← Κύπρος

USB BANK PLC ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Αριθμός αγωγής: 554/2010, 26/6/2015

USB BANK PLC ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Αριθμός αγωγής: 554/2010, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 554/2010 Μεταξύ: USB BANK PLC Ενάγοντες και

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
  2. ΠΑΤΕΡ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Παπαχριστοφόρου
  3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Παπαχριστοφόρου
  4. ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  5. ΠΑΤΕΡ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγόμενοι 26 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Κώστα δια Γιώργος Α. Βασιλείου Για Εναγόμενη 1: κα Χαραλάμπους με κα Ευσταθίου δια Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Για Εναγόμενη 4: κ. Αλ. Κουκούνης και κα Πάσιη δια Ανδρέας Κουκούνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης 1 ποσό €772,78 πλέον 12,25% επιτόκιο από 1.2.2010 με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Αξιώνουν επίσης εναντίον των Εναγομένων 1 και 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ποσό €29.855,82 πλέον τόκο προς 8% από 27.2.2010 με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Σημειώνω παρενθετικά ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε ποτέ στους Εναγόμενους 2, 3 και
  6. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, κατά ή περί τις 12.2.1998 συμφώνησαν γραπτώς με την Εναγόμενη 1 για το άνοιγμα και λειτουργία τρεχούμενου λογαριασμού. Ισχυρίζονται ότι η σχετική συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι δικαιούνταν να χρεώνουν τόκο «προς 8% επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων [του τρεχούμενου λογαριασμού] ή το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου επιτρεπόμενου από του νόμου» καθώς και ότι θα δικαιούνταν, κατά την απόλυτη κρίση τους, «να μεταβάλλουν καθημερινώς και/ή οποτεδήποτε το Βασικό Επιτόκιο» δίνοντας «σχετική ειδοποίηση προς τον χρεώστη με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με οποιοδήποτε άλλο προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 13.11.2006 παραχώρησαν δάνειο προς την Εναγόμενη 1 για ποσό Λ.Κ.7.
  7. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς το εκάστοτε βασικό επιτόκιο των Εναγόντων προσαυξημένο κατά 3% ενώ οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα μεταβολής του βασικού επιτοκίου, με ειδοποίηση προς τον χρεώστη, κατά την κρίση τους. Κατά τον χρόνο σύναψης του δανείου το συνολικό επιτόκιο του δανείου ήταν 7,5% και αποτελείτο από βασικό επιτόκιο ύψους 4,5% πλέον 3% περιθώριο. Ισχυρίζονται επίσης ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε συμφωνημένης δόσης έναντι του ποσού του δανείου, οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν να χρεώσουν τόκο υπερημερίας ως καθοριζόταν στη συμφωνία. Η Έκθεση Απαίτησης αναφέρει επίσης ότι η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε γραπτώς δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 13.11.2006, τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που προκύπτουν από τη συμφωνία δανείου. Επιπροσθέτως, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 10.12.2009 το επιτόκιο του τρεχούμενου λογαριασμού μεταβλήθηκε σε 12,25% και του δανείου σε 8% με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές κατ' έτος, και ότι οι Εναγόμενες 1 και 4 ειδοποιήθηκαν σχετικά με επιστολή. Είναι επίσης δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι ένεκα παραβάσεων της συμφωνίας παροχής τρεχούμενου λογαριασμού και της συμφωνίας δανείου, τερμάτισαν τόσο αυτές όσο και τη λειτουργία των αντίστοιχων λογαριασμών στις 12.2.
  8. Αξιώνουν δε τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά που αποτελούν, κατ' εκείνους, τα χρεωστικά υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών κατά τον τερματισμό. Η Εναγόμενη 1, στην Υπεράσπιση της αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13.11.2006 «εικονικώς εμφαίνεται ως πρωτοφειλέτιδα» καθώς από το δάνειο θα εξοφλούνταν άλλες υποχρεώσεις της αδερφής της, Ελένης Παπαχριστοδούλου, και του Εναγόμενου 5, τους οποίους οι Ενάγοντες είχαν αρνηθεί προηγουμένως να δανειοδοτήσουν γιατί τους έκριναν ως αναξιόχρεους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι πρόνοιες της συμφωνίας δανείου αναφορικά με τη χρέωση τόκου υπερημερίας και μεταβολής του επιτοκίου είναι καταχρηστικές και αντίκεινται στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο, Ν.93(Ι)/
  9. Περαιτέρω, δεν αποδέχεται τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα υπόλοιπα της συμφωνίας δανείου και συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού υποστηρίζοντας ότι τα εν λόγω ποσά, μεταξύ άλλων, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή περιλαμβάνουν παράνομες χρεώσεις τόκων. Τέλος εγείρει Ανταπαίτηση αξιώνοντας διατάγματα με τα οποία η συμφωνία δανείου και η συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού να αναγνωρίζονται ως παράνομες και ανεφάρμοστες. Η Εναγόμενη 4 στην Υπεράσπιση της υποστηρίζει και αυτή την εικονικότητα της συμφωνίας δανείου διότι ο σκοπός του δανείου ήταν η «δανειοδότηση αναξιόχρεων προσώπων» κάτι που, κατ' εκείνη, καθιστά την εγγύηση που υπέγραψε άκυρη. Ισχυρίζεται επίσης ότι το αξιούμενο χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου είναι πλασματικό και αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων τόκου και άλλων παράνομων χρεώσεων. Ανταπαιτεί δε δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και ότι δεν οφείλει κανένα ποσό καθώς και αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη. Στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 4 υπάρχει ισχυρισμός ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα γιατί ήταν ανήλικη. Η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε κατά την ακρόαση με σχετική δήλωση της συνηγόρου της. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν ο κ. Κωνσταντίνος Κοσιής, υπάλληλος των Εναγόντων (ΜΕ1). Οι Εναγόμενες 1 και 4 δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση του, προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, ο ΜΕ1 περιορίστηκε ουσιαστικά στο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο διάφορα έγγραφα. Στα έγγραφα αυτά περιλαμβάνεται δέσμη τριών εντύπων που τιτλοφορούνται «Ενημέρωση Λογαριασμού Πελάτη», Τεκμήριο
  10. Ο ΜΕ1 είπε ότι το 2ο έντυπο της δέσμης αυτής αποτελεί τη συμφωνία των Εναγόντων με την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 12.2.1998 για το άνοιγμα του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Σημειώνω ότι το έντυπο αυτό αποτελείται από αίτηση υπογραμμένη από την Εναγόμενη 1 με την οποία ζητά το άνοιγμα του λογαριασμού καθώς και ενυπόγραφη δήλωση της ότι αποδέχεται τους αναγραφέντες σε αυτό όρους λειτουργίας του λογαριασμού. Περιλαμβάνει επίσης υπογραφές από λειτουργούς των Εναγόντων που σύμφωνα με τον ΜΕ1 δείχνουν την αποδοχή της αίτησης. Ο ΜΕ1 παρουσίασε επίσης κατάσταση λογαριασμού για τον τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο 17, το οποίο αφορά την περίοδο από 18.1.2006 μέχρι 1.1.
  11. Σε σχέση με το επίδικο δάνειο παρουσίασε, μεταξύ άλλων, τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13.11.2006, που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1, Τεκμήριο 3, και έντυπο που περιέγραψε ως πιστωτική σημείωση η οποία δείχνει την πληρωμή του ποσού του δανείου προς την Εναγόμενη, Τεκμήριο
  12. Παρουσίασε επίσης εγγυητήριο έγγραφο υπογραμμένο από την Εναγόμενη 4, ημερομηνίας 13.11.2006, Τεκμήριο
  13. Επιπρόσθετα, παρουσίασε επιστολές ημερομηνίας 19.11.2009 προς την Εναγόμενη 1 και Εναγόμενη 4 αντίστοιχα, Τεκμήρια 12 και 13, με τις οποίες ενημερώνονταν ότι το χρεωστικό επιτόκιο του τρεχούμενου λογαριασμού αυξάνετο σε 12,25% και του δανείου σε 8%, με την πάροδο 21 ημερών από την ημερομηνία των επιστολών. Τέλος παρουσίασε επιστολή τερματισμού της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού και συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.2.2010, Τεκμήριο
  14. Κατά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης 1 ποσό €1.931,97 πλέον τόκο προς 12,25% από 1.9.2014 και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ποσό €18.325,30 πλέον τόκο προς 7,65% από 8.9.2014 με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Τα πιο πάνω ποσά στα οποία αναφέρθηκε ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του, σαφώς διαφέρουν από τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά, όπως τα έχω παραθέσει στην αρχή της απόφασης μου. Δεν προσφέρθηκε καμία εξήγηση για τη διαφοροποίηση αυτή κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Στις απαντήσεις που έδωσε ο ΜΕ1 σε διάφορα θέματα που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του θα αναφερθώ σε μεταγενέστερα σημεία της απόφασης μου, για λόγους που θα διαφανούν στην πορεία. Στο στάδιο αυτό θα περιοριστώ να αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 διαφάνηκε ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ή να υποστηρίξει τις αξιώσεις των Εναγόντων. Όπως θα εξηγήσω πιο αναλυτικά κατωτέρω, δεν γνώριζε βασικά ζητήματα που είχαν σχέση με τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού του δανείου ούτε και να εξηγήσει επαρκώς τα ποσά τα οποία διεκδικούν οι Ενάγοντες. Έχω ήδη σημειώσει ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία. Σε περιπτώσεις δε όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη μαρτυρία και την αξιοπιστία της, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο τα γεγονότα για τα οποία υπάρχει μαρτυρία είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό[1]. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1 με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία[2] και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Παρακολούθησα με προσοχή τον ΜΕ1 να καταθέτει και εξέτασα τα περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Πρέπει να πω ότι, με εξαίρεση την παρουσίαση των εγγράφων που προσκόμισε στο Δικαστήριο, δεν ήταν καθόλου βοηθητικός ούτε στην επεξήγηση τους, ούτε και στην ενημέρωση του Δικαστηρίου σε σχέση με βασικά ζητήματα που αφορούσαν την αξίωση των Εναγόντων. Στις περισσότερες περιπτώσεις που κλήθηκε κατά την αντεξέταση του να εξηγήσει θέματα που αφορούσαν τις καταστάσεις λογαριασμού και τα ισχυριζόμενα χρεωστικά υπόλοιπα, δεν κατάφερε να το πράξει, ενώ υπήρχαν σημαντικές αντιφάσεις μεταξύ αναφορών στην γραπτή του δήλωση, που αποτέλεσε και μέρος της κυρίως εξέτασης του, και της μαρτυρίας του κατά την αντεξέταση. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω τα ακόλουθα δύο παραδείγματα. Θα ακολουθήσουν περισσότερες αναφορές σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του μεταγενέστερα. (α) Στη 2η σελίδα της γραπτής του δήλωσης παραθέτει τρεις συγκεκριμένους όρους που υποστήριξε ότι ήταν μέρος της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού. Οι όροι αυτοί αφορούσαν το επιτόκιο, τη δυνατότητα μεταβολής του και το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Σημειώνω ότι ισχυρισμοί ότι οι όροι αυτοί προβλέπονταν από τη συμφωνία υπάρχουν και στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 και αφού η συνήγορος της Εναγόμενης 1 τον παρέπεμψε στο κείμενο του Τεκμηρίου 2, παραδέχτηκε ότι κανένας από τους τρεις αυτούς όρους δεν συμπεριλαμβανόταν στο κείμενο της. (β) Σε σχέση με τη συμφωνία δανείου, οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή ποσό €29.855,82 πλέον τόκο προς 8% από 27.2.
  15. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι η αντίστοιχη αξίωση είναι για ποσό €18.325,30 πλέον τόκο προς 7,65% από 8.9.2014 χωρίς να προσφέρει καμία εξήγηση κατά την κυρίως εξέταση του για τις διαφορές αυτές. Μόνο όταν αντεξετάστηκε σχετικά είπε ότι η ισχυριζόμενη οφειλή στην Έκθεση Απαίτησης είναι λανθασμένη και ότι έγινε από τους Ενάγοντες μείωση του επιτοκίου «σαν ένδειξη καλής θέλησης». Δεν θεώρησε όμως, ούτε ο ίδιος ούτε και η συνήγορος του ότι έπρεπε να εξηγήσουν γιατί υπάρχει η λανθασμένη αναφορά στο οφειλόμενο υπόλοιπο σε δύο σημεία της Έκθεσης Απαίτηση ή από πότε ισχύει η μείωση στο επιτόκιο. Δεν θεωρώ ότι ο ΜΕ1 είχε πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να αποκρύψει ή να παραποιήσει την αλήθεια. Ήταν όμως εμφανές από τη μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο επί ουσιωδών ζητημάτων σε σχέση με τις αξιώσεις των Εναγόντων. Από τα έγγραφα που παρουσίασε, αναφέρω ότι έχω ικανοποιηθεί αναφορικά με την υπογραφή από τα διάφορα μέρη των συμφωνιών τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 2, της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 3 και της συμφωνίας εγγύησης, Τεκμήριο
  16. Άλλωστε το γεγονός της υπογραφής δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές, Τεκμήριο 12, 13 και 16 καθώς και ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 17 και 18, έχουν ετοιμαστεί από αυτούς. Όμως, ο ρόλος των μαρτύρων που παρουσιάζει η πλευρά ενός ενάγοντα κατά την ακρόαση - ειδικά σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αυτού του είδους αμφισβήτηση των αξιώσεων - δεν είναι απλώς να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όγκο έγγραφου υλικού. Πρέπει να είναι σε θέση οι μάρτυρες να εξηγήσουν θετικά τι είναι το κάθε έγγραφο που παρουσιάζουν, τι αφορά το περιεχόμενο του, πώς αυτό υποστηρίζει και αποδεικνύει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και πώς σχετίζεται με τις αξιώσεις που εγείρονται. Ο ΜΕ1, για τους λόγους που έχω εξηγήσει και όπως θα εξηγήσω και στη συνέχεια, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Οι Εναγόμενες 1 και 4, παρά το ότι δεν προσκόμισαν μαρτυρία, αμφισβήτησαν τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες και την ορθότητα των στοιχείων που παρουσίασε ο ΜΕ
  17. Παραμένει επομένως να αποφασιστεί κατά πόσο η προσκομισθείσα μαρτυρία αφ' εαυτής αλλά και υπό το φως της αμφισβήτησης της από τις Εναγόμενες, αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις των Εναγόντων. Πριν προχωρήσω, αναφέρω παρενθετικά ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 17 και 18 που παρουσίασε ο ΜΕ1 δεν κατατέθηκαν ως «τραπεζικά βιβλία» στη βάση του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Δεν ζητήθηκε κατά την παρουσίαση τους να κατατεθούν ως τέτοια ενώ ούτε δόθηκε μαρτυρία η οποία να ικανοποιεί σωρευτικά προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 για να μπορέσω να τα θεωρήσω ως τέτοια. Ειδικότερα, δεν δόθηκε μαρτυρία ότι οι καταχωρήσεις στις καταστάσεις λογαριασμού αποτελούσαν καταχωρήσεις σε ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων, δεν δόθηκε μαρτυρία ότι οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη ενάσκηση των εργασιών τους, δεν δόθηκε μαρτυρία ότι τα βιβλία βρίσκονται υπό τον έλεγχο και φύλαξη των Εναγόντων και δεν δόθηκε μαρτυρία ότι τα αντίγραφα που προσκομίστηκαν έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθά. Ξεκινώ με την αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 1 που αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, διεκδικούν το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού το οποίο ανέρχεται σε €772,78 πλέον τόκο προς 12,25% από 1.2.
  18. Καταθέτοντας, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό ανέρχεται τώρα σε €1.931,97 πλέον τόκο προς 12,25% από 1.9.
  19. Προς απόδειξη του υπολοίπου αυτού, ο ΜΕ1 παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  20. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, η συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού έγινε στις 12.2.1998, οπόταν και ο τρεχούμενος λογαριασμός ανοίχθηκε και λειτουργούσε έκτοτε. Παρά το ότι η λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού ξεκίνησε από τις 12.2.1998, η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 17, που παρουσίασε ο ΜΕ1 αρχίζει από τις 18.1.2006 και συγκεκριμένα αφορά την περίοδο από 18.1.2006 μέχρι 1.1.
  21. Η παράλειψη των Εναγόντων να προσκομίσουν κατάσταση λογαριασμού που να καλύπτει την περίοδο από την έναρξη της λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού καθιστά αδύνατο τον έλεγχο της ορθότητας του υπολοίπου που ισχυρίζονται. Σημειώνω ότι η παράλειψη αυτή και συνακόλουθη αδυναμία που δημιουργούσε για έλεγχο της ορθότητας του ισχυριζόμενου υπόλοιπου τέθηκε επιτακτικά στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 17, αφορά την περίοδο που ξεκινά από 18.1.2006 και κατά την ημερομηνία εκείνη ο λογαριασμός παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.38,15 χωρίς να υπάρχει καμία μαρτυρία για το πώς αυτό προέκυψε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 είπε ότι δεν προσκομίστηκε κατάσταση λογαριασμού από την έναρξη της λειτουργίας του λόγω των πολλών χρόνων για τα οποία λειτουργούσε ο λογαριασμός. Η θέση αυτή κρίνεται ως μη ικανοποιητική και δεν μπορεί να καλύψει το κενό που υπάρχει στην κίνηση του τρεχούμενου λογαριασμού από 12.2.1998 μέχρι 17.1.
  22. Η ύπαρξη του κενού αυτού δεν επέτρεψε στους Ενάγοντες να αποδείξουν το οφειλόμενο υπόλοιπο που ισχυρίζονται και το οποίο οι Εναγόμενες 1 και 4 αμφισβητούν[3]. Επιπρόσθετα, στο Τεκμήριο 17 παρουσιάζονται χρεώσεις διαφόρων ποσών που δεν προνοούνται από τη συμφωνία, Τεκμήριο
  23. Αναφέρομαι, ενδεικτικά μόνο, στις χρεώσεις ποσών με την περιγραφή «Guarant Letter Fee». Την περίοδο από 18.1.2006 μέχρι 31.12.2007 έγιναν συνολικά 56 χρεώσεις εκ ποσού Λ.Κ.3 έκαστη με αυτή την περιγραφή. Την περίοδο από 1.1.2008 μέχρι 1.1.2015 έγιναν συνολικά 104 χρεώσεις εκ ποσού €5,10 έκαστη με την ίδια περιγραφή. Τα ποσά αυτά προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού, τοκίζονταν και περιλαμβάνονται στο ποσό για το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν απόφαση εναντίον της Εναγόμενης
  24. Δεν έχει όμως προσκομιστεί καμία απολύτως μαρτυρία, ούτε έχει επεξηγηθεί με ποιο έρεισμα στη μεταξύ των μερών συμφωνία γινόταν η χρέωση των συγκεκριμένων ποσών, τι αυτά αφορούσαν και γιατί τα δικαιούνται οι Ενάγοντες. Από την πλευρά μου, δεν έχω εντοπίσει στη μεταξύ των μερών συμφωνία, Τεκμήριο 2, ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να δεικνύει ή να εισηγείται πως προκύπτει η συγκεκριμένη χρέωση και γιατί οι Ενάγοντες δικαιούνται στο συγκεκριμένο ποσό. Σημειώνω ότι πέραν από αυτή τη χρέωση υπάρχουν στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 17, και άλλες χρεώσεις οι οποίες δεν έχουν επεξηγηθεί και για τις οποίες δεν έχω εντοπίσει έρεισμα στη συμφωνία, Τεκμήριο 2, όπως παραδείγματος χάριν χρέωση €100 στις 10.2.2010 με την περιγραφή «legal action fees». Περαιτέρω, αναφέρω και τα εξής σε σχέση με το ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 ο τρεχούμενος λογαριασμός ανοίχθηκε στη βάση έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 12.2.1998 και παρουσίασε σχετικά το Τεκμήριο
  25. Εκ του Τεκμηρίου 2 σχετικό είναι το δεύτερο έντυπο που τιτλοφορείται «Ενημέρωση Λογαριασμού Πελάτη» και περιλαμβάνει στο πίσω μέρος γραπτή συγκατάθεση από την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 12.2.1998 σε σχέση με τους όρους υπό τους οποίους θα ανοίγετο και θα λειτουργούσε ο λογαριασμός. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων και όπως ο ΜΕ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού χρεωνόταν με επιτόκιο προς 8% μέχρι την 1.2.2010 οπόταν και το επιτόκιο αυξήθηκε σε 12,25%. Αναφορικά με τη χρέωση επιτοκίου σχετική είναι η παράγραφος 2 των όρων λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 2 που προνοεί verbatim ότι: «Κάθε χρεωστικό υπόλοιπο θα χρεώνεται με τόκο προς ...% το χρόνο. Η Τράπεζα μπορεί οποτεδήποτε με ή χωρίς προειδοποίηση να αυξάνει το επιτόκιο μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την τραπεζική πρακτική». Στην πιο πάνω πρόνοια δεν καθορίζει χρεωστικό επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού διότι το σχετικό σημείο είναι κενό. Συνεπώς, η χρέωση τόκου προς 8% επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου ήταν αυθαίρετη και δεν είχε έρεισμα στη συμφωνία. Ο ίδιος ο ΜΕ1, όταν του τέθηκε η πιο πάνω πρόνοια συμφώνησε ότι δεν προβλέπει χρέωση τόκου 8%. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχω ενώπιον μου σαφή μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τον δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγόντων ότι την 1.2.2010 ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €772,
  26. Το κενό στην μαρτυρία σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού για την περίοδο από 12.2.1998 μέχρι 18.1.2006 που δεν καλύπτεται από το Τεκμήριο 17, η χρέωση τόκου προς 8% μέχρι τις 12.2.2010 χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα χρέωσης του επιτοκίου αυτού στη συμφωνία και η έκταση των χρεώσεων που περιλαμβάνει η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 17, οι οποίες δεν έχουν επεξηγηθεί και δεν προνοούνται από τη συμφωνία, δεν μου επιτρέπουν να διαπιστώσω εάν υπάρχει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο και, αν ναι, ποιο είναι το ύψος το. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η συγκεκριμένη αξίωση των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Προχωρώ στην αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 σε σχέση με τη συμφωνία δανείου. Παρά το ότι δεν έχει γίνει ρητός περιορισμός της αξίωσης θεωρώ ότι η αξίωση έχει ουσιαστικά περιοριστεί με τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε ποσό €18.325,30 πλέον τόκο προς 7,65% από 8.9.2014 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 αι 31/12 εκάστου έτους. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 η αξίωση αυτή προκύπτει από συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13.11.2006 που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 3). Η δε υποχρέωση της Εναγόμενης 4 απορρέει από συμφωνία εγγύησης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 7) με την οποία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
  27. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 3) αυτή διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο και αφορά τη χορήγηση προς την Εναγόμενη 1 καταναλωτικού δανείου ύψους Λ.Κ.7.
  28. Σύμφωνα με την παράγραφο 4(Α)(α) το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς «το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας (το «Βασικό Επιτόκιο») προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες (το «Περιθώριο»)». Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας δανείου το βασικό επιτόκιο ήταν 4,50% και συνεπώς το συνολικό επιτόκιο ήταν 7,50%. Ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι το ποσό του δανείου παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 και παρουσίασε σχετικά το Τεκμήριο 4 το οποίο χαρακτήρισε ως πιστωτική σημείωση από το οποίο φαίνεται η χορήγηση του δανείου. Είπε επίσης ότι στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 17, φαίνεται η πίστωση του ποσού του δανείου στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης
  29. Σημειώνω ότι στις Υπερασπίσεις τους οι Εναγόμενες 1 και 4 δεν αμφισβητούν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, ούτε και το ότι λήφθηκε το ποσό του δανείου από τους Ενάγοντες. Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν αφορούν το πώς διατέθηκε το ποσό του δάνειου και όχι εάν το χορήγησαν οι Ενάγοντες. Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί επαρκώς η χορήγηση του δανείου από τους Ενάγοντες προς την Εναγόμενη
  30. Προς απόδειξη του ποσού που αξιώνουν οι Ενάγοντες, ο ΜΕ1 κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  31. Η πλευρά των Εναγομένων αμφισβήτησε ότι το Τεκμήριο 18 συνιστά κατάσταση λογαριασμού διότι δεν έχει τη συνήθη μορφή κατάστασης λογαριασμού. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος ή καθορισμένος τύπος κατάστασης λογαριασμού. Ως θέμα συνήθους πρακτικής, ο όρος «κατάσταση λογαριασμού» περιγράφει ένα έγγραφο στο οποίο αποτυπώνονται συναλλαγές μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Το έγγραφο αυτό μπορεί να ετοιμαστεί από ή εκ μέρους του χρεώστη ή πιστωτή και σε αυτό αποτυπώνονται διάφορες χρεοπιστώσεις σε σχέση με την κάθε συναλλαγή, καταγράφεται μια επεξήγηση ή περιγραφή για την κάθε μια, η ημερομηνία αναφοράς της (value date) και το υπόλοιπο όπως αυτό διαμορφώνεται μετά από κάθε συναλλαγή ή καταχώρηση. Θεωρώ ότι το Τεκμήριο 18 περιλαμβάνει τα βασικά αυτά στοιχεία και, συνεπώς, ότι πρόκειται για κατάσταση λογαριασμού. Οι συνήγοροι των Εναγόμενων 1 και 4 αμφισβήτησαν ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 18 είναι ορθή. Ειδικότερα αμφισβήτησαν τόσο την ορθότητα των χρεώσεων που παρουσιάζει όσο και τα χρεωστικά υπόλοιπα που καταγράφονται σε αυτό. Σημειώνω ότι κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΕ1 δεν επεξήγησε καθόλου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  32. Περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι πρόκειται για κατάσταση λογαριασμού χωρίς όμως να εξηγήσει τις διάφορες χρεώσεις που παρουσιάζονται σε αυτό και τι αφορούσαν, ούτε και τις διάφορες πιστώσεις που παρουσιάζει και πως πιστώνονται τα ποσά αυτά έναντι του εκάστοτε υπολοίπου. Στις δε ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, οι απαντήσεις που έδωσε δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ικανοποιητικές. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Του ζητήθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης 1 να εξηγήσει τι αφορούσε η χρέωση ποσού €501,20 που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 18 με ημερομηνία αναφοράς (value date) τις 30.6.
  33. Απάντησε αρχικά ότι πρόκειται για τόκο που έχει κεφαλαιοποιηθεί. Του ζητήθηκε τότε να εξηγήσει με τι ποσοστό επιτοκίου έγινε ο πολλαπλασιασμός του χρεωστικού υπολοίπου ώστε να προκύψει το ποσό των €501,
  34. Δεν ήταν σε θέση ούτε να καθορίσει ποιο ποσοστό επιτοκίου εφαρμόστηκε ούτε και πως έγινε η μαθηματική πράξη ώστε να προκύπτει το ποσό των €501,
  35. Του δόθηκε η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει υπολογιστική μηχανή αλλά και πάλιν δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τη συγκεκριμένη χρέωση. Αναφέρθηκε σε χρέωση τόκου επί του τότε χρεωστικού υπολοίπου με επιτόκιο «περίπου 8% και κάτι», όμως δεν κατάφερε να καταλήξει στο ποσό των €502,20 μέσω της μαθηματικής αυτής πράξης. Κατέληξε ότι μπορεί το ποσό αυτό να αφορά χρέωση τόκου επί υπερημερίας αλλά είπε ότι δε γνώριζε ποιο ήταν το ποσό της υπερημερίας κατά την ημερομηνία εκείνη, ούτε και το ποσοστό του επιτοκίου που χρεώθηκε επί της όποιας υπερημερίας ώστε να μπορεί να εξηγήσει τον υπολογισμό. (β) Του ζητήθηκε να εξηγήσει την χρέωση €1,42 που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού στις 31.12.
  36. Δεν γνώριζε ούτε τι αφορούσε, ούτε πως προέκυψε, ούτε γιατί. Περιορίστηκε σε μια αόριστη αναφορά ότι αφορά κεφαλαιοποίηση τόκου υπερημερίας χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει ποιο ήταν το ποσό της υπερημερίας, ποιο το ποσοστό τόκου που χρεώθηκε επί της υπερημερίας αυτής και πως δικαιολογείται η κεφαλαιοποίηση της κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. (γ) Παρά το ότι του ζητήθηκε επίμονα με αναφορά σε συγκεκριμένες καταγραφές στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 18, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, σε κανένα χρονικό σημείο από την περίοδο που κάλυπτε η κατάσταση λογαριασμού, εάν υπήρχαν καθυστερήσεις και ποιες ήταν αυτές, εάν επί των καθυστερήσεων χρεωνόταν οποιοσδήποτε τόκος υπερημερίας και, αν ναι, ποιο ήταν το ποσοστό του τόκου υπερημερίας. (δ) Σε διάφορες περιπτώσεις, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πως έγινε ο υπολογισμός διαφόρων χρεώσεων αδυνατούσε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση ή να εξηγήσει τι ήταν και πως προέκυπταν οι συγκεκριμένες χρεώσεις λέγοντας, χαρακτηριστικά, ότι δεν ήταν ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να μπορεί να κάνει την μαθηματική πράξη. (ε) Παρά το ότι ανέφερε ότι οι Ενάγοντες «σαν ένδειξη καλής θέλησης» μείωσαν το αξιούμενο επιτόκιο σε 7.65% από 8%, δεν διευκρίνισε από πότε η μείωση αυτή εφαρμόστηκε. Έρχομαι στο θέμα του επιτοκίου με το οποίο οι Ενάγοντες χρέωναν το υπόλοιπο του δανείου και το οποίο ήταν αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 4(Α) της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 3, το συμβατικό επιτόκιο ήταν το άθροισμα του εκάστοτε βασικού επιτοκίου των Εναγόντων πλέον περιθώριο 3%. Σημειώνω επίσης ότι η συμφωνία περιελάμβανε πρόνοια (παράγραφος 4(Β)) σύμφωνα με την οποία «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε, κατά την απόλυτη κρίση της, να μεταβάλλει:- Το Βασικό Επιτόκιο, Το Περιθώριο, Το Επιτόκιο Υπερημερίας. και/ή τον τρόπο υπολογισμού τους και/ή το χρόνο καταβολής τους και/ή γενικά να κάνει οποιαδήποτε άλλη συναφή αλλαγή και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Χρεώστη ο οποίος θα λαμβάνει γνώση, είτε από ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν (κατά την κρίση της Τράπεζας) και οποιαδήποτε τέτοια αλλαγή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στη σχετική ανακοίνωση ή ειδοποίηση». Η συμφωνία δανείου περιελάμβανε επίσης πρόνοια (παράγραφος 4(Δ) της συμφωνίας δανείου) για χρέωση τόκου υπερημερίας επί καθυστερημένων δόσεων «ίσο προς το εκάστοτε Σύνολο Επιτοκίου συν το ποσοστό Υπερημερίας το οποίο θα υπολογίζεται επί των καθυστερημένων δόσεων. (Για την ώρα το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 7%, πλέον Λ.Κ.5= για κάθε καθυστερημένη δόση.». Με τις επιστολές Τεκμήρια 12 και 13, οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τις Εναγόμενες 1 και 4 ότι ένεκα παραβάσεων της συμφωνίας δανείου το επιτόκιο θα μεταβληθεί «μετά την πάροδο 21 ημερών από την ημερομηνία της παρούσας επιστολής» σε «βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 1% πλέον περιθώριο 7% (δηλαδή σύνολο επιτοκίου 8%) για το Δάνειο σας.». Το ίδιο αναφέρει και η επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.2.2010 (Τεκμήριο 16). Θεωρώ ότι η συμφωνία δανείου δεν παρείχε στους Ενάγοντες το δικαίωμα να προβούν στην εν λόγω μεταβολή του επιτοκίου. Η συμφωνία δανείου προνοούσε ότι το εκάστοτε υπόλοιπο του δανείου θα χρεωνόταν με σύνθετο κυμαινόμενο επιτόκιο. Το συνολικό αυτό επιτόκιο αποτελείτο από ένα μεταβλητό δείκτη - το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων - πλέον ένα σταθερό δείκτη - περιθώριο 3%. Η παράγραφος 4(Β) της συμφωνία δανείου προνοούσε ότι οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα μεταβολής του βασικού επιτοκίου, του περιθωρίου, τόκου υπερημερίας κτλ. Δεν προέβλεπε και δεν παρείχε το δικαίωμα αντικατάστασης του μεταβλητού δείκτη του επιτοκίου με άλλο. Ειδικότερα, με την μεταβολή που επήλθε στο επιτόκιο του δανείου με τις επιστολές, Τεκμήρια 12 και 13, οι Ενάγοντες ουσιαστικά αντικατέστησαν τον συμφωνημένο μεταβλητό δείκτη του επιτοκίου - το βασικό τους επιτόκιο - με άλλο μεταβλητό δείκτη - το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η συμφωνία δεν τους έδινε το δικαίωμα να ενεργήσουν με αυτό τον τρόπο. Ουσιαστικά, με την μεταβολή αυτή, οι Ενάγοντες διεκδικούν ποσά χωρίς αντίστοιχο έρεισμα στη συμφωνία. Για το λόγο αυτό κρίνω ότι η αξίωση για αυξημένο επιτόκιο σε αυτή τη βάση δεν μπορεί να επιτύχει. Θεωρώ όμως ότι η αξίωση για αυξημένο επιτόκιο δεν μπορεί να επιτύχει για ακόμα ένα λόγο. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ερωτήθηκε επανειλημμένα πως προέκυψε το ποσοστό του 8% και τι αυτό αφορά. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις επιστολές, Τεκμήρια 12 και 13, το 8% ήταν το άθροισμα 1% επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον 7% τόκος υπερημερίας. Ο ΜΕ1 αδυνατούσε να δώσει σαφή εξήγηση και ήταν πρόδηλο ότι δεν γνώριζε τι αφορούσε και πως προέκυπτε το συνολικό επιτόκιο 8%. Αρχικά υποστήριξε ότι αποτελείτο από 1% βασικό επιτόκιο της τράπεζας πλέον 7% περιθώριο. Αργότερα υποστήριξε ότι το 1% ήταν το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ακολούθως υποστήριξε ότι το 1% ήταν το ισχύον Libor. Αργότερα υποστήριξε ότι στο ποσοστό του 7% περιλαμβανόταν χρέωση τόκου υπερημερίας που «είχε ενσωματωθεί» στο περιθώριο και ότι το συνολικό επιτόκιο είχε διαμορφωθεί σε 1% βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον 3% περιθώριο πλέον 3% τόκος υπερημερίας. Είπε επίσης, όταν ερωτήθηκε πως καθορίστηκε το ύψος του τόκου υπερημερίας ότι δεν είναι αρμόδιος να απαντήσει και ότι θα έπρεπε να κληθεί για να δώσει μαρτυρία ο γενικός διευθυντής της τράπεζας. Το γεγονός είναι ότι ο ΜΕ1 τελούσε σε πλήρη σύγχυση αναφορικά με το ποιο ποσό αξίωναν οι Ενάγοντες ως τόκο, τι αυτό αφορούσε και από τι αποτελείτο. Αυτό δεν μπορεί παρά να έχει τις ανάλογες επιπτώσεις για την τύχη της συγκεκριμένης αξίωσης. Επισημαίνω περαιτέρω ότι οι αναφορές του ΜΕ1 για χρέωση τόκου υπερημερίας είναι εκτός δικογράφων. Η Έκθεση Απαίτησης δεν περιλαμβάνει καμία αξίωση για τόκο υπερημερίας ή ισχυρισμό ότι το επαυξημένο επιτόκιο του 8% περιελάμβανε τόκο υπερημερίας. Ο τόκος υπερημερίας (default interest) αποσκοπεί στο να αποζημιώσει το αθώο μέρος μιας σύμβασης σε περίπτωση παράβασης της από τον αντισυμβαλλόμενο για την πραγματική ζημιά την οποία έχει υποστεί ο πρώτος ένεκα της υπερημερίας του δεύτερου[4]. Ως ειδική ζημιά, πρέπει επομένως να δικογραφείται ειδικά και λεπτομερώς και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα[5]. Εάν δε διαφανεί ότι η καταβολή αυξημένου τόκου επί υπερημερίας δεν συνιστά γνήσιο υπολογισμό που να αποσκοπεί στην παροχή εύλογης αποζημίωσης για ζημιά την οποία έχει υποστεί το αθώο μέρος, τότε αυτό καθιστά την χρέωση αυξημένου τόκου επί υπερημερίας, όρο τιμωρητικό ή ποινική ρήτρα και, κατά συνέπεια, ανεφάρμοστο[6]. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 φαίνεται ότι οι Ενάγοντες διεκδικούν και ζητούν να τους αποδώσει το Δικαστήριο τόκο υπερημερίας 3% ή 7% (ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει), χωρίς να είναι σε θέση να αποδείξουν ζημιά που για να θεραπευθεί να απαιτεί την καταβολή αυξημένου τόκου επί υπερημερίας σε αυτά τα ποσοστά. Συγκεφαλαιώνοντας, οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει τη χορήγηση του δανείου ύψους Λ.Κ.7.000 (€11.960,20) στην Εναγόμενη
  37. Από το Τεκμήριο 18 προκύπτει ότι κατά καιρούς έγιναν από την Εναγόμενη 1 οι ακόλουθες πληρωμές έναντι του ποσού του δανείου: 1.3.2007 Λ.Κ. 49 (€83,72) 29.8.2007 Λ.Κ. 17,44 (€29,80) 29.8.2007 Λ.Κ. 83,24 (€142,22) 29.8.2007 Λ.Κ. 249,11 (€425,63) 3.1.2008 €5,20 3.1.2008 €106,80 3.1.2008 €7,96 28.1.2008 €7,96 30.12.2008 €285,81 30.12.2008 €301,52 30.12.2008 €612,67 29.6.2009 €218,88 29.6.2009 €331,12 Εφαρμόζοντας απλά μαθηματικά, το άθροισμα των πιο πάνω ποσών που έχουν πληρωθεί έναντι του δανείου ανέρχεται σε €2.551,
  38. Μετά την αφαίρεση των πιο πάνω πληρωμών από το ποσό που χορηγήθηκε ως δάνειο παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες αναφορικά με το δάνειο ύψους €9.408,
  39. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 18 είναι ορθό. Συγκεκριμένα, δεν έχουν αποδείξει τις διάφορες χρεώσεις που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  40. Από το Τεκμήριο 18 δεν έχει διευκρινιστεί ποιες χρεώσεις τόκου έχουν γίνει και πότε και με ποιο ποσοστό επιτοκίου. Οι χρεώσεις που αφορούν κεφαλαιοποίηση τόκων επίσης δεν έχουν επεξηγηθεί παρά την αμφισβήτηση τους. Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να διασαφηνίσει την κατάσταση. Είναι υποχρέωση και ευθύνη του κάθε ενάγοντα που προσέρχεται στο Δικαστήριο να δικογραφεί με σαφήνεια τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του και ποια ακριβώς θεραπεία ζητά να του αποδώσει το Δικαστήριο και γιατί την ζητά. Πρέπει επίσης να είναι σε θέση με σαφή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία να εξηγήσει τι αφορά η θεραπεία που αξιώνει και ποια βάση αγωγής του δίνει το δικαίωμα να τη διεκδικεί. Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες έχουν χορηγήσει το ποσό του δανείου στην Εναγόμενη 1 και αυτή έχει προβεί σε διάφορες πληρωμές έναντι. Επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, οι Ενάγοντες δικαιούνταν σε χρέωση τόκου, ως προνοεί η μεταξύ τους συμφωνία. Οι χρεώσεις τόκων που φαίνονται στο Τεκμήριο 18 δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Ως γενική αρχή, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει ούτε τις γνώσεις, ούτε τις δυνατότητες αλλά, ειδικότερα, δεν έχει ούτε την ευθύνη να προβεί σε υπολογισμό του εκάστοτε επιτοκίου στο οποίο οι Ενάγοντες δικαιούνται. Τέτοιος υπολογισμός δεν μπορεί να γίνει για ένα ακόμα λόγο. Το συμβατικό επιτόκιο, σύμφωνα με την παράγραφο 4(Α) της συμφωνίας δανείου είναι κυμαινόμενο και αποτελείται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο των Εναγόντων πλέον περιθώριο 3%. Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας δανείου το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ήταν 4,5% και, μετά την πρόσθεση επί αυτού περιθωρίου 3%, το συνολικό συμβατικό επιτόκιο ανήλθε σε 7,5%. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία σε σχέση με οποιεσδήποτε μεταβολές στο ύψος του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων για την περίοδο από τη σύναψη μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Ενόψει αυτού του κενού, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ή να καθορίσω το ύψος του εκάστοτε συμβατικού επιτοκίου, οποιεσδήποτε μεταβολές σε αυτό, αλλά ούτε και το ύψος του συμβατικού επιτοκίου τόσο κατά τη διάρκεια όσο και κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Ελλείψει αυτής της μαρτυρίας δεν είναι δυνατός ο καθορισμός του συμβατικού επιτοκίου κατά τον τερματισμό, και εφόσον το επιτόκιο αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί τότε δεν μπορεί να αποδοθεί. Εάν από το ποσό του δανείου αφαιρεθούν οι πληρωμές που έγιναν κατά καιρούς από την Εναγόμενη 1, παραμένει υπόλοιπο κατά τον τερματισμό €9.408,
  41. Αυτό είναι το ποσό το οποίο απέδειξαν οι Ενάγοντες με τη μαρτυρία που προσκόμισαν. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, δεν μπορώ να επιδικάσω συμβατικό επιτόκιο στο ποσό αυτό. Θεωρώ όμως εύλογο να επιδικάσω νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας δανείου. Η Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα έχει ευθύνη για την αποπληρωμή του εν λόγω ποσού. Βρίσκω ότι ευθύνη έχει και η Εναγόμενη 4, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, με την Εναγόμενη
  42. Η ευθύνη της Εναγόμενης 4 είναι απόρροια της συμφωνίας εγγύησης, Τεκμήριο 7, που υπέγραψε με την οποία εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
  43. Τέλος, οι Εναγόμενες 1 και 4 ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση τους ότι η συμφωνία δανείου είναι εικονική και κατ' επέκταση άκυρη διότι το ποσό του δανείου δεν λήφθηκε από τον Εναγόμενη 1 αλλά διατέθηκε προς εξόφληση οφειλών της αποβιωσάσης Ελένης Παπαχριστοφόρου και του Εναγόμενου
  44. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Ακόμα και αν είχε αποδειχθεί ότι το ποσό του δανείου διατέθηκε με τέτοιο τρόπο, αυτός δεν θα ήταν λόγος ακυρότητας της συμφωνίας δανείου. Εκτός εάν μια συμφωνία δανείου προνοεί ρητά το αντίθετο, το ποσό ενός δανείου μπορεί να διατεθεί από τον δανειζόμενο για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό. Η λήψη δανείου με σκοπό την εξόφληση υποχρεώσεων άλλου προσώπου, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στις Υπερασπίσεις των Εναγομένων 1 και 4 δεν ενέχει οποιαδήποτε παρανομία και, κατ' επέκταση, δεν επιφέρει ακυρότητα της συμφωνίας δανείου. Συγκεφαλαιώνοντας, το νομικό βάρος απόδειξης της απαίτησης βρισκόταν στους ώμους των Εναγόντων, οι οποίοι όφειλαν με αποδεχτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία να αποσείσουν το βάρος αυτό, αποδεικνύοντας τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν τη βάση αγωγής τους. Με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει δεν έχουν αποδείξει την αξίωση τους αναφορικά με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό ενώ έχουν επιτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους μόνο μερικώς αναφορικά με το επίδικο δάνειο. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 4, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό €9.408,87, πλέον νόμιμο τόκο από 12.2.
  45. Οι Ανταπαιτήσεις των Εναγομένων 1 και 4 δεν έχουν υποστηριχθεί από οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν προωθήθηκαν στις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των Εναγομένων 1 και
  46. Θεωρώ επομένως ότι έχουν εγκαταλειφθεί και απορρίπτονται. Τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα είναι πληρωτέο για την αγωγή και τις ανταπαιτήσεις αντίστοιχα. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, Barry White v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας τους Κωστάκη Δαβίδ Μαυρονικόλα

(2009)1 Β Α.Α.Δ. 1138 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009, C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [3] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν Έλλη Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390 και Γεώργιου Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846 [4] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia [1996]3 All E.R.156, Jeancharm Ltd v Bamet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58 [5] John Brenan v Anthimos Demetriou Bonded Warehouse Ltd, ECLI:CY:AD:2014:D600, Πολιτική έφεση 193/2012, ημερομηνίας 16.12.2014, Μεταξάς ν Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν Σταυρού
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 [6] Άρθρο 74
(1)περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.