← Κύπρος

Αίτηση Υπό Hellenic Bank Public Company Limited (πρώην Ελληνική Τράπεζα Λτδ) ν. Γιάννης Παφίτης, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 12/2014, 23/6/2015

Αίτηση Υπό Hellenic Bank Public Company Limited (πρώην Ελληνική Τράπεζα Λτδ) ν. Γιάννης Παφίτης, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 12/2014, 23/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 12/2014 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Γιάννης Παφίτης, Α.Δ.Τ. 755739, εκ Δερύνειας Χρεώστης Αίτηση Υπό Hellenic Bank Public Company Limited (πρώην Ελληνική Τράπεζα Λτδ) 23 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Πιστωτές: κ. Λοϊζου δια Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Χρεώστης: κα Παύλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι Πιστωτές ζητούν την έκδοση διατάγματος παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του Χρεώστη. Ισχυρίζονται συγκεκριμένα ότι ο Χρεώστης οφείλει προς αυτούς ποσό δυνάμει Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 22.11.2004 και ότι διέπραξε πράξη πτώχευσης, ήτοι δεν συμμορφώθηκε με ειδοποίηση πτώχευσης που του επιδόθηκε. Ο Χρεώστης έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και οι λόγοι ένστασης που προβάλλει είναι ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο από αυτό που οι Πιστωτές ισχυρίζονται, ότι οι Πιστωτές χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά γιατί γνωρίζουν ότι εργάζεται και μπορεί να πληρώσει τα χρέη του, ότι η έκδοση διατάγματος παραλαβής θα έχει καταλυτικές συνέπειες για τη ζωή και την εργασία του και ότι έχει ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι του επί της οποίας οι Πιστωτές μπορούν να εξασφαλίσουν την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Στην ένορκη δήλωση του Χρεώστη που υποστηρίζει την αίτηση, ο Χρεώστης υποστηρίζει ότι οι Πιστωτές δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της αίτησης «ενόψει του ότι έχουν παρέλθει δέκα και πλέον χρόνια από την έκδοση της [Δικαστικής] απόφασης» από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος. Ισχυρίζεται επίσης ότι «έχω καταβάλει κάποιο ποσό έναντι του οφειλόμενου ποσού, και ως εκ τούτου το ποσόν το οποίον οφείλεται εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω είναι μικρότερο από το αναφερόμενο εις την παρούσα αίτηση πτώχευσης». Αναφέρει επίσης ότι εργάζεται και είναι πρόθυμος να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό δια μηνιαίων δόσεων και ότι έχει επ' ονόματι του εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία που μπορεί να εξασφαλίσει το εξ αποφάσεως χρέος. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, σημειώνω παρενθετικά τα εξής. Η αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 3, 4, 5 και 6 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5. Η εκδίκαση της αίτησης ξεκίνησε πριν την έναρξη ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 (Ν.61(Ι)/2015)και δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι την ημερομηνία που αυτός τέθηκε σε ισχύ. Εφαρμόζεται επομένως στην παρούσα περίπτωση η μεταβατική πρόνοια του άρθρου 128(α) του Κεφ. 5 που προβλέπει ότι: «Οποιαδήποτε διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον χρεώστη, η οποία άρχισε αλλά δεν έχει συμπληρωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, συνεχίζεται ως διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος πτώχευσης δυνάμει του παρόντος Νόμου, χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών δικογράφων». Συνεπώς, εάν η αίτηση είναι επιτυχής για τους Πιστωτές, τότε αυτή θα καταλήξει στην κήρυξη του Χρεώστη σε πτώχευση και συνακόλουθη έκδοση διατάγματος πτώχευσης, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4

(1)του Κεφ. 5, ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 61(Ι)/
  1. Επανερχόμενη στην υπό κρίση αίτηση, κατά την ακρόαση για την πλευρά των Πιστωτών έδωσαν μαρτυρία η κα Μαρία Τσιάππα, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (ΜΑ1), ο κ. Ιωάννης Ιωάννου, Βοηθός Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (ΜΑ2) και ο κ. Α. Ζαχαρίου, δικηγόρος (ΜΑ3). Για την πλευρά του Χρεώστη έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΚΑ1). Δηλώθηκαν επίσης από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: (α) Η ειδοποίηση πτώχευσης υπ΄ αριθμό 18/14 επιδόθηκε στον Χρεώστη προσωπικά στις 10.4.
  2. (β) Η αίτηση πτώχευσης υπ΄ αριθμό 12/14 επιδόθηκε στον Χρεώστη προσωπικά στις 18.2.
  3. Σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης της αίτησης πτώχευσης στον Χρεώστη κατατέθηκε από κοινού και κατέστη Τεκμήριο
  4. (γ) Έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, ο Χρεώστης κατέβαλε μέχρι σήμερα το ποσό των €776,21 στις 30.12.
  5. Συνοψίζοντας την δια ζώσης μαρτυρία, αναφέρω ότι η κα Τσιάππα (ΜΑ1) παρουσίασε στο Δικαστήριο το φάκελο της ειδοποίησης πτώχευσης 18/14, Τεκμήριο
  6. Με αναφορά στο περιεχόμενο του φακέλου αυτού, η ΜΑ1 κατέθεσε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στον Χρεώστη στις 10.4.2014 και ότι δεν καταχωρήθηκε από τον Χρεώστη οποιαδήποτε ένσταση στην ειδοποίηση πτώχευσης. Κατά την αντεξέταση η ΜΑ1 ανέφερε ότι το χρέος που επικαλούνται οι Πιστωτές προέκυψε από Δικαστική απόφαση ημερομηνίας 22.11.2004 στην αγωγή 810/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Ο κ. Ιωάννου (ΜΑ2) είπε ότι είχε στη φύλαξη του τον φάκελο της αγωγής 810/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και παρουσίασε αντίγραφο της συνταγμένης απόφασης στην αγωγή το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Παρουσίασε επίσης διάταγμα ημερομηνίας 24.3.2015 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης, Τεκμήριο
  8. Με το εν λόγω διάταγμα, Τεκμήριο 3, δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης για περίοδο 6 ετών. Είπε επίσης ότι από το φάκελο της αγωγής φαίνεται ότι είχε προηγηθεί η έκδοση άλλου διατάγματος για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 20.1.2011 και η άδεια εκτέλεσης αφορούσε την περίοδο μέχρι 3.4.
  9. Τελευταίος μάρτυρας για τους Πιστωτές ήταν ο δικηγόρος κ. Α. Ζαχαρίου (ΜΑ3). Ο ΜΑ3 υποστήριξε ότι οι Πιστωτές δεν προωθούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και ότι ο στόχος τους δεν είναι να αποκομίσουν οποιοδήποτε αθέμιτο πλεονέκτημα εναντίον των άλλων πιστωτών του Χρεώστη αλλά επιδιώκουν να προστατευθεί η περιουσία προς όφελος όλων των πιστωτών. Ο ΜΑ3 υποστήριξε επίσης ότι με την πρόσφατη τροποποίηση της Δ.40 θ.8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, άδεια για εκτέλεση Δικαστικής απόφασης χρειάζεται μετά την πάροδο 10 ετών από την έκδοση της απόφασης και όχι 6 όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση. Σύμφωνα με τον ΜΑ3 η εν λόγω διάταξη είναι καθαρά διαδικαστικού χαρακτήρα και ως τέτοια έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς, κατέληξε, η Δικαστική απόφαση από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος στην παρούσα περίπτωση η οποία εκδόθηκε στις 22.11.2004, ίσχυε μέχρι τις 22.11.
  10. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΑ3 ανέφερε ότι στις 26.3.2013 είχε εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του Χρεώστη το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο περί τον Φεβρουάριο 2014 διότι, σύμφωνα με τον δικαστικό επιδότη, αυτός στερείται κινητής περιουσίας. Ανέφερε επίσης ότι έχουν ληφθεί κάποια μέτρα εκτέλεσης εναντίον άλλων εναγομένων στην αγωγή 810/2004 εναντίον των οποίων έχει επίσης εκδοθεί απόφαση. Όπως έχω ήδη αναφέρει, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο και ο ίδιος ο Χρεώστης. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «από το 2004 μέχρι και το έτος 2015, όπου μου επιδόθηκε η παρούσα αίτηση, οι Αιτητές δεν με έχουν οχλήσει με οποιοδήποτε τρόπο με σκοπό την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους». Είπε περαιτέρω ότι το υπόλοιπο της οφειλής του είναι «πολύ μικρότερο» από αυτό που ισχυρίζονται οι Πιστωτές και ότι εργάζεται και έχει σταθερό εισόδημα κάθε μήνα και είναι πρόθυμος να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό καταβάλλοντας μηνιαίες δόσεις. Επανέλαβε την αναφορά του στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του ότι έχει εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του που μπορεί να αποτελέσει εξασφάλιση για το χρέος. Τέλος είπε ότι οι Πιστωτές χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά με σκοπό να εισπράξουν το χρέος τους «γνωρίζοντας ότι τυχόν έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον μου θα είχε καταλυτικές συνέπειες για τη ζωή και την εργασία μου». Κατά την αντεξέταση του Χρεώστη του υποβλήθηκε ότι είχε εκδοθεί εναντίον του και ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Συμφώνησε λέγοντας ότι του είχε τηλεφωνήσει δικαστικός επιδότης και εκείνος τον ενημέρωσε ότι δεν διαθέτει κινητή περιουσία. Του τέθηκε ότι η μοναδική πληρωμή στην οποία προέβη έναντι του χρέους ήταν η πληρωμή ποσού €776,21 στις 30.12.
  11. Διαφώνησε λέγοντας ότι «το 2007 ή 2008» έγινε ακόμα μια πληρωμή «Λ.Κ.15.000 ή Λ.Κ.16.000» και «νόμιζε ότι εξοφλήθηκε το χρέος αυτό και έμεινε ένα παλιό άλλο finance». Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Έχω εξετάσει με προσοχή τον τρόπο και τη στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία[1] και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και τα παραδεκτά γεγονότα. Αναφορικά με τη μαρτυρία των ΜΑ1 και ΜΑ2 σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο να μην την αποδεχτώ ως αληθινή. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες αντικειμενικοί και ανεξάρτητοι, περιορίστηκαν στην παρουσίαση εγγράφων που έχουν υπό τη φύλαξη τους στα πλαίσια των καθηκόντων τους και δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα κατέθεσαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Κρίνω ότι ο ΜΑ3 ήταν επίσης αξιόπιστος μάρτυρας. Έδωσε, μεταξύ άλλων, μαρτυρία αναφορικά με τα διαβήματα στα οποία προέβηκαν οι Πιστωτές μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 810/2004 και τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία έλαβαν εναντίον του Χρεώστη και των άλλων εναγομένων στην εν λόγω αγωγή. Επιβεβαίωσε επίσης με τη μαρτυρία του το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους αναφέροντας ότι έγινε μόνο μια πληρωμή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους ύψους €776,21 στις 30.12.
  12. Τα όσα σχετικά κατέθεσε ο ΜΑ3 δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν σταθερός, ευθύς και πειστικός στις απαντήσεις του, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και θεωρώ ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του επομένως κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Ο Χρεώστης δεν μου έχει κάνει θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων, ενώ ήταν και αντίθετη με τα παραδεκτά γεγονότα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός ότι έναντι του εξ αποφάσεως χρέους έγινε μια πληρωμή €776,21 στις 30.12.2010, κατά την αντεξέταση του ο Χρεώστης υποστήριξε ότι περί το «2007 ή 2008» πλήρωσε «Λ.Κ.15.000 ή Λ.Κ.16.000». Σημειώνω ότι η θέση του Χρεώστη σε άλλες πληρωμές έναντι του χρέους, πέραν από αυτή που αποτελεί παραδεκτό γεγονός, δεν τέθηκε από τη συνήγορο του στον ΜΑ
  13. Αντίθετα κατά την αντεξέταση του ΜΑ3 η συνήγορος του Χρεώστη φαινόταν να συναινεί ότι δεν έγιναν άλλες πληρωμές έναντι του χρέους πέραν από την πληρωμή του ποσού των €776,
  14. Περαιτέρω, ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 10.4.2014 επιδόθηκε προσωπικά στον Χρεώστη η ειδοποίηση πτώχευσης 18/14, Τεκμήριο 4, αυτός ανέφερε ότι «από το έτος 2004 μέχρι και το έτος 2015, όπου μου επιδόθηκε η παρούσα αίτηση, οι αιτητές δεν με έχουν οχλήσει με οποιοδήποτε τρόπο». Επί αυτού, σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση του, εντελώς αντιφατικά, παραδέχτηκε ότι είχε οχληθεί από δικαστικό επιδότη σε σχέση με ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας που εκδόθηκε προς εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή 810/
  15. Οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες, δεν μου επιτρέπουν να κρίνω τη μαρτυρία του Χρεώστη ως αξιόπιστη. Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, τα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι ΜΑ1, ΜΑ2 και ΜΑ3 αναφορικά με τα γεγονότα, συνιστούν και τα αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου. Με δεδομένο το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο και τα παραδεκτά γεγονότα προχωρώ να εξετάσω τη νομική βάση της αίτησης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 5, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο και πριν την τροποποίηση του με το Ν.61(Ι)/2015, για την υποβολή αίτησης πτώχευσης εναντίον χρεώστη πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει χρέος το οποίο να υπερβαίνει τις €15.000, (β) το χρέος να είναι για εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μέλλοντα χρόνο, (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση πτώχευσης να έχει διαπραχθεί εντός τριών μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης, και (δ) ο Χρεώστης να είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο για περίοδο ενός έτους πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης. Στην παρούσα περίπτωση, το χρέος που ισχυρίζονται οι Πιστωτές υπερβαίνει τις €15.000 και αφορά εκκαθαρισμένο ποσό το οποίο είχε καταστεί πληρωτέο με την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 810/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Επιπρόσθετα, δεν αμφισβητείται ότι ο Χρεώστης είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο για 12 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης. Τέλος η αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε στις 9.7.2014 ενώ η ειδοποίηση πτώχευσης είχε επιδοθεί στον Χρεώστη στις 10.4.
  16. Αυτό συνεπάγεται ότι αν έχει διαπραχθεί πράξη πτώχευσης, αυτή διαπράχθηκε εντός των 3 μηνών που προηγήθηκαν της καταχώρησης της αίτησης πτώχευσης. Εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του Κεφ. 5 επομένως, παραμένει να εξεταστεί εάν ο Χρεώστης είχε διαπράξει πράξη πτώχευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5, ένας χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης: «(ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και αυτός παραλείπει μέσα σε επτά ημέρες από την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, ή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα.» Από τη μαρτυρία προκύπτει αβίαστα ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση με την ειδοποίηση πτώχευσης εντός 7 ημερών από την επίδοση της ενώ ο Χρεώστης δεν έχει εγείρει οποιαδήποτε ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή σε σχέση με το ποσό του χρέους. Παρά το ότι δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης, η πλευρά του Χρεώστη υποστήριξε ότι οι Πιστωτές δεν νομιμοποιούνται στη προώθηση της αίτησης ενόψει του ότι έχουν παρέλθει 10 χρόνια από την έκδοση της δικαστικής απόφασης από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος. Επί αυτού σχετική είναι η τελευταία πρόταση του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 που παραθέτω πιο πάνω. Στο αντίστοιχο Αγγλικό κείμενο του Κεφ. 5 η ίδια φράση προνοούσε ότι «For the purposes of this section any person who is, for the time being entitled to enforce a final judgement or final order, shall be deemed to be a creditor who has obtained a final judgement or final order». Στο δε σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, παράγραφος 512, σελίδα 273, υπό τον τίτλο «Who can serve bankruptcy notice as creditor» επεξηγείται ότι: «The judgement creditor must be in a position to issue execution on his judgement (d), and therefore when a creditor has obtained final judgment his executor cannot issue a bankruptcy notice founded on it without having obtained leave of the court (e) to issue execution (f).» Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι για να μπορεί ένας πιστωτής να εκδώσει ειδοποίηση πτώχευσης σε περιπτώσεις όπου το χρέος προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, πρέπει η απόφαση να μην έχει χάσει την «εκτελεστότητα» της αλλά να παραμένει εκτελεστή. Στην προκειμένη περίπτωση η δικαστική απόφαση από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος εκδόθηκε στις 22.11.
  1. Στις 9.9.2011 τροποποιήθηκε η Δ.40 θ. 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών με αποτέλεσμα να απαιτείται η λήψη άδειας για εκτέλεση δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο 10 ετών από την έκδοση της, αντί 6 ετών που ίσχυε προηγουμένως. Συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου των Πιστωτών αλλά και με τη θέση του ΜΑ3 ότι αυτή η διάταξη είναι διαδικαστικού χαρακτήρα και, ως τέτοια, έχει αναδρομικό χαρακτήρα[2]. Με την πιο πάνω τροποποίηση επομένως, η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 22.11.2004 κατέστη εκτελεστή μέχρι τις 22.11.
  2. Η ειδοποίηση πτώχευσης 18/14 επιδόθηκε στον Χρεώστη στις 10.4.2014 και, αφού παρήλθαν 7 ημέρες από την επίδοση χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση, διαπράχθηκε η αντίστοιχη πράξη πτώχευσης. Συνεπώς, κατά τον χρόνο διάπραξης της πράξης πτώχευσης - που είναι και ο ουσιώδης χρόνος σε σχέση με το άρθρο 3
(1)(ζ) - οι Πιστωτές νομιμοποιούνταν να εκτελέσουν τη δικαστική απόφαση. Καταλήγω επομένως ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ.
  1. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, στρέφομαι να εξετάσω την ένσταση που έχει εγείρει ο Χρεώστης. Ο πρώτος λόγος ένστασης που προβάλλει ο Χρεώστης αφορά το ότι «το ποσόν το οποίον οφείλεται εξ όσον γνωρίζω και πιστεύω είναι μικρότερο από το αναφερόμενο στην παρούσα αίτηση πτώχευσης» καθώς, όπως λέει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, «έχω καταβάλει κάποιο ποσό έναντι του οφειλόμενου ποσού». Όπως επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Εφετείο στην υπόθεση Αlpha Bank Cyprus Ltd v Αναφορικά με τον Κώστα Αριστείδη, ECLI:CY:AD:2015:A355, Πολιτική Έφεση 200/10, ημερομηνίας 20.5.2015, αποτελεί καθήκον των Πιστωτών να καθορίσουν ορθά και επακριβώς το οφειλόμενο ποσό. Η απόφαση εκείνη αφορούσε αίτηση για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης. Όμως η πιο πάνω αρχή που επιβεβαιώνεται από το Εφετείο, τυγχάνει - θεωρώ - αντίστοιχης εφαρμογής και σε αιτήσεις πτώχευσης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η οφειλή που αποτελούσε το αντικείμενο της ειδοποίησης πτώχευσης ήταν απόρροια Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 22.11.
  2. Σύμφωνα με τους αιτητές, το ποσό της απόφασης ήταν Λ.Κ.10.689,01 πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.10.593, 23 από 1.8.2004, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον Λ.Κ.380,50 έξοδα πλέον τόκο επί των εξόδων προς 8% ετησίως από 5.10.2004 πλέον Λ.Κ.22 έξοδα επίδοσης πλέον 15% Φ.Π.Α. Οι Πιστωτές αναφέρουν επίσης ότι έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, ο Χρεώστης πλήρωσε μόνο το ποσό των €776,21 στις 30.12.
  3. Υποστηρίζουν επομένως ότι το οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό της δικαστικής απόφασης μείον το ποσό της μοναδικής πληρωμής που έγινε έναντι. Παραπέμπω τόσο στα παραδεχτά γεγονότα όσο και στη σύνοψη της μαρτυρίας του Χρεώστη πιο πάνω και σημειώνω ότι η πλευρά του Χρεώστη δεν έθεσε ενώπιον μου οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να θέτει σε αμφισβήτηση το ύψος της οφειλής. Πέραν από γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του Χρεώστη ότι έχει καταβάλει «κάποιο ποσό έναντι», «Λ.Κ.15.000 ή Λ.Κ.16.000», το «2007 ή 2008» δεν προσκομίστηκαν οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία για την πληρωμή που έγινε, την ημερομηνία που καταβλήθηκε, το ακριβές ποσό που πληρώθηκε, το πρόσωπο προς το οποίο πληρώθηκε ή αν δόθηκαν οδηγίες όπως το ποσό της πληρωμής πληρωθεί έναντι του κεφαλαίου, των τόκων ή των εξόδων που συναποτελούν το εξ αποφάσεως χρέος. Γενικά, η πλευρά του Χρεώστη δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία που να προσδίδει κάποια ουσία ή βαρύτητα στις σχετικές αναφορές του Χρεώστη. Τονίζω επιπρόσθετα ότι οι αναφορές αυτές έρχονται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα ενώ η θέση για διενέργεια άλλων πληρωμών δεν τέθηκε στον ΜΑ3 κατά την αντεξέταση του. Με αυτά τα δεδομένα, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει. Ο Χρεώστης προβάλλει ως δεύτερο λόγο ένστασης ότι οι Πιστωτές χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά «σαν μέσον πίεσης και/ή είσπραξης». Επί αυτού του ζητήματος σημειώνω ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν αποσκοπεί στο να εξαναγκάσει τον χρεώστη να πληρώσει το χρέος του προς τον πιστωτή. Εάν η διαδικασία χρησιμοποιείται με αυτό τον τρόπο[3] τότε κρίνεται ως καταχρηστική και πρέπει να καταστέλλεται. Ο σκοπός και ο στόχος της έκδοσης διατάγματος παραλαβής, και μετά την τροποποίηση του Κεφ.5 με τον Ν.61(Ι)/2015 διατάγματος πτώχευσης είναι να προστατεύσει και να διασφαλίσει την περιουσία του υπό πτώχευση προσώπου ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί και να διατεθεί ως καθορίζει το Κεφ. 5 για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλως των πιστωτών του χρεώστη[4]. Όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει θέμα κατάχρησης διαδικασίας, πρέπει να το εξετάζει με γνώμονα τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από την ενώπιον του μαρτυρία. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την απόφαση του Εφετείου στην Πετράκης ν Κίμωνος
(2006)1 ΑΑΔ 1311: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή.» Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου, δεν διαπιστώνω ότι οι Πιστωτές επιδιώκουν με την προώθηση της πτωχευτικής διαδικασίας, να αποκομίσουν αθέμιτο όφελος ή πλεονέκτημα εις βάρος άλλων πιστωτών του Χρεώστη ή ότι χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία με τρόπο καταπιεστικό προς τον Χρεώστη. Συνεπώς δεν συμφωνώ με τη θέση του Χρεώστη ότι η διαδικασία προωθείται καταχρηστικά. Περαιτέρω, ο Χρεώστης υποστηρίζει ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί η τυχόν έκδοση διατάγματος παραλαβής θα είχε «καταλυτικές συνέπειες για την ζωή και την εργασία του» αλλά και γιατί έχει εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του η οποία μπορεί να αποτελέσει εξασφάλιση για το χρέος. Επί αυτού πρέπει να πω ότι, παρά τις αναφορές του Χρεώστη περί του αντιθέτου, τα γεγονότα δεν συνηγορούν ότι πρόκειται για άτομο φερέγγυο. Από την έκδοση της Δικαστικής απόφασης εναντίον του στις 22.11.2004 το Χρεώστης έχει πληρώσει έναντι του ποσού της απόφασης μόνο €776,21 στις 30.12.2010. Αυτό κάθε άλλο παρά δεικνύει άτομο το οποίο είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη του. Θα συμφωνήσω με την πλευρά του Χρεώστη ότι η παρούσα διαδικασία, από τη φύση της, μπορεί να έχει καταλυτικές συνέπειες για τον χρεώστη και την περιουσία του. Για αυτό το λόγο αιτήματα αυτής της φύσης αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια και ο πιστωτής οφείλει να ικανοποιήσει ότι πληρούνται αυστηρά όλες οι καθορισμένες προϋποθέσεις πριν επιτύχει στην έκδοση διατάγματος πτώχευσης. Όμως εάν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, οι ενδεχόμενες επιπτώσεις για τον χρεώστη δεν είναι ικανές από μόνες τους να αποτρέψουν την έκδοση διατάγματος πτώχευσης. Η δε αναφορά του Χρεώστη στην παρούσα περίπτωση ότι διαθέτει ακίνητη περιουσία «επί της οποίας οι αιτητές μπορούν να εξασφαλίσουν την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους» καθώς και η θέση του ότι μπορεί να εξοφλήσει το χρέος του δια μηνιαίων δόσεων δεν είναι ικανές να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης. Κατ' αρχάς, από τη μαρτυρία διαφαίνεται ότι οι Πιστωτές δεν είναι «ασφαλισμένοι πιστωτές» όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 5 αφού δεν κατέχουν εξασφάλιση επί ακίνητης περιουσίας του Χρεώστη. Κατά δεύτερο, το Κεφ. 5 δεν δημιουργεί οποιαδήποτε προϋπόθεση λήψης μέτρων εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης πριν την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας[5]. Συνεπώς οι Πιστωτές δεν ήταν υποχρεωμένοι ούτε να εγγράψουν τη Δικαστική απόφαση επί ακίνητης περιουσίας του Χρεώστη ούτε και να επιδιώξουν την ικανοποίηση της μέσω έκδοσης διατάγματος αποπληρωμής του χρέους δια μηνιαίων δόσεων, όπως ο Χρεώστης εισηγήθηκε κατά τη μαρτυρία του, ούτε όμως και να λάβουν οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης. Συγκεφαλαιώνοντας, σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)του Κεφ. 5, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο και πριν την τροποποίηση του από τον Ν. 61(Ι)/2015, για να επιτύχει μια αίτηση πτώχευσης, οι Πιστωτές πρέπει να αποδείξουν την ύπαρξη του χρέους, την επίδοση της αίτησης και την πράξη πτώχευσης. Από τη μαρτυρία η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, ως διαφαίνεται άλλωστε πιο πάνω, οι Πιστωτές έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι πληρούνται και οι τρείς πιο πάνω προϋποθέσεις ενώ οι λόγοι ένστασης που έχει εγείρει η πλευρά του Χρεώστη δεν έχουν γίνει αποδεχτοί. Ενόψει των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα πτώχευσης αναφορικά με τον Χρεώστη, η δε περιουσία του περιέρχεται στο διαχειριστή και θα τύχει διανομής σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 5. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Πιστωτών/Αιτητών και εναντίον του Χρεώστη/Καθ' ου η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν από την περιουσία του Χρεώστη/Καθ' ου η Αίτηση. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009, C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργικού Συμβουλίου και άλλων
(1996)3 Α.Α.Δ. 323 [3] Μερκής ν Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 AAΔ 788, Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 [4] London Clubs Ltd κ.ά ν Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1 ΑΑΔ 669 [5] Σχετική η Πετράκης v Κίμωνος
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1311 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.