Μιχάλη Αβραάμ Πιττάκη ν. Hellenic Bank Public Company Ltd ή και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ που προηγουμένως λεγόταν Hellenic Bank Ltd, Αρ. Αγωγής: 710/09, 2/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 710/09 Μεταξύ: Μιχάλη Αβραάμ Πιττάκη Ενάγοντα και Hellenic Bank Public Company Ltd ή και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ που προηγουμένως λεγόταν Hellenic Bank Ltd Εναγόμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Χ"Γιώργης για Μουαϊμης & Μουαϊμης. Για Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Βελάρης για Κ.Χ. Βελάρης & Α. Φ. Μαρκίδης (κα Παναγή για ν' ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εκ συμφώνου απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί στην Αγ. Αρ. 1472/99, Ε.Δ. Αμμοχώστου, είχε εκδοθεί χωρίς τις δικές του οδηγίες ή τη δική του συγκατάθεση ή και εν αγνοία του ή και υπό συνθήκες πλάνης. Επιπρόσθετα, ζητά διάταγμα ακύρωσης της απόφασης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, στα μέσα του 2009 είχε πληροφορηθεί από επιδότη ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας, το οποίο είχε προκύψει από την δικαστική απόφαση στην Αγ. Αρ. 1472/99, η οποία είχε εκδοθεί για το ποσό των €40.000-. Αμέσως είχε δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του για να προβούν σε έρευνα στο φάκελο της Αγ. Αρ. 1472/99, λόγω του ότι ο ίδιος τελούσε υπό πλήρη άγνοια σε σχέση με την ύπαρξη της συγκεκριμένης αγωγής. Από την έρευνα είχε διαπιστωθεί ότι στις 16/12/1999 η Ελληνική Τράπεζα είχε καταχωρίσει την Αγ. Αρ. 1472/99 εναντίον τριών προσώπων, συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα στην παρούσα. Στη συγκεκριμένη αγωγή γινόταν ισχυρισμός από την Ελληνική Τράπεζα ότι ο Πανίκος Νικολάου είχε συνάψει συμφωνία δανείου με εγγυήτρια, για συγκεκριμένο ποσό, την Κλέα Νικολάου και τον ίδιο ως εκτελεστή υποθήκης για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου. Η συγκεκριμένη αγωγή είχε επιδοθεί, όπως ήταν ο προβληθείς ισχυρισμός, στον Ενάγοντα στις 21/12/1999 και την 18/01/2001 είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων, οι οποίοι εκπροσωπούνταν από ένα δικηγόρο με το όνομα Τάκης Παπαμιχαλόπουλος. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο ίδιος είχε δεχθεί να υποθηκεύσει ένα ακίνητο μικρής αξίας στο Παραλίμνι, ως εγγύηση, για τον Πανίκο Νικολάου, όμως, ουδέποτε είχε εγγυηθεί το δάνειο προσωπικά και ουδέποτε είχε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης με την Εναγομένη Τράπεζα. Υποστηρίζει ότι η δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί στην Αγ. Αρ. 1472/99 θα πρέπει να παραμεριστεί γιατί ουδέποτε είχε επιδοθεί στον Ενάγοντα, η συγκεκριμένη αγωγή ή το κλητήριο ένταλμα και η υπογραφή που φαίνεται στο κλητήριο ένταλμα δεν του ανήκει. Οπόταν, ουδέποτε είχε λάβει γνώση για την καταχώρηση της συγκεκριμένης αγωγής. Επιπρόσθετα, ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει οποιονδήποτε δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στη ρηθείσα αγωγή, αλλά ούτε και γνώριζε οποιονδήποτε δικηγόρο με το όνομα Τάκης Παπαμιχαλόπουλος και το έντυπο τύπου διορισμού δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο, φέρει υπογραφή η οποία δεν του ανήκει. Εν πάση περιπτώσει, προωθεί τη θέση ότι δεν θα μπορούσε να είχε εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον του για οποιοδήποτε ποσό αφού ο ίδιος ουδέποτε είχε εγγυηθεί την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού παρά μόνο είχε υποθηκεύσει ακίνητη περιουσία προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου και, συνεπώς, η μόνη απόφαση που μπορούσε να είχε εκδοθεί και να τον αφορά θα ήταν η εκποίηση της υποθήκης του συγκεκριμένου ακινήτου. Καταγράφει, ο Ενάγοντας, ότι ο Πανίκος Νικολάου είχε καταδικαστεί για απάτες και πλαστογραφίες. Σε σχέση με την απόφαση που είχε εκδοθεί είχε ανασταλεί η δικαστική διαδικασία στις 18/01/
- Ακριβώς λόγω του δόλου και της απάτης που διαπράχθηκε σε βάρος του, ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν τα συνταγματικά του δικαιώματα και κατά κύριο λόγο το δικαίωμα να γνωρίζει την υπόθεση που αντιμετωπίζει έτσι ώστε να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να έχει δίκαια δίκη. Γι' αυτό και αξιώνει την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Η Εναγομένη Τράπεζα στην Έκθεση Υπεράσπισής της εγείρει προδικαστική ένσταση στην οποία καταγράφει ότι ο Ενάγοντας υπέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην έγερση της υπό κρίση αγωγής. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της Εναγομένης Τράπεζας ότι ο Ενάγοντας είχε λάβει γνώση των δικαστικών διαδικασιών εναντίον του ενωρίτερα από το 2009, αφού του είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα στις 21/12/
- Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας είχε εκπροσωπηθεί δια δικηγόρου στην Αγ. Αρ. 1472/99 και η απόφαση είχε εκδοθεί εκ συμφώνου. Με βάση τα έγγραφα που ο Ενάγοντας είχε υπογράψει ήταν, εκτός από ενυπόθηκος εγγυητής και προσωπικά εγγυητής του πρωτοφειλέτη. Καταλήγει, ότι ο Ενάγοντας είχε εκπροσωπηθεί στην Αγ. Αρ. 1472/99 από δικηγόρο, ο οποίος είχε καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση εκ μέρους όλων των Εναγομένων και ακολούθως, στις 18/01/2001, είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης και οι δύο πλευρές είχαν προβεί σε κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και συγκεκριμένα ότι στις 16/12/1999 η Εναγόμενη Τράπεζα είχε καταχωρίσει την Αγ. Αρ. 1472/99 Ε. Δ. Αμμοχώστου, εναντίον του Παναγιώτη Νικολάου, της Κλέας Νικολάου και του Μιχάλη Πιττάκη, ότι ο δικηγόρος Τάκης Παπαμιχαλόπουλος είχε καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης για τους Εναγομένους 1, 2 και 3, ότι στις 18/01/2001 είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.12.397,38- και επιπρόσθετα είχε εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα εκποίησης της υποθήκης του ακινήτου που ανήκε στον Εναγόμενο 3 στην Αγ. Αρ. 1472/99, Ενάγοντα στην παρούσα. Κατατέθηκαν ως τεκμήρια το Κλητήριο Ένταλμα που αφορούσε την Αγ. Αρ. 1472/99 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης της Αγ. Αρ. 1472/99 στον Εναγόμενο 3 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2, πιστό αντίγραφο διοριστηρίου δικηγόρου στην Αγ. Αρ. 1472/99 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 και πιστό αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης στην Αγ. Αρ. 1472/99 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα και η γραπτή του δήλωση είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι περί τα μέσα του 2009 είχε πληροφορηθεί από αρμόδιο δικαστικό επιδότη ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, το οποίο είχε προκύψει από την απόφαση στην Αγ. Αρ. 1472/99, Ε. Δ. Αμμοχώστου και ότι ο δικαστικός επιδότης θα μετέβαινε για να κατασχέσει περιουσία δική του, αξίας περίπου €40.000-. Ο ίδιος είχε θορυβηθεί και ξαφνιαστεί γιατί δεν γνώριζε για την ύπαρξη οποιασδήποτε αγωγής εναντίον του το 1999 και πολύ περισσότερο ότι όφειλε ένα ποσό της τάξεως των €40.000-. Είχε εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο του, κ. Πιττάτζη, να προβεί σε έρευνα στο φάκελο της Αγ. Αρ. 1472/99 για να διαπιστώσει τί είχε συμβεί. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η συγκεκριμένη έρευνα αποκάλυψε ότι η Αγ. Αρ.1472/99, Ε. Δ. Αμμοχώστου, είχε καταχωριστεί στις 16/12/1999 και αφορούσε δάνειο που είχε παρασχεθεί στον Πανίκο Νικολάου με προσωπική εγγύηση της Κλέας Νικολάου και με εκτέλεση υποθήκης από τον ίδιο προς όφελος των Εναγόντων. Η συγκεκριμένη αγωγή είχε επιδοθεί στον ίδιο στις 21/12/1999 και ο κ. Τάκης Παπαμιχαλόπουλος είχε καταχωρίσει εκ μέρους του εμφάνιση με αποτέλεσμα στις 18/01/2001 να εκδοθεί εκ συμφώνου δικαστική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον όλων των Εναγομένων. Παράλληλα, ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι ο Εναγόμενος 1, στην Αγ. Αρ. 1472/99, του είχε ζητήσει όπως παράσχει εγγύηση σ' ένα δάνειο το οποίο θα λάμβανε. Ο ίδιος δεν επιθυμούσε ανάληψη προσωπικής ευθύνης αποπληρωμής του δανείου εξ ου και είχε δεχθεί να υποθηκεύσει ένα δικό του ακίνητο, μικρής αξίας, προς όφελος της εξασφάλισης του δανείου του Πανίκου Νικολάου. Δεν είχε υπογράψει, αυτοπροσώπως, οποιαδήποτε συμφωνία ή τα έγγραφα υποθήκης. Είχε παραχωρήσει ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο στον Πανίκο Νικολάου με το οποίο τον είχε εξουσιοδοτήσει όπως υποθηκεύσει το συγκεκριμένο κτήμα στο Παραλίμνι, με αρ. εγγραφής 11808, τεμάχιο 421, Φ./Σχ. 42/16 το μισό μερίδιο προς όφελος της Τράπεζας. Δεν είχε δώσει, όμως, με το συγκεκριμένο έγγραφο οποιοδήποτε δικαίωμα είτε στην Τράπεζα, είτε στον Πανίκο Νικολάου, να τον καταστήσει προσωπικό εγγυητή οποιουδήποτε δανείου. Όμως, γνώριζε και είχε αναλάβει τον κίνδυνο ν' απολέσει την κυριότητα του ακινήτου του λόγω εκποίησης. Γνωρίζοντας το γεγονός αυτό, ο ίδιος είχε αδιαφορήσει για το περιεχόμενο των επιστολών που λάμβανε από το Κτηματολόγιο σε σχέση με την ενδεχόμενη εκποίηση του ακινήτου του. Ο ίδιος είχε δει τόσο τη συμφωνία υποθήκης καθώς και το έγγραφο υποθήκης για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που είχε εκδοθεί στην Αγ. Αρ. 1472/99 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Υποστήριξε ότι δεν είχε ποτέ επιδοθεί στον ίδιο προσωπικά οποιοδήποτε πιστό αντίγραφο της Αγ. Αρ. 1472/99 και ότι ο ίδιος δεν είχε λάβει ποτέ γνώση της αγωγής ή του περιεχομένου της. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι και η υπογραφή που φαίνεται στην πρώτη σελίδα του πιστού αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος, η οποία αποδίδεται στον ίδιο, δεν είναι η δική του, παρά την ένορκη δήλωση της επιδότριας η οποία αποδίδει την υπογραφή στον ίδιο. Ο ίδιος είχε αναθέσει σε ιδιώτη γραφολόγο, τον κ. Ανδρέα Παναγιώτου, να διενεργήσει τις αναγκαίες εξετάσεις για να διαπιστωθεί η αυθεντικότητα ή όχι της υπογραφής του. Οι συγκεκριμένες υπογραφές, αλλά και μονογραφές, δεν ομοιάζουν με τις δικές του. Επιπρόσθετα, ο ίδιος δεν είχε ποτέ διορίσει ως δικηγόρο του τον Τάκη Παπαμιχαλόπουλο, ο οποίος είχε δεχθεί εκ μέρους του, σ' εκείνη τη διαδικασία, όπως δηλωθεί εκ συμφώνου απόφαση. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ υπογράψει τύπο διορισμού δικηγόρου προς όφελος του συγκεκριμένου δικηγόρου. Καμία από τις υπογραφές που εμφαίνεται στο καταχωρημένο Σημείωμα Εμφάνισης δεν μπορεί ν' αποδοθεί στον ίδιο. Η υπογραφή του ήταν και παραμένει η ίδια για πολλά χρόνια και σε καμιά περίπτωση δεν ομοιάζει με την υπογραφή που φαίνεται στο έντυπο διορισμού δικηγόρου. Ο ίδιος δεν έχει γνωρίσει ποτέ τον κ. Παπαμιχαλόπουλο και ο δικηγόρος που χειρίζεται όλες του τις υποθέσεις είναι ο κ. Γ. Πιττάτζης. Ο κ. Γ. Πιττάτζης τον είχε παραπέμψει στο γραφείο του κου Μουαϊμη, λόγω του ότι χειριζόταν υποθέσεις της Ελληνικής Τράπεζας και δεν ήθελε ν' αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ιδεολογικό ή επαγγελματικό κώλυμα. Καταλήγει, ότι η εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει ν' ακυρωθεί γιατί ουδέποτε ο ίδιος είχε εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο Τάκη Παπαμιχαλόπουλο να τον εκπροσωπήσει, καθώς επίσης και για το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να εκδοθεί εναντίον του απόφαση για το ποσό της απαίτησης αφού ο ίδιος ουδέποτε είχε εγγυηθεί την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού παρά μόνο είχε υποθηκεύσει το συγκεκριμένο ακίνητο προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου του κ. Πανίκου Νικολάου. Ακόμα και τα έγγραφα της υποθήκης τα οποία είχαν υπογραφεί από τον κ. Πανίκο Νικολάου, τον οποίο ο ίδιος είχε εξουσιοδοτήσει, δεν τον καθιστούν υπεύθυνο ως προσωπικό εγγυητή, αφού η συγκεκριμένη εξουσιοδότηση που είχε παραχωρήσει ήταν ρητή και ειδική και αφορούσε μόνο την υποθήκευση του συγκεκριμένου ακινήτου. Είχαν εμφιλοχωρήσει μια σειρά από δόλιες πράξεις και παραλείψεις τόσο από την Ενάγουσα καθώς και από τον Πανίκο Νικολάου, οι οποίες είχαν οδηγήσει στην έκδοση απόφασης. Ο κ. Νικολάου είχε καταδικαστεί για απάτες και πλαστογραφίες και εξέτισε ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, πράγμα το οποίο δεν γνώριζε ο ίδιος όταν υπέγραφε το πληρεξούσιο έγγραφο προς υποθήκευση του δικού του ακινήτου. Μόλις ο ίδιος είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του είχε δώσει εντολή προς τους δικηγόρους του για να προβούν σε έρευνες και να καταχωρίσουν την υπό κρίση αγωγή, παράλληλα με την καταχώριση αίτησης για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Λόγω ακριβώς της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ζητά την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης στην Αγ. Αρ. 1472/99 Ε. Δ. Αμμοχώστου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε αντίγραφο του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου που είχε παραχωρήσει στον Πανίκο Νικολάου και αυτό σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Με αναφορά στο Τεκμήριο 2, υπέδειξε τις υπογραφές οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό της Εναγομένης Τράπεζας, του ανήκαν και ανέφερε ότι στην πραγματικότητα δεν αφορούσαν υπογραφές του ιδίου. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ υπογράψει την παραλαβή οποιουδήποτε κλητηρίου εντάλματος ενώπιον οποιασδήποτε επιδότου και ούτε και γνώριζε προσωπικά την συγκεκριμένη επιδότρια. Όσον αφορά το έντυπο διορισμού δικηγόρου, ήταν ο ισχυρισμός του ότι τον συγκεκριμένο δικηγόρο δεν τον γνώριζε, δεν τον έχει δει ποτέ στη ζωή του και δεν του έχει υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι στην περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί θα καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Υποστήριξε ότι ο λόγος που δεν είχαν καταγγελθεί τα συγκεκριμένα γεγονότα στην Αστυνομία ήταν γιατί αρχικά του είχε αναφερθεί ότι η Τράπεζα θα προέβαινε σε άλλα διαβήματα και ο ίδιος δεν επιθυμούσε να μπλέξει την επιδότη και τον δικηγόρο. Υποστήριξε ότι η Τράπεζα είχε φερθεί με δόλιο τρόπο γιατί πολύ καλά γνώριζε ότι δεν είχε εγγυηθεί προσωπικά το ποσό του δανείου για το οποίο υπόχρεοι ήταν ο Πανίκος και η Κλέα Νικολάου. Ο ίδιος γνώριζε ότι υπήρχε η πιθανότητα εκποίησης της υποθήκης, πράγμα το οποίο δεν τον ενδιέφερε. Όταν του υποδείχθηκε το έγγραφο της υποθήκης το αναγνώρισε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ήταν η δική του θέση, όμως, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο το είχε δει για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Με αναφορά στο Τεκμήριο 6, επέμενε στον ισχυρισμό του ότι με το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο είχε παραχωρήσει άδεια στον Πανίκο Νικολάου να υποθηκεύσει το κτήμα του. Αυτό δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ως να τον καθιστά αυτόματα προσωπικό εγγυητή του Πανίκου Νικολάου για το ποσό του δανείου. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Παναγιώτου, Μ.Ε.2, ο οποίος είναι ιδιώτης γραφολόγος και αναγνωρισμένος εμπειρογνώμονας δυνάμει της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 185/
- Ήταν η θέση του ότι του είχε δοθεί εντολή από τον κ. Μουαϊμη να ερευνήσει τόσο την υπογραφή καθώς και τα αρχικά της υπογραφής σε συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε φάκελο δικαστηριακό. Στις 21/10/2014 είχε προβεί σε έρευνα στο Πρωτοκολλητείο Αστικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, στην παρουσία του δικηγόρου κου Χατζηγιώργη και της κας Σταυρίδου. Είχε φωτογραφήσει τα δύο έγγραφα στην πρωτότυπή τους μορφή και παράλληλα τα είχε εξετάσει. Συγκεκριμένα, είχε φωτογραφήσει και μελετήσει το έγγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης προς τον Εναγόμενο 3, αντίγραφο του κλητηρίου εγγράφου καθώς και το έντυπο διορισμού δικηγόρου στην Αγ. Αρ.1472/99, Ε. Δ. Αμμοχώστου. Βλέποντας τα Τεκμήριο 2 και 3, ήταν η θέση του ότι είχε εξετάσει τα πρωτότυπα των συγκεκριμένων εγγράφων, τα οποία βρίσκονταν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κατέγραψε τα πορίσματά του σε Έκθεση, την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8 στο Δικαστήριο. Επίσης κατέθεσε, ως Τεκμήριο 9, συγκριτικούς πίνακες σε σχέση με τα ευρήματά του. Εξήγησε ότι ο ίδιος είχε προβεί σε γραφολογική εξέταση στη βάση μεγεθυντικών φωτογραφιών των αμφισβητούμενων υπογραφών. Είχε συγκρίνει τις συγκεκριμένες υπογραφές του Ενάγοντα με τις υπογραφές στα πρωτότυπα έγγραφα και αντιπαρέβαλε τις αμφισβητούμενες υπογραφές και σύγκρινε τα γραφολογικά χαρακτηριστικά τους με τις γνήσιες υπογραφές. Όσον αφορά το Κλητήριο Ένταλμα και την υπογραφή που φαίνεται στη σελίδα 1, ήταν ο ισχυρισμός του ότι η συγκεκριμένη υπογραφή διαφέρει σε εμφάνιση και δομή από τη γνήσια υπογραφή του Ενάγοντα. Εξήγησε ότι υπάρχουν διάφορα συγγράμματα σε σχέση με τον τρόπο σύγκρισης υπογραφών και ότι σε αυτά τα συγγράμματα γίνεται αναφορά στο ατομικό χαρακτηριστικό μιας υπογραφής, το οποίο δεν μπορεί να επαναληφθεί. Για κάθε άτομο υπάρχουν ιδιαιτερότητες στον τρόπο γραφής ή υπογραφής που ξεχωρίζουν την υπογραφή του. Υποστήριξε ότι για να καταλήξει ο ίδιος σε ευρήματα είχε χρησιμοποιήσει την αναλυτική συγκριτική μέθοδο, στην οποία το κάθε γράμμα ή στοιχείο ή σύμβολο αναλύεται και εντοπίζονται τα χαρακτηριστικά από την αμφισβητούμενη γραφή ή υπογραφή και στη συνέχεια συγκρίνονται με τα αντίστοιχα δείγματα της αυθεντικής, αφού γίνει και πάλι η αναλυτική εξέταση των γραφολογικών χαρακτηριστικών. Εάν υπάρχει ταύτιση μεταξύ της αμφισβητούμενης γραφής ή υπογραφής με την αντίστοιχη γνήσια, τότε συμπεραίνεται ότι τόσο τα αμφισβητούμενα δείγματα, όσο και τα δείγματα που έχουν παραχθεί από το ίδιο το πρόσωπο είναι από το ίδιο πρόσωπο. Αν προκύπτουν διαφορές που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές ανήκουν σε άλλο πρόσωπο. Όσον αφορά τις συγκεκριμένες υπογραφές υποστήριξε ότι υπάρχει πληθώρα ουσιαστικών διαφορών, οι οποίες δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με κανένα τρόπο και δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ποικιλία γραφής του κου Πιττάκη γιατί τέτοιες διαφορές δεν παρουσιάζονται στο γνήσιο δειγματικό υλικό. Ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι οι εξετασθείσες υπογραφές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι γνήσιες υπογραφές του κου Πιττάκη. Επέμενε στη θέση του ότι ο ρυθμός χάραξης, δηλαδή η κίνηση του χεριού του κάθε ανθρώπου, είναι μοναδικός για τον κάθε άνθρωπο. Εξήγησε ότι ο καθένας που γράφει ένα γράμμα του αλφαβήτου χρησιμοποιεί το ίδιο ύψος γραφής του κάθε γράμματος, την ίδια κλήση και υπάρχει και η ίδια σχέση μεταξύ των υπολοίπων γραμμάτων. Επέσυρε την προσοχή στους πίνακες που είχαν ετοιμαστεί και είχαν σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Με αναφορά στον πίνακα 3 του Τεκμηρίου 9, ισχυρίστηκε ότι τα αρχικά που υπήρχαν στο έντυπο διορισμού δικηγόρου παρουσίαζαν διαφορές στη μορφή, στη δομή και στην έκταση από τις γνήσιες υπογραφές του κου Πιττάκη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος είχε υπογράψει τα συγκεκριμένα έγγραφα και κατά πόσο η συγκεκριμένη υπογραφή είχε τεθεί από κάποιο τρίτο πρόσωπο με την συγκατάθεση του κου Πιττάκη. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα η πλευρά της Υπεράσπισης επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων κατατέθηκαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, των οποίων το περιεχόμενο το Δικαστήριο έχει κατά νου και στο οποίο περιεχόμενο θα κάνει αναφορά εκεί όπου θεωρηθεί αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θ' αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους δυο μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του δεν αρνήθηκε ότι είχε προσφέρει, ως εγγύηση, το δικό του ακίνητο προς εξασφάλιση του δανείου του κου Νικολάου και αναγνώρισε ότι είχε παραχωρήσει προς τον σκοπό αυτό και σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, το Τεκμήριο 6, στον κ. Νικολάου, μόνο σε σχέση με την υποθήκευση του συγκεκριμένου ακινήτου. Όμως, μια απλή ανάγνωση του συγκεκριμένου πληρεξουσίου εγγράφου καταρρίπτει τη θέση του. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε για την καταχωρηθείσα αγωγή προφανώς ξεχνώντας ότι ο ίδιος είχε καταγράψει στη γραπτή του δήλωση, Τεκμήριο 5, στην παράγραφο 7, ότι κατά καιρούς λάμβανε από το Κτηματολόγιο επιστολές για την εκποίηση του ακινήτου του, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι είχε κινηθεί δικαστική διαδικασία εναντίον του, και είχε επιλέξει να τις αγνοήσει. Οπόταν, ήταν δική του επιλογή ν' αγνοήσει το γεγονός της ύπαρξης της αγωγής. Ένα άλλο θέμα το οποίο θέτει τη μαρτυρία του υπό αμφισβήτηση είναι το γεγονός ότι είχε ισχυριστεί ότι είχε λάβει γνώση για την αγωγή το 2009 όταν του είχε αναφερθεί ότι εκκρεμεί ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας, όμως, το συγκεκριμένο ένταλμα ουδέποτε καταχωρίστηκε και δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την ύπαρξή του. Αυτό που επιμελώς προσπάθησε να κρύψει ήταν τους λόγους που δεν είχε κινηθεί εναντίον του πρωτοφειλέτη κου Νικολάου και της συζύγου του. Δεν τους είχε καν καταγγείλει, στην Αστυνομία, για οτιδήποτε, ακόμη και μετά την αποκάλυψη ότι η υπογραφή του ήταν πλαστογραφημένη. Αυτή η στάση αφήνει καίρια ερωτήματα αναπάντητα και δεν βοηθά την υπόθεσή του για λόγους που θα καταστούν εμφανείς κατά την εξέταση της νομικής πτυχής. Πώς μπορεί κάποιος ν' αποδέχεται την πλαστογράφηση της υπογραφής του πιθανόν από κάποιον που είναι απλώς γνωστός του, ούτε καν φίλος του, και να μην αντιδρά με την άμεση καταγγελία του γεγονότος αυτού, παρά μόνο να καταχωρεί αγωγή για ακύρωση της απόφασης; Δεν μπορώ ν' αποδεχθώ τις θέσεις του. Θεωρώ ότι γνώριζε και όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με το ύψος του ποσού τότε ξαφνιάστηκε και αντέδρασε εναντίον της Τράπεζας. Μαρτυρία δόθηκε και από τον κ. Ανδρέα Παναγιώτου, Μ.Ε.2, γραφολόγο στο επάγγελμα. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα θα πρέπει να θεωρηθεί και να κριθεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Οι αρχές με βάση τις οποίες ένα Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι καλά γνωστές. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο χειρισμού της μαρτυρίας τους σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ.988, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, σελ.750-751, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 298, σελ.290, Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ.216. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμείνουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι επιστήμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι που θ' αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αφενός, βοηθούμενο όμως από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε στο σύνολό της, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως και οι συνήθεις μάρτυρες επί των γεγονότων. Στην Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, διευκρινίστηκε ότι οι εμπειρογνώμονες μπορούν να δώσουν μαρτυρία γνώμης, δηλαδή να εκφράσουν τη γνώμη τους πάνω σε υποθετικές καταστάσεις πραγμάτων ή καταστάσεις πραγμάτων που εκλαμβάνονται σαν δεδομένες. Κατά κανόνα, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (βλ. R v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μια και μόνο εκδοχή, οπότε και η αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν πιο δύσκολο και πιο λεπτό εγχείρημα από το σύνηθες. Σκοπός αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας είναι να προβεί το Δικαστήριο σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένα να εξεταστεί στη συνέχεια αν αυτός που έχει το βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται, σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης Wynne v. Mavronicolas κ.α.
(2009)1 A.A.Δ. 1138, η οποία υιοθετήθηκε πρόσφατα στη Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ΛΤΔ ν.
- Μιχάλη Ματσούκα
- Χαράλαμπου Ματσούκα, ECLI:CY:AD:2014:A460, Πολ. Εφ. 91/10, ημερ. 03/07/2014, στην οποία κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση θεωρώ ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας το 1997 είχε συμφωνήσει και είχε παραχωρήσει στον κ. Πανίκο Νικολάου πληρεξούσιο έγγραφο για να το χρησιμοποιήσει στο Κτηματολόγιο, για να υποθηκεύσει το κτήμα του με αρ. εγγραφής 11808, τεμάχιο 421, Φ./Σχ. 42/16, στο Παραλίμνι, το μισό μερίδιο προς όφελος της Τράπεζας και για να υπογράψει οποιαδήποτε εσωτερικά έγγραφα της Τράπεζας. Ο κ. Νικολάου είχε χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο πληρεξούσιο, Τεκμήριο 6, και είχε υπογράψει εκ μέρους του Ενάγοντα τα έγγραφα υποθήκης του συγκεκριμένου κτήματος, Τεκμήριο 7, στα οποία έγγραφα ο ίδιος αναγνώριζε την υποχρέωση να καταβάλει στην Ελληνική Τράπεζα σε πρώτη ζήτηση το ποσό των £12.000-. Προφανώς, λόγω του ότι δεν είχε υπογράψει ο ίδιος τα συγκεκριμένα έγγραφα, αλλά ο κ. Νικολάου, ήταν με την εντύπωση ότι η υποχρέωσή του είχε παραμείνει μόνο στην έκταση του υποθηκευμένου κτήματός του και γι' αυτό είχε αγνοήσει όλες τις επιστολές που του αποστέλλονταν από το Κτηματολόγιο. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την οφειλή του, δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης στην Αγ. Αρ. 1472/99, Ε.Δ. Αμμοχώστου, είχε ξαφνιαστεί, ιδιαίτερα λόγω του ύψους του ποσού, ήταν €40.000-, και θεώρησε ορθό ν' αντιδράσει καταχωρώντας την υπό κρίση αγωγή για να πλήξει την Τράπεζα χωρίς όμως να ενοχλήσει τον κ. Νικολάου, καταγγέλλοντάς τον στην Αστυνομία, για το γεγονός ότι τον είχε ξεγελάσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως έχει καταγραφεί στις αποφάσεις Παναγιώτης Ανδρέου v. P & C Crystal Line Co LTD
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1521 και Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992 και συγκεκριμένα στη σελίδα 1525 της Παναγιώτης Ανδρέου v. P & C Crystal Line Co LTD: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v. Woodward [1889] 43 Ch. D. 185, Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 45 Ch. D.351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson[1897] 2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson[1919] 1 K.B. 474).» Στην Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ (ανωτέρω) αναλύθηκαν εκτενέστερα οι αρχές και στη σελίδα 1000 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Στην Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) το θέμα του παραμερισμού απόφασης για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο τέθηκε ως εξής: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Στην ιρλανδική υπόθεση Nixon v. Loundes [1909] 2 Ir. R. 1 αναγνωρίστηκε ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι το προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96).» Στους Halsbury's Laws of England, Third Ed., Vol. 22, παραγ. 1669, υποδεικνύεται ότι απόφαση που έχει ληφθεί με δόλο είτε ενώπιον του δικαστηρίου ή με δόλο των διαδίκων μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή και ότι σε τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό απλώς να υπάρχει ισχυρισμός για δόλο χωρίς να δίνονται λεπτομέρειες. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης εάν αποδεικνύοντο με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι απλώς δευτερεύοντα. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι πρέπει να αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση προτού το Δικαστήριο επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης λόγω δόλου. Τέλος υποδεικνύεται ότι εκτός αν ο κατ' ισχυρισμό δόλος εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας και έχει αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική*. Στην Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) λέχθηκε ότι σύμφωνα με την από μακρού χρόνου θεμελιωμένη πρακτική του Δικαστηρίου η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο είναι με αγωγή στην οποία, όπως σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Λέχθηκε, επίσης, (βλ. σελ. 301, 302) ότι «ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και αν αποδειχθεί καθαρά ότι έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαπατηθεί το Δικαστήριο επεκτείνεται και μολύνει το όλο σώμα της απόφασης. Αν υποθέσουμε ότι η διαδικαστική δυσκολία έχει ξεπερασθεί, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο δόλος έχει προσδιορισθεί και αποδειχθεί»**. _______ * Setting aside a judgment obtained by fraud. A judgment, which has been obtained by fraud either in the court, or of one or more of the parties, can be impeached by means of an action, which may be brought without leave, and is analogous to the former Chancery suit to set aside a decree obtained by fraud. In such an action it is not sufficient merely to allege fraud without giving any particulars, and the fraud must relate to matters which prima facie would be a reason for setting the judgment aside if they were established by proof, and not to matters which are merely collateral. The court requires a strong case to be established before it will allow a judgment to be set aside on this ground, and, unless the fraud alleged raises a reasonable prospect of success and was discovered since the judgment complained, of, the action will be stayed or dismissed as vexatious. ** It has long been the settled practice of the Court that the proper method of impeaching a completed judgment on the ground of fraud is by action in which, as in any other action based on fraud, the particular of the fraud must be exactly given and the allegation established by the strict proof such a charge requires. . . . . . . Fraud is an insidious disease, and if clearly proved to have been used so that it might deceive the Court, it spreads to and infects the whole body of the judgment. Assuming then that the difficulty of procedure is overcome, was such fraud specified and proved here? H Jonesco (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411, 419. Λέχθηκε ότι οι αυθεντίες σε σχέση με τις αποφάσεις το κάμνουν ξεκάθαρο ότι ένας που επιθυμεί να αμφισβητήσει απόφαση για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο πρέπει να προβάλει τους ισχυρισμούς του με πλήρη λεπτομέρεια και πρέπει να είναι διατεθειμένος να αποδείξει αυτά που ισχυρίζεται με αυστηρό τρόπο*. Στην Birch v. Birch [1894] 86 L.T. 364 λέχθηκε: «Όπου μια αγωγή είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο αυτή μπορεί να εξεταστεί για το λόγο ότι έχει εξασφαλισθεί με το δόλο διαδίκου στην αγωγή. Πλην όμως ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός»**. Αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 13η εκδ., σελ. 428, στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα: «The statement of claim must contain precise and full allegation of facts and circumstances leading to the reasonable inference that the fraud was the cause of the loss complaint of. Any charge of fraud must be pleaded with utmost particularity.» Οπόταν, με βάση τόσο τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και την αγγλική νομολογία, η σωστή διαδικασία προσβολής μιας απόφασης που στην όψη της φαίνεται να έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, είναι η καταχώριση νέας αγωγής. Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί, κατά πρώτον, είναι ποιά είναι η βάση της αγωγής. Τα καταγραφέντα στην Έκθεση Απαίτησης γεγονότα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η βάση της είναι η εξαπάτηση ή ο δόλος που ασκήθηκε στο πρόσωπο του Ενάγοντα. Όμως, δεν καταγράφεται με λεπτομέρεια ποιός εξαπάτησε ή ποιός διενήργησε δόλο σε βάρος του Ενάγοντα και αυτό είναι αρκετό για να οδηγήσει την αγωγή σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία. Προφανώς, για να καταγράφεται ως Εναγόμενη μόνο η Τράπεζα, ο Ενάγοντας θεωρεί ότι ο δόλος ασκήθηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα. Στη μαρτυρία του ο Ενάγοντας είχε προσδιορίσει τον δόλο της Τράπεζας ότι γνώριζε, η Τράπεζα, ότι ο ίδιος δεν είχε εγγυηθεί το ποσό. Όμως, η αγωγή του αντιμετωπίζει δυο σοβαρά δικονομικά προβλήματα. Το πρώτο αφορά το ποιός ήταν ο δόλος της Τράπεζας και, το δεύτερο, είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει αποδείξει τις λεπτομέρειες του δόλου με την αυστηρότητα που προδιαγράφεται από τη νομολογία. Είναι αρκετό, σύμφωνα με την νομολογία, αν αποδειχθούν μερικές από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες δόλου (Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547, 552). Ισχυρίζεται ότι δολίως η Εναγόμενη Τράπεζα είχε εκδώσει εναντίον του απόφαση γιατί ο ίδιος είχε απλά παραχωρήσει την υποθήκη και δεν είχε εγγυηθεί τον πρωτοφειλέτη, Πανίκο Νικολάου, στο συγκεκριμένο δάνειο. Δεν συγκεκριμενοποίησε, όμως, ποιός ήταν ο δόλος της Τράπεζας στα δικόγραφά του. Το ανέφερε εν παρόδω κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του δηλαδή, ότι η Τράπεζα γνώριζε ότι δεν είχε εγγυηθεί το ποσό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο Τεκμήριο 7, τα έγγραφα υποθήκης, ο Ενάγοντας είχε αναλάβει να καταβάλει στην Ελληνική Τράπεζα «σε πρώτη ζήτηση» το ποσό των £12.000- με τόκο. Είχε παραχωρήσει προς όφελος του πρωτοφειλέτη πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 6, με το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο, ενώ παράλληλα του έδιδε, με το πληρεξούσιο, συγκεκριμένη εξουσία να υποθηκεύσει το συγκεκριμένο κτήμα «με οποιουσδήποτε όρους και για οποιοδήποτε σκοπό υπογράφοντας προς τούτο και όλα τα εσωτερικά έγγραφα του κτηματολογίου και της τραπέζης.» Οπόταν, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ακόμη και αν συμπεριλαμβανόταν στις λεπτομέρειες του δόλου που επικαλείται στην Έκθεση Απαίτησής του δεν θα μπορούσε να πετύχει αφού δεν είχε αποδειχθεί, αλλά αντίθετα είχε εκτοπιστεί από την πραγματική μαρτυρία. Αυτό που είχε αποδειχθεί κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ήταν ότι ο Ενάγοντας δεν είχε υπογράψει το επιδοτήριο έγγραφο και δεν είχε ποτέ υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου. Όμως, δεν έχει αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο γεγονός είχε διενεργηθεί από την Τράπεζα, δηλαδή ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν υπογραφεί ή καταρτιστεί με οποιονδήποτε τρόπο από την Τράπεζα, ούτε και έχει αποδειχθεί ότι η Τράπεζα γνώριζε τα όσα είχαν συζητηθεί μεταξύ του Ενάγοντα και του κου Νικολάου σε σχέση με την έκταση της εγγύησης. Τα έγγραφα άλλα καταμαρτυρούσαν. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της υπόθεσης Share Drake Insurance plc and others v. Orion Insurance Co plc [2000] All ER (D) 319, στην οποία κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «In order to set aside a judgment in previous proceedings on grounds of fraud, the fraud in question had to be that of a party to those previous proceedings. ................................. The fraud of a party rule applied where a judgment was procured by the evidence of a party to the proceedings where the party was a natural person, and also where the party was a corporation, provided that the perjured evidence could be treated as having been that of the corporation itself.» Η ίδια αρχή εντοπίζεται και στο σύγγραμμα του Halsbury's Laws of England, 5η έκδ., τόμος 12, παρά. 1143, στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα: «....................As a rule a judgement can only be set aside, if at all, against those who procured it by fraud, but this does not apply to probate proceedings to set aside the probate of a will.» Η απάτη, προφανώς, είχε προέλθει από άλλα πρόσωπα τα οποία δεν εμφαίνονται ως διάδικοι στην υπό κρίση αγωγή για λόγους που μόνο ο Ενάγοντας γνωρίζει και γι' αυτούς τους λόγους το Δικαστήριο έχει θέσει τη μαρτυρία του σε αμφιβολία. Η Τράπεζα είχε μια αγωγή, η οποία είχε επιδοθεί νομότυπα στην όψη της και ακολούθως στο Δικαστήριο υπήρχε εκπροσώπηση του συγκεκριμένου Εναγόμενου, Ενάγοντα στην υπό κρίση, δια δικηγόρου εκ πρώτης όψεως νομότυπα διορισμένου. Για την Τράπεζα δεν υπήρχε οτιδήποτε για το οποίο θα έπρεπε να εγερθούν οποιεσδήποτε υποψίες από πλευράς της Τράπεζας. Η Τράπεζα είχε στην κατοχή της το Τεκμήριο , στο οποίο δήλωνε ότι είχε συνάψει σύμβαση με την Ελληνική Τράπεζα να της καταβάλει σε πρώτη ζήτηση το ποσό των £12.000- με τόκους και για την καλύτερη εξασφάλισή του είχε υποθηκεύσει το κτήμα που περιγράφεται στο συγκεκριμένο έγγραφο. Οπόταν, ποιός είναι ο δόλος της Τράπεζας; Ούτε βέβαια έχουν προκύψει στοιχεία μαρτυρίας στη βάση των οποίων θα μπορούσε να καταλογισθεί ευθύνη στους Εναγόμενους ότι γνώριζαν για την κατ' ισχυρισμό απάτη που εκπορεύθηκε από τρίτα πρόσωπα σε βάρος του Ενάγοντα. Δεν υπάρχει, επίσης, μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι υπήρξαν μέρος της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και του Πανίκου Νικολάου για την έκταση της παροχής της εγγύησης. Αντίθετα, ο πρωτοφειλέτης του δανείου, κ. Νικολάου, είχε στα χέρια του ένα πληρεξούσιο από τον Ενάγοντα κ. Πιττάκη, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε στην υπό κρίση διαδικασία, το οποίο του έδιδε εξουσία να υπογράψει οποιοδήποτε εσωτερικό τραπεζικό έγγραφο. Θα συμφωνήσω με τις εισηγήσεις του συνηγόρου του Ενάγοντα, όπως αυτές προβλήθηκαν στη γραπτή του αγόρευση, ότι ένα έγγραφο ερμηνεύεται με βάση την έννοια η οποία μεταδίδεται από αυτό τούτο το ίδιο το κείμενο στον μέσω λογικό άνθρωπο. Ένας μέσος λογικός άνθρωπος, διαβάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, θα κατέληγε ότι ο Ενάγοντας είχε δώσει στον κ. Νικολάου το δικαίωμα να υπογράψει όλα τα εσωτερικά έγγραφα της Τράπεζας και να υποθηκεύσει το ακίνητο με οποιουσδήποτε όρους, πράγμα το οποίο έπραξε όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η συμφωνία παροχής του δανείου. Τα πιο πάνω καταγραφέντα ερωτήματα, τα οποία παρέμειναν αναπάντητα, καθώς και το γεγονός ότι τα δικονομικά προβλήματα της αγωγής δεν μπορούν να υπερπηδηθούν, αφού οι υπεύθυνοι για την απάτη φαίνεται ν' απουσιάζουν από τη διαδικασία, δεν αφήνουν άλλη επιλογή από την απόρριψη της αγωγής. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγομένων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο