Μαρίας Τοφαρίδη ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Αναστασίας Τοφαρίδη κ.α. ν. Andrew - Lewis Parton κ.α., Αρ. Αγ. 1047/08, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1047/08 Μεταξύ: Αναστασίας Σίμου Τοφαρίδη Ενάγουσας Και
- Andrew - Lewis Parton
- Mark Bladon
- Έλλη Μεταξά
- Γεωργία Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Δημήτρης Κ. Πογιατζή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττουλή Κυνηγός
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 8.10.2010 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Αγ. 1047/08 Μεταξύ:
- Αναστασίας Σίμου Τοφαρίδη
- Μαρία Τοφαρίδη
- Γιώργος Τοφαρίδης Εναγόντων Και
- Andrew - Lewis Parton
- Mark Bladon
- Έλλη Μεταξά
- Γεωργία Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστού της περιουσίας του Δημήτρη Πογιατζιή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.10.2011 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Αγ. 1047/08 Μεταξύ:
- Αναστασίας Σίμου Τοφαρίδη
- Μαρία Τοφαρίδη
- Γιώργος Τοφαρίδης Εναγόντων Και
- Andrew - Lewis Parton
- Mark Bladon
- Έλλη Μεταξά
- Γεωργία Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστού της περιουσίας του Δημήτρη Πογιατζιή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εναγομένων Και δι΄ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ:
- Andrew - Lewis Parton
- Mark Bladon Εναγόντων στην Ανταπαίτηση Και
- Αναστασίας Σίμου Τοφαρίδη
- Μαρία Τοφαρίδη
- Γιώργος Τοφαρίδης
- Έλλη Μεταξά
- Γεωργία Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστού της περιουσίας του Δημήτρη Πογιατζιή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων στην Ανταπαίτηση Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13.2.2013 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Αγ. 1047/08 Μεταξύ:
- Μαρίας Τοφαρίδη ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Αναστασίας Τοφαρίδη
- Μαρία Τοφαρίδη
- Γιώργος Τοφαρίδης Εναγόντων Και
- Andrew - Lewis Parton
- Mark Bladon
- Έλλη Μεταξά
- Γεωργία Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστού της περιουσίας του Δημήτρη Πογιατζιή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων Και δι΄ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ:
- Andrew - Lewis Parton
- Mark Bladon Εναγόντων στην Ανταπαίτηση Και
- Αναστασίας Σίμου Τοφαρίδη
- Μαρία Τοφαρίδη
- Γιώργος Τοφαρίδης
- Έλλη Μεταξά
- Γεωργία Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστού της περιουσίας του Δημήτρη Πογιατζιή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγός
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εναγομένων στην Ανταπαίτηση Hμερ.: 10.9.2015 Για τους Ενάγοντες 1, 2 και 3 και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ.Κ.Χατζηιωάννου για Α.Κ.Χατζηιωάννου & Υιοί Για τους Εναγόμενους 1 και 2 και εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντες 1 και 2: κα Γ.Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 3: Ουδεμία Εμφάνιση Για την Εναγόμενη 4 και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 5: κ.Κ.Μουτσουρής Για τον Εναγόμενο 5 και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 6: Ουδεμία Εμφάνιση Για τον Εναγόμενο 6 και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 7: κα Δ. Παπαμιλτιάδους για τον Γενικό Εισαγγελέα A Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η Νομοθεσία Μια από τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974 και της κατάληψης από του τουρκικά στρατεύματα των πόλεων της Κερύνειας και της Αμμοχώστου ήταν τα Κτηματολογικά Γραφεία των ομωνύμων επαρχιών να τεθούν εκτός του ελέγχου της πολιτείας και να παύσουν να λειτουργούν. Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε ήταν περισσότερο αισθητό σε σχέση με τη μη λειτουργία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου αφού περιοχή της Επαρχίας Αμμοχώστου παρέμεινε υπό τον έλεγχο των νομίμων αρχών της Δημοκρατίας και οι περιουσίες στην κατοχή των νομίμων ιδιοκτητών τους. Μάλιστα, στην περιοχή αυτή παρατηρήθηκε ιδιαίτερη ανάπτυξη στα χρόνια που ακολούθησαν τα γεγονότα του
- Το 1980 τροποποιήθηκε ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμος, Κεφ. 224 με την εισαγωγή του άρθρου 50 Α που αφορούσε στην υιοθέτηση νέων σχεδίων με ρητή αναφορά στις περιπτώσεις όπου τα κτηματικά μητρώα και βιβλία κατακρατούντο παράνομα και δεν βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο της Δημοκρατίας. Το 1984 θεσπίστηκε ξεχωριστός νόμος για τη ρύθμιση του ζητήματος, σήμερα οι περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμοι του 1984 και 1986, οι Νόμοι. Κύριος σκοπός των Νόμων ήταν η παροχή εξουσίας στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να διατάξει την ετοιμασία και υιοθέτηση νέων αρχείων για τις ακίνητες ιδιοκτησίες που βρίσκονταν στις επαρχίες Κερύνειας και Αμμοχώστου σε αντικατάσταση των κατακρατηθέντων από τους Τούρκους. Οι Νόμοι προνοούσαν όπως ο Διευθυντής καλέσει με δημοσίευση ειδοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα και με άλλες δημοσιεύσεις που θα έκρινε αναγκαίο όλους τους ιδιοκτήτες να του υποβάλουν τυποποιημένη δήλωση με τα στοιχεία των ιδιοκτησιών τους. Στην πράξη χρησιμοποιήθηκε ο τύπος Ν.298 που προϋπήρχε των Νόμων. Οι δηλώσεις θα έπρεπε να υποβληθούν εντός 4 μηνών από τη δημοσίευση και να υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία. Γίνεται ρητή αναφορά στην προσκόμιση πιστοποιητικού εγγραφής, όπου τέτοιο ήταν δυνατό να προσκομιστεί, αναγνώριζε όμως ο νομοθέτης ότι θα υπήρχαν περιπτώσεις όπου αυτό δεν θα ήταν δυνατό να προσκομιστεί αφού ο προσφυγικός πληθυσμός εγκαταλείποντας τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του άφησε πίσω τα υπάρχοντα του περιλαμβανομένων τέτοιων πιστοποιητικών. Γίνεται ακόμα μνεία σε οιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα ήθελε απαιτήσει ο Διευθυντής. Ακολουθεί εξέταση των στοιχείων από το Διευθυντή και επαλήθευση τους σε συνεργασία με την οικεία Χωριτική Αρχή και άλλους. Στη συνέχεια ο διευθυντής καταρτίζει κατάσταση ακινήτων που περιλαμβάνει περιγραφή των διαφόρων ιδιοκτησιών και το όνομα του προσώπου που δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης με τους λόγους βάσει των οποίων έχει το δικαίωμα του προκύψει. Ακολουθεί δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, και όπως διαφορετικά ο Διευθυντής ήθελε θεωρήσει αναγκαίο, ειδοποίησης με την οποία πληροφορείται το κοινό ότι θα καταρτισθούν νέα αρχεία των ακινήτων με λεπτομέρειες της περιοχής για την οποία δίδεται ειδοποίηση και αναφορά ότι το σχετικό σχέδιο έχει δοθεί στον οικείο κοινοτάρχη. Καλούνται οι ιδιοκτήτες όπως, μέσα σε τέσσερεις μήνες, δείξουν λόγο γιατί ιδιοκτησία που εμφαίνεται να ανήκει σε κάποιο πρόσωπο πρέπει να μην εγγραφεί στο όνομα του. Εάν δεν υπάρξει κάποια ένσταση ο Διευθυντής μπορεί να προχωρήσει στην κατάρτιση των αρχείων όπως παρουσιάζονται στην κατάσταση. Μετά την κατάρτιση των νέων αρχείων εκδίδονται πιστοποιητικά εγγραφής τα οποία είναι προσωρινά και αποτελούν μόνο κατά τεκμήριο τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που αφορούν. Παρέχεται η δυνατότητα στο Διευθυντή, κατόπιν προσκόμισης νέων στοιχείων, αυτεπάγγελτα να προβεί στις αναγκαίες αντικαταστάσεις διορθώσεις ή τροποποιήσεις. Προνοείται η δυνατότητα διεκδίκησης αποζημίωσης από πρόσωπο που υπέστηκε ζημιά λόγω ακύρωσης οιασδήποτε εγγραφής στο Μητρώο Εγγραφής που εξασφαλίστηκε με δόλο ή συνεπεία λάθους. Δεν επιτρέπεται ο Διευθυντής να ακυρώσει οιαδήποτε εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής, έστω και αν εξασφαλίστηκε με δόλο ή συνεπεία λάθους, εάν επηρεάζονται τα συμφέροντα προσώπου το οποίο απέκτησε το ακίνητο έναντι ανταλλάγματος και εν αγνοία του δόλου ή του λάθους. Προνοείται συνεπώς και η δυνατότητα διεκδίκησης αποζημίωσης από πρόσωπο που υπέστηκε ζημιά λόγω της μη ακύρωσης οιασδήποτε τέτοιας εγγραφής στο Μητρώο. Β. Η δικογραφία - Τα επίδικα θέματα Αντικείμενο της αγωγής είναι τεμάχιο γης στο Παραλίμνι με κτηματολογικά στοιχεία: Αρ.Εγγραφής 0/9285, Φ/Σχ 0/2-290-395, Τμήμα 11, Τεμ. 606, χωράφι, τοποθεσία Γερούδι, Αναφωτία, Δήμος Παραλιμνίου, Αμμόχωστος και παλαιότερα στοιχεία: Αρ.Εγγραφής 954, Φ/Σχ XLII/6, Τεμ. 673, τοποθεσία Γερούδι, Αναφωτία, Παραλίμνι, Αμμόχωστος. Σύμφωνα με την αξίωση το επίδικο ακίνητο ανήκε από το 1958 στην Αναστασία Σίμου Τοφαρίδη, αποβιώσασα, που το 1987 προέβηκε στη μεταβίβαση του στα παιδιά της, Ενάγοντες 2 και 3 εξ΄ ημισίας. Η μεταβίβαση δεν ολοκληρώθηκε γι΄ αυτό και η αγωγή κρίθηκε ορθό να προωθηθεί τόσο από τους Ενάγοντες 2 και 3 όσο και εκ μέρους της περιουσίας της αποβιωσάσης. Το ζήτημα δεν είναι αδιάφορο της ουσίας της αγωγής, όμως δεν υφίσταται αντιδικία μεταξύ των Εναγόντων. Το επίδικο ακίνητο δηλώθηκε από την πρώην Εναγόμενη 3 ως ιδιοκτησία του Μιχαήλ Ττοουλή Κυνηγού, αποβιώσαντα, και εγγράφηκε στο όνομα του το 1994 δυνάμει των προνοιών των Νόμων. Το 1999 πωλήθηκε από τους διαχειριστές της περιουσίας του Ττοουλή, Εναγόμενη 4 και αρχικό Εναγόμενο 5 αποβιώσαντα, που διένειμαν το προϊόν της πώλησης στους κληρονόμους του. Αγοραστές ήταν δύο άγγλοι, οι Εναγόμενοι 1 και 2, που ενεγράφησαν ως ιδιοκτήτες του και το ανέπτυξαν ανεγείροντας κατοικίες. Με την Εκθεση Απαίτησης καταλογίζεται τόσο στην πρώην Εναγόμενη 3 και στους διαχειριστές, όσο και στο Κτηματολόγιο (Εναγόμενος 6), αλλά και τους άγγλους αγοραστές, αμέλεια, αδιαφορία, ή και δόλος στα στάδια δήλωσης και εγγραφής του επίδικου ακινήτου ως ιδιοκτησία του Ττοουλή και της μεταγενέστερης πώλησης του, εκεί όπου εμπλέκονται. Στο Κτηματολόγιο καταλογίζεται περαιτέρω παράβαση καθήκοντος που απορρέει από το νόμο και υπέρβαση εξουσίας. Αξιώνονται διατάγματα με τα οποία να δηλώνεται ότι η περιουσία της Αναστασίας ή οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και να διατάσσεται η εγγραφή του ως ανωτέρω, ελεύθερου από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις πέραν από τη μεταβίβαση που δηλώθηκε το
- Ακόμη, διατάγματα που να ακυρώνουν την καταχώρηση της δήλωσης ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Ττοουλή, την εγγραφή του στο όνομα του Ττοουλή και την μεταγενέστερη εγγραφή του στο όνομα των Εναγομένων 1 και
- Περαιτέρω διατάγματα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν δικαιούνται και όπως παύσουν να εισέρχονται, παραμένουν, κατέχουν, χρησιμοποιούν ή εκμεταλλεύονται ή άλλως πως επεμβαίνουν στο επίδικο ακίνητο, και όπως κατεδαφίσουν και μετακινήσουν τις οικοδομές που έχουν ανεγείρει σε αυτό. Τέλος, αξιώνονται γενικές, παραδειγματικές και ειδικές αποζημιώσεις (που όμως δεν εξειδικεύονται στην αγωγή). Εναντίον της Εναγόμενης 3 η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε και έχει απορριφθεί. Αυτή φαίνεται να είχε αποβιώσει πριν την καταχώρηση της. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δηλώνουν άγνοια ως προς το βάσιμο των ισχυρισμών των Εναγόντων σε σχέση με το ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην Αναστασία ή ότι αυτό παράνομα εγγράφηκε στο όνομα του Ττοουλή. Είναι η θέση τους ότι διενήργησαν τη δέουσα έρευνα και αφού έλεγξαν το επίσημο έγγραφο του Κτηματολογίου που αποδείκνυε σε ποιον ήταν εγγεγραμμένο το επίδικο ακίνητο, ακολούθησαν νόμιμες και κανονικές διαδικασίες για την αγορά και εγγραφή του στο όνομα τους και πρέπει να θεωρούνται καλή τη πίστη αγοραστές έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Επικαλούνται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω καθυστέρησης και της συμπεριφοράς τους και ζητούν την απόρριψη της αξίωσης. Στην περίπτωση όμως που θα απωλέσουν το επίδικο ακίνητο, ανταξιώνουν από τους Ενάγοντες και τους Συνεναγόμενους τους χρηματικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα έχουν υποστεί. Στους Ενάγοντες καταλογίζεται ανοχή και αδράνεια που συνιστούσε παράσταση στους ιδίους ότι μπορούσαν να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο ή και να επενδύσουν σε αυτό. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατείνονται ότι βασίστηκαν στην απραξία τους και ενήργησαν προς ζημιά τους αγοράζοντας το επίδικο ακίνητο και στη συνέχεια επενδύοντας σε αυτό. Στους Εναγόμενους 3 - 5 καταλογίζουν ότι δόλια ή αμελώς τους παρέστησαν ψευδώς ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Ττοουλή και ότι ο τίτλος του δεν αμφισβητείτο. Στο Κτηματολόγιο καταλογίζεται ότι δεν προέβηκε στις δέουσες έρευνες, παρέστησε και επιβεβαίωσε σε αυτούς ότι ο Ττοουλή είχε καλό τίτλο του επίδικου ακινήτου και επέτρεψε τη μεταβίβαση στο όνομα τους. Την 26.9.2014 επιτράπηκε η διακοπή της ανταπαίτησης σε σχέση με τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών υπό στοιχεία (Δ), (Ε) και (Στ) που αφορούσαν κατά κύριο λόγο στα έξοδα οικοδόμησης και συντήρησης των κατοικιών που οι Εναγόμενοι 1 και 2 ανήγειραν στο επίδικο ακίνητο. Παραμένει η ανταπαίτηση τους σε σχέση με τις ζημιές που αφορούν στην αγορά του επίδικου ακινήτου, τα έξοδα χαρτοσήμανσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και τα μεταβιβαστικά και που συμποσούνται σε €63.448,90 (£37.135). Η Εναγόμενη 4 αρνείται την όποια αξιόμεμπτη συμπεριφορά της καταλογίζεται. Διατείνεται ότι ενήργησε νομότυπα μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της ως συνδιαχειρίστρια της περιουσίας του Ττοουλή και πώλησε το επίδικο ακίνητο, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του αποβιώσαντος, και διένειμε το προϊόν της πώλησης στους νόμιμους κληρονόμους του. Καμία γνώση είχε για την αξίωση των Εναγόντων. Στην απουσία εκ μέρους της αξιόμεμπτης συμπεριφοράς δεν μπορεί να υπέχει προσωπικής ευθύνης, είτε προς τους Ενάγοντες είτε προς τους Εναγόμενους 1 και 2, έπαψε δε να είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του Ττοουλή αφού η διαχείριση διεκπεραιώθηκε. Εισηγείται ότι η αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί εναντίον των κληρονόμων του Ττοουλή. Εγείρει ακόμα ζήτημα ότι εφόσον οι Ενάγοντες δεν έχουν υποβάλει ένσταση στα πλαίσια των Νόμων, κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή. Τις πρόνοιες των Νόμων προβάλλει ως προμετωπίδα της υπερασπίσεως του ο Εναγόμενος 6 που απορρίπτει κάθε αξιόμεμπτη συμπεριφορά που καταλογίζεται στο Διευθυντή και υπαλλήλους του Κτηματολογίου. Το επίδικο ακίνητο δεν δηλώθηκε ως ιδιοκτησία της Αναστασίας, ούτε και ένσταση υποβλήθηκε κατά τη διαδικασία καταρτισμού των νέων μητρώων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στο όνομα του Ττοουλή κατ΄ ακολουθία δήλωσης ότι ανήκε σε αυτόν. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εφάρμοσε τους Νόμους. Στο μεσοδιάστημα η δήλωση μεταβίβασης του 1987 παραδόθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, στο παράρτημα Παραλιμνίου όμως δεν προχώρησε, δεν ολοκληρώθηκε και δεν εγγράφηκε αφού διαπιστώθηκε ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο (προφανώς εννοείτο δηλωμένο) στο όνομα του Ττοουλή. Η Αναστασία ενημερώθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν διαφιλονικούμενο και γι΄ αυτό δεν μπορούσε να προχωρήσει η μεταβίβαση, όμως, δεν ακολούθησε εκ μέρους της οποιαδήποτε ενέργεια. Γ. Οι μάρτυρες Η Αναστασία Τοφαρίδη απεβίωσε την 1.7.2012 ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή. Δεν ήταν, επομένως, διαθέσιμη μάρτυρας κατά την ακρόαση της που άρχισε την 2.7.
- Η Αναστασία ήταν στη ζωή κατά την εκδίκαση αίτησης της στην παρούσα αγωγή για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Η αίτηση εκδικάστηκε στις 30.1.2009 και η Αναστασία, ομνύουσα την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση, αντεξετάστηκε. Τα πρακτικά έχουν παρουσιαστεί (Τεκμ.45). Μαρτυρία κατά τη δίκη έδωσαν η θυγατέρα της Μαρία Τοφαρίδη (Μ.Ε.4), Ενάγουσα 2 και Διαχειρίστρια της περιουσίας της (Τεκμ.20), και ο γιος της Γιώργος Τοφαρίδης (Μ.Ε.3) Ενάγοντας
- Κλήθηκε, ακόμα, ο Πέτρος Πέτρου (Μ.Ε.1) του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ο Σάββας Σάββα (Μ.Ε.2) υπάλληλος του Δήμου Παραλιμνίου και ο Ανδρέας Ανθούλη (Μ.Ε.5) Λειτουργός στο Τμήμα του Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας. Για τους Εναγόμενους 1 και 2 μαρτύρησε ο πρώτος (Μ.Υ.1) και η δικηγόρος Φλώρα Λουκά (Μ.Υ.2). Η Εναγόμενη 4 δεν πρόσφερε καμιά μαρτυρία, ενώ από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα μαρτύρησαν ένας και ένας πρώην υπάλληλοι του Κτηματολογίου, ο Νικόλαος Νικόλα (Μ.Υ.3) και ο Παναγιώτης Φιλαρέτου (Μ.Υ.4). Οι δικηγόροι των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, 2, 4 και 6 συμφώνησαν ως προς τις αξίες του επίδικου ακινήτου σε διάφορες ημερομηνίες και δεν αντεξέτασαν τον εκτιμητή ακινήτων Χαράλαμπο Κακιντίρη (Μ.Ε.6) (Εκθεση Εκτίμησης ημερ. 30.6.2014 - Τεκμ.47), η μαρτυρία του οποίου παραμένει σχετική αφού η αγωγή στρέφεται εναντίον και του Εναγομένου 5 που δεν εκπροσωπείται στη διαδικασία. Δ. Η Δήλωση Ν.298 της Αναστασίας Ο Γιώργος (γραπτή δήλωση - Τεκμ.7) μαρτύρησε ότι το 1981 ή 1982 επισκέφθηκε τον ίδιο και τη μητέρα του στην Αγγλία κάποιος Φαρκονής ο οποίος τους πληροφόρησε ότι θα έπρεπε να δηλώσουν την ακίνητη ιδιοκτησία τους που βρισκόταν στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Ο Γιώργος, κατόπιν παράκλησης της μητέρας του, συνέταξε ιδιοχείρως κατάσταση της ακίνητης της περιουσίας, βασιζόμενος στα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που η μητέρα του κατείχε. Την κατάσταση αυτή παρέλαβε ο Φαρκονής για να τη μεταφέρει στον αδελφό της μητέρας του Γεώργιο Πελαγία που διέμενε στην Κύπρο για να υποβάλει εκ μέρους της τη σχετική δήλωση. Ο Γιώργος παρουσίασε φωτοαντίγραφο της κατάστασης (Τεκμ.8). Στην κατάσταση σημειώνονται 32 ακίνητες περιουσίες και κάπου στο μέσο αναφέρεται το επίδικο ακίνητο με την περιγραφή: «ΦΣ 42/6, Αρ. τεμαχίου 673, Σκ. 4, Πρ. -, Τ.Πόδια -, τοποθεσία Γερόυτι Αναφωτία, Μερίδιο όλον». Υποβλήθηκε στο Γιώργο ότι το Τεκμ.8 κατάρτισε πρόσφατα για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Η ουσία της υποβολής είναι ότι η κατάσταση, καταρτιζόμενη για σκοπούς του δικαστικού αγώνα, περιλαμβάνει ως περιουσία της Αναστασίας το επίδικο ακίνητο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν της ανήκε. Υποβλήθηκαν ακόμη ερωτήσεις προς τον Γιώργο σε σχέση με το φωτοαντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας του επιδίκου ακινήτου που παρουσίασε (Τεκμ.17), προφανώς στην προσπάθεια να προσβληθεί η γνησιότητα του ως φωτοτυπία υπαρκτού πρωτότυπου τίτλου. Η Μαρία (γραπτή δήλωση - Τεκμ.19) παρουσίασε και έκθεση εμπειρογνώμονα (Τεκμ.33) για να υποστηρίξει την αυθεντικότητα του αντιγράφου του Πιστοποιητικού του επίδικου ακινήτου που κατείχε. Ο Νικόλα, σήμερα ελεγκτής στο Τμήμα Επιτόπιων Ερευνών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ανάφερε ότι δεν χειρίστηκε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο οποιαδήποτε πτυχή της υπόθεσης. Απλά προσκόμισε το φάκελο ΑΓ12/2009 που ανοίχθηκε όταν καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. Για τον καταρτισμό του φακέλου λήφθηκαν έγγραφα από άλλους φακέλους. Η παρουσίαση διαφόρων πρωτοτύπων εγγράφων από το φάκελο ήταν ιδιαίτερα βοηθητική τόσο όσον αφορά το περιεχόμενο των εγγράφων όσο και στο να εκλείψουν οιεσδήποτε αμφιβολίες για την αυθεντικότητα κάποιων φωτοαντιγράφων που είχαν παρουσιαστεί. Ετσι συνέβηκε σε σχέση με το πρωτότυπο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Περιουσίας του επίδικου ακινήτου. Παρουσιάστηκε από τον Νικόλα επισυναπτόμενο σε άλλα έγγραφα. Επομένως πριν το 1987 που η Αναστασία παρέδωσε το πρωτότυπο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς της μεταβίβασης το κατείχε και ο Γιώργος μπορούσε να καταγράψει τα κτηματολογικά στοιχεία του επίδικου ακινήτου στην κατάσταση που ετοίμασε από τον πρωτότυπο τίτλο που κατείχε η μητέρα του. Απορρίπτω αμφότερες τις εισηγήσεις της υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και αποδέχομαι την επί του προκειμένου μαρτυρία του Γιώργου. Πιστοποιημένα από το Κτηματολόγιο αντίγραφα των δηλώσεων που αφορούν την περιουσία της Αναστασίας παρουσιάστηκαν (Τεκμ.22). Πρόκειται για εννέα φύλλα δηλώσεων που στην πιστοποίηση αναφέρεται ότι κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου την 17.1.
- Τούτο δεν είναι ορθό. Τρία φύλλα, όπου καταγράφονται με αύξοντες αριθμούς 1 μέχρι 22 αντίστοιχες περιουσίες, έχουν ημερομηνία 14.9.
- Σε άλλο φύλλο καταγράφεται ότι λήφθηκε την 5.11.
- Στα αντίγραφα των δηλώσεων δεν σημειώνεται το επίδικο ακίνητο. Η Μαρία μαρτύρησε πως όταν το 1983 ο θείος της ο Πελαγίας προέβηκε σε δήλωση της ακίνητης περιουσίας της μητέρας της, αυτό που έπραξε ήταν να παραδώσει σε κάποιο λειτουργό του Κτηματολογίου κατάσταση με την ακίνητη περιουσία της Αναστασίας και να υπογράψει εν λευκώ τους τύπους Ν.298, τους οποίους συμπλήρωσε αργότερα ο λειτουργός, παραλείποντας να καταγράψει το επίδικο ακίνητο το οποίο περιλαμβανόταν στην κατάσταση που παρέδωσε ο Πελαγίας. Σε αυτή τη βάση οι Ενάγοντες καταλογίζουν στο Κτηματολόγιο αμέλεια. Η Μαρία παρουσίασε φωτοαντίγραφο της χειρόγραφης κατάστασης (Τεκμ.21) που κατά τους Ενάγοντες παρέδωσε ο Πελαγίας. Κατά τη Μαρία είναι τα γράμματα του Πελαγία. Η κατάσταση, ανάφερε, της παραδόθηκε από τον υπάλληλο του Κτηματολογίου ονόματι Σεργίου μαζί με τους τύπους Ν.298 που αφορούσαν τις δηλώσεις της ακίνητης περιουσίας της Αναστασίας. Το φωτοαντίγραφο της χειρόγραφης κατάστασης φέρει πρωτότυπες σφραγίδες του Κτηματολογίου. Δεν πρόκειται για φωτοαντίγραφο της κατάστασης που ετοίμασε ο Γιώργος, αλλά άλλης κατάστασης που ενδεχομένως καταρτίστηκε με αντιγραφή της πρώτης αφού το περιεχόμενο τους είναι κατ΄ ουσία το ίδιο. Εκεί όπου καταγράφονται τα στοιχεία του επίδικου ακινήτου υπάρχουν κάποιες σημειώσεις, που πιθανόν να προστέθηκαν μεταγενέστερα. Διακρίνεται σε παρένθεση το όνομα «Μιχάλης Ττοουλή Κυνηγού» και στη συνέχεια η φράση «για έλεγχο». Η Μαρία δεν είχε πληροφόρηση από τον Πελαγία, που απεβίωσε τον Νοέμβριο του 2012, για το τι ακριβώς έκαμε στο Κτηματολόγιο. Η πληροφόρηση της προέρχεται από λειτουργούς του Κτηματολογίου που της εξήγησαν ότι την εποχή εκείνη πολύς κόσμος προσερχόταν στο Κτηματολόγιο για να δηλώσει περιουσίες και προς διευκόλυνση είχε ζητηθεί να παρουσιάζονται καταστάσεις των ακινήτων και να υπογράφονται εν λευκώ οι τύποι Ν.298, τους οποίους στη συνέχεια θα συμπλήρωναν οι λειτουργοί μεταφέροντας τα στοιχεία από τις καταστάσεις. Κατά την αντεξέταση της, υποβλήθηκε στη Μαρία από τη δικηγόρο για τον Γενικό Εισαγγελέα που εκπροσωπεί το Κτηματολόγιο ότι «...οι λειτουργοί του Κτηματολογίου ή ο λειτουργός του Κτηματολογίου που συμπλήρωσε τον τύπο Ν.298, τον συμπλήρωσε με βάση τα στοιχεία που είχε και καμιά παράλειψη δεν διαπιστώνεται». Ερωτηθείς ο Νικόλα κατά πόσο τον τύπο Ν.298 συμπλήρωνε ο κάθε ενδιαφερόμενος μόνος του απάντησε ότι τούτο μπορούσε να γίνει και με τη βοήθεια κάποιου υπαλλήλου του Κτηματολογίου. Ο τύπος συμπληρωνόταν ενώπιον του ενδιαφερομένου και δεν γνωρίζει πρακτική, όπως του υποβλήθηκε, ότι οι ενδιαφερόμενοι έγραφαν σε άσπρες κόλλες τις ιδιοκτησίες τους και μετά ο υπάλληλος του Κτηματολογίου περνούσε τα στοιχεία στον τύπο τον οποίο ο ενδιαφερόμενος είχε από προηγουμένως υπογράψει εν λευκώ. Καθ΄όσον αφορά την κατάσταση που οι Ενάγοντες διατείνονται ότι παρέδωσε ο Πελαγίας (Τεκμ. 21) ο Νικόλα ανέφερε ότι τέτοιο έγγραφο δεν βρίσκεται στο φάκελο. Προσέτρεξε μάλιστα να πει ότι αποκλείεται το Τεκμ. 21 να είχε δοθεί από το Κτηματολόγιο. Ένα από τα πιστοποιημένα φωτοαντίγραφα του Πιστοποιητικού Εγγραφής του επίδικου ακινήτου που παρουσιάστηκε (Τεκμ.25) υπογράφεται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Π.Σεργίου που, σύμφωνα με τη Μαρία, είναι ο υπάλληλος που της παρέδωσε και το Τεκμ.21, δηλαδή τη χειρόγραφη κατάσταση που κατά τους Ενάγοντες παρέδωσε ο Πελαγίας. Από τον ίδιο λειτουργό υπογράφεται η πιστοποίηση στο φωτοαντίγραφο Δήλωσης Κατάθεσης Σύμβασης με αρ. ΣΔΔ 1687/87 (Τεκμ.23), ουσιαστική αναφορά στην οποία γίνεται πιο κάτω. Το Τεκμ.21 δεν πιστοποιείται κατά ανάλογο τρόπο, προδήλως γιατί δεν επρόκειτο για έγγραφο που μπορούσε να καταχωριστεί αλλά βοηθητικό έγγραφο που είχε τοποθετηθεί στο σχετικό φάκελο ή αρχείο. Όπως, όμως, προειπώθηκε, φέρει πρωτότυπες σφραγίδες του Κτηματολογίου. Αποδέχομαι τη θέση της Μαρίας ότι η κατάσταση Τεκμ.21 της παραδόθηκε από υπάλληλο του Κτηματολογίου μαζί με φωτοαντίγραφο της Δήλωσης Ν.298 της Αναστασίας. Το γεγονός ότι η κατάσταση φέρει πρωτότυπες σφραγίδες του Κτηματολογίου οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι συνιστούσε μέρος φακέλου ή αρχείου του Κτηματολογίου. Τα δύο έγγραφα ήταν μαζί και το εύλογο συμπέρασμα είναι ότι είχαν τοποθετηθεί μαζί στο σχετικό φάκελο ή αρχείο και συνεπώς σχετίζονταν μεταξύ τους. Η Δήλωση Ν.298 της Αναστασίας, που παραδεκτά δεν εμπεριέχει το επίδικο ακίνητο δεν έχει αποδειχθεί ότι συμπληρώθηκε από λειτουργό του Κτηματολογίου στην απουσία του Πελαγία. Η Μαρία δεν προσέφερε προς τούτο άμεση μαρτυρία, έστω εξ ακοής. Δεν μετέφερε στο Δικαστήριο θέση του Πελαγία ότι αυτό συνέβηκε. Απλά, στη βάση επιμέρους στοιχείων, ουσιαστικά επιχειρηματολογεί ότι έτσι συνέβηκε. Μπορεί πράγματι έτσι να συνέβηκε, όμως μπορεί και όχι. Ο Πελαγίας απεβίωσε τον Νοέμβριο του 2012, χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και εάν είχε θετική θύμηση τέτοιου γεγονότος θα αναμενόταν να το είχε αναφέρει στους ενδιαφερόμενους συγγενείς του. Είναι γεγονός ότι συνιστά μεγάλη σύμπτωση το ακίνητο που δηλώθηκε ως ιδιοκτησία του Ττοουλή να είναι το μόνο ακίνητο από την κατάσταση Πελαγία που δεν περιλήφθηκε στους τύπους Ν.298 της Αναστασίας. Οι σημειώσεις δίπλα από τα στοιχεία του επίδικου ακινήτου στην κατάσταση Πελαγία μπορεί να σημαίνουν ότι ηθελημένα δεν περιλήφθηκε στους τύπους Ν.298 για να ελεγχθεί μια εκκρεμότητα. Αν έτσι συνέβηκε και κατά πόσο το ζήτημα τέθηκε υπόψη του Πελαγία παραμένει άγνωστο. Στην απουσία θετικής μαρτυρίας ότι ο Πελαγίας ξεγελάστηκε ή παραπλανήθηκε από λειτουργό του Κτηματολογίου, αυτός, ως το πρόσωπο που υπέγραψε τους τύπους Ν.298, φέρει την ευθύνη και δεσμεύει την Αναστασία την οποία αντιπροσώπευε. Ε. Η Δήλωσις Καταθέσεως Συμβάσεως Δωρεάς ημερ. 6.11.1987 Το 1987 η Αναστασία αποφάσισε να μεταβιβάσει μέρος της ακίνητης της περιουσίας στην Κύπρο στα δύο της παιδιά. Η ίδια βρισκόταν τότε στην Κύπρο ενώ ο Γιώργος και η Μαρία, που ήταν στην Αγγλία, είχαν πληρεξουσιοδοτήσει το θείο τους τον Πελαγία για να αποδεχτεί εκ μέρους τους τις μεταβιβάσεις με πληρεξούσια έγγραφα που υπόγραψαν στην Κυπριακή Πρεσβεία στο Λονδίνο. Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης των Εναγόντων παρουσιάστηκε πιστοποιημένο αντίγραφο της Δήλωσης Κατάθεσης Σύμβασης Δωρεάς με αρ. ΣΔΔ 1687/87 που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στο παράρτημα Παραλιμνίου στις 6.11.1987 (Τεκμ.23). Επισυνάπτεται φωτοαντίγραφο του σχετικού Δωρητηρίου Εγγράφου που υπογράφεται, όπως και η Δήλωση, από την Αναστασία και τον Πελαγία. Το Δωρητήριο και η Δήλωση αφορούν το επίδικο ακίνητο, το οποίο θα μεταβιβαζόταν στη Μαρία και το Γιώργο εξ ημισίας. Φωτοαντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής Ακινήτου Περιουσίας του επίδικου ακινήτου επίσης επισυνάπτεται. Υπάρχει σε ξεχωριστό φωτοαντίγραφο (Τεκμ.24) πιστοποίηση ότι πρόκειται για πιστό αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας που είναι επισυνημμένο στη Δήλωση. Αναφέρεται στο Πιστοποιητικό ότι το ακίνητο ανήκει εξολοκλήρου στην Αναστασία Σίμου Τοφαρίδη, η οποία το απέκτησε με δωρεά από τον πατέρα της και εγγράφηκε ως ιδιοκτήτρια του την 15.12.
- Το Τεκμ. 27 είναι φωτοαντίγραφο τύπου υποβολής στοιχείων ακίνητης ιδιοκτησίας για σκοπούς του περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου του
- Φέρει ημερομηνία 15.9.1983 και υπογράφεται από τον Πελαγία. Καταγράφονται ακίνητες ιδιοκτησίες μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο υπό αύξ. αρ.
- Επισυνάπτεται στον τύπο φωτοαντίγραφο απόδειξης είσπραξης φόρων ημερ. 5.11.1987 που αφορά τους φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας για τα έτη 1982 μέχρι
- Τεκμ. 28 είναι άλλες δύο τέτοιες αποδείξεις. Ο Ανθούλη, Λειτουργός στο Τμήμα του Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας επαρχίας Αμμοχώστου, επιβεβαίωσε ότι η πρώτη δήλωση της Αναστασίας στο Φόρο έγινε την 15.9.1983 από τον Πελαγία και σε αυτή περιλαμβάνετο το επίδικο ακίνητο. Με βάση τη δήλωση πληρώθηκε ο φόρος για όλες τις ακίνητες ιδιοκτησίες της Αναστασίας και δόθηκε την 5.11.1987 απαλλαγή (Τεκμ.46) ώστε η Αναστασία να προβεί σε μεταβιβάσεις. Εξήγησε ο Ανθούλη ότι το τμήμα του δεν ελέγχει την ορθότητα των στοιχείων ή ποιος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και πως εναπόκειτο στο Κτηματολόγιο να διαπιστώσει οποιοδήποτε λάθος κατά τη μεταβίβαση. Η πληρωμή φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και η αποδοχή της πληρωμής από το Τμήμα του Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας δεν αποδεικνύουν αφ΄ εαυτών ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην Αναστασία, καταδεικνύουν όμως μια συνέπεια συμβατή με ειλικρινή πίστη της Αναστασίας ότι το επίδικο τεμάχιο της ανήκε. Ο Νικόλα καταθέτοντας την πρωτότυπη Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως της 6.11.1987 και τα επισυναπτόμενα σε αυτή έγγραφα μεταξύ των οποίων και το πρωτότυπο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Περιουσίας της Αναστασίας για το επίδικο ακίνητο (Τεκμ. 70), εξήγησε πως την εποχή εκείνη δεν υπήρχε μηχανογράφηση οπόταν τέτοιες δηλώσεις όταν υποβάλλονταν στο παράρτημα του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου στο Παραλίμνι γίνονταν δεκτές με την επιφύλαξη ότι ο Διευθυντής μπορούσε να αρνηθεί την εγγραφή της μεταβίβασης όταν η δήλωση θα διαβιβαζόταν στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο δηλαδή το Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα. Μόνο στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα μπορούσε να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχαν εμπόδια στη διεκπεραίωση της μεταβίβασης. Προς τούτο ο δικαιοπάροχος και ο δικαιοδόχος υπόγραφαν ότι πληροφορήθηκαν ότι η δήλωση γινόταν με ίδιο κίνδυνο του δικαιοδόχου. Στην υπόψη περίπτωση η Αναστασία και ο Πελαγίας υπόγραψαν ότι είχαν σχετικά πληροφορηθεί (βλ. Τεκμ. 67). Η σχετική δήλωση πήρε αριθμό ΣΔΔ 1687/87 στο μητρώο του Παραλιμνίου και όταν διαβιβάστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα πήρε τον αριθμό μητρώου ΣΔΔ 2262/
- Τότε, ανέφερε ο Νικόλα, διεφάνηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν καταχωρημένο στον Ττοουλή οπόταν το Κτηματολόγιο αρνήθηκε να διεκπεραιώσει την πράξη και ακολούθησε η επιστολή της 10.12.
- Το επίδικο ακίνητο είχε δηλωθεί ως ιδιοκτησία του Ττοουλή. 'Οπου αναφέρεται ότι ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Ττοουλή (βλ. Τεκμ.68 πιο κάτω) είναι λάθος. Στ. Η επιστολή ημερ. 10.12.1987 Τεκμ. 66 είναι το διπλότυπο επιστολής ημερ. 10.12.1987 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου που απευθύνεται προς την Αναστασία η οποία αναφέρεται ως «Αναστασία Αντώνη Χ"Aντώνη». Με αυτή πληροφορείται ότι η Δήλωση της (ΣΔΔ 1687/87) δεν μπορούσε να προχωρήσει επειδή το ακίνητο ήταν διαφιλονικούμενο με το Μιχάλη Ττοουλή Κυνηγού. Αναφερόταν στη συνέχεια «Παρακαλείστε όπως μέσα σε τριάντα
(30)μέρες από την ταχυδρόμηση της παρούσας επιστολής προσέλθετε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για διευθέτηση της πιο πάνω υποθέσεως σας.» Η επιστολή δεν ανέφερε διεύθυνση αποστολής. Στο κάτω μέρος της υπάρχει πρωτότυπη χειρόγραφη σημείωση που αναφέρει «Ελαβα το αρχικό για επίδοση» και υπάρχει μια υπογραφή. Μαρτύρησε ο Νικόλα ότι η υπογραφή είναι κάποιου Ανδρέα Κίττου, φίλου του, που επαγγέλλετο το δικολάβο και του οποίου την υπογραφή γνώριζε. Ο Γιώργος μαρτύρησε πως ο Κίττου εργαζόταν μαζί με κάποιο Κουτσόλουκα, κτηματομεσίτη, με τον οποίο συνεργαζόταν ο θείος του ο Πελαγίας. Το 2000 του τον σύστησε η μητέρα του ως το πρόσωπο που με τον θείο του Πελαγία διεκπεραιώνουν τις κτηματικές τους πράξεις. Η Μαρία ανάφερε πως οι μεταβιβάσεις το 1987 από τη μητέρα της έγιναν με τη βοήθεια του Κίττου. Περαιτέρω, στην Εκθεση Απαίτησης (παραγρ.6) αναφέρεται ότι η Δήλωση του 1987 έγινε με τη βοήθεια του Κίττου. Προκύπτει ότι ο Κίττου ήταν πρόσωπο που γνώριζε την Αναστασία και ενδεχομένως να είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή μαζί της. Όμως, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για το πώς αυτός ενήργησε σε σχέση με την επιστολή που φέρεται να έχει παραλάβει. Ηταν η θέση τόσο του Γιώργου όσο και της Μαρίας ότι ούτε η Αναστασία αλλά ούτε ο Πελαγίας ανάφεραν ποτέ ότι έλαβαν γνώση της επιστολής. Η μαρτυρία του Νικόλα, ότι η συνήθης διαδικασία είναι τέτοιες επιστολές να αποστέλλονται ταχυδρομικώς, απέχει από του να αποδείξει ότι η συγκεκριμένη ταχυδρομήθηκε. Πολύ περισσότερο με δεδομένο ότι δεν αναγράφεται διεύθυνση αποστολής ενώ το Κτηματολόγιο είχε διεύθυνση της Αναστασίας στα στοιχεία του (την οδό Θησέως 7, που κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν η διεύθυνση κατοικίας του Πελαγία), ενώ η χειρόγραφη ενυπόγραφη σημείωση του Κίττου υποστηρίζει πως η πρωτότυπη επιστολή παραλήφθηκε από αυτόν και συνεπώς δεν μπορεί να ταχυδρομήθηκε. Καταλήγω πως η πρωτότυπη επιστολή ημερ. 10.12.1987 παραδόθηκε από το Κτηματολόγιο στον Ανδρέα Κίττου για να την επιδώσει στην Αναστασία. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία και δεν έχει συνεπώς αποδειχθεί ότι ο Κίττου την επέδωσε, παρέδωσε ή έστω έφερε το περιεχόμενο της επιστολής στη γνώση της Αναστασίας. Καθ΄ όσον αφορά το Κτηματολόγιο, ο Πελαγίας και όχι ο Κίττος ήταν ο αντιπρόσωπος της Αναστασίας. Επομένως, η παραλαβή από τον Κίττο της επιστολής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραλαβή από την Αναστασία μέσω αντιπροσώπου της. Ούτε και έχει αποδειχθεί ότι άλλο αντίγραφο της επιστολής ταχυδρομήθηκε προς την Αναστασία. Δεν έχει συνεπώς αποδειχθεί ότι η Αναστασία παρέλαβε ποτέ, είτε προσωπικά είτε δι΄ αντιπροσώπου, την επιστολή, ούτε ότι το περιεχόμενο της τέθηκε ποτέ υπόψη της. Ζ. Οι ανησυχίες και ενέργειες των Εναγόντων Το σύνολο των Εναγομένων που εκπροσωπήθηκαν κατά την ακρόαση της αγωγής μέμφονται τους Ενάγοντες στους οποίους καταλογίζουν ότι επέδειξαν αμέλεια και καθυστέρηση μέχρι και αδιαφορία σε σχέση με το ζήτημα του επίδικου ακινήτου. Τόσο ο Γιώργος όσο και η Μαρία περίγραψαν τις οικογενειακές τους συνθήκες με κύριο άξονα το γεγονός ότι oλόκληρη η οικογένεια ήταν μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας από το 1964 και καθ΄ όλους τους ουσιώδεις για το επίδικο ζήτημα χρόνους. Η Αναστασία και η Μαρία επαναπατρίστηκαν το
- Ο σύζυγος της Αναστασίας και πατέρας της Μαρίας και του Γιώργου, ασθενής από το 1973 με 1974 απεβίωσε στην Αγγλία το
- Είναι η θέση της Μαρίας πως όταν η μητέρα της βρισκόταν στην Κύπρο επισκεπτόταν το Κτηματολόγιο ρωτώντας για το ζήτημα για να εισπράττει καθησυχαστικά λόγια από τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου ότι εφόσον είχε «κοτσιάνι» δεν θα έπρεπε να ανησυχεί. Όπως μαρτύρησε ο Γιώργος, όταν το 2000 θα επισκεπτόταν την Κύπρο, η μητέρα του του ζήτησε να επισκεφθεί τον Κουτσόλουκα και να διεξαγάγει έρευνα για να διαπιστώσει ποιες περιουσίες αυτή είχε μεταβιβάσει στον ίδιο και την αδερφή του. Προκύπτει να ζητήθηκαν στις 19.7.2000 και εξασφαλίστηκαν Πιστοποιητικά Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας αναφορικά με τον Γιώργο και τη Μαρία (Τεκμ. 9 και 10 αντίστοιχα). Δεν ζητήθηκε πιστοποιητικό αναφορικά με την Αναστασία αφού προϋπήρχε από το 1994 (Τεκμ.16). Διαπιστώθηκε ότι ούτε στο Πιστοποιητικό αναφορικά με το Γιώργο, ούτε στο Πιστοποιητικό αναφορικά με τη Μαρία παρουσιαζόταν το επίδικο ακίνητο. Το 2004, όταν ο Γιώργος βρισκόταν ξανά στην Κύπρο, ζήτησε και εξασφάλισε νέα Πιστοποιητικά αναφορικά με τον ίδιο και την αδελφή του αλλά τη φορά αυτή αναφορικά και με τη μητέρα του (Τεκμ. 11, 12 και 13 αντίστοιχα). Το επίδικο ακίνητο δεν ήταν η μόνη περιουσία της οικογένειας που δεν παρουσιαζόταν στα Πιστοποιητικά. Ο Γιώργος ετοίμασε κατάσταση με τα ελλείποντα ακίνητα (Τεκμ.15), την οποία άφησε στον Κουτσόλουκα που ανέλαβε να τα βρει. Στην πορεία εξασφαλίστηκαν τίτλοι για όλα εκτός από το επίδικο. Ο τελευταίος τίτλος που αφορούσε το τεμ.733 εξασφαλίστηκε μόλις το
- Οι ανησυχίες των Εναγόντων κορυφώθηκαν το καλοκαίρι του 2008, όταν η Αναστασία και η Μαρία ευρισκόμενες στην Κύπρο, στη βάση των κτηματολογικών στοιχείων του επίδικου ακινήτου και με τη βοήθεια του Κουτσολούκα επισκέφθηκαν την περιοχή και εντόπισαν το επίδικο ακίνητο για να διαπιστώσουν έκπληκτες ότι μέσα σε αυτό υπήρχαν κατοικίες. Τότε ήταν που ανέθεσαν το ζήτημα σε δικηγόρο. Τον Οκτώβριο του 2009, ανάφερε η Μαρία, αντιλήφθηκαν ότι οι διάφορες μεταβιβάσεις που έκανε η μητέρα της το 1987 είχαν πάρει διαδοχικούς αριθμούς αλλά έλειπε η ΣΔΔ2262/87 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Τότε την αναζήτησαν και στην επιμονή τους εντοπίστηκε ο σχετικός φάκελος. Οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 16.11.2009 προς το Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμ.41) υπέβαλαν τις θέσεις τους και ζήτησαν τη διόρθωση της εγγραφής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 9 των Νόμων. Αναφέρεται ακόμα στην επιστολή ότι ο Διευθυντής δεν θα έπρεπε να προχωρήσει στην εγγραφή του ακινήτου στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 αφού δεν τηρήθηκε η προϋπόθεση της σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 4.5.2000 για την ανέγερση μιας κατοικίας για τον καθένα για την οποία να υφίσταται άδεια οικοδομής. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου απάντησε με επιστολή του ημερ. 14.12.2009 (Τεκμ.42) αναφέροντας ότι το αίτημα για διόρθωση των καταρτισθέντων αρχείων αναφορικά με το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 το απόκτησαν έναντι ανταλλάγματος, επικαλούμενος προς τούτο τις διατάξεις του άρθρου 14 των Νόμων που δεν επιτρέπει στο Διευθυντή να ακυρώσει οιαδήποτε εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής, έστω και αν εξασφαλίστηκε με δόλο ή συνεπεία λάθους, εάν επηρεάζονται τα συμφέροντα προσώπου το οποίο απέκτησε το ακίνητο έναντι ανταλλάγματος και εν αγνοία του δόλου ή του λάθους. Οι Ενάγοντες επανήλθαν με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 25.1.2010 (Τεκμ.43), θεωρώντας τη Δήλωση Μεταβίβασης του 1987 ως εξυπακουόμενη ένσταση για σκοπούς των Νόμων. Επιρρίπτονται ευθύνες στο Κτηματολόγιο και αναπτύσσεται επιχειρηματολογία. Η επιστολογραφία κλείνει με την επιστολή του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 17.2.2010 (Τεκμ.44), με την οποία ο τελευταίος επαναλαμβάνει τις θέσεις του. Η. Η Δήλωση Ν.298 του Ττοουλή - Η επ΄ ονόματι του εγγραφή του επίδικου ακινήτου Το Τεκμ. 63 είναι πιστό αντίγραφο του τύπου Ν.298 με τον οποίο δηλώθηκε το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησία του Ττοουλή. Η δήλωση έγινε από την πρώην Εναγόμενη 3, εγγονή του αποβιώσαντα Ττοουλή, που υπογράφει ως Έλλη Χριστοδούλου. Ο Νικόλα μαρτύρησε ότι η δήλωση αυτή δεν συνοδευόταν με τίτλο ιδιοκτησίας ως αποδεικτικό στοιχείο. Παρατηρείται ότι η δήλωση δεν φέρει ημερομηνία, ούτε και στην πιστοποίηση της αναφέρεται πότε αυτή κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Αναμφίβολα, όμως, η Δήλωση καταχωρίστηκε πριν την 10.12.1987, αφού στην επιστολή ημερ. 10.12.1987 αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ήδη διαφιλονικούμενο με τον Ττοουλή. Περαιτέρω σημειώνεται ότι η δήλωση αφορά μόνο το επίδικο ακίνητο και όχι ακόμη δύο που, όπως διαπιστώνεται πιο κάτω, ανήκαν στην περιουσία του Ττοουλή. Ο τύπος Ν.298 έχει αρκετό χώρο για να αναγραφούν σε αυτό αρκετά ακίνητα και θα αναμενόταν, ίσως, πως κάποιος που θα προέβαινε σε δήλωση τριών ακινήτων θα χρησιμοποιούσε ένα μόνο φύλλο του τύπου Ν.
- Την 27.8.1993 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Τεκμ. 65) ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου αναφορικά με το Δήμο Παραλιμνίου εντός του οποίου εμπίπτει το επίδικο ακίνητο. Αναφερόταν ότι: «Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον στην πιο πάνω ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να επιθεωρήσει τα σχέδια και την κατάσταση λεπτομερειών που κατατέθηκαν στους Κοινοτάρχες σ΄ οποιαδήποτε κατάλληλη ώρα και να πάρει σημειώσεις χωρίς επιβάρυνση. Όλοι οι ιδιοκτήτες των πιο πάνω ακινήτων καλούνται μέσα σε τέσσερις
(4)μήνες από την ημερομηνία της δημοσίευσης της ειδοποίησης αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να δείξουν λόγο γιατί η ιδιοκτησία που φαίνεται στις καταστάσεις λεπτομερειών δε θα πρέπει να εγγραφεί στο όνομα ή προς όφελος των προσώπων που αναφέρονται σ΄ αυτές.» Από πλευράς της Αναστασίας δεν υποβλήθηκε οιαδήποτε ένσταση. Τα αρχεία υιοθετήθηκαν στις 4.1.1994 και εκδόθηκε Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας στο όνομα του Ττοουλή. Θ. Η Διαχείριση της Περιουσίας του Ττοουλή Ο Ττοουλή απεβίωσε το 1928 και οι Δημήτρης Κωστή Πογιατζιής και Γεωργία Κωνσταντή Μιχαήλ διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του στις 18.3.1996 στην Αίτηση Διαχείρισης 128/1995 Ε.Δ. Αμμοχώστου (Τεκμ.32). Η Γεωργία Κωνσταντή Μιχαήλ είναι η Εναγόμενη
- Ο Δημήτρης Κωστή Πογιατζιής έχει αποβιώσει και στις 17.6.2010 περιορισμένα έγγραφα διαχείρισης παραχωρήθηκαν στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Αμμοχώστου (Τεκμ.39), που συνενώθηκε ως Εναγόμενος 5 στην αγωγή. Το γραφείο του δικηγόρου κ.Δημήτρη Κωσιαντή ήταν οι δικηγόροι των διαχειριστών της περιουσίας του Ττοουλή. Η δικηγόρος Λουκά εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο γραφείο του κ.Κωσιαντή και είχε χειριστεί την υπόθεση της διαχείρισης. Οι δικηγόροι φέρονται να εμπλέκονται στα γεγονότα χρόνια μετά την καταχώρηση της Δήλωσης Ν.298 του Ττοουλή. Παρουσιάστηκε πιστό αντίγραφο της Απογραφής στην αίτηση διαχείρισης της περιουσίας του Ττοουλή που καταχωρίστηκε στις 17.4.1997 (Τεκμ.55). Είχε προηγηθεί έρευνα από τους δικηγόρους στο Κτηματολόγιο και την 27.3.1996 εκδόθηκε Πιστοποιητικό Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας για τον Ττοουλή (Τεκμ. 56). Η ημερομηνία 27.3.1996 είναι σημαδιακή όπως πιο κάτω διαπιστώνεται. Καταγράφονται τρία ακίνητα μεταξύ των οποίων το επίδικο ακίνητο. Τα άλλα είναι τα τεμάχια 657 και
- Αναφορικά με τα τρία ακίνητα του Ττοουλή ο κ.Κωσιαντής είχε ζητήσει και έλαβε από τον Λάζαρο Αναστασίου, Σύμβουλο - Εκτιμητή Ακινήτων έκθεση εκτίμησης (Τεκμ.57). Προκύπτει από σχέδιο που επισυνάπτεται στην έκθεση ότι το επίδικο ακίνητο ήταν συνεχόμενο με το τεμάχιο 658 το οποίο χωριζόταν από το τεμάχιο 657 με δημόσιο δρόμο. Ο Αναστασίου εισηγείτο όπως το επίδικο, που ήταν περίκλειστο, πωληθεί μαζί με το τεμάχιο
- Σε κάθε περίπτωση εκτιμούσε την αξία του επίδικου τον Ιούλιο του 1996 σε £37.
- Το 1998 παραχωρήθηκε στο επίδικο ακίνητο δικαίωμα διόδου προς το δημόσιο δρόμο μέσα από το τεμάχιο 658 που, όπως προειπώθηκε, ανήκε στην περιουσία του Ττοουλή. Οι διαχειριστές του Ττοουλή είχαν μεριμνήσει για την παραχώρηση του δικαιώματος διόδου στο επίδικο ακίνητο προφανώς για να μπορεί να πωληθεί και μόνο του. Ο Αναστασίου το εκτίμησε ως περίκλειστο αφού η εισήγηση του για πώληση του μαζί με το τεμάχιο 658 ανεβάζει τη συνολική τιμή πέραν του αθροίσματος της αξίας των δυο τεμαχίων ξεχωριστά κατά £10.
- Άλλωστε η εκτίμηση του Αναστασίου έχει ημερομηνία 21.7.1996, δηλαδή δύο χρόνια πριν την παραχώρηση του δικαιώματος διόδου. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας για την περιουσία του Ττοουλή ημερ. 27.6.2002 (Τεκμ. 62) το τεμάχιο 658 πωλήθηκε το Νοέμβριο του 1998 στην τιμή των £40.000, ενώ ο Αναστασίου είχε εκτιμήσει την αξία του σε £66.
- Η εκτίμηση του Αναστασίου ήταν προτού το τεμάχιο 658 παραχωρήσει το δικαίωμα διόδου στο επίδικο, γεγονός που αναμφίβολα μείωσε την αξία του. Προκύπτει πως και τα τρία ακίνητα του Ττοουλή πωλήθηκαν και το προϊόν της πώλησης διανεμήθηκε στους πολλούς κληρονόμους του, οι οποίοι υπέγραψαν και σχετικές δηλώσεις (Τεκμ. 59) με τους διαχειριστές να καταχωρούν στις 15.2.2001 τους τελικούς λογαριασμούς της διαχείρισης (Τεκμ.60). Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ενώ ο Ττοουλή απεβίωσε το 1928, γράμματα διαχείρισης της περιουσίας του ζητήθηκαν μόλις το
- Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση. Η εκ των διαχειριστών του Εναγόμενη 4, που εκπροσωπείτο στη διαδικασία, επέλεξε να μην προσφέρει μαρτυρία. Η χρονική διάσταση αφήνει ερωτηματικά, όμως, αφ΄εαυτής δεν αποδεικνύει την ύπαρξη δόλου. Άλλωστε η περιουσία του Ττοουλή αφορούσε τρία ακίνητα και υπάρχει μαρτυρία από την ίδια την Μαρία ότι γειτνιάζουσα περιουσία ήταν δική του. Επομένως όπως άργησε η διαχείριση για το επίδικο, άργησε και για τα άλλα δυο ακίνητα που δεν αμφισβητείται ότι πράγματι του ανήκαν. Ι. Η αγορά του επίδικου ακινήτου από τους Εναγόμενους 1 και 2 Ο Εναγόμενος 1, Andrew Lewis Parton (γραπτή δήλωση στην Αγγλική - Τεκμ.48 και πιστή μετάφραση στην Ελληνική - Τεκμ.49) αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μαζί με τον φίλο του Mark Bladon, Εναγόμενο 2, αγόρασαν το επίδικο ακίνητο. Ο Parton είχε επισκεφθεί την Κύπρο το 1998 για διακοπές και του άρεσε. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να αποκτήσει περιουσία στην Κύπρο και συζήτησε την προοπτική με τον Bladon. Τον Οκτώβριο του 1999 αμφότεροι επισκέφθηκαν την Κύπρο με ενδιαφέρον να αγοράσουν περιουσία. Ο οικογενειακός φίλος του Parton, Νικόλας Θεοδώρου, τον οποίο o Parton γνώριζε για 25 χρόνια, τους σύστησε τον ξάδερφο του Ανδρέα Ιωάννου Ομπρέλλο, οικοδόμο που, όπως τους ειπώθηκε, έχαιρε εκτίμησης στο χώρο των ακινήτων. Ο Ομπρέλλος τους υπέδειξε κάποια ακίνητα μεταξύ των οποίων και το επίδικο το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 προτίμησαν. Oι πωλητές αντιπροσωπεύονταν από κάποιο «ατζέντη». Η αρχική τιμή που τους αναφέρθηκε ήταν £50.000 την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 βρήκαν προσιτή και αποφάσισαν να το αγοράσουν. Την επομένη ο Θεοδώρου και ο Ομπρέλλος τους πληροφόρησαν ότι είχαν εκ μέρους τους διαπραγματευτεί την τιμή που κατέβηκε στις £36.
- Στη διά ζώσης μαρτυρία του ο Parton ανέφερε ότι την τιμή των £50.000 την θεώρησαν ως μια αρχική τιμή για να ξεκινήσει η διαδικασία της διαπραγμάτευσης. Δεν τους προκάλεσε εντύπωση ότι η τιμή κατέβηκε σε τέτοιο βαθμό μέσα σε μια μέρα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν το επίδικο ακίνητο από κοινού για το ποσό των £36.000 (€61.509,65) με αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 5.10.1999 (Τεκμ.30) από τους διαχειριστές της περιουσίας του Ττοουλή. Η δικηγόρος Λουκά μαρτύρησε πως ο Θεοδώρου και ο Ομπρέλλος τους παρουσίασαν τους Εναγόμενους 1 και 2 που επιθυμούσαν να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο. Οι δικηγόροι συμβουλευόμενοι το Πιστοποιητικό Ερευνας Ακίνητης Περιουσίας του Ττοουλή που είχαν εξασφαλίσει για σκοπούς απογραφής της περιουσίας του, συνέταξαν το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Πληρώθηκαν τόσο από τους διαχειριστές του Ττοουλή όσο και από τους Εναγόμενους 1 και 2 (Τεκμ.52). Το επίδικο ακίνητο ενεγράφηκε επ΄ ονόματι των Εναγομένων 1 και 2 στις 7.7.2000 οπόταν και κατεβλήθησαν τα σχετικά μεταβιβαστικά τέλη (Τεκμ.31). Σήμερα το επίδικο ακίνητο εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο στα ονόματα τους κατά ½ μερίδιο έκαστος. Ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 πράγματι κατέβαλαν το ποσό των £36.000 για την αγορά του επίδικου ακινήτου δεν αμφισβητήθηκε. Φωτοαντίγραφο εγγράφου της Αγγλικής τράπεζας NatWest (Τεκμ.53) αποδεικνύει ότι αυτοί μετέφεραν στις 6.10.1999 ποσό αντίστοιχο με £40.000 σε λογαριασμό τους που είχαν ανοίξει την προηγούμενη μέρα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (Τεκμ.51). Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την εκτίμηση Αναστασίου η αξία του επίδικου ακινήτου ως περίκλειστου ήταν την 21.7.1996 £37.500 (€64.072,55). Η αξία του την 5.10.1999, ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η επίδικη αγοραπωλησία, έχοντας πλέον αποκτήσει δικαίωμα διόδου, ήταν, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, €104.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 το απέκτησαν για £36.000, δηλαδή €61.509,
- Το τίμημα αγοράς ήταν μικρότερο από τα 2/3 της πραγματικής αξίας του επίδικου ακινήτου. Δημιουργούνται ερωτηματικά, που παρέμειναν αναπάντητα, γιατί οι διαχειριστές ή και οι κληρονόμοι του Ττοουλή να το πωλήσουν σε αυτή την τιμή, τη στιγμή μάλιστα που είχαν εκτίμηση ότι άξιζε πολύ περισσότερα. Παρατηρείται ότι και το τεμάχιο 658 πωλήθηκε σε χαμηλότερη τιμή από την εκτιμημένη αξία του. Ισως οι πολλοί κληρονόμοι να ενδιαφέρονταν στο να πάρουν γρήγορα το μικρό τους μερίδιο σε μετρητά ή ίσως να δηλώθηκαν χαμηλότερες τιμές για σκοπούς αποφυγής καταβολής υψηλότερων μεταβιβαστικών τελών κάτι όμως για το οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία. Κ. Η ανέγερση των κατοικιών των Εναγομένων 1 και 2 Ο Πέτρου είναι Ανώτερος Τεχνικός στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως στο Επαρχιακό Γραφείο Αμμοχώστου. Η μαρτυρία του αφορούσε στο ζήτημα της ανέγερσης των κατοικιών των Εναγομένων 1 και 2 στο επίδικο ακίνητο. Προκύπτει ότι αμφότερες οι κατοικίες και ακόμα μια τρίτη που παραμένει ημιτελής, ανεγέρθηκαν παράνομα, χωρίς πολεοδομική άδεια ή άδεια οικοδομής. Όταν την 21.2.2005 ο Πέτρου επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο οι δύο κατοικίες ήταν συμπληρωμένες ενώ η τρίτη ήταν σκελετωμένη. Το ζήτημα της ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου είχε τεθεί ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο με απόφαση του ημερ. 7.5.2008 απέρριψε τη σχετική αίτηση των «Parton Andrew - Lewis και άλλων» που είχε υποβληθεί την 27.1.
- Η απόφαση δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 6.6.2008 (Τεκμ. 38). Η σχετική γνωστοποίηση αρνήσεως χορηγήσεως πολεοδομικής άδειας (Τεκμ. 1) εκδόθηκε στις 26.6.
- Η προτεινόμενη ανάπτυξη παραβίαζε τη Δήλωση Πολιτικής αφού το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε σε βιομηχανική ζώνη, αλλά και το Τοπικό Σχέδιο Παραλιμνίου. Η Πολεοδομική Αρχή με επιστολή της ημερ. 1.9.2005 προς το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων (Τεκμ.2) σημείωνε ότι θα μπορούσε να χορηγηθεί κατά παρέκκλιση πολεοδομική άδεια για μια μόνο οικιστική μονάδα και ως εκ τούτου δεν σύστηνε τη χορήγηση πολεοδομικής άδειας για ανέγερση τριών κατοικιών που η αίτηση αφορούσε.. Ο Σάββα που εργάζεται στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Παραλιμνίου ανέφερε ότι την 28.8.2000 υποβλήθηκε αίτηση για άδεια οικοδομής και ανοίχθηκε ο φάκελος Β37/2000 (μέρος του φακέλου - Τεκμ.6). Για να εκδιδόταν η ζητηθείσα άδεια προαπαιτείτο να είχε δοθεί χαλάρωση από το Υπουργείο Εσωτερικών. Τέτοια χαλάρωση δεν παραχωρήθηκε, οπόταν ο Δήμος Παραλιμνίου δεν μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο έκδοσης άδειας οικοδομής. Ανάφερε ο Σάββα ότι μετά το 2003 προαπαιτείται κατά παρέκκλιση χαλάρωση δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Ο Δήμος Παραλιμνίου καταχώρησε την ποινική υπόθεση 2429/2002 Ε.Δ. Αμμοχώστου εναντίον του εργολάβου Πέτρου Κελίρη για ανέγερση των δύο κατοικιών των Εναγομένων 1 και 2 χωρίς άδεια οικοδομής. Όπως ανέφερε ο Σάββα, εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης των κατοικιών εκτός και αν εξασφαλιζόταν η σχετική άδεια εντός δύο μηνών. Σε σχέση με την ανέγερση των κατοικιών ο Parton μαρτύρησε ότι όλα έγιναν με τη βοήθεια του Θεοδώρου και του Ομπρέλλου προς τους οποίους είχαν εμπιστοσύνη. Οι ίδιοι υπόγραφαν όλα τα έγγραφα και πλήρωναν τα ποσά που τους ζητούνταν. Λ. Μαρτυρία για την πραγματική γνώση των Εναγομένων 1 και 2 κατά το χρόνο αγοράς του επίδικου ακινήτου Φωτοαντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (μέρος του Τεκμ.1). Το Πιστοποιητικό εκδόθηκε την 19.11.
- Υπάρχει και άλλο (μέρος του Τεκμ.6) που εκδόθηκε την 24.7.
- Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε φωτοαντίγραφο του ιδίου τίτλου που εκδόθηκε την 7.7.2000 (Τεκμ.50). Φωτοαντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2 που εκδόθηκε την 7.7.2000 επίσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμ.35). Στη σελίδα όπου καταγράφονται οι βασικές πληροφορίες που αφορούν το ακίνητο και τον ιδιοκτήτη και κάτω από τα «Δικαιώματα / Δουλείες» αναφέρεται σε όλα «Προσωρινός τίτλος εκδοθείς με βάση το άρθρο 10 του Νόμου 44/84». Φωτοαντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Μιχαήλ Ττοουλή Κυνηγού επίσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμ.40). Στο Πιστοποιητικό δεν φαίνεται πότε εκδόθηκε. Κάτω από τα «Δικαιώματα / Δουλείες» αναφέρεται «Προσωρινός τίτλος εκδοθείς με βάση το άρθρο 10 του Νόμου 44/84». Ο Νικόλα μαρτύρησε ότι στα πρωτότυπα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας η σφραγίδα που αναφέρει «Προσωρινός τίτλος εκδοθείς με βάση το άρθρο 10 του Νόμου 44/84» είναι με κόκκινο μελάνι. Ο Parton μαρτύρησε ότι στις 5.10.1999, προτού υπογράψουν το αγοραπωλητήριο έγγραφο, είχαν μεταβεί μαζί με τον Θεοδώρου και τον Ομπρέλλο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και έλαβαν κάποια έγγραφα μεταξύ των οποίων και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι του Ττοουλή. Στον Parton επιδείχθηκε το Τεκμ.40 και ανέφερε πως αυτό ήταν. Μαρτύρησε ακόμα ότι ο δικηγόρος τους κ.Κωσιαντής, βασιζόμενος στα παραληφθέντα έγγραφα, τους επιβεβαίωσε ότι όλα ήταν εντάξει. Η υπογραφή του αγοραπωλητηρίου έγινε την ίδια ημέρα. Είναι η θέση του Parton ότι τότε δεν γνώριζε για την αναφορά στο Πιστοποιητικό Εγγραφής του Ττοουλή ότι επρόκειτο για προσωρινό τίτλο που εκδόθηκε με βάση το νόμο. Κανένας δεν του εξήγησε τι σήμαινε η αναφορά. Ούτε όταν του παραδόθηκε ο δικός του τίτλος, με ίδια αναφορά, του εξηγήθηκε τι σήμαινε. Η δικηγόρος Λουκά ερωτούμενη κατά πόσο συμβούλευσε τους Εναγόμενους 1 και 2 σε σχέση με τις συνέπειες της αναφοράς σε προσωρινό τίτλο απάντησε πως δεν θυμόταν καν εάν υπήρχε τέτοια αναφορά στο Πιστοποιητικό που αφορούσε τον Ττοουλή. Αυτό δεν ανατρέπει τη θέση του Parton ότι τους συμβούλευσαν ότι όλα ήταν εντάξει. Μάλλον την ενισχύει υπό την έννοια ότι αν η δικηγόρος παρατηρούσε την αναφορά ίσως να εφιστούσε την προσοχή των Εναγομένων 1 και 2 στις πρόνοιες των Νόμων. Μ. Οι εσωτερικές διεργασίες του Κτηματολογίου Είναι δεδομένο πως το επίδικο ακίνητο δεν δηλώθηκε ως ιδιοκτησία της Αναστασίας δυνάμει των προνοιών των Νόμων. Είναι επίσης δεδομένο ότι δεν υποβλήθηκε από την Αναστασία ή εκ μέρους της οποιαδήποτε ένσταση στα πλαίσια των Νόμων. Ο Νικόλα ανάφερε πως το επίδικο ακίνητο δεν κατέστη «διαφιλονικούμενο» γι΄ αυτό και προχώρησε η εγγραφή του στον Ττοουλή δυνάμει των Νόμων. Όμως, στο Κτηματολόγιο υπήρχε η Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως του
- Ερωτηθείς ο Νικόλα γιατί το Κτηματολόγιο αποδέχτηκε τη Δήλωση για τον Ττοουλή και ενέγραψε το επίδικο ακίνητο στο όνομά του το 1994, δεδομένης της Δήλωσης Καταθέσεως Συμβάσεως του 1987, απάντησε πως ίσως η τελευταία να παρέπεσε. Η προσοχή του Νικόλα επιστήθηκε τότε στο περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 10.12.1987 όπου ρητά αναφέρεται εκ μέρους του Κτηματολογίου σε σχέση με το επίδικο ακίνητο ότι είναι διαφιλονικούμενο με τον Μιχαήλ Ττοουλή Κυνηγού. Χαρακτηριστικά ο Νικόλα απάντησε «Άρα λοιπόν έχεις δίκιο δαμέ, κάπου υπάρχει γκρι, γκρίζο να το πω πιο απλά. Πώς να το πω; Υπάρχει γκρίζο.» Το Τεκμ. 71 είναι ενυπόγραφη χειρόγραφη σημείωση ημερ. 27.3.1996 λειτουργού του Κτηματολογίου, κάποιου Διάκου, προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό. Η σημείωση βρισκόταν μαζί με την πρωτότυπη Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως (Τεκμ. 70). Αναφερόταν πως η Δήλωση ΣΔΔ 2262/87 δεν μπορούσε να προχωρήσει γιατί το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Ττοουλή, όπως είχε δηλωθεί χωρίς τίτλο. Σημειωνόταν ότι η Αναστασία παρουσίαζε τίτλο ιδιοκτησίας και ότι είχε ειδοποιηθεί με επιστολή να υποβάλει αίτηση για εξακρίβωση ιδιοκτησίας παραλείποντας να πράξει τούτο. Αναμφίβολα ο λειτουργός αναφερόταν στην επιστολή ημερ. 10.12.
- Εισηγείτο ο λειτουργός να ανοιχθεί φάκελος για εξακρίβωση ιδιοκτησίας με αιτητή τον ίδιο τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό δυνάμει της Δήλωσης Καταθέσεως Συμβάσεως του 1987 που ακόμα εκκρεμούσε. Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόντων αναφέρεται ότι ο Φιλαρέτου μαρτύρησε ότι η σημείωση του Διάκου συντάχθηκε κατόπιν παραστάσεων της Αναστασίας. Δεν έχω ανιχνεύσει τέτοια μαρτυρία. Ενδεχομένως, ο Διάκου να ανακίνησε το ζήτημα και να σύνταξε τη σημείωση εξ αφορμής ελέγχου που έγινε για να εκδοθεί το Πιστοποιητικό Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας για τον Ττοουλή (Τεκμ. 56) που φέρει την ίδια ημερομηνία με τη σημείωση. Συνεπώς, όποιοι και αν ήταν οι λόγοι που το Κτηματολόγιο προχώρησε στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου στον Ττοουλή το 1994, έστω και αν η Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως του 1987 είχε παραπέσει, αυτή ήρθε στην επιφάνεια το 1996 όταν το επίδικο ακίνητο ήταν ακόμα εγγεγραμμένο στο όνομα του Ττοουλή προτού δηλαδή πωληθεί στους Εναγόμενους 1 και
- Ανοίχθηκε, κατ΄ ακολουθία ο φάκελος Α131/1996 για εξακρίβωση ιδιοκτησίας (Τεκμ. 72). Μέσα στο φάκελο υπάρχει έγγραφο όπου καταγράφονται κάποια τεμάχια που αποτελούν μέρος του Φ/Σχ. 42/6 μεταξύ των οποίων και το επίδικο τεμάχιο
- Ως προς το πώς αποκτήθηκε το επίδικο ακίνητο από τον Ττοουλή αναφέρεται «Εκ κληρονομιάς παρά του πατρός του κι΄ αδελφού του Κοσμά». Δεν υπάρχουν μέσα στο φάκελο έγγραφα που δεν έχουν αλλού σχολιαστεί. Υπάρχουν όμως σημειώσεις πάνω στον ίδιο το φάκελο από τους λειτουργούς που τον χειρίστηκαν. Προκύπτει πως τίποτε το ουσιαστικό δεν έγινε. Με την τελευταία σημείωση ο φάκελος διαγράφηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο Νικόλα ανάφερε ότι θεωρήθηκε ότι κακώς ανοίχθηκε ο φάκελος και γι΄ αυτό διαγράφηκε. Ο Φιλαρέτου, αφυπηρετήσας Κτηματολογικός Λειτουργός Α΄ Τάξης, ανέφερε ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν έχρηζε άλλης ενέργειας και τον έστειλε στην αποθήκη. Όπως διαπιστώνει, κανένα σκεπτικό ή δικαιολογητικό προκύπτει από το φάκελο. Ο Φιλαρέτου ανέφερε ότι το Κτηματολόγιο μπορούσε κάλλιστα να κάμει επιτόπια έρευνα να εξασφαλίσει μαρτυρίες και στοιχεία από τη Χωρητική Αρχή για να εξακριβωθεί σε ποιον πράγματι ανήκε το τεμάχιο. Ο Φιλαρέτου ήταν ο λειτουργός στον οποίο ανατέθηκε η ετοιμασία εκθέσεως γεγονότων όταν καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Συνέταξε έκθεση ημερ. 9.3.2009 την οποία υπέβαλε στο Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμ. 68). Την 20.7.2010 συνέταξε συμπληρωματική έκθεση την οποία επίσης υπέβαλε στο Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμ. 69). Διήλθα τις εκθέσεις και τα επισυναπτόμενα τεκμήρια. Δεν προσθέτουν οτιδήποτε στα όσα αναλύθηκαν πιο πάνω. Ο Φιλαρέτου συνέταξε και επιστολή ημερ. 2.12.2009 προς τον προϊστάμενό του στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τρεις αριθμοί φακέλων που δεν παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη. Οι εκθέσεις εμπεριέχουν και κάποιες ανακρίβειες, ίσως γιατί ο Φιλαρέτου δεν ενδιέτριψε σε βάθος και προσεκτικά επί όλων των λεπτομερειών. Η εισήγηση των δικηγόρων των Εναγόντων ότι η επιστολή ημερ. 10.12.1987 ετοιμάστηκε το 1996, επειδή ο Φιλαρέτου αναφέρει στην έκθεση του (Τεκμ.68) ότι μετά το άνοιγμα του φακέλου Α131/96 η Αναστασία ειδοποιήθηκε με τη ρηθείσα επιστολή, δεν γίνεται αποδεκτή. Πρόδηλα, επρόκειτο περί εσφαλμένης εντύπωσης και αναφοράς. Επισημαίνω πως ενώ το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπογράφτηκε την 5.10.1999 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μόλις την 23.11.1999 με την ΠΩΕ 222/99 (βλ. Τεκμ.68 Παράρτημα «Ε»). Εάν επιχειρείτο κατάθεση κατά την ημερομηνία της υπογραφής του ή έστω σύντομα μετά, όπως είναι το σύνηθες για να εξασφαλίζεται ο αγοραστής ότι δεν θα μεσολαβήσει αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου που αγοράστηκε, θα διαπιστώνετο το πρόβλημα αφού ο φάκελος Α131/96 για εξακρίβωση της ιδιοκτησίας του επιδίκου ακινήτου εκκρεμούσε. Ο φάκελος είχε ανοιχθεί στις 28.3.1996 και εκκρεμούσε για περίοδο που ξεπερνά τα τριάμισι έτη. Ο αριθμός του φακέλου ήταν καθόλη αυτή την περίοδο σημειωμένος στον αριθμό εγγραφής 9285 του χωριού Παραλίμνι (βλ. Τεκμ.72). Η εγγραφή 9285 είναι το Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Ττοουλή. Την 5.11.1999 δόθηκε η εντολή να διαγραφεί ο φάκελος Α131/96 τόσο από τα κτηματικά μητρώα όσο και από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Οι διαγραφές πραγματοποιήθηκαν στις 10 και 11.11.1999 αντίστοιχα. Γιατί ο φάκελος παρέμεινε σε εκκρεμότητα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και γιατί επιλέγηκε να διαγραφεί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν εξηγήθηκε. Το μόνο συναφές χρονικά γεγονός είναι η αγορά του επίδικου ακινήτου από τους Εναγόμενους 1 και
- Πρόκειται και πάλι για σύμπτωση; Μήπως οι αντιπρόσωποι των Εναγομένων 1 και 2, μόνοι ή σε συνεννόηση με τους διαχειριστές του Ττοουλή και με τη συνδρομή λειτουργού ή λειτουργών του Κτηματολογίου ενήργησαν ώστε να διαγραφεί ο φάκελος Α131/96 προτού επιχειρήσουν την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου; Μήπως επιχείρησαν από προηγουμένως την κατάθεση με καλή πίστη, προέκυψε ζήτημα και κατόπιν παραστάσεων τους διαγράφηκε ο φάκελος Α131/96 από την εγγραφή 9285 στο όνομα του Ττοουλή; Την εντολή για διαγραφή υπογράφει κάποιος Ν.Νικόλα (βλ.Τεκμ.72). Ενδεχομένως να πρόκειται για τον Μ.Υ.
- Δεν διερευνήθηκε κατά την εξέταση ή αντεξέταση του, αν είναι αυτός, γιατί έδωσε την εντολή στο συγκεκριμένο χρονικό στάδιο. Στη σειρά των διαπιστωθέντων λαθών, συμπτώσεων ή σκοπιμοτήτων προστίθεται το γεγονός ότι το Κτηματολόγιο δεν έλαβε υπόψη τους σαφείς όρους που τέθηκαν από το Yπουργείο Εσωτερικών ώστε να επιτραπεί η εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα των Εναγομένων 1 και
- Αναφερόταν στη σχετική επιστολή που αποστάληκε προς τους Εναγόμενους 1 και 2 φροντίδι του δικηγόρου τους κ.Κωσιαντή, και η οποία κοινοποιήθηκε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Αμμοχώστου, (Τεκμ.36), ότι: «The property will not be allowed to be registered in your name unless . (b) two dwelling houses one for each applicant are erected on the above land (provided you secure the necessary building permit)». Ν. Ευρήματα Ο τίτλος του 1958 της Αναστασίας είναι εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι το ακίνητο της ανήκε. Θα μπορούσε μετά το 1958 να το είχε πωλήσει ή άλλως αποξενωθεί. Από την ενώπιον μου μαρτυρία έχω ικανοποιηθεί στον υπέρτατο βαθμό ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην Αναστασία. Υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το πρωτότυπο του τίτλου ιδιοκτησίας του που παρουσιάζει την Αναστασία ως την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του στις 15.12.
- Στην απουσία μαρτυρίας ότι το ακίνητο αποκτήθηκε μετά το 1958 από τρίτο πρόσωπο από την Αναστασία, βοηθούμενος και από το τεκμήριο της συνέχειας καταλήγω ότι παρέμεινε ιδιοκτησία της, και μετά το θάνατό της ανήκει στην περιουσία της (her estate). Αντιπαρέβαλα στα πιο πάνω στοιχεία ό,τι μπορούσε να υποστηρίξει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Ττοουλή ή την περιουσία του. Το μόνο στοιχείο είναι η δήλωση της εγγονής του πρώην Εναγόμενης
- Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο από πού η πρώην Εναγόμενη 3 άντλησε τις πληροφορίες της ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Ττοουλή. Κατ΄ ουσία παραμένει άγνωστο κατά πόσο η πρώην Εναγόμενη 3 δήλωσε το επίδικο ακίνητο ως περιουσία του Ττοουλή καλόπιστα στη βάση έγκυρων πληροφοριών, καλόπιστα αλλά αμελώς και χωρίς βάσιμους λόγους ή ακόμα και κακόπιστα (βλ. άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου). Στο Πιστοποιητικό Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας αναφορικά με τους Εναγόμενους 1 και 2, ημερ. 14.8.2008 (Τεκμ.29) σημειώνεται ότι στο Κτηματολόγιο δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το επίδικο ακίνητο από το 1958 μέχρι το
- Το εύρημα ότι το επίδικο παρέμεινε ιδιοκτησία της Αναστασίας , και μετά το θάνατό της ανήκει στην περιουσία της (her estate) δεν έχει διαταραχθεί. Το γεγονός ότι ο Ττοουλή ήταν ο ιδιοκτήτης δύο γειτνιαζόντων με το επίδικο τεμαχίων δεν υποστηρίζει ότι του ανήκε και το επίδικο. Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η πρώην Εναγόμενη 3, γνωρίζοντας ότι το επίδικο ανήκε σε πρόσωπο που είχε από πολλά χρόνια μεταναστεύσει στο εξωτερικό, δόλια το δήλωσε ότι ανήκε στον Ττοουλή. Όπως μαρτύρησε η Μαρία, «οι εναγόμενοι», προδήλως εννοώντας τους οικείους του Ττοουλή, ήταν ιδιοκτήτες συνορευόντων ακινήτων και γνώριζαν ότι το επίδικο δεν τους ανήκε. Οι πληροφορίες της Μαρίας ήταν ότι αυτό καλλιεργείτο από τον παππού της μέχρι και το θάνατο του το
- Όλα αυτά κινούνται στη σφαίρα της εικασίας. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η πρώην Εναγόμενη 3 είχε ενεργήσει με δόλιο τρόπο. Καθ΄ όσον αφορά τους διαχειριστές της περιουσίας του Ττοουλή αυτοί εμπλέκονται στα γεγονότα της υπόθεσης αφότου ζητήθηκαν γράμματα διαχείρισης της περιουσίας του. Διορίστηκαν διαχειριστές την 18.3.1996, δύο χρόνια μετά από την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Ττοουλή. Δεν έχει καταδειχθεί ότι είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση ή πληροφόρηση άλλη από τα όσα αναφέρονται στο Πιστοποιητικό Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας για τον Ττοουλή (Τεκμ.56). Δεν υπάρχει μαρτυρία από πλευράς του Κτηματολογίου ότι ήταν ενήμεροι του ζητήματος. Ούτε υπάρχει μαρτυρία τι παράστησαν οι διαχειριστές στους αντιπροσώπους των Εναγομένων 1 και 2 κατά τις διαπραγματεύσεις για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Καταλήγω πως ούτε και στην περίπτωση των διαχειριστών έχει καταδειχθεί ότι γνώριζαν για το ζήτημα ή ενήργησαν δόλια. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 προσωπικά, είμαι ικανοποιημένος ότι ενήργησαν με καλή πίστη. Είμαι πεπεισμένος ότι με κανένα τρόπο δεν θα εμπλέκοντο στην αγορά του επιδίκου ακινήτου, έστω και σε χαμηλή τιμή, εάν γνώριζαν ή έστω υποπτεύονταν ότι υφίστατο οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με το ιδιοκτησιακό του καθεστώς. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιοποίησαν το επίδικο ακίνητο και όπως προκύπτει από τα αρχιτεκτονικά σχέδια των κατοικιών που ανήγειραν σε αυτό (Τεκμ. 3) πρέπει να ξόδεψαν μεγάλα χρηματικά ποσά. Δεν πιστεύω ότι θα εκτίθεντο κατ΄ αυτό τον τρόπο εάν γνώριζαν ή έστω υποπτεύονταν ότι υπήρχε ζήτημα με την κυριότητα του επίδικου τεμαχίου από τους πωλητές. Το γεγονός ότι εμπλέκονται στην ανέγερση των κατοικιών για τις οποίες δεν υπάρχει πολεοδομική άδεια ή άδεια οικοδομής και κατέχουν τούτες δεν είναι στοιχείο που παραβλάπτει την εικόνα εντίμων προσώπων που το Δικαστήριο απεκόμισε για τον Parton που παρήλασε ως μάρτυρας αλλά και τον Bladon στη βάση της εμπλοκής του όπως περιγράφηκε. Στις διαδικασίες για την αγορά του επίδικου ακινήτου, όπως και στη συνέχεια, τους Εναγόμενους 1 και 2 αντιπροσώπευαν ο Θεοδώρου και ο Ομπρέλλος. Οποιαδήποτε γνώση ή υποψία των αντιπροσώπων συνιστά, κατά νόμο, γνώση του αντιπροσωπευόμενου (βλ. άρθρο 189 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Συνεπώς, γνώση ή υποψία του Θεοδώρου ή του Ομπρέλλου συνιστά γνώση και υποψία των Εναγομένων 1 και
- Όπως μαρτύρησε ο Parton, την 5.10.1999, πριν την πραγματοποίηση της αγοράς του επίδικου ακινήτου, μαζί με τους Θεοδώρου και Ομπρέλλο επισκέφθηκαν το Κτηματολόγιο και έλαβαν έγγραφα ώστε να ικανοποιηθούν αναφορικά με το ζήτημα του τίτλου των πωλητών. Κατά την 5.10.1999 εκκρεμούσε ο φάκελος Α131/96 για την εξακρίβωση της ιδιοκτησίας του επίδικου τεμαχίου που ήταν σημειωμένος στο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Ττοουλή με αρ.9285 και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Κτηματολογίου. Μήπως αποκρύφτηκε το ζήτημα από λειτουργό του Κτηματολογίου που ήθελε να εξυπηρετήσει τους διαχειριστές ή κληρονόμους του Ττοουλή; Μήπως αποκαλύφθηκε στους Θεοδώρου και Ομπρέλλο που εμπλέκονται σε υπόθεση εξαπάτησης των Εναγομένων 1 και 2; Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα κατά τρόπο θετικό. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κάλεσαν ως μάρτυρες τους Θεοδώρου ή Ομπρέλλο, ούτε το δικηγόρο κ.Κωσιαντή για να μαρτυρήσουν τι προέκυψε από την έρευνα στο Κτηματολόγιο το πρωϊ της 5.10.
- Ούτε ο Εναγόμενος 6, που μπορεί να κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις από τα δημόσια ταμεία, παρουσίασε μαρτυρία ότι το Κτηματολόγιο αποκάλυψε την πλήρη και αληθινή εικόνα στους αντιπροσώπους των Εναγομένων 1 και
- Μπορεί οι αντιπρόσωποι των Εναγομένων 1 και 2 να γνώριζαν ότι το επίδικο ακίνητο ήταν στο χρονικό εκείνο στάδιο διαφιλονικούμενο, όμως δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι έτσι συνέβαινε. Στα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί οι διαχειριστές ή οι κληρονόμοι του Ττοουλή ή κάποιοι από αυτούς με τη συνδρομή λειτουργού ή λειτουργών του Κτηματολογίου να απέκρυψαν την ύπαρξη του ζητήματος από τους Θεοδώρου και Ομπρέλλο ώστε να επιτύχουν την πώληση του επίδικου ακινήτου. Επί του ζητήματος επανέρχομαι πιο κάτω. Η ευθύνη του Κτηματολογίου έναντι της πλευράς των Εναγόντων οριοθετείται χρονικά κατά τρόπο θετικό το Δεκέμβριο του 1987 όταν, όπως προδίδει η επιστολή ημερ. 10.12.1987, διαπιστώθηκε ότι δύο πρόσωπα η Αναστασία και ο Ττοουλή διεκδικούσαν το επίδικο ακίνητο. Κατά την εφαρμογή των Νόμων ελλόχευαν κίνδυνοι να καταρτιστούν τα νέα αρχεία με λάθη και παραλείψεις. Όπως προειπώθηκε οι Νόμοι αναφέρονταν ρητά στην προσκόμιση, όπου θα ήταν δυνατό, πιστοποιητικού εγγραφής. Το πιστοποιητικό εγγραφής θεωρείτο και είναι το ισχυρότερο αποδεικτικό στοιχείο που μπορεί κάποιος να κατέχει για να αποδείξει την ιδιοκτησία του. Η Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως Δωρεάς του 1987 δεν ήταν δήλωση περιουσίας στην έννοια των Νόμων, όμως, αυτό που προκύπτει είναι ότι το Κτηματολόγιο την έλαβε υπόψη και θεώρησε το επίδικο ακίνητο ως διαφιλονικούμενο. Σε αυτήν εμπεριέχετο πρωτότυπο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Η επιστολή ημερ. 10.12.1987 δεν αποστάληκε στην Αναστασία ή τον αντιπρόσωπο της και η μεταβίβαση που επιχειρήθηκε το 1987 παρέμεινε σε εκκρεμότητα. Με αυτή την εκκρεμότητα το επίδικο ακίνητο δεν έπρεπε να εγγραφεί στο όνομα του Ττοουλή. Το Κτηματολόγιο είχε καθήκον επιμέλειας προς την Αναστασία και τους δικαιοδόχους δυνάμει της Δήλωσης Καταθέσεως Συμβάσεως του 1987, τον Γιώργο και τη Μαρία να διερευνήσει το ζήτημα και να μην ενεργήσει κατά τρόπο που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα τους. Το Κτηματολόγιο θα μπορούσε να επιδιώξει ενημέρωση της Αναστασίας με νέα επιστολή και του Γιώργου και της Μαρίας ή και αυτεπάγγελτα να διερευνήσει το ζήτημα δεδομένου ότι η Αναστασία παρουσίαζε πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας ενώ η πλευρά του Ττοουλή κανένα στοιχείο, η δε θέση για τον τρόπο που ο Ττοουλή απέκτησε το επίδικο ακίνητο ήταν ασυμβίβαστη με τον υπαρκτό τίτλο της Αναστασίας του 1958 που το Κτηματολόγιο είχε ενώπιον του. Το άρθρο 9
(1)των Νόμων παρέχει ευχέρεια στο Διευθυντή του Κτηματολογίου αυτεπάγγελτα να προβεί σε διορθώσεις και τροποποιήσεις στα καταρτισθέντα αρχεία κατόπιν προσκομίσεως νέων στοιχείων. Πολύ περισσότερο, πριν καταρτισθούν τα αρχεία, εφόσον τίθενται ενώπιον του τόσο σημαντικά στοιχεία όπως ο πρωτότυπος τίτλος ιδιοκτησίας, οφείλει να διερευνήσει πλήρως και ενδελεχώς το ζήτημα. Μπορούσε ακόμη, εάν αντιμετώπιζε δυσκολίες, να αποφασίσει ότι δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί η κυριότητα του επίδικου ακινήτου και να αναμένει ή να υποκινήσει την υποβολή αιτήσεως δυνάμει του άρθρου 8
(3)των Νόμων, είτε από την πλευρά της Αναστασίας είτε από την πλευρά της περιουσίας του Ττοουλή. Παρά ταύτα, το 1994 το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε στο όνομα του Ττοουλή δόθηκε όμως στη συνέχεια νέα ευκαιρία στο Κτηματολόγιο να διορθώσει το λάθος όταν ο Διάκου με τη σημείωση του ημερ. 27.3.1996 διαπίστωσε την εκκρεμότητα. Τότε το επίδικο ακίνητο δεν είχε ακόμα πωληθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 και δεν θα ετίθετο ζήτημα αποζημίωσης εκ μέρους του Δημοσίου αφού η περιουσία του Ττοουλή δεν δικαιούτο στο επίδικο ακίνητο. Στο χρονικό τούτο στάδιο το άρθρο 9
(1)των Νόμων θα είχε πλήρη εφαρμογή αφού κάλλιστα η Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως Δωρεάς του 1987 που ήρθε στην επιφάνεια μπορούσε να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο. Οι Ενάγοντες είναι οι μόνοι εκ των διαδίκων για τους οποίους δεν υπάρχει η παραμικρή υποψία ότι ενήργησαν δόλια ή καθ΄ οιοδήποτε ουσιώδη χρόνο με κακοπιστία. Η θέση που προέβαλε ο Parton ότι οι Ενάγοντες ανέμεναν τη διεκπεραίωση των κατοικιών στο επίδικο ακίνητο για να προβάλουν τις αξιώσεις τους, είναι ατεκμηρίωτη και στερείται κάθε πειστικότητας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που αξιώνεται η κατεδάφιση των κτισμάτων και επαναφορά του επίδικου ακινήτου στην προγενεστέρα αυτού κατάσταση. Αλλωστε, εδώ και χρόνια υφίσταται δικαστικό διάταγμα για την κατεδάφιση των κτισμάτων. Οι Ενάγοντες δεν έπαψαν να ενδιαφέρονται για το επίδικο ακίνητο και, δεδομένης της διαμονής τους στο εξωτερικό, όταν επισκέπτονταν την Κύπρο διερευνούσαν το ζήτημα. Αποδέχομαι τη θέση της Μαρίας ότι όταν η Αναστασία επισκεπτόταν το Κτηματολόγιο εισέπραττε καθησυχαστικά λόγια από τους λειτουργούς. Η Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως του 1987 συνιστά σαφή και αδιαπραγμάτευτη θέση της Αναστασίας ότι το επίδικο ακίνητο της ανήκει. Οι Ενάγοντες ουδέποτε συνάντησαν τους Εναγόμενους 1 και 2 ή τους αντιπροσώπους τους και ουδέποτε προέβηκαν σε οποιαδήποτε παράσταση προς αυτούς ή ενήργησαν κατά τρόπο που να άφηνε να νοηθεί ότι δεν διεκδικούσαν ή έπαψαν να διεκδικούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου. Ξ. Η νομική επιχειρηματολογία και κατάληξη στην Απαίτηση Οι Νόμοι προνοούν (άρθρο 11) ότι μετά τη συμπλήρωση της κατάρτισης νέων αρχείων και της έκδοσης πιστοποιητικών εγγραφής θα εφαρμόζονται από το Διευθυντή οι διατάξεις του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224 και του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (αρ. 9/65) και οποιοιδήποτε άλλοι νόμοι που αφορούν σε ακίνητη ιδιοκτησία. Επιχειρηματολογήθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και πως θεραπεία μπορούσαν να αναζητήσουν μόνο με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224, με την υποβολή Αίτησης - Εφεσης κατά της Απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα τους για διόρθωση της εγγραφής. Το άρθρο 80 προνοεί ότι κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224 εκτός με την υποβολή Αίτησης - Εφεσης. Οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 16.11.2009 προς το Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμ.41) ζήτησαν τη διόρθωση της εγγραφής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 9 των Νόμων. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου απάντησε με επιστολή του ημερ. 14.12.2009 (Τεκμ.42) αναφέροντας ότι το αίτημα για διόρθωση των καταρτισθέντων αρχείων αναφορικά με το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 το απόκτησαν έναντι ανταλλάγματος, επικαλούμενος προς τούτο τις διατάξεις του άρθρου 14 των Νόμων. Η ανταλλαγή των επιστολών αυτών είναι σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής την 10.10.2008. Στην Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ν. Μιχαλάκη Γεωργίου Σταύρου κ.α. ECLI:CY:AD:2015:A211, Πολ. Εφ. αρ. 156/2010, ημερ. 24.3.2015, γίνεται αναφορά στα άρθρα 61 του Κεφ. 224 και 50 του Ν.9/65 που προνοούν για τις εξουσίες του Διευθυντή προς διόρθωση λαθών και παραλείψεων στα Κτηματικά Μητρώα. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών εφαρμόζονται στα πλαίσια των Νόμων. Αναφέρεται στην απόφαση (σελ. 11- 14) ότι: «Με το άρθρο 80 του Κεφ. 224 και το άρθρο 51 του Νόμου 9/65, δίδεται σε πρόσωπο που επηρεάζεται από απόφαση του Διευθυντή, το δικαίωμα να προσφύγει με έφεση στο Δικαστήριο, κατά οποιασδήποτε διαταγής ή απόφασης του Διευθυντή που εκδόθηκε δυνάμει των πιο πάνω Νόμων. Υπάρχει πλούσια νομολογία για τις δυνατότητες του Διευθυντή να διορθώσει λάθη ή παραλείψεις του Κτηματολογίου. Στην υπόθεση Papaloizou v. Themistokleous 22 CLR 177, κρίθηκε ότι το άρθρο 59 του παλαιού Νόμου, που αντιστοιχεί στο σημερινό άρθρο 61 του Κεφ. 224, προσφέρεται όπου υπάρχει ισχυρισμός για λάθη στα βιβλία ή σχέδια του Κτηματολογίου. Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στη Λοΐζου ν. Πολεμίτη
(1998)1Γ ΑΑΔ 1349, ένα τέτοιο θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διευθυντή στον οποίο και θα πρέπει να παραπέμπεται και «μόνο αφού αυτός αποφασίσει μπορεί το θέμα να αχθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με Έφεση». Όμως σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι σαφείς οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ περιουσιακής διαφοράς και παράλειψης ή λάθους του Κτηματολογίου, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί αρκετή νομολογία επί του θέματος. Στη Hassidoff v. Santi and others
(1970)1 CLR 220, η οποία αφορούσε διπλή εγγραφή, κρίθηκε ότι η περίπτωση ήταν προφανώς περίπτωση που τα δικαιώματα των διαδίκων θα έπρεπε να αποφασιστούν από δικαστήριο στα πλαίσια αγωγής. Θεωρήθηκε ότι δεν θα ήταν ασφαλές υπό τις συνθήκες της υπόθεσης εκείνης, που απαιτείτο η λήψη και αξιολόγηση μαρτυρίας και μάλιστα μη αποδεκτής κατά το δίκαιο της απόδειξης, να αφεθεί το θέμα για να αποφασιστεί από το Διευθυντή με απλή σύγκριση στοιχείων που υπήρχαν στους φακέλους του Κτηματολογίου. Τα νομολογηθέντα στη Hassidoff, επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια στη Socratous v. Mezou
(1975)1 CLR 62, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής, σε ελεύθερη μετάφραση:- «Έχοντας εξετάσει τις υποθέσεις εκείνες, έχουμε την εντύπωση ότι η τάση που προκύπτει από τις πρόσφατες αυθεντίες είναι ότι όταν χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία από το διευθυντή αναφορικά με νομικά δικαιώματα σε γη, για να είναι σε θέση να διορθώσει οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στο Κτηματολογικό Μητρώο ή σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής, ο μηχανισμός που προβλέπεται από το α.61 δεν πρέπει να ενεργοποιείται, γιατί η θεραπεία επαφίεται στα Πολιτικά Δικαστήρια με όλες τις ασφαλιστικές δικλείδες που αφορούν ένορκη μαρτυρία, αποδεκτότητα μαρτυρίας και γενικά τους βασικούς κανόνες απονομής της δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο αυτό δεν έχει αμφιβολία ότι, τόσο ως θέμα αρχής και αυθεντίας, οι δηλώσεις που αναφέρονται από πρόσφατη νομολογία είναι ορθές, και τις υιοθετεί.» Στην Παναγιώτου ν. Χ΄΄Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362, αναφέρθηκε ότι η διαδικασία του άρθρου 61 του Κεφ. 224 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που το λάθος μπορεί εύκολα να βρεθεί και να διορθωθεί από στοιχεία εντός του Κτηματολογίου, χωρίς να παρίσταται ανάγκη για έρευνα εκτός του Κτηματολογίου και λήψη μαρτυρίας η οποία ενίοτε μπορεί να είναι και περίπλοκη (βλ. επίσης Φελλά κ.α. ν. Χ΄΄Σάββα
(2002)1Γ ΑΑΔ 2075). Είναι σαφές από τα πιο πάνω, ότι οι περιουσιακές διαφορές π.χ. διπλή εγγραφή, αμφισβήτηση ιδιοκτησίας, αμφισβήτηση έκτασης γης κ.α., ξεφεύγουν των σκοπών του άρθρου 61, εφόσον η αγωγή είναι το καλύτερο μέσο με το οποίο μπορούν να επιλυθούν τέτοιου είδους ιδιοκτησιακές αντεκδικήσεις.» Το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή ήταν κατά πόσο το επίδικο ακίνητο ήταν κατά το 1974 ιδιοκτησία της Αναστασίας ή της περιουσίας του Ττοουλή. Ηταν περιουσιακή διαφορά μεταξύ της πλευράς της Αναστασίας και της πλευράς του Ττοουλή με το ενδιαφέρον της δεύτερης πλευράς να εκπροσωπείται εκτός από τους διαχειριστές της περιουσίας του Ττοουλή και από τους Εναγόμενους 1 και 2 που απέκτησαν συμφέροντα από τους τελευταίους. Η διαπίστωση του πραγματικού ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου προϋπόθετε τη λήψη μαρτυρίας. Επεκτείνεται δε το επίδικο ζήτημα, μετά τη διαπίστωση ότι το επίδικο ακίνητο ήταν κατά το 1974 ιδιοκτησία της Αναστασίας, στο κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 μπορούν να τύχουν της προστασίας του άρθρου 14 των Νόμων. Στα πλαίσια των Νόμων επιπροσθέτως των άρθρων 61 του Κεφ. 224 και 50 του Ν.9/65 εφαρμόζονται και οι διατάξεις που προνοούνται στις παραγρ. (α) και (β) του άρθρου 12 που αφορούν στη δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο για διεκδίκηση αποζημιώσεων από τη Δημοκρατία σε σχέση με την απόφαση του Διευθυντή να ακυρώσει ή να μην ακυρώσει εγγραφή που επιτεύχθηκε ή έγινε με δόλο ή λάθος. Η απόφαση για αποζημίωση είτε των Εναγόντων, είτε των Εναγομένων 1 και 2 εξαρτάται από το κατά πόσο η εγγραφή στο όνομα του Ττοουλή θα διατηρηθεί ή θα ακυρωθεί. Είναι επομένως η εξέταση και εφαρμογή ή όχι των διατάξεων του άρθρου 14 το υπόβαθρο της εξέτασης του ζητήματος των αποζημιώσεων δυνάμει του άρθρου 12. Καταλήγω ότι οι Ενάγοντες ορθά επέλεξαν την οδό της καταχώρησης πολιτικής αγωγής συνενώνοντας κάθε ενδιαφερόμενο ως εναγόμενο. Προκύπτει από την αγόρευση των δικηγόρων των άγγλων αγοραστών ότι ουσιαστικά αποδέχονται ότι η μαρτυρία αναφορικά με την κυριότητα του επίδικου ακινήτου πριν το 1974 είναι συντριπτικά υπέρ της θέσης ότι η Αναστασία ήταν η εγγεγραμμένη και πραγματική ιδιοκτήτρια του. Σε αυτή τη βάση επιχειρηματολογούν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, που, κατά τη θέση τους, ήταν καλόπιστοι αγοραστές έναντι ανταλλάγματος, δικαιούνται στην προστασία του νόμου. Παραπέμπουν στην Α.Α.Pilottos Limited κ.α. v. George Houghton και Jennifer Houghton εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία Sports Car Consultants
(2007)1(A) Α.Α.Δ. 783, 788-9, όπου υιοθετείται απόσπασμα από την Bishopsgate Motor Finance Cpn. Ltd. v. Transport Brakes Ltd.
(1949)1 K.B. 332, 336-337 όπου αναφέρθηκε (σε μετάφραση): «Στην εξέλιξη του νομικού μας συστήματος, δύο αρχές αγωνίζονται να επιβάλουν την κυριαρχία τους. Η πρώτη είναι για την προστασία της περιουσίας: κανένας δεν μπορεί να μεταβιβάσει ένα καλύτερο τίτλο από εκείνον που κατέχει. Η δεύτερη είναι για την προστασία των εμπορικών συναλλαγών: το πρόσωπο που παίρνει με καλή πίστη και με αντάλλαγμα χωρίς ειδοποίηση πρέπει να παίρνει ένα καλό τίτλο. Η πρώτη αρχή διατηρήθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά έχει τροποποιηθεί από το κοινοδίκαιο και με νομοθετικές διατάξεις για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των δικών μας χρόνων. Μπορεί η δεύτερη αρχή να τροποποιηθεί περισσότερο στο μέλλον, αλλά τώρα η προέκταση της καθορίζεται επακριβώς με ένα περιορισμένο αριθμό εξαιρέσεων ...». Αναγνωρίζουν οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 ότι η πιο πάνω απόφαση και γενικά η νομολογία στο ζήτημα, αφορά σε κινητή ιδιοκτησία, ενώ η επίδικη περίπτωση αφορά ακίνητη ιδιοκτησία η οποία στην Κύπρο προστατεύεται και από το Σύνταγμα. Επικαλούνται οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 απόσπασμα από την Ματθαίου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1651, 1661, που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία όπου αναφέρεται ότι: «Το πρωτόδικο δικαστήριο έκαμε αναφορά στο Άρθρο 50 του Ν. 9/65 για να παρατηρήσει ότι δεν παρέχεται εξουσία εις τον Διευθυντή του Κτηματολογίου να ακυρώσει την εγγραφή ακινήτου που γίνεται επ' ονόματι καλόπιστου αγοραστή, ο οποίος το αγοράζει σε πώληση δια πλειστηριασμού. Αυτά βεβαίως ισχύουν για το Διευθυντή του Κτηματολογίου. Όμως εκτιμούμε ότι και το δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τις εξουσίες του κατ' αναλογία προς τα όσα αναγράφονται στο Άρθρο
- Εφόσον δηλαδή ένας αγοραστής ακινήτου σε δημόσιο πλειστηριασμό είναι καλόπιστος αγοραστής δεν θεωρούμε ότι το δικαστήριο δικαιολογείται να ασκήσει την εξουσία του και να ακυρώσει την πώληση. Υπέρ του καλόπιστου αγοραστή λειτουργεί γενικά η αρχή της μη ακύρωσης και ο περιορισμός των δικαιωμάτων του ζημιοθέντος διάδικου σε αποζημιώσεις εναντίον του υπευθύνου.» Εισηγούνται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τις εξουσίες του κατ΄ αναλογία προς τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 14 σε σχέση με τις εξουσίες του Διευθυντή και εφόσον κρίνει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέκτησαν το επίδικο ακίνητο με αντάλλαγμα και δεν εγνώριζαν, ήταν αναίτιοι και δεν συνέτειναν στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επιτεύχθηκε η εγγραφή στο όνομα του Ττοουλή, να μη διατάξει την ακύρωση της εγγραφής αυτής και κατ΄ επέκταση της εγγραφής στο όνομα των Εναγομένων 1 και
- Τις πρόνοιες του Αρθρου 23 του Συντάγματος επικαλούνται οι δικηγόροι των Εναγόντων υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί, κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας αγωγής, η Αναστασία εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου να αποστερηθεί της περιουσίας της. Το Αρθρο 23 προνοεί ότι: «
- Εκαστος, μόνος ή από κοινού μετ΄ άλλων, έχει το δικαίωμα ν΄ αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, να απολαύη ή διαθέτη οποιαδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. ................................................................................................
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή, ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος Αρθρου. ................................................................................................» Το εδάφιο 3 που ακολουθεί αναφέρεται στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας που μπορεί να υποβληθεί με νόμο σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς. Ξεκάθαρα δεν αφορά στη κατάργηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας αλλά στην άσκηση του που προϋποθέτει αυτό να εξακολουθεί να υφίσταται. Το εδάφιο 4 που μπορεί να αφορά και στη στέρηση του δικαιώματος προνοεί πως αυτό μπορεί να γίνει μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση, κάτι που δεν αφορά την επίδικη περίπτωση. Το ίδιο και το εδάφιο
- Το εδάφιο 6 αφορά στην αγροτική μεταρρύθμιση, το 7 σε αναγκαστική εκτέλεση, ενώ το 8 αναφέρεται στην επίταξη. Προκύπτει ότι καμιά συνταγματική διάταξη δεν υφίσταται που να επιτρέπει ή δικαιολογεί την αποστέρηση από την Αναστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας του επίδικου τεμαχίου. Η πρόνοια στο Αρθρο 14 των περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμων του 1984 και 1986 ότι: «...ουδεμία ακύρωσις εγγραφής εις το Μητρώον Εγγραφής ή εγγραφή μεταβιβάσεως ... δύναται να γίνη υπό του Διευθυντού κατά τρόπον ώστε να επηρεάζη το συμφέρον προσώπου το οποίον απέκτησε τούτο επ΄ ανταλλάγματι εκτός εάν ούτος εγνώριζε την παράλειψιν, τον δόλον ή το λάθος διά το οποίον ζητείται η τοιαύτη ακύρωσις ή ήτο ο αίτιος της παραλείψεως, του δόλου ή του λάθους ή ουσιαστικώς συνέτεινεν εις αυτά δι΄ οιασδήποτε πράξεως, αμέλειας ή παραλείψεως αυτού». στην έκταση που θα επέβαλλε όπως παραμείνει η εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής των Εναγομένων 1 και 2 ως ιδιοκτητών του επίδικου τεμαχίου, με αποτέλεσμα αυτό να μην μπορεί να εγγραφεί στα αρχεία που καταρτίστηκαν ως ιδιοκτησία της Αναστασίας ή σήμερα της περιουσίας της (her estate), παραβιάζει κατάφορα τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις. Προδήλως, η προσπάθεια του νομοθέτη ήταν, με την προστασία που φιλοδοξούσε να παράσχει στον καλή τη πίστη και έναντι ανταλλάγματος αγοραστή χωρίς ειδοποίηση, να ενθαρρύνει τις αγοραπωλησίες ακινήτων και την ανάπτυξη στην ελεύθερη περιοχή της επαρχίας Αμμοχώστου. Αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου ότι ο σκοπός του ήταν να καταστήσει δυνατές κτηματολογικές συναλλαγές που αφορούσαν ακίνητη ιδιοκτησία που βρισκόταν μέσα στις ελεύθερες περιοχές της επαρχίας Αμμοχώστου. Όμως, στην προώθηση του πιο πάνω σκοπού δεν επιτρέπεται εκτροπή από τα συνταγματικά πλαίσια. Το άρθρο 12 των Νόμων προνοεί για την περίπτωση όπου διαπιστώνεται ότι εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής επιτεύχθηκε ή έγινε με δόλο ή λάθος και ακυρώνεται και υπάρχει ισχυρισμός από επηρεαζόμενο πρόσωπο ότι αυτό υπέστηκε ζημιά λόγω της ακύρωσης. Πρόσωπο στη θέση των Εναγομένων 1 και 2 θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τη Δημοκρατία κάτω από το άρθρο αυτό. Στο ίδιο άρθρο γίνεται πρόνοια για αποζημιώσεις γιατί η εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής που επιτεύχθηκε ή έγινε με δόλο ή λάθος δεν ακυρώνεται κατ΄ εφαρμογή του άρθρου
- Πρόσωπο στη θέση της Αναστασίας θα μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τη Δημοκρατία κάτω από το άρθρο αυτό. Δεν βρίσκω λόγο γιατί τα αδιαμφισβήτητα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αναστασίας θα πρέπει να μετατραπούν σε χρήμα και να εκτοπισθούν προς όφελος προσώπων στη θέση των Εναγομένων 1 και
- Εφόσον τίθεται ζήτημα αποζημίωσης με παραμέτρους που αφορούν την υπαιτιότητα που μπορεί να έχει το πρόσωπο στο δόλο ή λάθος που διαπιστώθηκε, δεν βρίσκω δικαιολογία στην προτίμηση στην πλευρά του καλή τη πίστη και έναντι ανταλλάγματος αγοραστή έναντι της πλευράς του νόμιμου εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη που, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να σχετίζεται με τον υπαίτιο δόλο. Οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 δεν μπορεί να επιτύχει. Εχει διαπιστωθεί ότι αυτοί δεν υπέχουν προσωπικής ευθύνης. Η διαχείριση της περιουσίας του Ττουλή Κυνηγού έχει κλείσει εδώ και αρκετά χρόνια, ενώ το προϊόν της πώλησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας στους Εναγόμενους 1 και 2 διανεμήθηκε στους κληρονόμους του. Συνεπώς, η αξίωση εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα απαίτησης υπέρ της Εναγόμενης 4 και εναντίον των Εναγόντων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ουδεμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου
- Δεδομένου ότι η δήλωση μεταβίβασης του 1987 δεν ολοκληρώθηκε και οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν απέκτησαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας η αξίωση τους. που προωθήθηκε επικουρικά και διαζευκτικά της αξίωσης της περιουσίας της αποβιωσάσης Αναστασίας Τοφαρίδη, θα πρέπει να απορριφθεί. Εχοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και το γεγονός ότι δεν δημιουργήθηκαν περαιτέρω έξοδα ως αποτέλεσμα της συνένωσης ως Εναγόντων των Εναγόντων 2 και 3, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να μην επιδικαστούν εναντίον τους έξοδα. Συνεπώς η αξίωση των Εναγόντων 2 και 3 εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 6 απορρίπτεται χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δηλώνεται ότι η Αναστασία Σίμου Τοφαρίδη, αποβιώσασα, ήταν μέχρι του θανάτου της η νόμιμη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας με κτηματολογικά στοιχεία: Αρ.Εγγραφής 0/9285, Φ/Σχ 0/2-290-395, Τμήμα 11, Τεμ. 606, χωράφι, τοποθεσία Γερούδι, Αναφωτία, Δήμος Παραλιμνίου, Αμμόχωστος και παλαιότερα στοιχεία: Αρ.Εγγραφής 954, Φ/Σχ XLII/6, Τεμ. 673, τοποθεσία Γερούδι, Αναφωτία, Παραλίμνι, Αμμόχωστος, η οποία ανήκει σήμερα στην περιουσία της (her estate). Εκδίδεται, συνεπώς, διάταγμα με το οποίο διατάττεται η ακύρωση της εγγραφής της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2 και η προηγηθείσα εγγραφή στο όνομα του Μιχαήλ Κυνηγού ή άλλως Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγού ή και της Γεωργίας Κ. Μιχαήλ ή και Δημήτρη Κ. Πογιατζιή ως διαχειριστών της περιουσίας του Μιχαήλ Κυνηγού ή άλλως Μιχαήλ Χριστοδούλου ή Ττοουλή Κυνηγού και διατάττεται η εγγραφή της, ελεύθερης κάθε καταχώρησης ή επιβάρυνσης, στο όνομα της Μαρίας Τοφαρίδη ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Αναστασίας Τοφαρίδη. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 όπως μέσα σε τρεις μήνες από σήμερα κατεδαφίσουν και μετακινήσουν εκτός της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας κάθε οικοδόμημα που έχει ανεγερθεί και ευρίσκεται εντός αυτής. Με την επιφύλαξη των απαραιτήτων ενεργειών προς συμμόρφωση με το διάταγμα κατεδάφισης και μετακίνησης και για το πιο πάνω χρονικό περιθώριο, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δηλώνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν δικαίωμα να εισέρχονται, παραμένουν, κατέχουν, χρησιμοποιούν ή άλλως πως εκμεταλλεύονται ή καρπούνται την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία. Η αξίωση για αποζημιώσεις για απώλειες και ζημιές απορρίπτεται αφού δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία για το ύψος τους, οι δε περιστάσεις της υπόθεσης δεν συνηγορούν στον επιδικασμό παραδειγματικών αποζημιώσεων αφού, σε κάθε περίπτωση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα υποστούν μεγάλη οικονομική ζημιά με την απώλεια των κατοικιών που ανέγειραν στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, εναντίον της Εναγόμενης 3 η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε και έχει προ πολλού απορριφθεί. Ο. Η Ανταπαίτηση Το άρθρο 12 των περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμοι του 1984 και 1986 προνοεί ότι στην περίπτωση που ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ακυρώσει οιαδήποτε εγγραφή στο Μητρώο Εγγραφής, πρόσωπο που υπέστηκε ζημιά λόγω της ακύρωσης μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο προς το σκοπό έκδοσης απόφασης κατά πόσο έχει αποκτήσει δικαίωμα αποζημίωσης και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα αποζημίωσης καθορίζει το ύψος της αποζημίωσης την οποία υποχρεούται να καταβάλει η Κυπριακή Δημοκρατία. Το άρθρο 13 προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την πληρωμή αποζημίωσης ή να μειώσει το ποσό της στην έκταση που το πρόσωπο ήταν ο αίτιος του δόλου ή του λάθους το οποίο οδήγησε στην ακύρωση της εγγραφής ή αυτός συνέτεινε σε αυτά με οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή αμέλεια του. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 13 περιορίζονται σε εμπλοκή του προσώπου στις περιστάσεις που επιτεύχθηκε η εγγραφή η οποία ακυρώνεται. Διαφέρει σε αυτό το βαθμό από τις πρόνοιες του άρθρου 14 όπου καταγράφεται ως σχετικός παράγοντας και η γνώση του δόλου ή του λάθους που σχετίζεται με τη ζητούμενη ακύρωση. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η εγγραφή της οποίας η ακύρωση συζητείται, είναι αυτή που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Νόμων και όχι οιαδήποτε μεταγενέστερη. Επομένως, ό,τι έχει σημασία είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν μπορεί, στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να ήταν αίτιοι ή να συνέτειναν στο δόλο ή το λάθος που οδήγησε στην εγγραφή της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του Ττοουλή ή των διαχειριστών της περιουσίας του, αφού αυτή επιτεύχθηκε το 1994, πέντε χρόνια πριν αυτοί ενδιαφερθούν και αγοράσουν την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία. Όπως έχει σημειωθεί, η Ανταπαίτηση έχει περιοριστεί στο ποσό των €63.448,90 (£37.135). Περιλαμβάνει το ποσό που οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν για την αγορά της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, £36.000 (βλ. Τεκμ. 30), £1.080 που πλήρωσαν για μεταβιβαστικά τέλη (βλ. Τεκμ. 31 για ποσό £1.080,50) και £55 έξοδα χαρτοσήμανσης από τα οποία έχει αποδειχθεί ποσό £1.20, όπως φαίνεται στη σφραγίδα στη σελ.2 του Τεκμ.
- Το συνολικό ποσό που έχει αποδειχθεί ανέρχεται σε €63.356,98 (£37.081,20), προκύπτει δε ότι το ποσό των €44.425,68 (£26.001,20) πληρώθηκαν την 5.10.1999, ενώ το ποσό των €18.931,30 (£11.080) την 7.7.
- Σε ότι άλλο αναφέρεται η Ανταπαίτηση στο Παρακλητικό της μέρος (παρ. 27) είναι σε οποιαδήποτε περαιτέρω και ή καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη και νόμιμο τόκο. Είμαι της άποψης ότι μπορεί και είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί τόκος από το χρόνο που οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν τα πιο πάνω ποσά. Η ανάγκη της Ανταπαίτησης προκύπτει ως αποτέλεσμα της Απαίτησης και δεν είναι ορθό και δίκαιο ο τόκος να περιοριστεί από την ημερομηνία της Ανταπαίτησης αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν θα μπορούσαν να την προωθήσουν ενωρίτερα. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση στην Ανταπαίτηση υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Εναγόμενου 6, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 7, για το ποσό των €63.356,98 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €44.425,68 από 5.10.1999 και επί του ποσού των €18.931,30 από 7.7.2000 μέχρι 14.10.2008 (βλ. Ν. 81(Ι)/2008)και 5,5% επί του ποσού των €63.356,98 από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Εναγόμενου 6, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Συνεπεία των ευρημάτων που αφορούν την ουσία της υπόθεσης, όπως διαπιστώνονται πιο πάνω, η Ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 - 3 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. Η Ανταπαίτηση εναντίον των Εναγομένων 4 και 5, εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 5 και 6, δεν μπορεί να επιτύχει για τους ίδιους λόγους που έχουν αναφερθεί σε σχέση και με την Απαίτηση. Ως εκ τούτου η Ανταπαίτηση εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ της Εναγόμενης 4 και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ουδεμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και του Εναγόμενου
- (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός /ΚΣ Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο