Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων ν. Ιωνάς Χρυσοστόμου Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 855/2013, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 855/2013 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Εναγόντων -και-
- Ιωνάς Χρυσοστόμου Χαραλάμπους
- Ελένη Βασίλη Βασιλείου
- Λεοντία Βασίλη Βασιλείου
- Χρυσόστομος Χαραλάμπους Χρυσοστόμου
- Μαρία Χ. Χρυσοστόμου
- Κυριάκος Χρυσοστόμου Χαραλάμπους Εναγομένων 30 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες - Εναγόμενες 2 και 3: κ. Τέκκης Για τους Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες : κα Ελ. Λουκά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Οι Εναγόμενες 2 και 3‑ Αιτήτριες, επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε στις 31.10.2013 στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής.
- Η αίτηση βασίζεται στην Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ 1‑10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2, η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη και από την αδελφή της, Εναγόμενη 3, να προβεί στην ένορκη δήλωση.
- Διαπιστώνεται από το ιστορικό της υπόθεσης, αλλά και από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ότι κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε στις 11.7.2013 και επιδόθηκε προσωπικά στις Εναγόμενες 2 και 3 ‑ Αιτήτριες στις 15.7.
- Οι Αιτήτριες παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός της τασσόμενης προθεσμίας και έτσι στις 31.10.2013 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον όλων των Εναγομένων για το ποσό των €158.568,91 πλέον τόκους και έξοδα, ως επίσης εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης των Εναγομένων 2 και
- Ακολούθως στις 30.7.2014 καταχωρήθηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον όλων των Εναγομένων, η οποία επιδόθηκε στις Αιτήτριες στις 18.9.
- Η εν λόγω αίτηση ήταν ορισμένη στις 6.11.2014, 13.1.2015 και 11.3.
- Σε όλες τις πιο πάνω ημερομηνίες οι Αιτήτριες ήταν παρούσες. Στις 9.3.2015 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. 4.1 Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και συνακολούθα η αίτηση θα πρέπει να παραμεριστεί. Αναφέρουν ότι είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες ενός ακίνητου το οποίο, δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής, (βλ. Τεκμήριο Δ) παραχώρησαν σε εταιρεία συμφερόντων του Εναγόμενου 4, πατέρα του Εναγόμενου 1, με σκοπό την ανάπτυξη. Έτσι όταν η εταιρεία πωλεί κάποιο διαμέρισμα και εφόσον ο αγοραστής επιθυμεί την υποθηκεύσει συγκεκριμένου μεριδίου επί του ακίνητου για σκοπούς δανειοδότησης του, προβαίνουν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την υποθήκευση του. Στις 5.4.2012 οι Αιτήτριες μετέβησαν στο Κτηματολόγιο Λάρνακας για να υποθηκεύσουν το ακίνητο με σκοπό εξασφάλιση της υποχρέωσης του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες, αφού προηγουμένως έλαβαν διαβεβαιώσεις από το διευθυντή των Εναγόντων Αντώνη Καλλένο, ότι δεν διέτρεχαν οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 1 δεν συμμορφωνόταν. Πράγματι κατά εκείνη την ημέρα, δηλαδή στις 5.4.2012, στο Κτηματολόγιο Λάρνακας υπέγραψαν έγγραφα, τα οποία ως τους ανάφεραν αφορούσαν την υποθήκευση μεριδίου γης του πιο πάνω ακίνητου. 4.2 Αναφέρεται ότι με βάση τα έγγραφα τα οποία επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση για απόδειξη της απαίτησης, προκύπτει ότι τα έγγραφα υποθήκης υπογράφηκαν από τις Αιτήτριες στις 5.4.2012, ενώ η συμφωνία εγγύησης υπογράφηκε στις 26.3.
- Οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι δεν συμφώνησαν και δεν τους υποδείχθηκε να υπογράψουν το πιο πάνω εγγυητήριο έγγραφο. Δεν υπέγραψαν οποιαδήποτε έγγραφα στις 26.3.
- Ισχυρίζονται ότι με δόλιο τρόπο ο Εναγόμενος 4 σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1 και το διευθυντή των Εναγόντων κ. Α. Καλλένο συμπεριέλαβαν το έγγραφο εγγύησης τους με τα έγγραφα της υποθήκης στις 5.4.2012, με αποτέλεσμα να τα υπογράψουν χωρίς να το γνωρίζουν, νομιζόμενες ότι αποτελούσε μέρος των εγγράφων υποθήκης. Τελούσαν σε άγνοια για τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν. Παρά το γεγονός ότι λάμβαναν ειδοποιήσεις από τους Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε τις δόσεις του, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι τελούσαν με την εντύπωση ότι αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο την υποθήκη.
- Αναφορικά με το χρόνο που διέρρευσε από την επίδοση που κλητηρίου εντάλματος στις 15.7.2013 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 9.3.2015, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι ο κυριότερος λόγος της παράλειψης τους να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα ήταν η άγνοια τους για τις δικαστικές διαδικασίες. Αναφέρουν ότι είναι σχεδόν αγράμματες και δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τις υποχρεώσεις τους ως φαίνονται στα έγγραφα τα οποία τους επιδόθηκαν, αλλά και το γεγονός ότι το έντυπο της αγωγής δεν αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία εμφάνισης στο Δικαστήριο και έτσι θεώρησαν ότι η παρουσία τους δεν ήταν απαραίτητη. Όταν τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο 4 και το διευθυντή των Εναγόντων κ. Α. Καλλένο, οι οποίοι τους πληροφόρησαν ότι τα εν λόγω έγγραφα τους επιδόθηκαν καθ' ότι το ακίνητο τους, εξασφαλίζει την υποχρέωση του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες και δεν χρειαζόταν να παρευρεθούν στο Δικαστήριο ή να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα. Αναφέρουν ότι ο χρόνος δε που διέρρευσε από την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης μηνιαίων δόσεων (18.9.2014) μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (9.3.2015) ήταν αναγκαίος και απαραίτητος για τη διενέργεια όλων των απαραίτητων διαβημάτων και ερευνών με σκοπό να αντιληφθούν τόσο οι Αιτήτριες, όσο και οι δικηγόροι τους για το τι ακριβώς επεσυνέβη. Επισημαίνουν ότι η ανάλωση 6 μηνών ήταν απαραίτητη καθ' ότι έπρεπε να διορίσουν νέους δικηγόρους, να λάβουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και να προβούν σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. (Βλ.Τεκμήριο Γ). Όταν τους επιδόθηκε η αίτηση μηνιαίων δόσεων, χωρίς καθυστέρηση επισκέφθηκαν δικηγόρο, o οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σε τρεις περιπτώσεις και προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες για εξασφάλιση όλων των αναγκαίων εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση. Στη συνέχεια οι δικηγόροι τους ενημέρωσαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να τους εκπροσωπούν και έτσι στις 12.1.2015 διόρισαν νέους δικηγόρους και τους έδωσαν οδηγίες, μεταξύ άλλων, να προχωρήσουν στα απαραίτητα μέτρα για να παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους.
- Οι Ενάγοντες ‑ καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση και μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι οι Αιτήτριες δεν αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση, ως επίσης υφίσταται αδικαιολόγητη καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας Αθανασίας Βασιλείου, υπαλλήλου των Εναγόντων, η οποία αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι οι Αιτήτριες καθυστερημένα καταχώρησαν την παρούσα αίτηση ως επίσης δεν αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση. 7.1 Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». 7.2 Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air εναντίον Πούλλικα
(2005)1Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647). 7.3 Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 7.4 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 7.5 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης. ............................................................................................................................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988).» 8. Καταρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο οι Αιτήτριες έχουν αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415. Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743).
- Όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όπως εκτίθεται ανωτέρω, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι στις 26.3.2012 δεν υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης και ότι ουδέποτε επισκέφθηκαν τα γραφεία της ΣΠΕ Αγ. Νάπα για υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας. Στις 5.4.2012 πράγματι υπέγραψαν τα έγγραφα υποθήκης και ως ισχυρίζονται ο Εναγόμενος 4 σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1 και των διευθυντή των Εναγόντων δολίως και με σκοπό την εξαπάτηση τους, συμπεριέλαβαν στα έγγραφα της υποθήκης και το εγγυητήριο έγγραφο με αποτέλεσμα να τα υπογράψουν στις 5.4.2012, χωρίς όμως να το γνωρίζουν. Όπως προκύπτει από το εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 26.3.2012, οι Εναγόμενες 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 μέχρι ποσού €155.000 πλέον τόκους. Με τα έγγραφα υποθήκης ημερομηνίας 5.4.2012, οι Αιτήτριες υποθήκευσαν προς τους Ενάγοντες το ακίνητο καθ' ότι οι τελευταίοι συμφώνησαν να παρέχουν ή/και να συνεχίσουν να παρέχουν δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό ή/και άλλες τραπεζιτικές διευκολύνσεις ή άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις στον Εναγόμενο 1 και οι Αιτήτριες αναγνώρισαν με βάση το πιο πάνω έγγραφο υποθήκης: «.. να του καταβάλω ως επισυνημμένα έγγραφα (γ) το ποσό των €155.000 μαζί με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των €155.000 προς 8 τα εκατό κυμαινόμενο από τις ... ». Περαιτέρω αναφέρεται σ΄ αυτό ότι για καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του πιο πάνω ποσού υποθήκευσαν το πιο πάνω ακίνητο. Συνεπώς με τα πιο πάνω έγγραφα υποθήκης οι Αιτήτριες αναγνωρίζουν ότι οφείλουν το πιο πάνω ποσό στους Ενάγοντες και προς καλύτερη εξασφάλιση, όπως ρητά αναφέρεται στα πιο πάνω έγγραφα, παραχώρησαν την υποθήκη. Οι Αιτήτριες αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι έλαβαν διαβεβαιώσεις από τον διευθυντή των Εναγόντων ότι δεν διέτρεχαν οποιονδήποτε κίνδυνο στην περίπτωση που ο Εναγόμενος 1 δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του. Δεν αναφέρουν με την απαραίτητη επάρκεια λεπτομέρειες σε σχέση με το χρόνο, τόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο διευθυντής των Εναγόντων τους προέβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς αλλά και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν υποστηρίζονται με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια. Η παράλειψη αυτή, αφήνει τους ισχυρισμούς τους μετέωρους χωρίς οποιαδήποτε αξία. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος, γενικός και αόριστος ισχυρισμός, να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Το βάρος απόδειξης ήταν στις Αιτήτριες και δεν το έχουν αποσείσει. (Βλ. υπόθεση Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank ανωτέρω.
- Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
- Θέμα πρωταρχικής σημασίας όπως έχω ήδη προαναφέρει είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίων τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). 12. Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26) . Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.»
- Στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν Alpha Bank Ltd, ανωτέρω, η Εφεσίβλητη Τράπεζα καταχώρησε αγωγή την 1/11/00 αξιώνοντας από τον εφεσείων-ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.398.000,00 και επιδόθηκε στις 14/11/
- Ο εφεσείων καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης αλλά παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Έτσι η εφεσίβλητη καταχώρησε αίτηση για απόφαση δυνάμει της Δ.26 Θ.
- Η αίτηση ορίστηκε στις 9/1/
- Ακολούθησαν αλλεπάλληλες αναβολές με σκοπό να καταχωρηθεί υπεράσπιση. Υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε με αποτέλεσμα στις 4/4/01 να εκδοθεί απόφαση εναντίον του εφεσείοντα. Στην συνέχεια ο εφεσείων καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης και ύστερα από ακρόαση το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση καθότι αυτός απέτυχε να αποδείξει καλή υπεράσπιση και ότι δεν υπήρχε σοβαρός λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει ικανοποιητικά την παράλειψη του εφεσείοντα να καταχωρήσει την υπεράσπιση του μέσα στην ταχθείσα προθεσμία. Ο εφεσείων προκειμένου να αποδείξει ότι είχε καλή υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι ήταν εγγυητής και ότι είχε συμφωνηθεί όπως η εφεσίβλητη παραχωρήσει στην εναγόμενη 1 όριο παρατραβήγματος ύψους Λ.Κ. 5.000 μόνο ως επίσης ότι η εφεσίβλητη δεν είχε εξουσιοδοτηθεί να υπερβεί το πιο πάνω όριο των Λ.Κ. 5.000 που παραχώρησε στην εναγομένη 1 και δεν έπρεπε να εξαργυρώνει επιταγές που θα είχαν σαν συνέπεια το παρατράβηγμα της εναγομένης 1 πέραν του συμφωνηθέντος ορίου. Ως επίσης ότι η εφεσίβλητη κακώς και παράνομα απεδέχθη για κατάθεση και πίστωσε τον λογαριασμό της εναγομένης 1 με δίγραμμες επιταγές οι οποίες ήταν πληρωτέες σε τρίτο πρόσωπο δίδοντας έτσι πίστωση στην εναγομένη 1 λόγω της κατάθεσης των εν λόγω επιταγών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση μεταξύ άλλων ανέφερε ότι θα ήταν αρκετό αν ο αιτητής παρουσίαζε στο Δικαστήριο την συμφωνία παροχής διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.5000 πράγμα το οποίο ο εφεσείων δεν έπραξε. Η παράλειψη του αυτή άφησε τον ισχυρισμό του μετέωρο, αναπόδεικτο και χωρίς κάποια αξία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή και κατ΄ επέκταση απέρριψε την έφεση.
- Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη.
- Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους.
- Στην υπόθεση Χατζηνικολάου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, η ενάγουσα εφεσείουσα καταχώρησε στις 8/4/99 αγωγή. Λόγω παράλειψη της εφεσίβλητης - εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης καταχώρησε αίτηση για απόφαση στις 29/4/
- Εξασφάλισε απόφαση ως η απαίτηση στις 10/5/
- Η εφεσίβλητη στις 12/5/99 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 12/7/99 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πιθανή καλή υπεράσπιση και περαιτέρω κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαγωγή που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.
- Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων το κλητήριο εντάλματα επιδόθηκε προσωπικά στις Εναγόμενες 2 και 3 στις 15.7.2013 και η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε 20 περίπου μήνες μετά και ειδικότερα στις 9.3.
- Η αίτηση μηνιαίων δόσεων επιδόθηκε σε αυτές στις 18.9.2014 και μετά πάροδο περίπου 6 μηνών καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση. Οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι είναι σχεδόν αγράμματες και δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με δικαστικές διαδικασίες. Δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τις υποχρεώσεις τους ως αυτές παρουσιάζονται στα έγγραφα τα οποία τους επιδόθηκαν, αλλά και το γεγονός ότι το έντυπο της αγωγής δεν αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία εμφάνισης τους στο Δικαστήριο και έτσι θεώρησαν ότι η εμφάνιση τους δεν ήταν απαραίτητη. Παρά το γεγονός ότι θεώρησαν ότι η παρουσία τους στο Δικαστήριο δεν ήταν απαραίτητη, εντούτοις επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο 4 και τον διευθυντή των Εναγόντων, οι οποίοι τους ανάφεραν, ως ισχυρίζονται, ότι δεν χρειαζόταν να παρευρεθούν στο Δικαστήριο ή να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα. Και κάτι άλλο, το κλητήριο ένταλμα ρητά αναφέρει ότι εντός δέκα ημερών από την επίδοση του δύναται να καταχωρήσουν εμφάνιση στο Δικαστήριο. Ενώ ενδιαφέρθηκαν να επικοινωνήσουν με τους Ενάγοντες, δεν ενδιαφέρθηκαν να διερευνήσουν για την υπόθεση τους. Όπως έχει αναφερθεί η αίτηση μηνιαίων δόσεων τους επιδόθηκε στις 18.9.
- Εκείνο που χρειαζόταν ήταν θέληση και επιμέλεια τα οποία ελλείπουν στην προκείμενη περίπτωση. Ισχυρίζονται ότι ο χρόνος που διέρρευσε ήταν απαραίτητος για τη διενέργεια όλων των απαραίτητων διαβημάτων και ερευνών με στόχο να αντιληφθούν το τι ακριβώς επεσυνέβη και να λάβουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Προέβησαν σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία (βλ.Τεκμήριο Γ) στις 23.2.2015 και ακολούθως δεν επιθυμούσαν περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης όπως εμφαίνεται στο έγγραφο ημερ. 29.4.2015 (βλ. τεκμ.1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Κατ΄αρχήν όλα τα ουσιώδη έγγραφα βρίσκονταν ήδη κατατεθειμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου και εύκολα μπορούσαν να είχαν πρόσβαση οι Αιτήτριες. Όπως δε αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση το πιστοποιητικό έρευνας το οποίο ζήτησαν οι Αιτήτριες ήταν έτοιμο από τις 5.11.2014 ενώ όπως προκύπτει, από το φάκελο του Δικαστηρίου, ζητήθηκε να διεξαχθεί έρευνα σ΄αυτόν από το συνήγορο των Αιτητριών στις 15.10.
- Τα μοναδικά έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στην αίτηση και τα οποία δεν βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου είναι ένα πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνίας 5.11.2014 και η συμφωνία αντιπαροχής την οποία γνώριζαν. Στην προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση χαρακτήρισαν την διαδικασία χρονοβόρα. Αντιθέτως επρόκειτο για μια απλή και σύντομη διαδικασία. Κατά τρόπο γενικό και αόριστο ισχυρίζονται ότι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης μηνιαίων δόσεων στις 18.9.2014 μέχρι και την καταχώρηση της επίδικης αίτησης στις 9.3.2015 ήταν απαραίτητο για τη διενέργεια των απαραίτητων διαβημάτων και ερευνών, αλλά και τη λήψη όλων των απαραίτητων εγγράφων. Πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό o οποίος δεν υποστηρίζεται με την απαραίτητη επάρκεια. Οι Αιτήτριες αδιαφόρησαν όχι μόνο από την επίδοση του κλητηρίου αλλά και από την επίδοση της αίτησης μηνιαίων δόσεων. Η όλη συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται από αδιαφορία.
- Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε, 20 περίπου μήνες μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις Αιτήτριες, 6 περίπου μήνες μετά την επίδοση της αίτησης μηνιαίων δόσεων, και λαμβανομένου υπόψη ότι παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν το χρόνο που διέρρευσε, κρίνω ότι η όλη συμπεριφορά τους ήταν ασύγγνωστη και πλήττει την ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης. Παρέλειψαν να κινηθούν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση της αίτησης τους. Η όλη συμπεριφορά τους όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω, καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητριών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): .................................... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο