ΜΑΡΙΝΑΣ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΙΟΥ υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΩΤΟΥ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΗ αποβιώσαντα ν. ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ΣΙΑΝΤΑΝΗΣ άλλως ΑΔΑΜΟΣ ΣΙΑΜΠΤΑΝΗΣ, Αρ.αγωγής 171/2008, 15/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 171/2008 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΩΤΟΥ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΗ Ενάγοντα και ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ΣΙΑΝΤΑΝΗΣ άλλως ΑΔΑΜΟΣ ΣΙΑΜΠΤΑΝΗΣ Εναγόμενου και όπως τροποποιήθηκε Μεταξύ: ΜΑΡΙΝΑΣ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΙΟΥ υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΩΤΟΥ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΗ αποβιώσαντα Ενάγοντα και ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ΣΙΑΝΤΑΝΗΣ άλλως ΑΔΑΜΟΣ ΣΙΑΜΠΤΑΝΗΣ Εναγόμενου Ημερ.: 15.9.2015 Για την Ενάγουσα: κα Ε.Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κ.Κ.Μουτσουρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η δικογραφία - Το επίδικο ζήτημα Με γραπτή συμφωνία ημερ. 31.10.2006, η Συμφωνία, ο Γεώργιος Χατζησωτήρη αγόρασε από τον Εναγόμενο και κάποιο Δημήτρη Ευθυμίου δύο όμορα τεμάχια με κτηματολογικά στοιχεία: Αρ. Εγγραφής 5/72 και 5/75, τεμ. 73 και 76 αντίστοιχα, αμφότερα του Σχεδίου 2-285-272 στην τοποθεσία Τόρνου, στην Αγ.Νάπα της επαρχίας Αμμοχώστου. Τα δύο τεμάχια ανήκαν στον Εναγόμενο και τον Ευθυμίου κατά ½ μερίδιο έκαστος. Το τίμημα πώλησης και για τα δύο τεμάχια ήταν £325.
- £50.000 καταβλήθηκαν με την υπογραφή της Συμφωνίας ενώ το υπόλοιπο των £275.000 συμφωνήθηκε να πληρωθεί στους πωλητές ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των τεμαχίων στον αγοραστή «...και ουχί αργότερο των 30 ημερών από σήμερα», δηλαδή την υπογραφή της Συμφωνίας. Το 2006 ο Δ.Ευθυμίου μεταβίβασε και ενέγραψε τα μερίδια του στα τεμάχια στο όνομα του Χατζησωτήρη «...προς πλήρη τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων», όπως αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης. Είναι η βάση της αξίωσης ότι παρά την ετοιμότητα και προθυμία του Χατζησωτήρη να καταβάλει «...το οφειλόμενο στον Εναγόμενο υπόλοιπο» για την οποία πληροφορούσε τον Εναγόμενο καλώντας τον να του μεταβιβάσει τα μερίδια του, ο τελευταίος, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του και κατά παράβαση της Συμφωνίας, αρνείτο, αμελούσε και παρέλειπε να το πράξει. Ο Χατζησωτήρη με επιστολές των δικηγόρων του ημερ. 14.12.2007 και 4.3.2008 επανέλαβε στον Εναγόμενο ότι ήταν πρόθυμος και έτοιμος να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς και με την τελευταία επιστολή κάλεσε τον Εναγόμενο όπως την 21.3.2008 παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στη Λάρνακα και να προβεί στη μεταβίβαση των μεριδίων του στον Χατζησωτήρη που ταυτόχρονα θα του κατέβαλλε το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Ο Εναγόμενος παρέλειψε ή και αρνήθηκε να παρουσιαστεί και να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις παραβιάζοντας τη Συμφωνία. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση η αξία των μεριδίων του Εναγόμενου στα επίδικα τεμάχια ήταν κατά την 21.3.2008 €666.354 (£390.000). Η αγωγή καταχωρίστηκε το 2008 και εκκρεμούσης αυτής την 2.2.2013 ο Χατζησωτήρη απεβίωσε. Την αγωγή προωθεί η διαχειρίστρια της περιουσίας του (βλ. Τεκμ.17) και θυγατέρα του. Η Συμφωνία δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και η προθεσμία που προέβλεπε η σχετική νομοθεσία παρήλθε. Μετά τη θέσπιση νέας νομοθεσίας (βλ. τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, αρ.81(Ι) του 2011, που τέθηκε σε ισχύ την 30.7.2011, τώρα οι περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμοι του 2011 και 2012) η Συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 25.10.2011 (ΠΩΕ 616/11) γεγονός που δικογραφήθηκε με τροποποίηση της αξίωσης. Αξιώνεται συνεπώς διάταγμα για την ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας και διαζευκτικά αποζημιώσεις ύψους €388.706 (£227.500) και επιστροφή του ποσού των €42.715,04 (£25.000) πλέον τόκους που ο Εναγόμενος είχε λάβει ως προκαταβολή. Την αχρείαστα μακρά Εκθεση Απαίτησης ακολούθησε η ακόμη πιο εκτεταμένη Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με συνεχείς επαναλήψεις των βασικών θέσεων που εμπεριέχει. Προμετωπίδα της υπεράσπισης είναι ο όρος της Συμφωνίας, αναφορικά με το υπόλοιπο των £275.000, που προνοούσε ότι: «Το υπόλοιπο ποσό των £275.000 (διακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδων Λιρών Κύπρου) θα καταβληθεί ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του κτήματος επί ονόματι του ΑΓΟΡΑΣΤΗ και ουχί αργότερο των 30 ημερών από σήμερα. Παράλειψη του αγοραστή να πληρώσει το πιο πάνω ποσό, με δεκαπέντε ημέρες χαριστική περίοδο, τότε το παρόν έγγραφο θα θεωρείται άκυρο και οι πωλητές θα κατακρατήσουν το ποσό των £5.000 ως αποζημίωση για την εν λόγω ακύρωση». Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας η Συμφωνία ακυρώθηκε αυτόματα ή λόγω παραβίασης του πιο πάνω όρου του από τον Χατζησωτήρη που υπαναχώρησε και ποτέ δεν πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό των £275.
- Κατ΄ ακολουθία της ακύρωσης της Συμφωνίας ο Εναγόμενος κάλεσε τον Χατζησωτήρη να παραλάβει το ποσό των £20.000 αλλά ο τελευταίος αρνείτο, παρέλειπε ή αμελούσε να το πράξει. Ο Εναγόμενος αρνείται όσα του καταλογίζονται περί υποσχέσεων του να προβεί στη μεταβίβαση των μεριδίων του. Είναι η θέση του ότι για πρώτη φορά κλήθηκε από τον Χατζησωτήρη για να του μεταβιβάσει τα μερίδια του με την επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 14.12.2007 που του επιδόθηκε την 28.1.2008 και με την οποία καλείτο να γνωστοποιήσει ημέρα και ώρα για τη μεταβίβαση πριν την 15.1.
- Ο Εναγόμενος απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 6.2.2008 ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων του Χατζησωτήρη ημερ. 4.3.2008, με την οποία καλείτο να παρουσιαστεί την 21.3.2008 στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για να προβεί στη μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος απάντησε με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 18.3.2008, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του. Είναι η περαιτέρω θέση του Εναγόμενου ότι η μεταβίβαση των μεριδίων του Δ.Ευθυμίου στο όνομα του Χατζησωτήρη δεν έγινε στη βάση της Συμφωνίας αλλά δυνάμει νέας συμφωνίας μεταξύ του Χατζησωτήρη και του Δ.Ευθυμίου. Ανταξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι η Συμφωνία έχει ακυρωθεί ή που να την ακυρώνει και που να του επιδικάζει το ποσό των €8.543,01 (£5.000) που, κατά τη θέση του, δικαιούται να κρατήσει από την προκαταβολή. Ακόμη διάταγμα για την απόσυρση της καταχώρησης της Συμφωνίας από το Κτηματολόγιο. Η Συμφωνία ήταν μία και ενιαία. Η υποχρέωση μεταβίβασης των τεμαχίων στο όνομα του Χατζησωτήρη εναποτέθηκε στους πωλητές από κοινού. Δεν επρόκειτο για μια συμφωνία με τον Δ.Ευθυμίου για αγορά των μεριδίων του έναντι του ποσού των £162.500 και άλλη με τον Εναγόμενο για αγορά των δικών του μεριδίων έναντι του υπολοίπου ποσού των £162.
- Αναμφίβολα, όμως, τη μεταβίβαση των μεριδίων του Εναγόμενου μπορούσε να πραγματοποιήσει μόνο ο ίδιος ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τους, όπως και τη μεταβίβαση των μεριδίων του Δ.Ευθυμίου μπορούσε να πραγματοποιήσει μόνο αυτός. Προκύπτει ακόμη από τη μαρτυρία ότι οι πωλητές θα ελάμβαναν από £162.500 έκαστος, αφού και τα μερίδια τους ήταν τα ίδια. Β. Η μαρτυρία
- Το βασικό ζήτημα της πληρωμής του υπολοίπου και της μεταβίβασης Συνιστά κοινό έδαφος ότι για τη Συμφωνία (Τεκμ.56) είχε διαμεσολαβήσει ο Ανδρέας Τσαππαρέλλας (Μ.Ε.5) κτηματομεσίτης, που διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο στο Φρέναρος. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι ο Χατζησωτήρη κατέβαλε στους Εναγόμενο και Δ.Ευθυμίου ως προκαταβολή το ποσό των £50.000 (Τεκμ.37 και 38) από το οποίο έλαβαν £25.000 έκαστος. Αυτό που είχε παραμείνει ήταν η πληρωμή του υπολοίπου των £275.000 ταυτόχρονα και η μεταβίβαση. Ο Τσαππαρέλλας μαρτύρησε ότι το έγγραφο της Συμφωνίας καταρτίστηκε από τον ίδιο στη βάση των όσων οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν. Η μεταβίβαση των τεμαχίων δεν μπορούσε να γίνει άμεσα γιατί τόσο ο Εναγόμενος όσο και ο Δ.Ευθυμίου είχαν υποχρεώσεις σε τράπεζες. Ανάφεραν όμως ότι είχαν μιλήσει με τις τράπεζες και το ζήτημα θα διευθετείτο. Ο Εναγόμενος είχε αναφερθεί και σε υποχρεώσεις του στο «Φόρο» που θα διευθετούσε πολύ σύντομα. Ο όρος στη Συμφωνία για να πληρωθεί το υπόλοιπο και να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση όχι αργότερα των 30 ημερών από της υπογραφής της εισάχθηκε γιατί ήταν η περίοδος μέσα στην οποία οι συμβαλλόμενοι υπολόγισαν ότι θα καθίστατο δυνατή η μεταβίβαση. Ο Τσαππαρέλλας δεν διενήργησε έρευνα στο Κτηματολόγιο για τις επιβαρύνσεις των επίδικων τεμαχίων. Εφόσον του ειπώθηκε από τους πωλητές ότι χρωστούσαν, τηλεφώνησε σε δύο τράπεζες και στο «Φόρο» και διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος χρωστούσε μικρά ποσά στις τράπεζες που αφορούσαν κάποιες ενοικιαγορές αυτοκινήτων και ένα ποσό γύρω στις £20.000 στο «Φόρο» και ενημέρωσε σχετικά τον Χατζησωτήρη. Ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.55) ισχυρίστηκε ότι κατά τη συμφωνία ο Τσαππαρέλλας εκπροσωπούσε τον Χατζησωτήρη. Σε συνέχεια της θέσης του αυτής υποστήριξε ότι ο Τσαππαρέλλας γνώριζε ότι είχε υποθήκες και επιβαρύνσεις στα μερίδια του και γι΄ αυτό εισήξε στον όρο 2 ότι εάν μέσα σε 30 ημέρες από της υπογραφής της Συμφωνίας, με 15 ημέρες χάρη, οι πωλητές δεν κατόρθωναν να εξαλείψουν όλες τις υποθήκες και επιβαρύνσεις, ο Χατζησωτήρη θα είχε το δικαίωμα να ακυρώσει τη Συμφωνία και οι πωλητές θα ήταν υπόχρεοι να του επιστρέψουν το σύνολο της προκαταβολής. Σε κάθε περίπτωση, η Συμφωνία δεν ήταν ετεροβαρής αφού υπήρχε ανάλογος όρος σε σχέση με την υποχρέωση του Χατζησωτήρη για το υπόλοιπο, που μάλιστα επέτρεπε στους πωλητές να κρατήσουν ποσό £5.000 από την προκαταβολή. Η βασική θέση που υποστήριξε ο Εναγόμενος ήταν ότι θα έπρεπε ο Χατζησωτήρη εντός της περιόδου των 45 ημερών να καταβάλει το υπόλοιπο των £275.000 και πως εφόσον δεν το έπραξε η Συμφωνία είχε ακυρωθεί. Μέσα στην περίοδο των 45 ημερών ούτε του τηλεφώνησε ούτε του έστειλε επιστολή ότι ενδιαφερόταν για να προχωρήσουν στη μεταβίβαση. Ο Χατζησωτήρη, ανάφερε, είχε υπαναχωρήσει γι΄ αυτό και δεν μερίμνησε να καταθέσει τη Συμφωνία στο Κτηματολόγιο. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είχε επικοινωνία με τον Χατζησωτήρη, αλλά πιστεύει ότι αν ο Χατζησωτήρη ήθελε τα τεμάχια θα κατέθετε τη Συμφωνία. Επανειλημμένα, υποστήριξε στη γραπτή του δήλωση, κάλεσε τον Χατζησωτήρη να παραλάβει το ποσό των £20.000, αφού κατά τη θέση του δικαιούτο να κρατήσει £5.000, όμως ο Χατζησωτήρη συνεχώς απέφευγε και παρέλειπε να το παραλάβει. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του περιορίστηκε στο ότι η πρόταση του για να επιστρέψει τις £20.000 έγινε, 60 με 70 ημέρες μετά τη Συμφωνία, προς τον Τσαππαρέλλα που του είπε «άφησε να δούμε, άφησε να δούμε». Ο Τσαππαρέλλας είχε μαρτυρήσει ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του για να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό από την προκαταβολή που επήρε. Ούτε και του υποβλήθηκε ότι υπήρξε τέτοια επικοινωνία από μέρους του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τον Τσαππαρέλλα ο Εναγόμενος ήταν τακτικός του πελάτης και επισκεπτόταν το γραφείο του δύο με τρεις φορές την εβδομάδα. Το ζήτημα της μεταβίβασης συζητείτο κάθε φορά. Ο Εναγόμενος διαβεβαίωνε ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση μέσα στην περίοδο των 30 ημερών και αυτός ήταν ο λόγος, κατά τον Τσαππαρέλλα, που η Συμφωνία δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Η Ελένη Χατζησωτηρίου (Μ.Ε.6) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.36), σύζυγος του Χατζησωτήρη, η Ελένη, μαρτύρησε ότι είχε συναποφασίσει με το σύζυγο της για την αγορά των επίδικων τεμαχίων. Στην εξέλιξη των γεγονότων με τους πωλητές να μην προσέρχονται για τη μεταβίβαση, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο σύζυγος της την είχε εξουσιοδοτήσει και χειριζόταν η ίδια το ζήτημα. Η πρόνοια στη Συμφωνία για μεταβίβαση όχι αργότερα των 30 ημερών από της υπογραφής της, ήταν ο λόγος που ο Τσαππαρέλλας τους σύστησε ότι δεν ήταν αναγκαία η κατάθεση της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Ο Χατζησωτήρη ανέμενε από τους πωλητές να τον ειδοποιήσουν για την άρση των υποθηκών και επιβαρύνσεων των τεμαχίων και ότι ήταν έτοιμοι να προβούν στη μεταβίβαση τους. Όπως της είχε αναφέρει, οι πωλητές είχαν μικρές επιβαρύνσεις επί των τεμαχίων τις οποίες θα τακτοποιούσαν με τα χρήματα που είχαν εισπράξει ως προκαταβολή. Όταν πλησίαζε η προθεσμία των 30 ημερών ο Χατζησωτήρη ανησύχησε και επικοινώνησε τόσο με τους πωλητές όσο και τον Τσαππαρέλλα. Τόσο οι πωλητές όσο και ο Τσαππαρέλλας του ζήτησαν πίστωση χρόνου και τον διαβεβαίωσαν ότι πολύ σύντομα θα ήταν έτοιμοι για τη μεταβίβαση. Ο Χατζησωτήρη έδωσε πίστη τόσο στο Τσαππαρέλλα, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν χωρίς προβλήματα, και που γνώριζε καλά τους πωλητές, όσο και στους ιδίους και ανέμενε να τον ενημερώσει ο Τσαππαρέλλας πότε θα ήταν έτοιμοι. Αφού παρήλθαν οκτώ περίπου μήνες, συνεχίζει η Ελένη, και οι πωλητές παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις τους δεν είχαν διευθετήσει όσα είχαν υποσχεθεί, ο Χατζησωτήρη ζήτησε από το Τσαππαρέλλα να διευθετήσει συνάντηση μαζί τους. Στο μεταξύ η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί, οπόταν κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2006 στο γραφείο του Τσαππαρέλλα παρουσιάστηκε η ίδια μαζί με την θυγατέρα της, την Ενάγουσα. Παρευρέθηκαν ακόμα ο Ευθύμιος Ευθυμίου, πατέρας και αντιπρόσωπος του Δ.Ευθυμίου, ο Εναγόμενος και ο Τσαππαρέλλας. Συμφωνήθηκε ότι οι πωλητές θα προέβαιναν άμεσα στα αναγκαία διαβήματα για να επιτευχθεί η μεταβίβαση και από τους δύο και δόθηκε νέα πίστωση χρόνου. Η Ενάγουσα (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.15) μαρτύρησε ότι ήταν παρούσα στη συνάντηση που έγινε περί τον Ιούλιο του 2006 στο γραφείο του κτηματομεσίτη Τσαππαρέλλα. Ηταν τότε 19 χρονών και φοιτήτρια και βρισκόταν σε διακοπές. Παρόντες ήταν εκτός από τη μητέρα της και την ίδια, ο Τσαππαρέλλας, ο πατέρας του Δ.Ευθυμίου, ως αντιπρόσωπος του γιού του, και ο Εναγόμενος. Ο Χατζησωτήρη δεν παρέστηκε γιατί αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Είναι η θέση της ότι κατά τη συνάντηση δεν έγινε καμιά αναφορά σε ακύρωση της Συμφωνίας, όπως της υποβλήθηκε, αλλά δόθηκαν διαβεβαιώσεις από τον Εναγόμενο και τον αντιπρόσωπο του Δ.Ευθυμίου ότι θα προέβαιναν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα και ότι σύντομα θα προχωρούσε η μεταβίβαση. Αυτή ήταν και η κατάληξη της συνάντησης, ότι δηλαδή θα προχωρούσε η μεταβίβαση και θα εξοφλείτο το υπόλοιπο ως η Συμφωνία. Ο Τσαππαρέλλας επιβεβαιώνει το γεγονός της συνάντησης στο γραφείο του, τους παρευρεθέντες και το αποτέλεσμα που ήταν η επαναβεβαίωση της Συμφωνίας και ότι θα προχωρούσε η μεταβίβαση. Πράγματι, όπως σημειώνει, κάποιους μήνες μετά πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση των μεριδίων του Δ.Ευθυμίου στον Χατζησωτήρη. Μετά από πάροδο αρκετού χρόνου και πολλές οχλήσεις από τον ίδιο, ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι ο «Φόρος» δεν του έκανε έκπτωση και πως δεν έπρεπε να πληρώσει τόσο φόρο. Ακόμη ότι η τράπεζα δεν δεχόταν τα ποσά. Όμως, μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής ουδέποτε του ανέφερε ότι δεν θα προχωρούσε στη μεταβίβαση, αλλά ούτε και εξέφρασε ετοιμότητα για να την πραγματοποιήσει. Ο Εναγόμενος αρνείται τη συνάντηση του Ιουλίου του
- Στη γραπτή του δήλωση ανάφερε ότι το καλοκαίρι εκείνο σε μια περίπτωση ο Τσαππαρέλλας τον ρώτησε κατά πόσο ενδιαφερόταν να πωλήσει τα μερίδια του με νέα συμφωνία στον Χατζησωτήρη και ο ίδιος του απάντησε θετικά. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι κατά την επικοινωνία που είχε με τον Τσαππαρέλλα, ο τελευταίος τον ρώτησε αν θα μεταβίβαζε τα μερίδια του και ο ίδιος απάντησε «... φίλε Τσαππαρέλλα ξήχασε την υπόθεση διότι το έγγραφο τζιείνο είναι άκυρο. Αν θέλετε να το πουλήσουμε εύρε τους να συμφωνήσουμε ξανά να τους το πουλήσω». Ενώ δηλαδή στη γραπτή του δήλωση φέρει τον Τσαππαρέλλα να συμπεριφέρεται ως εάν να αναγνώριζε ότι δεν υφίστατο δέσμευση με βάση τη Συμφωνία, διά ζώσης τον παρουσιάζει να ρωτά για τη μεταβίβαση και τον ίδιο να θέτει ζήτημα ότι η Συμφωνία ήταν άκυρη και πως μόνο στη βάση νέας συμφωνίας θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η πώληση. Σύμφωνα με την Ελένη, μετά τη μεταβίβαση των μεριδίων του Δ.Ευθυμίου, ο Εναγόμενος συνέχιζε να διαβεβαιώνει τον Χατζησωτήρη ότι θα προχωρούσε και αυτός στη μεταβίβαση αλλά χρειαζόταν χρόνο. Όταν αποκάλυψε στον Χατζησωτήρη ότι τα μερίδια του βαρύνονταν με πολλά εμπράγματα βάρη ως αποτέλεσμα υποχρεώσεων του σε τράπεζες και στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων συνέχισε και πάλι να τον διαβεβαιώνει ότι θα διευθετούσε τη μεταβίβαση ζητώντας του να μην προσφύγει στη δικαιοσύνη. Ο Χατζησωτήρη προσέφυγε σε δικηγόρο τέλη του 2007, όταν αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος δεν είχε την πρόθεση ή τη δυνατότητα να προβεί στη μεταβίβαση. Προκύπτει πως η Ελένη, επικαλούμενη διαβεβαιώσεις που ελάμβανε ο Χατζησωτήρη από τον Εναγόμενο, δεν αναφερόταν σε προσωπικές επαφές του Εναγόμενου με το σύζυγο της. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει μαρτυρήσει ότι γνωρίζει ή της ειπώθηκε ότι υπήρξε τέτοια προσωπική επαφή. Προδήλως αναφερόταν σε διαβεβαιώσεις που ο σύζυγος της ελάμβανε από τον Τσαππαρέλλα. Η Ενάγουσα μαρτύρησε πως ο πατέρας της εκ των υστέρων έμαθε για τις επιβαρύνσεις επί των επιδίκων τεμαχίων και πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν προχωρούσε η μεταβίβαση τους. Ο Τσαππαρέλλας όμως τον προέτρεπε να μην ανησυχεί και να δείξει υπομονή και τον διαβεβαίωνε ότι ο Εναγόμενος θα προχωρούσε στη μεταβίβαση, όπως τελικά είχε πράξει ο Δ.Ευθυμίου. Υποβλήθηκε από την υπεράσπιση στην Ελένη ότι ο Χατζησωτήρη είχε μετανοιώσει και δεν επιθυμούσε την αγορά των τεμαχίων γι΄ αυτό και δεν προέβηκε σε καμιά ενέργεια μέσα στην προθεσμία των 30 ή 45 ημερών από της υπογραφής της Συμφωνίας. Κατά την υπεράσπιση, τον Νοέμβριο του 2005 πάρθηκε απόφαση για την επ΄ αόριστο παγοποίηση των σχεδιασμών για κατασκευή μαρίνας στην περιοχή και γι΄ αυτό ο Χατζησωτήρη είχε υπαναχωρήσει, για να επανέλθει και να διεκδικεί τα τεμάχια όταν αποφασίστηκε εκ νέου η κατασκευή της μαρίνας. Η Ελένη αρνήθηκε τις υποβολές, επιμένοντας ότι ήταν πάντα έτοιμοι και πρόθυμοι να πληρώσουν το υπόλοιπο και πάντα επιθυμούσαν την απόκτηση των τεμαχίων. Οι εισηγήσεις της υπεράσπισης έχουν αντικειμενικές αδυναμίες. Εάν ο Χατζησωτήρη είχε μετανοιώσει, θα αναμενόταν να απαιτήσει την επιστροφή της προκαταβολής έστω του μέρους πέραν του ποσού που οι πωλητές δικαιούνταν να κρατήσουν, δηλαδή €76.887,07 (£45.000). Δεν επρόκειτο για μικρό ποσό το οποίο θα μπορούσε κάποιος να αμελήσει να διεκδικήσει ή να αφήσει να εκκρεμεί με την προοπτική ότι θα μπορούσε στο μέλλον να ήθελε να αγοράσει τα τεμάχια, όπως σε κάποιο στάδιο εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Περαιτέρω, παρά το ότι η συνάντηση του Ιουλίου του 2006 δεν είναι παραδεκτή από τον Εναγόμενο, οι μεταβιβάσεις από τον Δ.Ευθυμίου με τη δήλωση μεταβίβασης ημερ. 19.10.2006 είναι γεγονός. Εάν ο Χατζησωτήρη δεν επιθυμούσε να αποκτήσει τα τεμάχια, δεν θα είχε κανένα νόημα να πληρώσει άλλες €184.101,82 (£107.750) για να αποκτήσει τα μερίδια του Δ.Ευθυμίου. Ακόμα και στη βάση της εισήγησης της υπεράσπισης ότι ο Χατζησωτήρη είχε μετανοιώσει αρχικά αλλά το ενδιαφέρον του αναβίωσε όταν επανήλθαν τα σενάρια κατασκευής της μαρίνας, η υπεράσπιση παραμένει εκτεθειμένη. Ιδιαίτερα μετά τον Οκτώβριο του 2006 θα αναμενόταν ο Χατζησωτήρη να οχλεί τον Εναγόμενο για να του μεταβιβάσει και τα δικά του μερίδια. Ο Εναγόμενος, όμως, υποστηρίζει ότι για πρώτη φορά οχλήθηκε τον Ιανουάριο του
- Διατείνεται μάλιστα ότι εξεπλάγηκε γιατί ήταν της εντύπωσης ότι ο Χατζησωτήρη δεν επιθυμούσε την απόκτηση των μεριδίων του. Πώς όμως θα μπορούσε να εκπλαγεί αφού γνώριζε ότι από το 2006 ο Χατζησωτήρη είχε αποκτήσει τα μερίδια του Δ.Ευθυμίου. Η υποβολή της υπεράσπισης ήταν ότι η απόφαση ότι δεν θα κατασκευαζόταν μαρίνα λήφθηκε την 28.11.
- Εάν πράγματι έτσι συνέβηκε και το γεγονός είχε προκαλέσει πτώση στις αξίες των κτημάτων της περιοχής και την υπαναχώρηση του Χατζησωτήρη, καμιά εξήγηση δεν προσφέρεται για την αδράνεια των πωλητών και συγκεκριμένα του Εναγόμενου από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας μέχρι και τις 28.11.
- Αλλωστε, η Συμφωνία προέβλεπε για μεταβίβαση εντός 30 ημερών και είχαν ήδη παρέλθει 28 ημέρες. Δεν έχει καταδειχθεί αλλά αντίθετα διαφάνηκε, όπως πιο κάτω θα δούμε, πως ο Εναγόμενος δεν είχε προβεί στις απαραίτητες διευθετήσεις για να είναι έτοιμος να μεταβιβάσει τα μερίδια του. Στην παρ.9 της γραπτής δήλωσης του Εναγόμενου αναφέρεται ότι είναι περί το τέλος του 2007 που αποφασίστηκε οριστικά η κατασκευή μαρίνας στην περιοχή γεγονός που ανέβασε τις αξίες των επίδικων τεμαχίων. Σε αυτή την περίπτωση καταρρίπτεται το σύνολο της επιχειρηματολογίας του Εναγόμενου. Εφόσον ο Χατζησωτήρη κατέβαλε μέρος του υπολοίπου ώστε να του μεταβιβαστούν τα μερίδια του Δ.Ευθυμίου το Νοέμβριο του 2006 σημαίνει ότι η επιθυμία του Χατζησωτήρη να αποκτήσει τα τεμάχια είναι ασύνδετη με την απόφαση κατασκευής της μαρίνας και η όποια προγενέστερη απόφαση για τη ματαίωση των σχεδιασμών κατασκευής της δεν μπορεί λογικά να συνδεθεί με την ισχυριζόμενη υπαναχώρηση του. Το Τεκμ.57 είναι Εκτίμηση ημερ. 23.7.2007 των Αντώνης Λοϊζου & Συνεργάτες αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια, που απευθύνεται στον Τσαππαρέλλα. Μαρτύρησε ο Τσαππαρέλλας ότι δεν θυμάται να έδωσε οδηγίες, αλλά συνεχώς το γραφείο του ζητά εκτιμήσεις εκ μέρους πελατών. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι αυτή η έκθεση που εκτιμά την αξία των τεμαχίων στις £780.000 είναι ο λόγος που ο Χατζησωτήρη έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον του να διεκδικήσει τα μερίδια του. Η εισήγηση του Εναγόμενου είναι αβάσιμη αφού είναι ακλόνητο το εύρημα ότι, ακόμα και αν ο Χατζησωτήρη είχε αρχικά υπαναχωρήσει, τον Οκτώβριο του 2006 αναμφίβολα επιθυμούσε να αποκτήσει τα τεμάχια. Η εισήγηση του Εναγόμενου είναι ενδεικτική της στάσης του να προσπαθεί να περιπλέξει τα γεγονότα και να επικαλεστεί οτιδήποτε κατά τη θέση του θα μπορούσε να κλονίσει την υπόθεση της Ενάγουσας.
- Η μεταβίβαση των μεριδίων του Δ.Ευθυμίου Από τα αντίγραφα του Κτηματικού Μητρώου αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια (Τεκμ.1 και 2 αντίστοιχα) προκύπτει ότι η μεταβίβαση από τον Δ.Ευθυμίου στο Χατζησωτήρη έγινε την 2.11.2006 δυνάμει αγοράς για ποσά £95.000 και £37.750 αντίστοιχα. Τα μερίδια εγγράφηκαν στο όνομα του Χατζησωτήρη (βλ.Τεκμ.40 και 41), ενώ από την 20.6.2011 τα τεμάχια είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της Ενάγουσας και του αδελφού της Φώτου Χατζησωτηρίου, κατά ¼ μερίδιο έκαστος κατόπιν δωρεάς από τον Χατζησωτήρη (βλ. Τεκμ.4 και 5). Ηταν η θέση του Τσαππαρέλλα ότι η μεταβίβαση των μεριδίων του από τον Δ.Ευθυμίου στον Χατζησωτήρη έγινε στη βάση της Συμφωνίας και όχι οιασδήποτε νέας, όπως του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση. Την ίδια θέση υποστήριξε και η Ελένη. Βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης για να υποστηρίξει ότι έγινε νέα συμφωνία, ήταν ότι το τίμημα πώλησης ήταν £132.750, ενώ, στη βάση της Συμφωνίας ο Δ.Ευθυμίου δικαιούτο στο συνολικό ποσό των £162.
- Ο Τσαππαρέλλας ανάφερε ότι ο Χατζησωτήρη είχε συζητήσει με τον Ευθυμίου και επειδή ο Χατζησωτήρη είχε τα λεφτά του σε πρώτη ζήτηση και είχε απωλέσει τόκους, αλλά και γιατί ελάμβανε μερίδια και όχι ολόκληρα τα επίδικα τεμάχια, ο Ευθυμίου του χάρισε ένα ποσό. Την ίδια ακριβώς θέση υποστήριξε και η Ελένη. Είναι γεγονός ότι η έκπτωση ήταν μεγάλη. Δεν υπήρξε κανένας ισχυρισμός ότι το ποσό των £132.750 καταβλήθηκε στον Δ.Ευθυμίου επιπλέον του ποσού των £25.000 που είχε ήδη λάβει ως προκαταβολή, αν και η Ελένη ανάφερε ότι θυμάται ότι η διαφορά ήταν μικρή. Σε κάθε περίπτωση, τα σχετικά με τη μεταβίβαση έγγραφα (Τεκμ.34) είναι ξεκάθαρα ότι η τιμή πώλησης ήταν £132.
- Την εποχή εκείνη παρατηρείτο αύξηση στην αξία των ακινήτων, οπόταν το γεγονός ότι ο Δ.Ευθυμίου αποδέχτηκε να εισπράξει μικρότερο ποσό ενισχύει τη θέση ότι ήταν δεσμευμένος από τη Συμφωνία και το τίμημα πώλησης. Διαφορετικά θα επεδίωκε, ίσως, να πάρει την τρέχουσα τιμή για τα μερίδια του, μεγαλύτερη ακόμα και από αυτή που προνοείτο στη Συμφωνία. Στη Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου (Τεκμ.34) υπάρχει δήλωση των μερών, του Ευθύμιου Ευθυμίου ως πληρεξουσίου του υιού του και του Τσαππαρέλλα εκ μέρους του Χατζησωτήρη, ότι για τη συναλλαγή δεν υπήρξε μεσολάβηση κτηματομεσίτη. Το επιχείρημα της υπεράσπισης είναι ότι εφόσον στη Συμφωνία υπήρχε μεσολάβηση κτηματομεσίτη (όρος 4) η μεταβίβαση από τον Δ.Ευθυμίου στον Χατζησωτήρη πρέπει να έγινε στη βάση άλλης συμφωνίας. Ο Τσαππαρέλλας μαρτύρησε ότι η δήλωση έγινε επειδή ο ίδιος δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό. Το γεγονός ότι δηλώθηκε ότι για τη συναλλαγή δεν υπήρξε μεσολάβηση κτηματομεσίτη δεν είναι στοιχείο που κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης μπορεί να θεωρηθεί ότι καταδεικνύει ότι επρόκειτο για νέα συμφωνία στην έννοια που το θέτει η υπεράσπιση. Όπως θα δούμε πιο κάτω, ακόμα και στην περίπτωση που είχε επιχειρηθεί η διαμεσολάβηση τρίτων, ο Τσαππαρέλλας συνέχισε να διεκδικεί τα συμφέροντα του. Είμαι πεπεισμένος πως ακόμα και αν η Συμφωνία είχε πάψει να ισχύει και ο Χατζησωτήρη με τον Δ.Ευθυμίου είχαν συνάψει νέα, ο Τσαππαρέλλας δεν θα εγκατέλειπε την προμήθεια του. Μάλιστα εάν η Συμφωνία είχε πάψει να ισχύει γιατί το ενδιαφέρον του Χατζησωτήρη είχε σε κάποιο στάδιο εκλείψει και η οποιαδήποτε παράλειψη του Τσαππαρέλλα σε σχέση με τη Συμφωνία δεν είχε προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα στο Χατζησωτήρη, ήταν λογικό και θα αναμενόταν ο Τσαππαρέλλας να πάρει προμήθεια για τη νέα συμφωνία. Προς τι να αντιπροσωπεύσει τον Χατζησωτήρη κατά τη μεταβίβαση αν δεν είχε διαμεσολαβήσει στη νέα συμφωνία. Επομένως ο λόγος για τον οποίο δηλώθηκε ότι για τη συναλλαγή δεν υπήρξε μεσολάβηση κτηματομεσίτη δεν δικαιολογείται στη βάση ότι επρόκειτο για νέα συμφωνία και θα μπορούσε να αναζητηθεί αλλού. Στα έγγραφα μεταβίβασης εμπεριέχεται και δήλωση του Εναγόμενου ως συνιδιοκτήτη ότι δεν επιθυμούσε να αγοράσει τα μερίδια του Ευθυμίου. Το άρθρο 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, δίδει πρώτο δικαίωμα στο συνιδιοκτήτη να αγοράσει το μερίδιο που ο συνιδιοκτήτης του προτείνει να πωλήσει σε τρίτο. Ετσι, για να γίνει αποδεχτή μεταβίβαση μεριδίου σε τρίτο απαιτείται δήλωση του συνιδιοκτήτη ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του. Το επιχείρημα της υπεράσπισης είναι ότι εάν η μεταβίβαση γινόταν στη βάση της Συμφωνίας δεν θα πρέπει να απαιτείτο η δήλωση του Εναγόμενου, ο οποίος ως μέρος στη Συμφωνία δεσμευόταν από αυτή. Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι ζητώντας από τον Εναγόμενο να υπογράψει την πιο πάνω δήλωση ουσιαστικά του αναγνωριζόταν ότι δεν ήταν δεσμευμένος από τη Συμφωνία. Όμως, πολλές φορές ακολουθούνται πρακτικές λύσεις, και εφόσον, λόγω και της μείωσης στην τιμή, δεν παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο η Συμφωνία, η δήλωση από τον Εναγόμενο συνιδιοκτήτη ήταν απαραίτητη. Ο Χατζησωτήρη είχε πληρεξουσιοδοτήσει τον Τσαππαρέλλα να αποδεχτεί τη μεταβίβαση των μεριδίων του Δ.Ευθυμίου στο όνομα του με Ειδικό Πληρεξούσιο Εγγραφο (μέρος του Τεκμ. 34). Αναφέρεται σε αυτό ότι πληρεξουσιοδοτείτο ο Τσαππαρέλλας να: «Παρουσιαστεί ενώπιο[ν] του Κτηματολογίου Αμμοχώστου και μεταβιβάσει επί ονόματι μου το ½ μερίδιο των κάτωθι περιγραφόμενων κτημάτων τα οποία αγόρασα από τον Δημήτρη Ευθυμίου Ευθυμίου κάτοχο Δ.Τ.786130 για το ποσό των £132.750.» Η χρησιμοποίηση του πιο πάνω λεκτικού δεν οδηγεί στην κατάληξη ότι υπήρξε νέα συμφωνία μεταξύ του Χατζησωτήρη και του Δ.Ευθυμίου στην έννοια ότι τα μέρη αναγνώρισαν ότι δεν δεσμεύονταν από τη Συμφωνία και εντελώς ελεύθερα και απαλλαγμένα από τις υποχρεώσεις τους κατάρτησαν νέα.
- Οι εξελίξεις το 2011 Ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι αρχές Φεβρουαρίου του 2011 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο γραφείο του Τσαππαρέλλα στην παρουσία του Τσαππαρέλλα, του συνέταιρου του Κυριάκου Καπετάνιου, της Ελένης και του ιδίου για να συμφωνηθεί η σύναψη νέου πωλητηρίου εγγράφου. Συμφωνήθηκε να γίνουν εκτιμήσεις και από τα δύο μέρη για να καταλήξουν σε νέα συμφωνία με νέα τιμή. Αφού ετοιμάστηκαν οι δύο εκτιμήσεις ακολούθησε νέα συνάντηση τον Μάρτιο του 2011 στην παρουσία των ιδίων προσώπων κατά την οποία συζητήθηκαν οι εκτιμήσεις χωρίς όμως τα μέρη να μπορέσουν να καταλήξουν στην τιμή. Ετσι, δεν υπογράφηκε νέα συμφωνία. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι παρούσα ήταν και η Ενάγουσα, θέση που ουδέποτε υποβλήθηκε στην τελευταία. Το Τεκμ.48 είναι Εκθεση Εκτίμησης ημερ. 1.3.2011 των Photis Ioannou Appraisals Ltd που ετοιμάστηκε με εντολή της Ελένης Χατζησωτηρίου και το Τεκμ.58 είναι Εκθεση Εκτίμησης ιδίας ημερομηνίας των Μ.Φιλώτας Εκτιμήσεις Λτδ που ζητήθηκε από τον Εναγόμενο. Η υπεράσπιση συνδέει τις δύο εκτιμήσεις με την κατά τη θέση της συνάντηση στο γραφείο του Τσαππαρέλλα τον Φεβρουάριο του 2011 και ότι είχαν ζητηθεί με την προοπτική να καταλήξουν στην τιμή και να συνάψουν νέα συμφωνία. Υποβλήθηκε συναφώς στο Τσαππαρέλλα ότι τον Φεβρουάριο του 2011 έγινε συνάντηση στο γραφείο του, στην παρουσία του ιδίου, του συνέταιρου του Κυριάκου Καπετάνιου, του Εναγόμενου και της Ελένης Χατζησωτηρίου κατά την οποία συμφωνήθηκε να γίνουν από τα μέρη ξεχωριστές εκτιμήσεις. Ο Τσαππαρέλλας υποστήριξε ότι δεν είχε ξαναδεί τις εκτιμήσεις και αρνήθηκε ότι αυτές έγιναν με δική του υπόδειξη ώστε να βρεθεί λύση με τη σύναψη νέας συμφωνίας. Ο Τσαππαρέλλας δεν θυμόταν καν τέτοια συνάντηση. 'Ο,τι είχε περιπέσει στην αντίληψη του ήταν ότι φιλικά πρόσωπα του Χατζησωτήρη και του Εναγόμενου προσπαθούσαν να πείσουν τον τελευταίο να προβεί στη μεταβίβαση. Θορυβήθηκε μήπως παρακαμφθεί και απωλέσει την προμήθεια του και συναντήθηκε με τον Εναγόμενο, του οποίου επίστησε την προσοχή ότι ήθελε την προμήθεια του στη βάση της Συμφωνίας. Προς τούτο ζήτησε από τον Εναγόμενο, που του υπόγραψε σχετική Δήλωση ημερ. 5.12.2011 (Τεκμ.35). Αναφέρεται στη Δήλωση ότι σε περίπτωση που ολοκληρωνόταν η πώληση των μεριδίων του Εναγόμενου στην οικογένεια του Χατζησωτήρη, ο Εναγόμενος θα όφειλε να καταβάλει στον Τσαππαρέλλα το ½ της προμήθειας αφού ο Τσαππαρέλλας είχε μεσολαβήσει για την πώληση των τεμαχίων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 31.10.
- Ο Τσαππαρέλλας υπόγραψε ότι αποδεχόταν ως αμοιβή το ½ της προμήθειας. Απαντώντας γιατί αποδέχτηκε τη μισή προμήθεια είπε «... βαρέθηκα, κουράστηκα, όσα πιάσω». Η Ελένη αναγνώρισε το Τεκμ.48 ως εκτίμηση που είχε η ίδια ζητήσει. Ανέφερε ότι της την είχε ζητήσει ο Τσαππαρέλλας. Άκουσε ότι εκτίμηση ζήτησε και ο Εναγόμενος αλλά δεν είχε δει ποτέ το Τεκμ.
- Αρνήθηκε ότι παρευρέθηκε σε συνάντηση στο γραφείο του Τσαππαρέλλα τον Φεβρουάριο του
- Η συνάντηση με τον Εναγόμενο το 2011 είχε γίνει στο ξενοδοχείο τους το Αστερίας. Η συνάντηση, ανάφερε, ήταν λίγες μόνο μέρες πριν την κατάθεση της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Αυτό τοποθετεί τη συνάντηση τον Οκτώβριο του
- Είχε προσκαλέσει τον Εναγόμενο για δείπνο μετά από παρέμβαση του αδελφού του συζύγου της Λευτέρη Χατζησωτηρίου (Μ.Ε.8) τον οποίο είχε προσεγγίσει για το ζήτημα κάποιος Κωστάκης Νούρος ή κάποιος Παναγιώτης Ζηντήλης εκ μέρους του Εναγόμενου. Παρόντες ήταν πέραν από τον Εναγόμενο και την ίδια, ο Ζηντήλης και ο κουνιάδος της. Ο Εναγόμενος ήθελε να καταρτισθεί νέο αγοραπωλητήριο έγγραφο και ζητούσε €600.000 τα οποία να του δοθούν προκαταβολικά για να άρει τις επιβαρύνσεις των μεριδίων του. Υποβλήθηκε στην Ελένη ότι η ίδια είχε την πρωτοβουλία για τη συνάντηση ζητώντας τη διαμεσολάβηση του Ζηντήλη που ήταν φίλος του Εναγόμενου. Ακόμη, πως κατά τη συνάντηση στο ξενοδοχείο Αστερίας κατέληξαν σε συμφωνία για το ποσό των €550.000 που η πλευρά της στη συνέχεια αθέτησε. Η Ελένη αρνήθηκε τις υποβολές. Ο Λευτέρης (γραπτή δήλωση - Τεκμ.53) μαρτύρησε ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου ή τον Νοέμβριο του 2011 τον προσέγγισε ο Ζηντήλης που ήταν γνωστός του και προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ώστε να βοηθήσει τον Χατζησωτήρη με τη μεταβίβαση των μεριδίων του Εναγόμενου. Ετσι, διευθετήθηκε η συνάντηση στο ξενοδοχείο Αστερίας στην οποία παρευρέθηκαν ο ίδιος με την Ελένη, ο Εναγόμενος και ο Ζηντήλης. Όπως ο Λευτέρης αντιλήφθηκε, ο Εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός πως η Συμφωνία δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, προέβαλε υπέρογκες οικονομικές απαιτήσεις για να προχωρήσει στη μεταβίβαση επιδιώκοντας να καλύψει υποχρεώσεις του που βάρυναν τα μερίδια του και να παραμείνει και μεγάλο κέρδος για τον ίδιο. Δεν υπήρξε οιαδήποτε κατάληξη. Αναφορικά με τη συνάντηση στο ξενοδοχείο Αστερίας, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι πραγματοποιήθηκε τη πρωτοβουλία της Ελένης που είχε ζητήσει από το Νούρο και τον Ζηντήλη να τον προσεγγίσουν. Στη συνάντηση που έγινε τον Νοέμβριο του 2011 παρευρέθηκαν η Ελένη, ο Λευτέρης, ο Ζηντήλης και ο ίδιος. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι κατέληξαν σε συμφωνία ώστε να υπογραφεί νέο πωλητήριο έγγραφο με τίμημα πώλησης €550.000 με προκαταβολή €50.000 και να μην επιστραφούν οι £20.000, που όφειλε να επιστρέψει βάσει της Συμφωνίας. Το νέο έγγραφο θα συνέτασσε η Ενάγουσα. Από τη νέα συμφωνία υπαναχώρησε και πάλι η πλευρά του Χατζησωτήρη γιατί δεν ήθελε να καταβάλει προκαταβολή. Η θέση ότι επιτεύχθηκε νέα συμφωνία δεν δικογραφείται στην Εκθεση Υπεράσπισης. Κρίθηκε ωστόσο ότι η σχετική μαρτυρία μπορούσε να επιτραπεί γιατί δεν παρουσιάστηκε για να τεκμηριωθεί στη βάση της οποιαδήποτε ανταξίωση του Εναγόμενου, αλλά ως μαρτυρία ότι η Συμφωνία δεν βρισκόταν σε ισχύ, ισχυρισμός που προβάλλεται ως η βασική θέση του Εναγόμενου. Ο Ζηντήλης (Μ.Υ.2) αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (Τεκμ.59) ότι αρχές του Νοεμβρίου του 2011 συναντήθηκε με την Ελένη που του ζήτησε όπως μαζί με τον Νούρο που ήταν συνεργάτης του σε κτηματικές δραστηριότητες, να πλησιάσουν τον Εναγόμενο για να βοηθήσουν να υπογραφεί νέο πωλητήριο έγγραφο για δύο ακίνητα που είχε ο Εναγόμενος στην περιοχή που θα κατασκευαζόταν η μαρίνα Αγ.Νάπας. Του εξήγησε ότι είχαν υπογράψει αγοραπωλητήριο έγγραφο το 2005 αλλά δεν ενδιαφέρθηκαν να το μεταβιβάσουν και έτσι ακυρώθηκε. Κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο στα μέσα Νοεμβρίου, ανάφερε, συμφωνήθηκε η υπογραφή νέου πωλητηρίου εγγράφου όπως περίγραψε και ο Εναγόμενος. Σε υποβολή ότι είναι ο ίδιος που προσέγγισε το Λευτέρη, απάντησε ότι «Μπορεί να του είπα του Λευτέρη αλλά εφώναξε μου και η κυρία Ελένη.». Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ετέθηκε ζήτημα στο τραπέζι να προχωρήσει η μεταβίβαση που εκκρεμούσε αλλά ο Εναγόμενος είχε ζητήσει το ποσό των €550.000 και το εδέχτηκαν. Αποδέχτηκε ο Ζηντήλης ότι γνώριζε ότι ο Χατζησωτήρη δεν μπορούσε να εξαναγκάσει τη μεταβίβαση γιατί δεν είχε καταθέσει τη Συμφωνία, μάλιστα, κατά τη συνάντηση είχε συμβουλεύει την Ελένη ότι είχε θεσπιστεί νέα νομοθεσία και θα ήταν καλά να καταθέσει τη Συμφωνία. Ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι υπήρξε ακόμη μια συνάντηση στο κέντρο Παπάς στο Φρέναρος, όπου συμπτωματικά συνευρέθηκε με τον Χατζησωτήρη και το Λευτέρη. Στο κέντρο βρισκόταν και ο Καπετάνιος που ενημέρωσε τον Τσαππαρέλλα που ενοχλήθηκε ότι μπήκαν στη μέση νέοι μεσάζοντες και φοβήθηκε ότι θα έχανε την προμήθεια του. Γι΄ αυτό και του ζήτησε την υπογραφή του Τεκμ.
- Κατά τον Εναγόμενο, ο Τσαππαρέλλας αποδέχτηκε να πάρει τη μισή προμήθεια αναγνωρίζοντας ότι την άλλη μισή θα ελάμβαναν οι νέοι μεσάζοντες, δηλαδή ο Νούρος και ο Ζηντήλης.
- Η δυνατότητα του Χατζησωτήρη να πληρώσει το υπόλοιπο Τόσο η Ελένη όσο και η Ενάγουσα μαρτύρησαν ότι γνώριζαν ότι ο Χατζησωτήρη είχε διαθέσιμο προς πληρωμή το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Προς επιβεβαίωση της καλής οικονομικής του κατάστασης παρουσιάστηκε μαρτυρία σε σχέση με τους λογαριασμούς του στην Alpha Bank Cyprus Ltd. Παρουσιάστηκαν ακόμη καταστάσεις λογαριασμών του στη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμ.39). Προέκυψε από τη μαρτυρία του Ανδρέα Πέτρου (Μ.Ε.7), υπαλλήλου της τράπεζας Alpha, ότι ο Χατζησωτήρη ήταν πελάτης της τράπεζας για χρόνια και διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς. Από τις Καταστάσεις των λογαριασμών (Τεκμ.49 - 52) προκύπτει πως ο Χατζησωτήρη είχε κατατεθειμένα μεγάλα χρηματικά ποσά. Σε συγκεκριμένη Προθεσμιακή Κατάθεση ημερ. 21.11.2005 είχε κατατεθειμένο ποσό £600.
- Όπως εξήγησε ο Σωτηρίου, ακόμα και στην περίπτωση προθεσμιακών καταθέσεων μπορεί ο πελάτης να αποσύρει τα χρήματα του πληρώνοντας ένα «penalty». Τόσο οι προθεσμιακές καταθέσεις όσο και τα πιστωτικά υπόλοιπα σε τρεχούμενο λογαριασμό είναι έντοκα, όμως το επιτόκιο σε προθεσμιακή κατάθεση είναι μεγαλύτερο. Ο Τσαππαρέλλας μαρτύρησε πως ο Χατζησωτήρη του παραπονείτο ότι είχε γραμμάτια τα οποία είχαν λήξει και άφησε τα χρήματα του σε τρεχούμενο λογαριασμό αναμένοντας τη μεταβίβαση και έχανε τόκους. Ο Χατζησωτήρη είχε κάμει και άλλες αγορές με τη διαμεσολάβηση του Τσαππαρέλλα και ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα πληρωμής. Προκύπτει πως ο Χατζησωτήρη ήταν πρόσωπο με περιουσία που διέθετε μεγάλα χρηματικά ποσά και που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή κατά τους ουσιώδεις χρόνους να καταβάλει το υπόλοιπο των £275.
- Παρά το ότι υπήρξε αντεξέταση από την υπεράσπιση σε σχέση με αυτή τη δυνατότητα και τους λογαριασμούς του Χατζησωτήρη, η βασική θέση που προβλήθηκε δεν ήταν ότι ο Χατζησωτήρη αδυνατούσε να πληρώσει το υπόλοιπο, αλλά ότι μετάνοιωσε και δεν ήθελε να προχωρήσει στην αγορά των τεμαχίων.
- Οι επιβαρύνσεις επί των μεριδίων του Εναγόμενου Παρουσιάστηκαν Πιστοποιητικά Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 18.6.2014 αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια (Τεκμ.3). Για τα μερίδια του Εναγόμενου υπάρχουν επιβαρύνσεις κυρίως από τράπεζες και το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων. Οι επιβαρύνσεις αφορούν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Οι επιβαρύνσεις είναι επί των μεριδίων του και στα δύο τεμάχια και είναι οι ίδιες. Εκθέσεις Λεπτομερειών Ακινήτου ημερ. 3.11.2014 αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια (Τεκμ.6 και 7) παρουσιάζουν την ίδια εικόνα. Πιστοποιητικό Ερευνας για Προσωπικές Απαγορεύσεις ημερ. 3.11.2014 αναφορικά με τον Εναγόμενο (Τεκμ.12) αναφέρεται σε τρεις εναντίον του πτωχευτικές διαδικασίες το 2002 και
- Μια από τις επιβαρύνσεις (μέμο 579/2004), που καταχωρίστηκε την 22.12.2004, από το δικηγόρο κ.Γεώργιο Πιττάτζιη, για ποσό €101.433,94 πλέον €3.467,61 έξοδα και τόκους, αφορά δικαστική απόφαση εναντίον του Εναγόμενου στην αγωγή αρ. 793/03 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Παρουσιάστηκε δήλωση του δικηγόρου (Τεκμ.16) ότι ούτε το εξ αποφάσεως χρέος, ούτε τα έξοδα του έχουν καταβληθεί. Ο Αδάμος Κκαφάς (Μ.Ε.3), υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, παρουσίασε Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμ.19 - 25) που αφορούν τις επιβαρύνσεις της Εθνικής Τράπεζας επί των επίδικων μεριδίων του Εναγόμενου. Παρουσιάζονται τα σχετικά υπόλοιπα κατά την 31.10.2005 και σήμερα. Κάποιοι λογαριασμοί είναι στο όνομα τρίτων προσώπων και αφορούν πρωτοφειλέτες των οποίων ο Εναγόμενος ήταν εγγυητής. Οι επιβαρύνσεις των επίδικων μεριδίων βαραίνουν και την υπόλοιπη ακίνητη ιδιοκτησία του Εναγόμενου. Σύμφωνα με Πιστοποιητικό που προσκόμισε η πλευρά του (Τεκμ.26), ο Εναγόμενος διαθέτει 13 ακίνητα, 12 χωράφια και μια κατοικία, στην ελεύθερη επαρχία Αμμοχώστου. Περαιτέρω, από τις επτά υποθέσεις που οι επιβαρύνσεις αφορούν σε δύο έχει ανευρεθεί περιουσία στο όνομα κι άλλων εξ αποφάσεως οφειλετών, η οποία έχει επίσης επιβαρυνθεί. Αποδέχτηκε ο Κκαφάς ότι όταν η τράπεζα έχει επιβαρύνσεις σε αριθμό ακινήτων μπορεί να αποδεχτεί την απαλλαγή κάποιων με την καταβολή μικρότερου ποσού από τις επιβαρύνσεις. Πρόδηλα αυτό γίνεται με το σκεπτικό ότι παραμένουν οι επιβαρύνσεις στα υπόλοιπα ακίνητα που ενδεχομένως κρίνεται ότι εξασφαλίζουν το υπόλοιπο που παραμένει. Ανάφερε ο Κκαφάς ότι ο Εναγόμενος ήρθε σε επαφή με την Εθνική Τράπεζα τον τελευταίο μήνα (ο Κκαφάς μαρτύρησε στις 4.11.2014) αναφορικά με το ζήτημα της καταβολής κάποιου ποσού και άρσης των επιβαρύνσεων της. Προηγουμένως, και συγκεκριμένα το 2005 ή 2006, ο Εναγόμενος δεν είχε επικοινωνία με την τράπεζα. Η τράπεζα διατηρεί σύστημα καταγραφής των συναντήσεων και των αιτημάτων που γίνονται από εξ αποφάσεως οφειλέτες και αν είχε υποβληθεί αίτημα θα υπήρχε στο φάκελο της υπόθεσης. Προφορικές συζητήσεις με την τράπεζα μπορεί να προηγηθούν, για να προχωρήσει όμως κάποιο αίτημα πρέπει να γίνει γραπτώς. Ακόμα, όμως, και οι προφορικές συζητήσεις παρουσιάζονται στο σχετικό φάκελο στη μορφή πρακτικών. Σε υποβολή του δικηγόρου του Εναγόμενου ότι ο τελευταίος είχε αποταθεί στη διεύθυνση της Εθνικής Τράπεζας και εξασφαλίσει βεβαιώσεις για απαλλαγή των επίδικων μεριδίων καταβάλλοντας συγκεκριμένο ποσό, ο Κκαφάς ανάφερε ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το φάκελο του Εναγόμενου. Η Σοφία Δημητρίου (Μ.Ε.4) εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, που έχει αναλάβει και τις εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας. Παρουσίασε Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμ.28 - 33) που αφορούν τις επιβαρύνσεις της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής επί των επίδικων μεριδίων του Εναγόμενου. Για κάποιο από τα εξ αποφάσεως χρέη υπάρχει εξασφάλιση με υποθήκη περιουσίας της συζύγου του Εναγόμενου. Η Τράπεζα Κύπρου, ανάφερε η Δημητρίου, μπορεί να απαλλάξει κάποιο ακίνητο είτε λαμβάνοντας πληρωμή που αντιστοιχεί στην αξία του ή εάν οι υπόλοιπες εξασφαλίσεις καλύπτουν το εναπομείναν χρέος. Ο Εναγόμενος υποστήριξε με τη γραπτή του δήλωση πως εάν δεν ακυρωνόταν η Συμφωνία είχε την οικονομική δυνατότητα να εξαλείψει τις υποθήκες και τα εμπράγματα βάρη ώστε να μεταβιβάσει τα μερίδια του στον Χατζησωτήρη. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι «Εγώ δεν εβάστουν να πληρώσω ...» εξηγώντας ότι όταν γίνονται τέτοιες πράξεις ο αγοραστής εκδίδει διάφορες επιταγές προς όφελος των πιστωτών που πληρώνονται και άρουν τις επιβαρύνσεις τους. Κατέληξε ότι «Που τη στιγμή που ο ίδιος δεν ήρθε κοντά να κάμει αυτή την πράξη και το πωλητήριο έγγραφο ακυρώθηκε, πώς θα πληρώνονταν να μας τα φκάλουσιν;». Σε ερώτηση κατά πόσο είχε με τους διάφορους πιστωτές που είχαν επιβαρύνσεις καταλήξει σε τελική συμφωνία για τα ποσά που απαιτούσαν για να άρουν τις επιβαρύνσεις, απάντησε «Όχι γιατί δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έρκετουν, όμως προφορικά, ήμουν συνεργάτης τους, αφού καθημερινά πηγαίναμε στις τράπεζες.». Υπολόγισε, όπως ανέφερε, ότι τα χρήματα που θα ελάμβανε από τον Χατζησωτήρη ήταν αρκετά για να απαλλάξει τα μερίδια του από τις επιβαρύνσεις και θα του έμεναν και χρήματα στην τσέπη. Όταν η διάσταση στις θέσεις του ετέθηκε υπόψη του, ανάφερε ότι πιστεύει ότι είχε τη ρευστότητα τον καιρό εκείνο να απαλλάξει τα μερίδια του, αλλά δεν θεωρούσε ότι θα έπρεπε να γίνει με δικά του χρήματα.
- Η αλληλογραφία των δικηγόρων των διαδίκων Ο Χατζησωτήρη με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 14.12.2007 (μέρος του Τεκμ.42) αναφερόταν στις επανειλημμένες εκκλήσεις προς τον Εναγόμενο να μεταβιβάσει τα μερίδια του και στην παράλειψη του να το πράξει προβάλλοντας ανυπόστατες δικαιολογίες και τον πληροφορούσε ότι ήταν έτοιμος να τηρήσει στο ακέραιο τις συμβατικές του υποχρεώσεις καταβάλλοντας το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς, καλώντας τον να του γνωστοποιήσει ημερομηνία, όχι αργότερα από την 15.1.2008, που θα ήταν έτοιμος να του μεταβιβάσει τα μερίδια του. Συνιστά κοινό έδαφος ότι αυτή επιδόθηκε στον Εναγόμενο την 28.1.2008, μετά την πάροδο του χρόνου εντός του οποίου καλείτο να ενεργήσει. Ο Εναγόμενος απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 6.2.2008 (Τεκμ.44) ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση γιατί η Συμφωνία είχε από πολύ χρόνο ακυρωθεί ή και τερματιστεί ύστερα από την παράβαση του όρου για την καταβολή του τιμήματος πώλησης από τον Χατζησωτήρη. Αναφερόταν ακόμη πως το ποσό των £20.000, που ο Εναγόμενος είχε ειδοποιήσει τον Χατζησωτήρη να παραλάβει, ήταν στη διάθεση του. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων του Χατζησωτήρη ημερ. 4.3.2008 (Τεκμ.43), με την οποία απορρίπτονταν οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου και με την οποία αυτός καλείτο να παρουσιαστεί την 21.3.2008 στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στη Λάρνακα για να προβεί στη μεταβίβαση των μεριδίων του. Παρουσιάστηκε μαρτυρία από τον Μιχάλη Νεοφύτου (Μ.Ε.9), ιδιώτη επιδότη, ότι την επιστολή επέδωσε προσωπικά στον Εναγόμενο την 11.3.2008 (βλ. Τεκμ.54). Ο Εναγόμενος αρνείται ότι η επιστολή του επιδόθηκε προσωπικά, αποδέχεται όμως ότι την παρέλαβε περί την 11.3.2008 και απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 18.3.2008 (Τεκμ.45), επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του. Η επιστολογραφία τελειώνει με επιστολή των δικηγόρων του Χατζησωτήρη ημερ. 18.3.2008 (Τεκμ.46), με την οποία απέρριπτε τις θέσεις του Εναγόμενου και ανακοίνωνε ότι θα ελάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον του. Γ. Ευρήματα Εχει στις επιμέρους πτυχές της υπόθεσης σχολιαστεί κριτικά η μαρτυρία των μαρτύρων. Η κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ήταν το αποτέλεσμα της συνολικής εικόνας του καθενός και της μαρτυρίας του μέσα στα πλαίσια ολόκληρου του μαρτυρικού υλικού. Η διατύπωση σχολίων σε διάφορα σημεία της απόφασης έχει να κάμει με τη δομή της απόφασης και δεν είναι το αποτέλεσμα της εξέτασης του επιμέρους ζητήματος μεμονωμένα. Οι μάρτυρες Γεωργίου, Κκαφά, Δημητρίου και Πέτρου έδωσαν μαρτυρία για ζητήματα που αφορούν την υπηρεσία και την εργοδότηση τους προσφέροντας πληροφόρηση για ζητήματα που δεν αποδέχονταν αμφισβήτηση, παρά μόνο επιμέρους διευκρινίσεις. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Η Ελένη, η Ενάγουσα και ο Λευτέρης μου έκαμαν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας, την οποία πιστεύω μετέφεραν στο Δικαστήριο με κάθε ειλικρίνεια. Ηταν σταθεροί στις θέσεις τους και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στον Τσαππαρέλλα, του οποίου η αξιοπιστία αμφισβητείται κατά έντονο τρόπο από την υπεράσπιση, με το δικηγόρο του Εναγόμενου να αναλώνει μεγάλο μέρος της γραπτής του αγόρευσης εισηγούμενος ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία του. Δεν αποδίδω σκοπιμότητα στην όποια κατ΄ αρχάς αμφιταλάντευση του μάρτυρα ως προς τις συνθήκες σύνταξης της Συμφωνίας, αφού αυτές δεν επηρεάζουν το νόημα και την ερμηνεία του εγγράφου. Άλλωστε, ο μάρτυρας υπήρξε σταθερός στο ότι το έγγραφο είχε συνταχθεί στο γραφείο του. Η αναφορά του Τσαππαρέλλα στο ότι ο Χατζησωτήρη είχε απωλέσει τόκους γιατί είχε τα χρήματα του σε τρεχούμενο λογαριασμό ήταν ασφαλώς απότοκο της πληροφόρησης του από τον ίδιο τον Χατζησωτήρη. Εάν τούτο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα ή δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα πλήρως και είχε ειπωθεί από τον Χατζησωτήρη για να ενισχύσει τα παράπονα του και να προκαλέσει πίεση, δεν είναι ζήτημα που άπτεται της αξιοπιστίας του Τσαππαρέλλα. Στα όσα αφορούν τις περιστάσεις μεταβίβασης των μεριδίων του Δ.Ευθυμίου στον Χατζησωτήρη, έχω ήδη αναφερθεί στη σχετική ενότητα. Με έχει ιδιαίτερα προβληματίσει η προσέγγιση του Τσαππαρέλλα σε σχέση με τις εκτιμήσεις ημερ. 1.3.
- Η Ελένη είχε μαρτυρήσει πως η ίδια είχε ζητήσει την για λογαριασμό της εκτίμηση μετά από προτροπή του Τσαππαρέλλα. Είναι πιθανόν οι εκτιμήσεις να ζητήθηκαν στα πλαίσια προσπάθειας για συνδιαλλαγή ή εν αναμονή τέτοιας, όμως, δεν αποδίδω σκοπιμότητα στο Τσαππαρέλλα να αποκρύψει τέτοια προσπάθεια για συνδιαλλαγή. Άλλωστε ομιλούμε για χρονική περίοδο κατά την οποία η παρούσα αγωγή εκκρεμούσε, με αποκρυσταλλωμένες τις θέσεις των μερών. Ο Τσαππαρέλλας μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Είχε μακροχρόνια γνωριμία τόσο με τον Χατζησωτήρη όσο και με τον Εναγόμενο και δεν έχω διαπιστώσει διάθεση του μάρτυρα να ευνοήσει τη μια ή την άλλη πλευρά. Είμαι πεπεισμένος ότι μετέφερε στο Δικαστήριο τις περιστάσεις της υπόθεσης όσο καλύτερα τις θυμόταν. Ο Εναγόμενος μου έκανε πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Εχω ήδη εξετάζοντας επιμέρους πτυχές της υπόθεσης καταγράψει διαπιστώσεις αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε ο Εναγόμενος. Είναι αχρείαστο να τις επαναλάβω. Ο Ζηντήλης μου έκαμε επίσης πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η γραπτή του δήλωση συντάχθηκε με σκοπό να υποβοηθηθεί το έργο της υπεράσπισης, ενδεχομένως καθ΄ υπόδειξη του Εναγόμενου. Εγινε, κατά τρόπο αδέξιο, προσπάθεια να παρουσιαστεί ότι η Ελένη προέβηκε σε σειρά παραδοχών προς τον Ζηντήλη που τεκμηριώνουν την υπεράσπιση του Εναγόμενου. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του συνέχισε να υποστηρίζει τη βασική θέση του Εναγόμενου ότι τα μέρη είχαν καταλήξει σε νέα συμφωνία, ωστόσο προέβηκε στις πιο πάνω αναφορές που καταδεικνύουν ότι οι συζητήσεις των μερών αφορούσαν στη Συμφωνία. Αλλωστε, η θέση του ότι συμβούλευσε την Ελένη να καταθέσει τη Συμφωνία επιβεβαιώνει ότι αυτό που ο Ζηντήλης απεκόμισε από τις συζητήσεις των μερών ήταν ότι η Συμφωνία ήταν σε ισχύ. Ως αποτέλεσμα της κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και της αποδοχής της μαρτυρίας των μαρτύρων της Ενάγουσας καταλήγω ότι τα ουσιώδη για την αγωγή γεγονότα είναι τα ακόλουθα. Την 31.10.2006 υπογράφηκε η Συμφωνία με τους πωλητές να έχουν λάβει το ποσό των £50.
- Αυτό που παρέμενε ήταν η καταβολή του υπολοίπου των £275.000 ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των τεμαχίων στον Χατζησωτήρη. Ο Εναγόμενος, όπως και ο άλλος πωλητής Δ.Ευθυμίου, δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσουν άμεσα τη συμβατική τους υποχρέωση για τη μεταβίβαση των μεριδίων τους τα οποία ήταν επιβαρυμένα προς όφελος τρίτων. Ο Χατζησωτήρη ήταν σε θέση να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση για καταβολή του υπολοίπου και μέσω του Τσαππαρέλλα οχλούσε τους πωλητές για να του μεταβιβάσουν τα τεμάχια. Ο Δ.Ευθυμίου, μεταβίβασε την 2.11.2006 τα μερίδια του στον Χατζησωτήρη. Ο Εναγόμενος ουδέποτε μεταβίβασε τα δικά του μερίδια, αλλά και ποτέ πριν από την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 6.2.2008 αρνήθηκε ότι είχε συμβατική υποχρέωση να το πράξει ή διαβίβασε στον Χατζησωτήρη μέσω του Τσαππαρέλλα ή διαφορετικά πρόθεση του να επιστρέψει το ποσό των £20.
- Αντίθετα, στις επαφές του με τον Τσαππαρέλλα μετά την υπογραφή της Συμφωνίας αλλά και ενώπιον της Ελένης και της Ενάγουσας στη συνάντηση του Ιουλίου του 2006, αναγνώριζε την υποχρέωση του και διαβεβαίωνε ότι θα προέβαινε σε όλα τα αναγκαία διαβήματα ώστε να μεταβιβάσει τα μερίδια του. Η πλευρά του Χατζησωτήρη ουδέποτε υπαναχώρησε από τη Συμφωνία και ουδέποτε αποδέχτηκε ότι αυτή έπαψε να ισχύει. Ακολούθησε η αλληλογραφία των δικηγόρων των μερών όπως έχει πιο πάνω περιγραφεί και σύντομα μετά η καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η συζήτηση μεταξύ μερών σε μια προϋπάρχουσα συμφωνία ζητημάτων που αφορούν στη συμφωνία και την εφαρμογή της, είτε γιατί κάποιο μέρος αδυνατεί αντικειμενικά να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δυσκολεύεται ή εκμεταλλεύεται περιστάσεις για να αποκομίσει περισσότερα οφέλη, δεν καταδεικνύει ότι τα μέρη θεωρούν ή αποδέχονται ή αναγνωρίζουν ότι δεν δεσμεύονται από τη συμφωνία. Φαίνεται ότι η πλευρά του Χατζησωτήρη ήταν διατεθειμένη να αποδώσει στον Εναγόμενο κάποια οικονομικά οφέλη πέραν εκείνων που ήταν υπόχρεα βάσει της Συμφωνίας να του πληρώσει, δηλαδή του υπολοίπου των £137.500 για τα μερίδια του. Διαφορετικά δεν θα είχε σημασία, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, η συνάντηση στο ξενοδοχείο Αστερίας. Αυτή η ετοιμότητα της πλευράς του Χατζησωτήρη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ερμηνευτεί ως αποδοχή ή αναγνώριση ότι η Συμφωνία δεν ήταν σε ισχύ ή ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν συμβατικά υπόχρεος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. 'Αλλωστε, κατά το χρόνο που αναφερόμαστε, η παρούσα αγωγή, με σαφώς διατυπωμένες θέσεις περί της εγκυρότητας της Συμφωνίας και ισχύς της, εκκρεμούσε. Δ. Η νομική πτυχή Το άρθρο 51 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί ότι: «Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει». Ο όρος της Συμφωνίας, ότι το υπόλοιπο των £275.000 θα καταβληθεί ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα του αγοραστή, καθιστά την υποχρέωση καταβολής των £275.000 από τον αγοραστή και την υποχρέωση μεταβίβασης του κτήματος από τους πωλητές αμοιβαίες υποχρεώσεις στην έννοια του άρθρου. Το επιπλέον στοιχείο που προνοείται στο σχετικό όρο, ότι αυτά έπρεπε να γίνουν όχι αργότερα των 30 ημερών από την υπογραφή της Συμφωνίας την 31.10.2005 δεν διαταράσσει την πιο πάνω ισορροπία. Ανάλογος όρος που προνοούσε για εξόφληση του υπολοίπου αγοράς ακινήτου μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία, συγχρόνως όμως με τη μεταβίβαση της κυριότητας του, απασχόλησε στην Σπύρου ν. Aristo Developers Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ.
- Αποφασίστηκε ότι εφόσον ο πωλητής δεν πληροφόρησε τον αγοραστή μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία ότι ήταν έτοιμος και πρόθυμος να μεταβιβάσει το ακίνητο, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο αγοραστής αθέτησε τη δική του υπόσχεση για πληρωμή κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε πληροφόρησε τον Χατζησωτήρη, εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την 31.10.2005 ή οποτεδήποτε, ότι ήταν έτοιμος και πρόθυμος να μεταβιβάσει τα μερίδια του. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα ακύρωσης ή τερματισμού της Συμφωνίας. Βέβαια, αυτό που επικαλείται ο Εναγόμενος είναι ότι η Συμφωνία ακυρώθηκε αυτόματα ως αποτέλεσμα της παραβίασης του πιο πάνω όρου της από τον Χατζησωτήρη που υπαναχώρησε και ποτέ δεν πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό των £275.
- Η θέση του εδράζεται στον όρο που ακολουθεί στη Συμφωνία ότι: «Παράλειψη του αγοραστή να πληρώσει το πιο πάνω ποσό, με δεκαπέντε ημέρες χαριστική περίοδο, τότε το παρόν έγγραφο θα θεωρείται άκυρο και οι πωλητές θα κατακρατήσουν το ποσό των £5.000 ως αποζημίωση για την εν λόγω ακύρωση». Ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνευτεί στα πλαίσια της Συμφωνίας, όχι αποσπασματικά, και αναμφίβολα σε συνάρτηση με τον όρο για την καταβολή του υπολοίπου των £275.000, του οποίου συνιστά συνέχεια. Προνοείτο ότι: «Το υπόλοιπο ποσό των £275.000 (διακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδων Λιρών Κύπρου) θα καταβληθεί ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του κτήματος επί ονόματι του ΑΓΟΡΑΣΤΗ και ουχί αργότερο των 30 ημερών από σήμερα.» Αναφέρεται στην Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 518, 524, ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Η «Παράλειψη του αγοραστή να πληρώσει το πιο πάνω ποσό» δεν μπορεί να ερμηνευτεί διαφορετικά παρά ως η αποτυχία του να συμμορφωθεί προς τον όρο που προηγείται αναφορικά με την καταβολή του ποσού των £275.000. Και εφόσον δεν γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του ποσού, όπως έχει εξηγηθεί, δεν θα μπορούσε ποτέ να στοιχειοθετηθεί παράλειψη πληρωμής του. Το γεγονός της μη πληρωμής του ποσού μέσα στην περίοδο των 30 ή 45 ημερών από τη Συμφωνία δεν εξισούται με παράλειψη πληρωμής του και δεν συνιστά τέτοια. Η ορθή ερμηνεία των δύο αλληλένδετων όρων είναι ότι εφόσον ο πωλητής πληροφορούσε τον αγοραστή ότι ήταν έτοιμος και πρόθυμος να μεταβιβάσει το ακίνητο, και αυτό μπορούσε να γίνει άμεσα με την υπογραφή της Συμφωνίας ή στη συνέχεια, ο αγοραστής δικαιούτο σε χαριστική περίοδο μέχρι και 15 ημέρες, για να καταβάλει το ποσό των £275.000, οπόταν και θα πραγματοποιείτο η μεταβίβαση στο όνομα του. Εάν μετά που γεννάτο η υποχρέωση καταβολής του ποσού, κατ΄ ακολουθία της πληροφόρησης του αγοραστή από τον πωλητή ότι ήταν έτοιμος και πρόθυμος να μεταβιβάσει το ακίνητο, παρέρχοντο 15 ημέρες χωρίς την πληρωμή του ποσού από τον αγοραστή (ακόμα και εντός της περιόδου των 30 ημερών από τη Συμφωνία), τότε και μόνο η Συμφωνία θα είχε αυτόματα ακυρωθεί και οι πωλητές θα κατακρατούσαν ποσό £5.000 από την προκαταβολή ως αποζημίωση. Στον όρο 2 της Συμφωνίας αναφέρεται ότι: «Σε περίπτωση που οι ΠΩΛΗΤΕΣ δεν κατορθώσουν να εξαλείψουν οποιαδήποτε υποθήκη από τα κτήματα ή και οποιαδήποτε άλλα εμπράγματα βάρη εντός τριάντα ημερών από σήμερα με 15 μέρες χαριστική περίοδο τότε ο ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ έχει το δικαίωμα στην άμεση ακύρωση του παρόντος εγγράφου, οι δε ΠΩΛΗΤΕΣ θα επιστρέψουν άμεσα στον ΑΓΟΡΑΣΤΗ ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής». Ο πιο πάνω όρος έδιδε το δικαίωμα στον Χατζησωτήρη να ακυρώσει τη Συμφωνία εάν μετά πάροδο 45 ημερών οι πωλητές δεν είχαν εξαλείψει τις υποθήκες και τα άλλα εμπράγματα βάρη επί των τεμαχίων. Επομένως, και ανεξαρτήτως του πότε θα πραγματοποιείτο η μεταβίβαση και η ταυτόχρονη πληρωμή του υπολοίπου, οι πωλητές είχαν συμβατική υποχρέωση μέσα στην πιο πάνω χρονική περίοδο να εξαλείψουν όλα τα βάρη των τεμαχίων. Επέλεξαν μάλιστα να κατατάξουν αυτή την υποχρέωση ως ουσιώδη όρο της Συμφωνίας εξ ου και το παρεπόμενο δικαίωμα στον αντισυμβαλλόμενο για την ακύρωση της. Αναφέρεται στην Λίλλης ν. Ξενή
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 217, 220, ότι κάθε όρος μιας σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένος από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση. Ηταν ζήτημα επιλογής του Χατζησωτήρη κατά πόσο σε τέτοια περίπτωση θα ακύρωνε τη Συμφωνία και να απαιτούσε την προκαταβολή που είχε πληρώσει ή θα επέμενε στην εκτέλεση της Συμφωνίας και εφαρμογή των συμπεφωνημένων. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του όρου για την καταβολή του υπολοίπου θα είχε ως αποτέλεσμα ο Χατζησωτήρη να μην έχει το δικαίωμα να εμμένει στη Συμφωνία εκτός και αν πλήρωνε το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Να εκπληρώσει δηλαδή το σύνολο των δικών του υποχρεώσεων και να ευελπιστεί ότι οι πωλητές θα εκπλήρωναν τις δικές τους υποχρεώσεις μεταβιβάζοντας του τα τεμάχια. Ξεκάθαρα δεν ήταν αυτή η πρόθεση των μερών που επέλεξαν όπως τις υποχρεώσεις τους εκτελέσουν ταυτόχρονα για πρόδηλους λόγους. Η Συμφωνία παρέμεινε ισχυρή και δεσμευτική για τα μέρη και διαρρήχθηκε το 2008 από τον Εναγόμενο όταν αυτός, κατόπιν της επιστολής των δικηγόρων του Χατζησωτήρη ημερ. 4.3.2008, με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 18.3.2008 αρνήθηκε τη συμβατική του υποχρέωση καθιστώντας σαφές ότι δεν επρόκειτο να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο την 21.3.2008 για να προβεί στη μεταβίβαση των μεριδίων του (anticipatory breach). Ενδεχομένως ο επακριβής χρόνος της διάρρηξης να τοποθετείται λίγο ενωρίτερα όταν ο Εναγόμενος με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 6.2.2008 είχε προβεί στις ίδιες τοποθετήσεις. Αυτό δεν έχει πρακτική σημασία. Δ. Οι θεραπείες της Ενάγουσας Η αξιούμενη με την αγωγή θεραπεία ήταν αυτή της ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας. Οι αποζημιώσεις και η επιστροφή του ποσού της προκαταβολής που έλαβε ο Εναγόμενος με τόκους αξιώνονται διαζευκτικά. Όπως προειπώθηκε η Συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 25.10.2011 δυνάμει των προνοιών του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, τώρα οι περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμοι του 2011 και 2012. Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 29.7.2011 και προνοούσε (άρθρο 16
(1)) ότι οι συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία αυτή, οι οποίες παρέμεναν σε ισχύ, μπορούσαν να κατατεθούν μέσα σε έξι μήνες, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι το Κτηματολόγιο δεν θα έπρεπε να είχε δεχτεί την καταχώρηση. Δεν έχει προβληθεί λόγος άλλος πέραν της βασικής θέσης ότι η Συμφωνία είχε ακυρωθεί. Όπως έχει διαπιστωθεί πιο πάνω η Συμφωνία ουδέποτε είχε ακυρωθεί. Αφού είχε μερικώς εκτελεστεί, διαρρήχθηκε το 2008 από τους πωλητές, με ενέργειες του Εναγόμενου, με τον Χατζησωτήρη ως το αναίτιο στη διάρρηξη μέρος να επιλέγει να εμμένει στα συμβατικά του δικαιώματα και να καταχωρεί την παρούσα αγωγή. Ούτε διαπιστώνεται οτιδήποτε που θα καθιστούσε την κατάθεση της Συμφωνίας άκυρη. Η Συμφωνία είχε συνομολογηθεί πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, παρέμενε σε ισχύ και κατατέθηκε την 25.10.2011 εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των έξι μηνών από την έναρξη της ισχύος του Νόμου. Ως αποτέλεσμα οι διατάξεις των Νόμων εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της εκκρεμοδικίας της παρούσας δικαστικής διαδικασίας (άρθρο 16
(2)). Η κατάθεση της σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί των επιδίκων τεμαχίων με τη σειρά προτεραιότητας που έλαβε με την κατάθεση της (άρθρο 5
(1)). Όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό και ορθά επισημαίνεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας (σελ.27), τα μερίδια του Εναγόμενου στα επίδικα τεμάχια επιβαρύνονται με μεγάλο αριθμό επιβαρύνσεων, τις υποθήκες Υ479/82 και Υ148/86 και σωρεία εγγραφών δικαστικών αποφάσεων (memo). Διαπιστώνουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εγγραφής και μεταβίβασης των μεριδίων του Εναγόμενου στα επίδικα τεμάχια εάν δεν εξαλειφθούν οι υποθήκες και ακυρωθούν οι επιβαρύνσεις που προηγούνται της κατάθεσης της Συμφωνίας. Πράγματι, για να λάβει η κατάθεση της Σύμβασης προτεραιότητα έναντι υποθηκών που κατατέθηκαν πριν από αυτή, η Ενάγουσα θα πρέπει να καταβάλει στους ενυπόθηκους δανειστές σύμφωνα με τους όρους αποπληρωμής του δανείου, το ποσό του ενυπόθηκου χρέους (άρθρο 5
(2)). Οι Νόμοι παρέχουν στο Δικαστήριο την γενική εξουσία να διατάξει την ειδική εκτέλεση μιας σύμβασης υπό οποιουσδήποτε όρους κρίνει αναγκαίους (άρθρο 7
(1)). Η εξουσία ασκείται δικαστικά. Στη περίπτωση που πριν από την κατάθεση της Σύμβασης υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη, υφίσταται ειδική πρόνοια (άρθρο 7
(4)) που αναμφίβολα ρυθμίζει το ζήτημα και περιορίζει σε αυτή την έκταση τη γενική εξουσία. Προνοείται ότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης αν ικανοποιηθεί ότι ο αγοραστής κατέβαλε έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης. Καταλήγω ότι, με δεδομένο ότι η Ενάγουσα δεν έχει καταβάλει τα ποσά των χρεών που επιβαρύνουν τα μερίδια του Εναγόμενου στα επίδικα τεμάχια, δεν μπορεί να διαταχθεί ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας με τη ρύθμιση που οι δικηγόροι της εισηγούνται. Ούτε και θα ήταν υπό τις περιστάσεις ορθό, αν ήταν επιτρεπτό, να διαταχθεί ο Εναγόμενος όπως εντός τακτής προθεσμίας εξαλείψει ή και άρει ή και ακυρώσει τις υποθήκες και τις επιβαρύνσεις που βαρύνουν τα μερίδια του στα επίδικα τεμάχια. Η περαιτέρω εισήγηση των δικηγόρων της Ενάγουσας όπως δοθεί στην Ενάγουσα «...το δικαίωμα όπως οποιαδήποτε πληρωμή γίνει προς τους εξ αποφάσεως και ενυπόθηκους πιστωτές του Εναγομένου όπως αυτοί καταγράφονται στο σχετικό πιστοποιητικό έρευνας των επιδίκων τεμαχίων με σκοπό την άρση των υποθηκών ή και επιβαρύνσεων, θεωρηθεί και ως πληρωμή προς τον εναγόμενο έναντι του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς, ανάλογα με το σχετικό όρο που θα επιβάλει το Δικαστήριο αναφορικά με την εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς.», ακόμα και αν μπορούσε να χορηγηθεί, δεν θα προσέφερε ουσιαστική θεραπεία και θα ήταν εκ των πραγμάτων ζημιογόνα και καταστροφική. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς των £137.500 θα είναι ικανοποιητικό ώστε να ικανοποιηθούν οι πιστωτές και να αποσύρουν τις υποθήκες και τις επιβαρύνσεις. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό είναι ότι τα ποσά είναι πολλαπλάσια και παρά το ότι ενδεχομένως να μπορούν να γίνουν κάποιες διευθετήσεις με τους πιστωτές δεν υπάρχει σταθερή βάση. Πληρώνοντας το ποσό στους πιστωτές ενδέχεται να βρεθεί η Ενάγουσα σε δυσμενέστερη θέση γιατί θα παραμένουν υπόλοιπα που μπορεί και να ξεπερνούν την αξία των μεριδίων του Εναγόμενου. Δεν μπορεί στο στάδιο τούτο της έκδοσης τελικής απόφασης να δοθεί το περιθώριο στην Ενάγουσα να διερευνήσει κατά πόσο είναι προς το συμφέρον της να πληρώσει ώστε να δημιουργήσει την κατάσταση πραγμάτων που περιγράφεται στο άρθρο 7
(4). Καταλήγω ότι η θεραπεία της Ενάγουσας περιορίζεται σε χρηματικές αποζημιώσεις. Το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί την επιδίκαση αποζημιώσεων στο αναίτιο μέρος που υφίσταται ζημιά ή απώλεια συνεπεία παράβασης σύμβασης από το υπαίτιο μέρος, η οποία ζημιά ή απώλεια προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνάπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε συνεπεία της παράβασης της σύμβασης. Στην Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867, αναφέρεται ότι το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο, η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. Συμφωνήθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τόσο κατά την 21.3.2008 όσο και με σημερινές τιμές (οι δηλώσεις έγιναν την 23.1.2015) η αξία των επίδικων μεριδίων του Εναγόμενου και στα δύο τεμάχια ήταν και είναι €600.
- Κατά το χρόνο της διάρρηξης της Συμφωνίας, και εφόσον ο Εναγόμενος εκπλήρωνε τη συμβατική του υποχρέωση, ο Χατζησωτήρη θα αποκτούσε τα μερίδια με την πιο πάνω αξία καταβάλλοντας το ποσό των €234.932,50 (£137.500). Επομένως ουσιαστικά απώλεσε €365.067,
- Δεν θα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του ποσού των €42.715,04 (£25.000) που ο Εναγόμενος είχε λάβει ως προκαταβολή. Το ποσό αυτό μαζί με το υπόλοιπο συνθέτουν το αντίτιμο που ο Χατζησωτήρη θα κατέβαλλε για να αποκτήσει τα μερίδια του Εναγόμενου. Στην Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 893, αναφέρεται πως σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου, ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά, η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση, ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης, όπως στην περίπτωση συναλλαγματικών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξία των μεριδίων του Εναγόμενου είναι σήμερα η ίδια όπως και κατά το χρόνο διάρρηξης της Συμφωνίας κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί τόκος από σήμερα. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται στην Απαίτηση απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €365.067,50 με τόκο 5,5% από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται έξοδα στην Απαίτηση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα στην Ανταπαίτηση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν η Ενάγουσα θα δικαιούται καθ΄ όσον αφορά τις δικασίμους σε ένα σετ εξόδων. Οι πρόνοιες του άρθρου 5
(6)(και όχι 5
(4)όπως αναφέρεται στην αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας) τυγχάνουν εφαρμογής χωρίς την ανάγκη ρητής αναφοράς στη δικαστική απόφαση. (Υπ.)....................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο