίου Τεκμήριο 1, το καφεστιατόριο που βρίσκεται στα εξοχικά διαμερίσματα της Σ.Ε.Κ. στον Πρωταρά για να το διαχειριστεί για τρία
(3)χρόνια έναντι ενοικίου. Η συμφωνία εξελίχθηκε σχετικά ομαλά μέχρι τον Ιούνιο του 2009 που ο Εναγόμενος σταμάτησε να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο ύψους €1.230-. Είχε καταβάλει για την περίοδο 13/06/2009 μέχρι 19/09/2009 το ποσό των €1.230-, δηλαδή ενοίκιο ενός μηνός αντί του ποσού των €3.690-, ενώ για το ρεύμα δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, παρά το ότι ο ίδιος είχε συμφωνήσει με το καταμετρηθέν και καταναλωθέν ρεύμα. Λόγω του ότι είχε μειωθεί η δουλειά, τον Μάρτιο 2010, είχε αποφασίσει να τερματίσει τη σύμβαση με την πρόφαση ότι είχαν μειωθεί οι τιμές του τιμοκαταλόγου από τους Ενάγοντες, οι οποίες όμως στην πραγματικότητα είχαν παραμείνει οι ίδιες με τον προηγούμενο χρόνο, αλλά και γιατί διαφωνούσε με τον κ. Επιστηθίου, που ήταν ο επιτηρητής της συμφωνίας και υπεύθυνος για την πιστή εφαρμογή της. Επέλεξε ν' αφήσει απλήρωτα τα ενοίκια, για τους επόμενους δυο μήνες, τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο 2009, και να τερματίσει την συμφωνία έξι
(6)μήνες μετά, τον Μάρτιο 2010, Τεκμήριο 5, μόλις θ' άρχιζε το τρίτο έτος ενοικίασης. Οι Ενάγοντες είχαν αποδεχθεί τον τερματισμό, αξίωσαν όμως τα δεδουλευμένα ενοίκια και το σπαταληθέν ρεύμα για τη διάρκεια που ο Εναγόμενος βρισκόταν και χρησιμοποιούσε το υποστατικό ως ενοικιαστής-διαχειριστής. Δεν αξίωσαν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για τον τερματισμό της σύμβασης πριν την λήξη της ή για οποιεσδήποτε ζημιές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Εναγόμενος είχε εγείρει προδικαστική ένσταση σε σχέση με το γεγονός ότι ο Ενάγοντας είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση την προώθησε στη γραπτή του αγόρευση εισηγούμενος ότι η αγωγή θα πρέπει ν' απορριφθεί γιατί έχει εγερθεί από ανύπαρκτο διάδικο. Η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση θα πρέπει ν' αποφασιστεί με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα το σκεπτικό της απόφασης Lioufis and Co Ltd v. Μιχάλη Ανδρονίκου ν. Πανίκου Παναγίδη
(1996)1Α Α.Α.Δ. 773, όπου στη σελίδα 780 κατεγράφησαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank ν. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου.» Ο δικαστικός λόγος της Lioufis (ανωτέρω) υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.Α.Δ. 990, όπου στη σελ. 995 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 574, 575 "αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο, δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη". Η πιο πάνω αρχή έχει διατυπωθεί στην Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte de Mulhouse
(1925)A.C. 112 (HL) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: ".. I do not think that it is open to the defendants to raise this question by way of defence to the action. If the defendants desired to dispute the authority of Mr Jones to commence these proceedings in the name of the plaintiff company, their proper course was to move at an early stage of the action to have the name of the company struck out as plaintiff and so to bring the proceedings to an end."» Καθοδηγούμενη από τη νομολογία καταλήγω ότι το θέμα της αμφισβήτησης της ύπαρξης του Ενάγοντος χωρεί μόνο προδικαστικά, με τον προβλεπόμενο από τη Δ.27 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών τρόπο, καθώς και ότι το ορθό δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή της αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου, παρέχεται από τη Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Στην παρούσα υπόθεση, ουδόλως υποβλήθηκε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση. Οπόταν, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ισχυρισμού του συνηγόρου του Εναγόμενου για ανυπαρξία των Εναγόντων κατά το στάδιο της αγωγής. Για σκοπούς πληρότητας, όμως, θα εξεταστεί η συγκεκριμένη εισήγηση σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη ανατραπεί κατ' έφεση. Δεν μπορούν να παραγνωριστούν οι παραδοχές του Εναγόμενου ότι ο ίδιος είχε συμβληθεί με την Σ.Ε.Κ. για την ενοικίαση του συγκεκριμένου καφεστιατορίου, η οποία Σ.Ε.Κ., σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, ήταν σοβαρή συντεχνία που τηρούσε όλους τους κανόνες κατά τη λήψη αποφάσεων. Επίσης, ότι ο ίδιος είχε αποφασίσει να τερματίσει τη συμφωνία και προς τούτο είχε επιδώσει σχετικό γράμμα στην Σ.Ε.Κ.. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω παραδοχές εξυπακούουν ότι ο Εναγόμενος έχει παραδεχθεί την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας με την οντότητα της Σ.Ε.Κ.. Εν πάση περιπτώσει, και ο ίδιος ο Εναγόμενος βασίζει τις δικές του αξιώσεις στη συγκεκριμένη συμφωνία. Θεωρώ, λοιπόν, ότι οποιαδήποτε και να ήταν η σημασία ή βαρύτητα η οποία θα μπορούσε να είχε δοθεί στην άρνηση της οντότητας των Εναγόντων, αυτή έχει υπερφαλαγγισθεί από τις παραδοχές του Εναγόμενου και από τα όσα αυτές εξυπακούουν. Καταλήγω, λοιπόν, ότι οι πιο πάνω παραδοχές του Εναγόμενου και όσα εξυπακούονται από αυτές είναι αντιφατικές της θέσης του περί νομικής ανυπαρξίας των Εναγόντων. Είναι τόσο ισχυρές που πρέπει να επικρατήσουν έναντι της θέσης του περί νομικής τους ανυπαρξίας. Όχι μόνο δημιουργούν μαχητό τεκμήριο ότι οι Ενάγοντες λειτουργούσαν ως νομική οντότητα, αλλά συνιστούν και σαφή αναγνώριση της νομικής τους οντότητας από τον Εναγόμενο. Οπόταν και γι' αυτό το λόγο η προδικαστική ένσταση που αφορά την οντότητα των Εναγόντων κρίνεται ανεδαφική και απορρίπτεται. Σημειώνεται ότι καμιά από τις δυο πλευρές δεν επικαλείται τον τερματισμό της συμφωνίας για να υποστηρίξει την αξίωσή της για αποζημιώσεις. Ερχόμενη στα επίδικα θέματα είναι από κοινού αποδεκτό ότι η σχέση μεταξύ των μερών διέπετο από τη σύμβαση ενοικίασης, Τεκμήριο 1, τις πρόνοιες της οποίας επικαλέστηκαν αμφότερες οι πλευρές για ν' αποδείξουν τις αξιώσεις τους. Ο δε Εναγόμενος αντεξεταζόμενος υποστήριξε εμφαντικά ότι συμφωνεί με τους όρους της σύμβασης. Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι θέμα νομικό και γίνεται από το Δικαστήριο, το οποίο περιορίζεται στους όρους της συμφωνίας, μέσα από την οποία αναζητεί την πρόθεση των μερών. Το ερμηνευτικό έργο του δεν επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο, βλ. Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436 και TRANSNATCO LTD v. SUPERCLIMA ENGINEERING LTD
(2010)1Α Α.Α.Δ. 643. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance,
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1739: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. S.A.A.B. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Ανδρέα Θεοχάρους v. Σάββα Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Στέλιος Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551, Χρίστος Μ. Αλεξάνδρου v. Κυριακής Κ. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α.Α.Δ. 576, Θάλειας Θεολόγου κ.α. v. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ.638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις)». Καθοδηγητική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Γιωργούλλα Καραολή κ.α. v. Λαουρή
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία μιας σύμβασης είναι νομικό θέμα και οδηγός για την ερμηνεία της είναι, μεταξύ άλλων, οι σκοποί της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από την ίδια τη συμφωνία στο σύνολό της. Όπως αναφέρθηκε στη Θεολόγου κ.α. v. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- "Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.) Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS
(1998)1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνεία παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν για τα συμφωνηθέντα"». (Βλ. επίσης Chitty on Contracts, 25η έκδ., παρ.765, 766.) Στην παρούσα υπόθεση, τα τυχόν δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών διαπιστώνονται από το κείμενο του Τεκμηρίου 1, το οποίο προβλέπει ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €1230-, σύμφωνα με την παράγραφο 1 της Σύμβασης, για την περίοδο 13 Ιουνίου μέχρι 19 Σεπτεμβρίου,
  1. Ο ίδιος ο Εναγόμενος κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι μπορεί και να οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των ενοικίων. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι δεν χρησιμοποιούσε το υποστατικό, αντίθετα ήταν η θέση του ότι το χρησιμοποιούσε και παραπονείτο ότι η δουλειά είχε μειωθεί. Λαμβάνοντας υπόψη την παραδοχή του Εναγόμενου ότι οφείλει τα ενοίκια, ενισχυόμενη και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, θεωρώ ότι η απαίτηση των Εναγόντων που αφορά το υπόλοιπο των ενοικίων έχει αποδειχθεί. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό για την κατανάλωση ρεύματος, το οποίο ο Εναγόμενος αρχικά αρνήθηκε, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι κατά την αντεξέταση του είχε παραδεχθεί ότι είχε υπογράψει το Τεκμήριο 2, την καταμέτρηση του ρεύματος, ότι είχε πληρώσει ένα ποσό, αλλά δεν θυμόταν τί είχε παραμείνει απλήρωτο. Όσον αφορά την πρώτη περίοδο, για την οποία ο Εναγόμενος αναγνώρισε την υπογραφή του και το χρέος του, δεν μπορώ παρά ν' αποδεχθώ τον ισχυρισμό ότι οφείλεται το ποσό των €2.366,97-. Όμως, δεν έχει αποδειχθεί η οποιαδήποτε καταμέτρηση για την περίοδο 26/09/2009 μέχρι 31/10/2009 γιατί δεν έχουν προσκομιστεί οποιαδήποτε στοιχεία πέραν από την κατάσταση λογαριασμού. Έντυπο καταμέτρησης όπως το Τεκμήριο 2 δεν είχε κατατεθεί. Ελλείψει στοιχείων σε σχέση με την περίοδο 26/09/2009 μέχρι 31/10/2009 μπορεί ν' αποδοθεί μόνο το ποσό που αφορούσε την καταμέτρηση για την περίοδο 13/06/2009 μέχρι 19/09/
  2. Η άλλη όψη της υπόθεσης αφορά τις αποζημιώσεις που έχουν αξιωθεί από τον Εναγόμενο υπό τη μορφή της Ανταπαίτησης. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη της συμφωνίας καθορίζονται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Το δικαίωμα ανάκτησης αποζημιώσεων για τη ζημιά που υπέστη ο συμβαλλόμενος ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο προνοείται στο άρθρο
  2. Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία ολοκληρωνόταν (βλ. μεταξύ άλλων Saab v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Ζακχαίου κ.ά. ν. Καλογήρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 174). Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι με δική του παραδοχή ο Ενάγοντας ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος είχε αποφασίσει να τερματίσει τη συμφωνία γιατί είχαν μειωθεί οι τιμές των αγαθών που πωλούνταν. Η συγκεκριμένη θέση όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα στα κατατεθέντα Τεκμήρια 6Α και 6Β, αλλά στο τέλος ανακλήθηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο, ο οποίος είχε παραδεχθεί ότι οι τιμές είχαν παραμείνει οι ίδιες το 2009 με το 2008. Των πιο πάνω λεχθέντων, εξετάζοντας την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, ο οποίος αξιώνει την καταβολή αποζημιώσεων συνολικού ύψους €57.500-, θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να καταγραφεί ότι δεν υπήρξε επιτυχής τεκμηρίωσή της, μάλλον θα έλεγα ότι η όλη δικανική συμπεριφορά του Εναγόμενου, κατέδειξε σημεία εγκατάλειψής της. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τις θέσεις του Εναγόμενου, όσον αφορά τις κατ' ισχυρισμόν ζημιές του, και διαπίστωσα ότι δεν παρέθεσε ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τα ποσά που επικαλείται. Ούτε καν έναν ισολογισμό από τον λογιστή του σε σχέση με τα κέρδη του προηγούμενου χρόνου έτσι ώστε να υπάρχει σημείο αναφοράς. Όπως έχει τονισθεί κατ' επανάληψη στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βλ. μεταξύ άλλων Κυριακίδης ν. Φραγκούδη & Στεφάνου Λτδ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 247, Παναγή ν. Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839, Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, οι ειδικές ζημιές, όπως είναι η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, όχι μόνο πρέπει να προβάλλονται στα δικόγραφα, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση η μαρτυρία του Εναγόμενου επί του θέματος πάσχει, όπως έχει παρατηρηθεί, από έκδηλη αοριστία και, επομένως, απέτυχε ν' αποσείσει το βάρος απόδειξης για τα αξιούμενα ποσά. Οι αδυναμίες της μαρτυρίας της πλευράς του Εναγόμενου αναπόδραστα εκθεμελιώνουν την Ανταπαίτηση. Δεν είναι αρκετό για τον Εναγόμενο να διεκδικεί συγκεκριμένα ποσά και ν' αναμένει την επιδίκασή τους. Βαρύνεται, κατά πρώτον, ν' αποδείξει τις συνθήκες που δημιούργησαν τις αξιώσεις του, βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ 1171, Πιτάλλης κ.α. ν. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ 814, στη σελίδα 827. Εδώ, ο Εναγόμενος απέτυχε ν' αποδείξει ότι η εκδοχή του περί τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις αξιώσεις του είναι περισσότερο πιθανή παρά το αντίθετο (is more probable than not), βλ. Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, στη σελίδα 1868. Συνεπώς, ενόψει της αποτυχίας του Εναγόμενου στην παρούσα περίπτωση ν' αποδείξει την ισχυριζόμενη ή οποιαδήποτε απώλεια εμπορικού ή και διαφυγόντος κέρδους, η συγκεκριμένη ζημιά του Εναγόμενου που αξιώνεται υπό τύπο αποζημιώσεων δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Όσον αφορά την αξίωση των Εναγόντων, στην υπό κρίση αγωγή, υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου και όλων όσων κατεγράφησαν ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το συνολικό ποσό των €4.826,97- με νόμιμο τόκο από 31/01/2011, με έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο εναντίον του Εναγόμενου. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του ότι η Αγωγή και Ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας κρίνεται λογικό και δίκαιο να υπολογιστεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.