← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λιοπετρίου ν. Στέλιος Γεωργίου Νικόλα κ.α., Αρ. Αγωγής: 648/ 2013, 9/7/2015

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λιοπετρίου ν. Στέλιος Γεωργίου Νικόλα κ.α., Αρ. Αγωγής: 648/ 2013, 9/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 648/ 2013 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λιοπετρίου Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση και

  1. Στέλιος Γεωργίου Νικόλα
  2. Χριστιάνα Παναγιώτη Λούκα
  3. Γεώργιος Στέλιου Γεωργίου Εναγομένων - Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές : Ο κ. Χρ. Σκορδής για Π.Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση : Ο κ. Γεώργιος Χατζηγιώργης για Μουαίμης & Μουαϊμης Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση εκθέσεως υπερασπίσεως με ημερομηνία 16.03.2015) Με την αίτηση τους οι εναγόμενοι - αιτητές (στη συνέχεια «οι αιτητές»), επιζητούν την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους με την προσθήκη τριών - όπως τιτλοφορούνται - προδικαστικών ενστάσεων και την απόσυρση εξολοκλήρου της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων και της αντικατάστασης της εις την ολότητα της με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση την οποία προτείνουν και παραθέτουν στην αίτηση τους. Ουσιαστικά επιζητούν αφενός μεν την διεύρυνση της βάσης της Υπεράσπισης τους και αφετέρου στην επέκταση της βάσης της Ανταπαίτησης με την εισαγωγή νέων απαιτήσεων εκ μέρους των εναγομένων. Σε λεπτομέρειες των επιχειρούμενων να εισαχθούν ισχυρισμών υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων αλλά και ισχυρισμών στην προτεινόμενη υπεράσπιση και ανταπαίτηση θα αναφερθώ σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ. 1 - 6, Δ.48 Θ. 1 -3, 8 και 9, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άρθρο 30

(3)του Συντάγματος και στην συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης βασίζεται σε ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Σπαστρή, εργαζόμενου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους αιτητές και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει προσωπική γνώση των γεγονότων από προσωπικό χειρισμό και μελέτη του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης, για όσα δε δεν έχει προσωπική γνώση δηλώνει ότι αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του. Δηλώνει ότι το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί σήμερα τους εναγόμενους ανέλαβε την υπεράσπιση τους και την ανταπαίτηση τους μόλις στις 4.12.2014. Δηλώνει ότι αντιλαμβάνεται τον χρόνο που έχει παρέλθει από της καταχώρησης της αγωγής και αναγνωρίζει την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης και διαμοιρασμό των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των διαδίκων το συντομότερο δυνατόν. Οι αιτητές θεωρούν ότι οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις εξυπηρετούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και αυτές προέκυψαν μετά από συνομιλίες που είχαν με τους αιτητές και αποσκοπούν στο να παρατεθούν όλα τα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει περαιτέρω ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να είναι σε θέση οι αιτητές να προβάλουν με σαφήνεια την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους και να τεθούν όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των καθ΄ων η αίτηση σε βαθμό εις τον οποίο να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον υπάρχει η δυνατότητα καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση σε απάντηση όλων των ισχυρισμών των αιτητών για΄αυτό και δεν θα πάθουν οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μη μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης έτσι που θα μπορούσαν να επηρεάζονταν καθ΄οιονδήποτε τρόπο οι καθ΄ων η αίτηση. Οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι καθ΄ων η αίτηση»), καταχώρησαν ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
(1)Με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή αντιφατικών ισχυρισμών και/ή γεγονότων με τους ήδη υπάρχοντες, καθιστώντας αυταπόδεικτα την αίτηση κακόπιστη, καταχρηστική και μη αναγκαία,
(2)οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί με έξοδα,
(3)η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου χωρίς στο περιεχόμενο της να δίδεται καμιά εξήγηση περί αυτού,
(4)δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση ο εξουσιοδοτών τον ομνύοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση, γεγονός που καθιστά απορριπτέα την ένορκη δήλωση ή που επιβάλλει όπως αυτή αγνοηθεί,
(5)δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντος σε σχέση με τους πραγματικούς ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του και ως εκ τούτου αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί και να μη ληφθεί υπόψη,
(6)πρόκειται για γενική και αόριστη ένορκη δήλωση,
(7)η παράγραφος 13 της προτεινόμενης να εισαχθεί Έκθεσης Υπεράσπισης είναι άσχετη και δεν απαντά σε υπαρκτούς ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαιτήσεως. Η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ. 1 - 6, Δ.39, Δ.48, Θ. 1 - 9, Δ.64, στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο Άρθρο 6
(1)της ΕΣΔΑ στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της κας Παρασκευούλλας Λοϊζου, λειτουργού στη Μονάδα Ανάκτησης Χρεών που λειτουργούν οι καθ΄ων η αίτηση. Ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης τους οποίους και αναλύει περαιτέρω. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους τις οποίες ετοίμασαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που καταγράφηκαν στην ένορκη δήλωση και εκφράστηκαν κατά τις αγορεύσεις στη συνέχεια της απόφασης μου. Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται και αναλύεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Σε θέματα τροποποίησης δικογράφων στο Annual Practice 1958, στη σελ. 622 καθορίζεται η ακόλουθη γενική αρχή: « In Tildeslev v. Harper 100 Ch.D.pp.396,397,Bramwell,L.J.said: ¨My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs¨ (per Brett, M.R. Clasapede v. Commercial Union Association,32 W.R. p. 263, Weldon v. Neal, 19 Q.B.D, p.396 and others). An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties, and multiplicity of legal proceedings avoided¨». Στην υπόθεση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « The pleadings in an action are the foundation of the litigation they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19,r.4) are clear on the point and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation, to run their case, so to speak, on the new rails». Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33 όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα περαιτέρω με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή, θα μπορούσε να πει κανείς, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι φανερόν ότι διαφοροποιούνται από την πιο πάνω απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση μόλις έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα τροποποίησης από τους νέους δικηγόρος που ανέλαβαν την υπεράσπιση των αιτητών τέθηκε αμέσως, όπως φαίνεται στα πρακτικά, υπόψη του Δικαστηρίου αυτή η πρόθεση τους και στη συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω), στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος στην υπόθεση μεταξύ άλλων Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως δε αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Εξετάζοντας επομένως τους λόγους ένστασης που προτάσσονται δεν μπορώ να αντιληφθώ πως θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα τυχόν έγκριση της αίτησης τροποποίησης. (βλ. The Annual Practice
(1961)pg. 622 & 624). Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει μέχρι σήμερα. Κρίθηκε από τους αιτητές ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση για να παρουσιαστεί η υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου απρόσκοπτα και δίκαια και αποσκοπεί στην καλύτερη κατανόηση των πραγματικών γεγονότων. Επιχειρείται η εισαγωγή προδικαστικών ενστάσεων που άπτονται της εγκυρότητας της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων καθώς επικαλούνται ότι οι όροι όπως είχαν διατυπωθεί εκ των προτέρων, χαρακτηρίζοντας τους ως «Γενικούς Όρους Συναλλαγών», διατυπώθηκαν για να καλύψουν απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, ότι αυτοί οι όροι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων κατά τρόπο που δημιούργησε ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και κατά τρόπο που τους καθιστά καταχρηστικούς και κατά συνέπεια άκυρη ή και ακυρώσιμη την επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι αυτή περιέχει ρήτρες αδιαφανείς και συνεπώς άκυρες και/ή ακυρώσιμες και κατά συνέπεια δεν δημιουργούνται και/ή γεννιούνται οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον των εναγομένων. Από την άλλη, επιχειρείται χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, η εισαγωγή προς αντικατάσταση όλης της προηγούμενης υπεράσπισης με την προβολή διαφόρων ισχυρισμών προς υπεράσπιση τους οι οποίοι μάλιστα φτάνουν και μέχρι του σημείου της επίδειξης άγνοιας του νομικού καθεστώτος των εναγόντων και άρνησης ακόμα και του ισχυρισμού περί σύναψης της επίδικης συμφωνίας (παρ. 1 και 2 της έκθεσης απαιτήσεως). Εφόσον ακόμη θεωρούν την επίδικη συμφωνία άκυρη και/ή ακυρώσιμη για τους διάφορους νομικούς λόγους που προβάλλουν μεταξύ των οποίων και η χρέωση τόκων και άλλων επιβαρύνσεων και εξόδων χωρίς να είχαν οι ενάγοντες τέτοιο δικαίωμα όπως και δικαίωμα να θεωρήσουν το επίδικο δάνειο ως μη εξυπηρετούμενου ακόμα και της δυνατότητας τους να λάβουν δικαστικά μέτρα πριν από τη λήξη του. Επικαλούνται ακόμα την δραματική αλλαγή των οικονομικών συνθηκών στη χώρα μας που καθιστούν και την επίδικη δανειοδότηση αδύνατο να εκτελεστεί. Αρνούνται επίσης το δικαίωμα των καθ΄ων η αίτηση να εξασφαλίσουν διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου καθώς η εγγραφή της είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθώς υπήρξε παράβαση της σχετικής νομοθεσίας που ρυθμίζει τα της εγγραφής υποθηκών. Οι πιο πάνω λόγοι που θα προβληθούν αν επιτραπεί η τροποποίηση ως υπεράσπιση οδηγούν τους αιτητές να αξιώσουν από τους καθ΄ων η αίτηση ανταπαιτητικά ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Επομένως δεν διακρίνω κακοπιστία στο διάβημα εκ μέρους των αιτητών. Οι αιτητές επιθυμούν να θέσουν όλα τα πιο πάνω στο δικόγραφο τους για να δυνηθεί το Δικαστήριο όταν προβληθούν ενώπιον του να αποδώσει δικαιοσύνη. Κρίνω ότι δεν είναι αχρείαστη η τροποποίηση καθώς αν δεν γίνει θα είναι εμπόδιο και δεν θα μπορεί να παρουσιαστεί στο κατάλληλο στάδιο η κατά την άποψη των αιτητών κατάλληλη, ορθή και πραγματική μαρτυρία που αφορά τα επίδικα θέματα, διαφορετικά είναι σε τέτοια περίπτωση που θα υπάρξει εκτροχιασμός της υπόθεσης με απρόβλεπτες συνέπειες ως προς την απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης όπως καταγράφηκαν πιο πάνω απορρίπτονται. Η έγκριση της αίτησης δεν επηρεάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των καθ΄ων η αίτηση για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου καθώς η επιχειρούμενη τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα αποτρέψει τυχόν τέτοιο διάβημα κατά την ακροαματική διαδικασία οπότε σε μια τέτοια περίπτωση οπωσδήποτε και θα υπήρχε εκτροχιασμός της υπόθεσης. Ο παράγοντας της καθυστέρησης, όπως επιτάσσει η νομολογία μας, είναι σχετικός σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Σε κάθε περίπτωση είναι η διαπίστωση μου ότι υπάρχει καθυστέρηση στο διάβημα που αποσκοπεί η παρούσα αίτηση. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία μας ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστούν οι καθ΄ων η αίτηση πλην της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης ούτε και διαπιστώνω δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων τους ούτε και εκτροχιασμό της δίκης με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Η εξήγηση που δόθηκε εν προκειμένω ότι δηλαδή η αναγκαιότητα του διαβήματος προέκυψε όταν ανέλαβαν ως νέοι δικηγόροι των αιτητών και προέκυψε κατόπιν συνομιλίας που είχαν με τους αιτητές, είναι αρκούντως ικανοποιητική δικαιολογία παρόλο ότι όπως τονίζεται από τη νομολογία μας η αλλαγή δικηγόρου ενός διαδίκου δεν αποτελεί αφ΄εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος (βλ. Γραμμές Στριντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited και άλλων
(1995)ΑΑΔ 607). Κρίνω ότι είναι ικανοποιητική η εξήγηση που δόθηκε σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση και γι΄αυτό απορρίπτονται οι σχετικοί λόγοι ένστασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αντιλαμβανόμενος την ευθύνη που συνεπάγεται το διάβημα αυτό σε αυτό το στάδιο λόγω της καθυστέρησης που προκαλεί, εισηγείται ότι μετριάζεται με την επιδίκαση των εξόδων που προκλήθηκαν εξ αιτίας του διαβήματος και μόνον και όχι αυτών που προκάλεσαν οι καθ΄ων η αίτηση με την προβολή ένστασης υπέρ των καθ΄ων η αίτηση τα συμφέροντα των οποίων δεν επηρεάζονται δυσμενώς εφόσον θα έχουν το δικαίωμα της απάντησης. Δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα κρίνω θα εξισορροπούσε τα πράγματα. Βέβαια όπως έχει τονιστεί πολλές φορές από το Ανώτατο Δικαστήριο θα πρέπει πάντοτε να επιδεικνύεται ιδιαίτερη σπουδή κατά την σύνταξη των δικογράφων έτσι ώστε να μη δημιουργούν την ανάγκη της τροποποίηση τους. Η όποια ταλαιπωρία προκαλείται στους ενάγοντες με την υποβολή του αιτήματος κρίνω ότι μπορεί να εξισορροπηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Είναι λοιπόν η κατάληξη μου για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω να εγκρίνω την αίτηση επιτρέποντας τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στην έκθεση υπερασπίσεως και ανταπαιτήσεως όπως αυτές καταγράφονται στην αίτηση και επομένως θα εκδώσω διάταγμα ως τα αιτητικά της αίτησης πλήν αυτού της παρ.13 εφόσον δεν υπάρχει η αντίστοιχη παράγραφος στην έκθεση απαιτήσεως. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να κατατεθεί εντός 10 ημερών από της σύνταξης του παρόντος διατάγματος, ακολούθως εντός 20 ημερών από της επίδοσης της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στους δικηγόρους των καθ΄ων η αίτηση να κατατεθεί εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση τροποποιημένη απάντηση και τροποποιημένη υπεράσπιση στην τροποποιημένη ανταπαίτηση. Παρόλη την επιτυχία της αίτησης τα έξοδα της όπως και όσα προκύπτουν συνεπεία αυτής θα είναι σε βάρος των αιτητών και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής λόγω της καθυστερημένης, όπως αποφάνθηκα πιο πάνω, υποβολής του αιτήματος. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η αγωγή θα παραμείνει για οδηγίες για να ελεγχθεί η συμμόρφωση των διαδίκων με τις πιο πάνω οδηγίες και για να προγραμματισθεί ξανά για ακρόαση όταν θα συμπληρωθούν ξανά τα δικόγραφα. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.