C.T.C. AUTOMOTIVE LTD ν. C & M VARNAVAS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 598/2014, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 598/2014 Μεταξύ: C.T.C. AUTOMOTIVE LTD Ενάγοντες και C & M VARNAVAS ENTERPRISES LTD Εναγόμενοι 17 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Ροκόπος Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Χαραλαμπίδου για Χαραλαμπίδου & Τσιαννή Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση Εναγομένων ημερομηνίας 16.12.2014 για παραμερισμό απόφασης Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 2.7.2014 που εκδόθηκε εναντίον τους και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση, ένεκα της παράλειψης τους να εμφανιστούν στη διαδικασία. Παρενθετικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης και όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες πώλησαν στους Εναγόμενους 7 οχήματα, έναντι συμφωνημένης τιμής, τα οποία οι Εναγόμενοι παρέλαβαν. Εκ του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, παρέμεινε οφειλόμενο προς αυτούς υπόλοιπο ύψους €17.085,16, πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο διεκδικούσαν με την αγωγή. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 23.5.2014 και, ένεκα της παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρήσουν εμφάνιση, στις 2.7.2014 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, με την υπό κρίση αίτηση, οι Εναγόμενοι επιδιώκουν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης είναι η Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου των Εναγομένων. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι Εναγόμενοι του ενέθεσαν την υπεράσπιση τους μετά την επίδοση σε αυτούς του κλητηρίου εντάλματος. Ο ίδιος αναγκάστηκε να μεταβεί στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα και «είχα την εντύπωση», όπως είπε, «ότι καταχωρήθηκε από το γραφείο μας το σημείωμα εμφάνισης μαζί με άλλες αγωγές άλλων πελατών, πράγμα το οποίο δεν έγινε και μόλις πριν λίγες ημέρες έμαθα ότι εκδόθηκε απόφαση μετά που πήρα τους Δικηγόρους του Ενάγοντος». Αναφορικά με την ουσία της αξίωσης των Εναγόντων και την υπεράσπιση των Εναγομένων, ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι «ο πελάτης μου έχει καλήν υπεράσπιση και το ποσόν το οποίο εξεδόθη η απόφασις είναι υπερβολικό. Από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως μου τα έχει αναφέρει ο πελάτης μου, τα ποσά τα οποία αφορούσαν την αγορά των αυτοκινήτων έχουν εξοφληθεί πλήρως και το ποσό αυτό αφορούσε άλλη συνεργασία τροφοδότησης από την Εναγομένη, διαφόρων γεωργικών προϊόντων προς άλλη εταιρεία του Ενάγοντα και έτσι είναι πλήρως εξοφληθείς». Οι Ενάγοντες ήγειραν ένσταση στον αιτούμενο παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιολογούν επαρκώς την παράληψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή εντός της ταχθείσας προθεσμίας και ότι δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, οι δε συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράληψης εμφάνισης διάδικου εδράζεται στην Δ.17 θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Η νομολογία έχει κατατάξει τις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και επομένως ένας εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της[1]. Η δεύτερη αφορά τις περιπτώσεις όπου δεν διαπιστώνεται αντικανονικότητα στην επίδοση και ο εναγόμενος έλαβε δεόντως γνώση της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, δεν προβάλλεται από την πλευρά των Εναγόμενων ισχυρισμός για αντικανονικότητα της επίδοσης. Επιπρόσθετα, από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε δεόντως στους Εναγόμενους στις 23.5.2014, δια της επίδοσης του σε διευθυντή της εταιρείας. Συνεπώς, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία αιτήσεων αυτής της φύσης αλλά στη δεύτερη. Με αυτό το δεδομένο, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, με γνώμονα τις αρχές της νομολογίας, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ή όχι. Οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη σε αιτήσεις αυτής της φύσης έχουν αναλυθεί εκτενώς και σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[2]. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις αρχές ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεση.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Σημαντικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Επί αυτού στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[3], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Σημειώνω επίσης ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του αιτητή ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική του ευχέρεια να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος του. Όπως προκύπτει από τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω, εν αρχή, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει ότι υπήρχε σοβαρή και εύλογη αιτία για το ότι δεν εμφανίστηκαν στην αγωγή. Διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι μέρος τουλάχιστον της ευθύνης για την μη εμφάνιση των Εναγομένων βαραίνει το συνήγορο τους ο οποίος, για τους λόγους που εξηγεί, δεν καταχώρησε έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης. Όπως καθορίζει η νομολογία, η παράλειψη δικηγόρου να συμμορφωθεί με δικονομικές προθεσμίες δεν συνιστά επαρκή δικαιολογία για τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τους Εναγόμενους. Παραπέμπω σχετικά στην Βαρδιάνος Πάνος Π. ν Edwin John Thomas Richards
(1998)1 A.A.Δ. 698, όπου το Εφετείο αναφερόμενο σε περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση ή αμέλεια δικηγόρου είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν δικονομικές προθεσμίες, έθεσε το θέμα ως εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της.» Κρίνω συνεπώς ότι οι λόγοι για τους οποίους ο συνήγορος των Εναγομένων στην παρούσα περίπτωση δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, όσο ανθρώπινοι και αν είναι, δεν αποτελούν ικανή δικαιολογία για την παράλειψη αυτή. Πέραν αυτού, καθοριστικής σημασίας σε αιτήσεις αυτής της φύσης είναι το κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει ότι διαθέτουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο, σίγουρα δεν αναμένεται από τους Εναγόμενους να αποδείξουν την υπεράσπιση που ισχυρίζονται και το Δικαστήριο, εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, δεν θα προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει ποια εκδοχή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αναμένεται όμως από τους Εναγόμενους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την υπεράσπιση που ισχυρίζονται παραθέτοντας λεπτομέρειες, πληροφορίες ή στοιχεία σε λογική έκταση ώστε να της προσδώσουν κάποια βαρύτητα ή πειστικότητα, πέραν από την απλή παράθεση ισχυρισμών. Πρέπει δηλαδή, να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία ώστε να διαπιστωθεί ότι εγείρεται μια συζητήσιμη υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Έχω ήδη αναφερθεί επιγραμματικά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και τα όσα αναφέρονται σε αυτήν σε σχέση με την υπεράσπιση των Εναγομένων. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά σε συνεργασία των Εναγομένων με άλλη εταιρεία των Εναγόντων από την οποία λένε ότι προέκυψε η επίδικη οφειλή. Λένε επίσης ότι το ποσό της απόφασης είναι «υπερβολικό» ενώ υπάρχει επίσης ισχυρισμός ότι η οφειλή έχει πλήρως εξοφληθεί. Έχω εξετάσει με προσοχή κατά πόσο οι αναφορές αυτές μπορούν να θεωρηθούν ότι αποκαλύπτουν μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Είναι όμως τόσο γενικές και αόριστες που κρίνω ότι δεν μπορώ να τους προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν παρέχονται επαρκείς πληροφορίες για την άλλη συνεργασία στην οποία γίνεται αναφορά. Δεν επεξηγείται ποια ήταν τα μέρη της, ποίο ήταν το αντικείμενο της , ποιοι ήταν οι βασικοί της όροι ή πως αυτή συνδέεται με την επίδικη αγοραπωλησία. Η δε αναφορά σε εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και ο ταυτόχρονος χαρακτηρισμός του ως «υπερβολικού», είναι ενδεχομένως αντιφατικοί, ενώ δεν υποστηρίζονται από οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να τους προσδώσει κάποια πειστικότητα. Δεν εξηγείται παραδείγματος χάριν πότε και πως καταβλήθηκε το ποσό που εξόφλησε την οφειλή ή σε ποια βάση οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι το ποσό της οφειλής είναι υπερβολικό. Έχω βεβαίως κατά νου, όπως έχω επισημάνει και πιο πάνω, ότι οι Εναγόμενοι δεν είναι υποχρεωμένοι, σε αυτό το στάδιο, να αποδείξουν την υπεράσπιση τους. Όμως, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν δείξει ότι διαθέτουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Κρίνω επομένως ότι δεν πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση της νομολογίας. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει και δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίηση του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Ενδεικτικά Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [2] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [3] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο