← Κύπρος

Thomas James Anderson κ.α. ν. ADAM & BAMBOS DEVELOPING CO LTD, Αρ. Αγωγής: 233/ 2011, 8/7/2015

Thomas James Anderson κ.α. ν. ADAM & BAMBOS DEVELOPING CO LTD, Αρ. Αγωγής: 233/ 2011, 8/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 233/ 2011 Μεταξύ: 1.Thomas James Anderson

  1. Ileene Bell Anderson Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση και ADAM & BAMBOS DEVELOPING CO LTD Εναγομένης - Αιτήτριας ---------------------------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη - Αιτήτρια : Ο κ. Α. Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση : Η κα Μ. Χ¨Κωνσταντή για Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση εκθέσεως υπερασπίσεως με ημερομηνία 10.03.2015) Με την αίτηση της ο εναγόμενη - αιτήτρια (στη συνέχεια «η αιτήτρια»), επιζητεί την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης της με την προσθήκη δύο ακόμα παραγράφων. Συγκεκριμένα αιτείται την προσθήκη ως παρ. 1 και 2 στην έκθεση υπερασπίσεως και ανταπαιτήσεως της και την αναρίθμηση όλων των υπόλοιπων παραγράφων της έκθεσης απαιτήσεως και ανταπαιτήσεως και τη διαγραφή από το αιτητικό (Γ) της ανταπαιτήσεως των λέξεων «και τέλη». Οι παράγραφοι που επιδιώκουν να προστεθούν έχουν ως ακολούθως: «
  2. Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα κατά των Εναγομένων καθόσον το επίδικο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 12/02/2009 έχει εκχωρηθεί προς όφελος τρίτου προσώπου ήτοι της Εμπορικής Τράπεζας η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και δεν έδωσε τη σχετική άδεια στους Ενάγοντες για να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή και συνεπακόλουθα οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα διαδικασία.» «
  3. Κατά ή περί την 12/02/2009 ο Ενάγοντας 1, προς εξασφάλιση του δανείου και/ή των τραπεζικών διευκολύνσεων που θα του παρείχε η Εμπορική Τράπεζα για να μπορέσει να εξοφλήσει την κατοικία Νο. 49 την οποία αγόρασε από τους Εναγόμενους δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 29.12.2008, εκχώρησε προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας το επίδικο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο. Συναφώς, απαιτείτο η άδεια της Εμπορικής Τράπεζας για να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή και/ή σε περίπτωση άρνησης της θα έπρεπε να ήταν αναγκαίος διάδικος ως Εναγόμενος.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ. και Δ.48 Θ. 1 - 4,9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης βασίζεται σε ένορκη δήλωση του κ. Αδάμου Λοΐζου ενός εκ των διευθυντών της αιτήτριας στην οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της αιτήτριας. Δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και από πληροφορίες που έχει λάβει από τους δικηγόρους της αιτήτριας όπως και την πληροφόρηση που έχει από αυτούς για τα νομικής φύσεως θέματα. Στις παρ. 2 - 8 εξηγεί τα ακόλουθα: «
  4. Κατά την μελέτη και/ή ετοιμασία της παρούσας υπόθεσης και μετά από αλληλογραφία που είχαμε την Εμπορική Τράπεζα αυτό που διαφάνηκε είναι ότι το δάνειο το οποίο εξασφάλισε ο Ενάγοντας 1 από την Εμπορική Τράπεζα για να μπορέσει να εξοφλήσει την κατοικία Νο. 49 την οποία αγόρασε από τους Εναγόμενους/Αιτητές δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 29.12.2008, εκκρεμεί ακόμη και δεν έχει διευθετηθεί το θέμα εξόφλησης του.
  5. Περαιτέρω και/ή ειδικότερα, κατόπιν αλληλογραφίας που είχαν η Εμπορική Τράπεζα με τους Αιτητές και/ή με βάση τις επιστολές που η Εμπορική Τράπεζα έστειλε στους Αιτητές, κατά ή περί την 12/02/2009 ο Ενάγοντας 1, προς εξασφάλιση του δανείου και/ή των τραπεζικών διευκολύνσεων που θα του παρείχε η Εμπορική Τράπεζα εκχώρησε προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας το επίδικο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο.
  6. Ως μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, η εκχώρηση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας αλλάζει άρδην την πορεία της διαδικαστικής πορείας όσον αφορά την παρούσα αγωγή καθότι η Εμπορική Τράπεζα έπρεπε να έχει προστεθεί ως διάδικος και συνεπακόλουθα οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
  7. Συνεπακόλουθα, η ύπαρξη του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας διασαφηνίζει και προσδιορίζει επακριβώς τα γεγονότα και/ή τις επίδικες διαφορές χωρίς να αλλοιώνουν τη βάση και τον πυρήνα της Έκθεσης Υπεράσπισης των Αιτητών καθότι προέρχεται από το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα.
  8. Η αιτούμενη τροποποίηση θεωρείται αναγκαία και απαραίτητη ούτως ώστε το Σεβαστό Δικαστήριο να έχει ενώπιον του κατά τη δικάσιμο τα πλήρη και πραγματικά γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα αγωγή ούτως ώστε να μπορέσει να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης σε όλο το φάσμα της.
  9. Με την αιτούμενη τροποποίηση, δεν επηρεάζονται τα συνταγματικά και/ή δικονομικά δικαιώματα των Εναγόντων και/ή ο Ενάγοντας δεν υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά καθότι η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει.
  10. Ως μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας για σκοπούς δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, είναι ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο να εγκρίνει την αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων / Αιτητών.» Οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι καθ΄ων η αίτηση»), καταχώρησαν ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  11. Δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση.
  12. Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα χωρίς να δοθεί επαρκής αιτιολογία.
  13. Δεν εξηγείται για ποιο λόγο δεν δικογραφήθηκαν οι νέοι ισχυρισμοί κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης.
  14. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή, ατεκμηρίωτα και μη αποδεκτά.
  15. Οι εναγόμενοι προβάλλουν μια παντελώς νέα θέση στην υπεράσπιση τους εμπλέκοντας τρίτα πρόσωπα, που θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων και θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά.
  16. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αφού δεν σχετίζεται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα.» Η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Καν. 4 - 8, Δ.25 Καν. 1 - 6 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Βαλιαντή υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των καθ΄ων η αίτηση. Σε αυτή δηλώνει τα ακόλουθα στις παρ. 2 - 9: «2.Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπό άνω αριθμό και τίτλο αγωγής από ιδία γνώση και από πληροφόρηση που έχω λάβει από τους ενάγοντες και τους δικηγόρους τους, Γ. Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. 3.Οι ενάγοντες δεν προβαίνουν οι ίδιοι προσωπικά σε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα ένσταση για τον λόγο ότι είναι μόνιμοι κάτοικοι στο Ηνωμένο Βασίλειο. 4.Διάβασα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αδάμου Λοΐζου που στηρίζει την αίτηση των εναγομένων ημερ. 10/03/2015 και διαφωνώ με τούτο, εκτός όπου ρητά αναφέρω ότι το αποδέχομαι και πρόσθετα και ανεξάρτητα τούτων απαντώ ως ακολούθως. 5.Διαφωνώ με τις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης (Ε/Δ) που στηρίζει την αίτηση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε άσχετα γεγονότα με την παρούσα υπόθεση και σε αόριστη αλληλογραφία με την Εμπορική Τράπεζα χωρίς να επισυνάψει κάποιο τεκμήριο για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι υπέβαλαν την αιτούμενη τροποποίηση με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση τεσσάρων ετών και δεν προβάλλουν κανένα λόγο γιατί δεν δικογράφησαν τους ισχυρισμούς αυτούς στην καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης ημερ. 25/05/
  17. 6.Απορρίπτω το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Ε/Δ. Οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν κανένα ουσιαστικό λόγο για την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης κι ούτε ισχυρίζονται ότι η απόρριψη της αίτησης θα επηρεάσει την παρουσίαση της υπόθεσης τους ή και τα δικαιώματά τους. Αντιθέτως, με την αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων, οι οποίοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού προβάλλεται μια παντελώς νέα θέση ή και γραμμή υπεράσπισης που εμπλέκει τρίτο πρόσωπο που ουδεμία σχέση είχε με τους εναγομένους. 7.Διαφωνώ και με τις παραγράφους 5 και 6 της Ε/Δ. Με την αιτούμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι επιχειρούν να εισάγουν άσχετους ισχυρισμούς με τα επίδικα θέματα και να εμπλέξουν τρίτα πρόσωπα, με τα οποία ουδεμία συμβατική σχέση είχαν. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα περιπλέξει αχρείαστα τα επίδικα θέματα και θα επιφέρει σπατάλη δικαστικού χρόνου και δικηγορικών εξόδων. 8.Απορρίπτω το περιεχόμενο των παραγράφων 7 και 8 της Ε/Δ. Οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν κανένα λόγο γιατί επιδιώκουν την αιτούμενη τροποποίηση κι ούτε αναφέρουν πως αυτή θα συμβάλει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση υποβλήθηκε τέσσερα χρόνια με την έγερση της αγωγής και σκοπός των εναγομένων είναι πρόδηλα για να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα της αγωγής και να καθυστερήσουν την ταχεία εκδίκασή της. 9.Για τους ανωτέρω λόγους ζητώ απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των εναγόντων. Αν παρ΄ ελπίδα το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης, ευσεβάστως θεωρώ και εισηγούμαι πως οι ενάγοντες θα πρέπει να αποζημιωθούν με τα έξοδα της αίτησης και τα σπαταληθέντα έξοδα (thrown away) της αγωγής.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους τις οποίες ετοίμασαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που καταγράφηκαν στην ένορκη δήλωση και εκφράστηκαν κατά τις αγορεύσεις, στη συνέχεια της απόφασης μου. Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται και αναλύεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd

(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Σε θέματα τροποποίησης δικογράφων στο Annual Practice 1958, στη σελ. 622 καθορίζεται η ακόλουθη γενική αρχή: « In Tildeslev v. Harper 100 Ch.D.pp.396,397,Bramwell,L.J.said: ¨My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs¨ (per Brett, M.R. Clasapede v. Commercial Union Association,32 W.R. p. 263, Weldon v. Neal, 19 Q.B.D, p.396 and others). An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties, and multiplicity of legal proceedings avoided¨». Στην υπόθεση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « The pleadings in an action are the foundation of the litigation they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19,r.4) are clear on the point and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation, to run their case, so to speak, on the new rails». Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33 όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα περαιτέρω με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι φανερόν ότι διαφοροποιούνται από την πιο πάνω απόφαση εφόσον στην προκείμενη περίπτωση το αντίθετο συνέβηκε. Μόλις έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα τροποποίησης αμέσως καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω), στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση. Τουναντίον στην παρ. 2 της ένορκης δήλωσης του κ. Αδάμου Λοϊζου, με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση, δηλώνεται ακριβώς πως προέκυψε η ανάγκη της τροποποίηση ¨ότι δηλαδή κατά τη μελέτη και/ή ετοιμασία της υπόθεσης διαφάνηκε ότι το δάνειο το οποίο εξασφάλισε ο ενάγοντας 1 από την Εμπορική Τράπεζα για να εξοφλήσει την επίδικη κατοικία εκκρεμεί ακόμη και δεν έχει διευθετηθεί το θέμα της εξόφλησης του. Για τη παραχώρηση του δανείου οι ενάγοντες εκχώρησαν προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Για δε τους νομικούς λόγους που υποστηρίζει όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους τους ζητεί όπως γίνουν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις. Την πιο πάνω πληροφόρηση τους την άντλησαν επίσης μεταγενέστερα από σχετική αλληλογραφία που είχαν με την ως άνω τράπεζα που παραχώρησε το δάνειο. Επομένως η παρούσα υπόθεση διαφέρει ως προς τα γεγονότα της από εκείνα της υπόθεσης Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων και όπου τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Στη παρούσα υπόθεση δίδεται εξήγηση για το πότε προέκυψε η ανάγκη για την τροποποίηση.Όπως δε αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Εξετάζοντας επομένως τους λόγους ένστασης που προτάσσονται και αφορούν τα ζητήματα: (α) της δικαιολόγησης του αιτήματος, (β) της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, (γ) της μη επαρκούς αιτιολογίας της ανάγκης που επέβαλε την υποβολή του αιτήματος και (δ) της μη εξήγησης του λόγου για τον οποίο δεν δικογραφήθηκαν οι νέοι ισχυρισμοί κατά τη σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης (λόγοι ένστασης 1 - 3), με βάσει τα πιο πάνω βρίσκω ότι δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εφόσον για κάθε ζήτημα δίδεται η σχετική αιτιολογία όπως καταγράφηκε πιο πάνω. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή, ατεκμηρίωτα και μη αποδεκτά είναι ζητήματα για τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί σε αυτό το στάδιο της εξέτασης μιας αίτησης για τροποποίηση και εισαγωγής αυτών των ισχυρισμών και κατά πόσο αυτοί είναι αναληθείς ή ατεκμηρίωτοι και μη αποδεκτοί. Όπως είναι αυτονόητο αυτά τα ζητήματα θα αποφασιστούν στο τέλος της διαδικασίας και αφού αξιολογηθεί η μαρτυρία που θα προσκομισθεί. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 5 είναι γεγονός ότι εισάγεται ένας καινούργιος ισχυρισμός όμως αυτό δεν απαγορεύεται με βάσει τη νομολογία μας. Παρόμοια δεν μπορώ να αντιληφθώ πως θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα τυχόν έγκριση της αίτησης τροποποίησης (βλ. The Annual Practice
(1961)pg. 622 & 624). Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει ακόμα. Κρίθηκε από την αιτήτρια ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση για να παρουσιαστεί η υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου απρόσκοπτα και δίκαια και αποσκοπεί στην καλύτερη κατανόηση των πραγματικών γεγονότων. Κρίνω ότι είναι πράγματι αναγκαία και όχι αχρείαστη η τροποποίηση καθώς αν δεν επιτραπεί και γίνει θα είναι εμπόδιο και δεν θα μπορεί να παρουσιαστεί στο κατάλληλο στάδιο η κατάλληλη, ορθή και πραγματική μαρτυρία που αφορά τα επίδικα θέματα. Είναι δε σε αυτή την περίπτωση που θα υπάρξει εκτροχιασμός της υπόθεσης με απρόβλεπτες συνέπειες ως προς την απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης όπως καταγράφηκαν πιο πάνω απορρίπτονται. Η έγκριση της αίτησης δεν επηρεάζει το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτε και θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Τουναντίον η επιχειρούμενη τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα αποτρέψει τυχόν τέτοιο διάβημα κατά την ακροαματική διαδικασία οπότε σε μια τέτοια περίπτωση οπωσδήποτε και θα υπήρχε εκτροχιασμός της υπόθεσης. Ο παράγοντας της καθυστέρησης, όπως επιτάσσει η νομολογία μας, είναι σχετικός σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Είναι η διαπίστωση μου ότι πράγματι υπάρχει καθυστέρηση. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία μας ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστούν οι ενάγοντες πλην της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης . Υπενθυμίζω ότι ακόμη δεν άρχισε η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Δεν διαπιστώνω επίσης δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των εναγόντων ούτε και εκτροχιασμό της δίκης με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Η εξήγηση που δόθηκε εν προκειμένω, ότι δηλαδή η αναγκαιότητα προέκυψε ¨μετά από την μελέτη της υπόθεσης¨ και μετά από σχετική πληροφόρηση για τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν και δικογραφηθούν από την τράπεζα που παρέσχε το δάνειο, κρίνω ότι είναι ικανοποιητικός λόγος και δίδεται εξήγηση σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση και γι΄αυτό απορρίπτονται οι σχετικοί λόγοι ένστασης που προέβαλαν. Δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα κρίνω θα εξισορροπούσε τα πράγματα λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση. Η όποια ταλαιπωρία προκαλείται στους ενάγοντες με την υποβολή του αιτήματος κρίνω ότι μπορεί να εξισορροπηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Είναι λοιπόν η κατάληξη μου για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω να εγκρίνω την αίτηση επιτρέποντας τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στην έκθεση υπερασπίσεως όπως αυτές καταγράφονται στην αίτηση και επομένως θα εκδώσω διάταγμα ως τα αιτητικά Α,Β Γ και Δ της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης να κατατεθεί εντός 10 ημερών από της σύνταξης του παρόντος διατάγματος, ακολούθως εντός 20 ημερών από της επίδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στους δικηγόρους των καθ΄ων η αίτηση να κατατεθεί εκ μέρους του καθ΄ων η αίτηση τροποποιημένη απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Παρά την επιτυχία της αίτησης, τα έξοδα της αίτησης όπως και όσα προκύπτουν συνεπεία αυτής θα είναι σε βάρος της αιτήτριας και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα λόγω της καθυστερημένης, όπως αποφάνθηκα πιο πάνω, υποβολής του αιτήματος. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η αγωγή θα παραμείνει για οδηγίες για να ελεγχθεί η συμμόρφωση των διαδίκων με τις πιο πάνω οδηγίες και για να προγραμματισθεί ξανά για ακρόαση όταν θα συμπληρωθούν ξανά τα δικόγραφα. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.