ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (Πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. MC GARRIGLE JAMES BENJAMIN κ.α., Αρ. Αγωγής: 717/2011, 20/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 717/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (Πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση και
- MC GARRIGLE JAMES BENJAMIN
- A.CHACHOLIS DEVELOPERS LTD
- MC GARRIGLE KEVIN Εναγόμενων - των Εναγομένων 1 και 3 Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Λοίζου για κ. Α.Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους 1 και 3 - αιτητές : Η κα Μουζουρίδου για L.G. ZAMBARTAS L.L.C. Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως υπερασπίσεως των εναγομένων 1 και 3 ημερομηνίας 19.01.2015) Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2,r.6), οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους τα ποσά των €242.820,06σ. και των €211.947,10σ. πλέον τους τόκους τους ως υπόλοιπο συμφωνιών παραχώρησης στεγαστικών δανείων τα οποία παραχωρήθηκαν στους εναγόμενους 1 και
- Οι εναγόμενοι 2, οι οποίοι δεν είναι μέρος της παρούσας διαδικασίας, ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητών των εναγομένων 1 και 3 και της αποπληρωμής εκ μέρους τους των πιο πάνω δανείων. Αξιώνονται επίσης διάφορα διατάγματα που αφορούν τα πωλητήρια έγγραφα των οικιών τα οποία αφορούσαν τα επίδικα δάνεια. Η καταγραφή ευθύς εξαρχής της μέχρι σήμερα πορείας της υπόθεσης κρίνω ότι θα βοηθούσε στην κατανόηση της απόφασης εφόσον αυτή συναρτάται από διάφορους λόγους ένστασης που προβάλλονται για απόρριψη του αιτήματος και κυρίως αυτού της καθυστέρησης. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 21.07.
- Με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 25.08.2011 οι ενάγοντες ζήτησαν όπως επιδώσουν στους εναγόμενους 1 και 3 εκτός δικαιοδοσίας με υπηρεσία courier στη γνωστή διεύθυνση τους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σχετικό διάταγμα εκδόθηκε την 29.09.
- Την 30.11.2011 επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στους εναγόμενους 1 και 3 και την 29.12.2011 καταχωρήθηκε εκ μέρους τους από τους δικηγόρους τους σημείωμα εμφάνισης. Την 24.01.2012 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης εκ μέρους των εναγομένων 1 και
- Η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε την 5.04.2012 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των αιτητών και απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον των εναγομένων 1 και 3 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Την 11.04.2012 καταχωρήθηκε εκ νέου νέα αίτηση η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε την 15.10.2012 αφού στο μεταξύ καταχωρήθηκε την 12.10.2012 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εκ μέρους των εναγομένων 1 και 3 με έξοδα σε βάρος τους. Με αίτηση των εναγόντων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 20.
- 2012 δυνάμει της Δ.30 Θ.
- Στη συνέχεια η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 8.01.2013 με οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων μέχρι τότε και στη συνέχεια για τον ίδιο σκοπό την 12.02.2013 και ακολούθως με τις ίδιες οδηγίες ορίστηκε την 20.03.2013 και την 23.04.
- Την 3.04.2013 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 3 η οποία ορίστηκε αρχικά την 17.04.2013 και στη συνέχεια την 13.06.2013 και 9.07.
- Στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση την 16.10.2013 και εκείνη την ημερομηνία αποσύρθηκε άνευ βλάβης και απορρίφθηκε με συμφωνηθέντα έξοδα €600,00 υπέρ των καθ΄ων η αίτηση. Την 24.10.2013 καταχωρήθηκε νέα αίτηση για τροποποίησης η οποία ορίστηκε την
- 12.
- Η ένσταση στην τελευταία αυτή αίτηση καταχωρήθηκε την 3.12.
- Στο μεταξύ την 28.11.2013 καταχωρήθηκε ένσταση και από την πλευρά του εναγομένου
- Ακολούθως παρέμεινε για οδηγίες την 20.02.2014 και ακολούθως την 27.02.2014 οπότε και ορίστηκε για ακρόαση την 3.06.2014 ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης και με έξοδα σε βάρος των αιτητών και υπέρ των εναγόντων και του εναγομένου 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση την 20.01.
- Την 19.01.2015 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και ορίστηκε με άδεια του Δικαστηρίου αρχικά την 20.01.
- Έτσι αναβλήθηκε η ακρόαση της αγωγής και έκτοτε ορίστηκε στις 25.02.2015 για οδηγίες ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η ένσταση. Ορίστηκε για ακρόαση τις ακόλουθες ημερομηνίες την 2.04.2015, 28.04.2015 και 19.05.2015 και στο μεταξύ την 7.05.2015 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση της ένστασης η οποία ορίστηκε στην συνέχεια την 30.06.2015 για οδηγίες και εκείνη την ημερομηνία καταχωρήθηκε ένσταση στην εν λόγω αίτηση. Η τελευταία αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την 21.09.2015 και εκείνη την ημερομηνία υπήρξε συγκατάθεση για τροποποίηση της ένστασης όπως και έγινε και ορίστηκε η παρούσα αίτηση την 20.10.2015 για ακρόαση. Η πιο πάνω πορεία καταδεικνύει ότι ευθύνη για την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης φέρουν και οι δύο πλευρές με αυτή των εναγομένων - ατητών στην παρούσα να είναι σαφώς μεγαλύτερη. Οι εναγόμενοι 1 και 3 με την αίτηση τους για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους επιθυμούν να προβάλουν διάφορους ισχυρισμούς ή να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες σε κάποιους από αυτούς που ήδη έχουν προβάλει. Διαχωρίζονται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη αφορά αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, η δεύτερη ισχυρισμούς περί αμέλειας, ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή εμπιστευτικών καθηκόντων και/ή σύγκρουσης καθηκόντων που άσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος του εναγομένου 1 καις εκ τούτου κατ΄ ισχυρισμό οι συναφθείσες - επίδικες συμφωνίες - είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και η τρίτη αφορά διάφορα επί μέρους ζητήματα όπως λεπτομέρειες γιατί θεωρούν και ισχυρίζονται ότι το πληρεξούσιο έγγραφο διά του οποίου υπεγράφησαν οι επίδικες συμφωνίες άκυρο ή ισχυρισμούς περί χρέωσης τόκου κατά παράβαση των συμφωνιών ή της νομοθεσίας που διέπει το ζήτημα και τέλος ισχυρισμού περί του παράνομου να αξιώνονται σωρευτικά τα διατάγματα όπως αυτά του παρακλητικού της έκθεσης απαιτήσεως. Ενόψει ακριβώς των ποικίλων λόγων ένστασης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όλες τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις στη συνέχεια αυτούσιες όπως προτείνονται στην αίτηση ακολούθως δε τη παράθεση των λόγων ένστασης. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει θα είναι στη βάση των πιο πάνω ενοτήτων: Ζητείται επομένως άδεια για τροποποίηση της εκθέσεως υπερασπίσεως ως ακολούθως: «
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση των Εναγομένων με την προσθήκη περαιτέρω ισχυρισμών στη παράγραφο 1 λαμβάνοντας τη πιο κάτω μορφή:
- «Οι Εναγόμενοι 1 και 3 εγείρουν προδικαστική ένσταση και/ή ισχυρίζονται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Τα αρμόδια Δικαστήρια για να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή είναι τα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου για όλους τους πιο πάνω λόγους για τους οποίους οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν με λεπτομέρεια κατά την ακροαματική διαδικασία: (α) Οι Εναγόμενοι είναι καταναλωτές, μόνιμοι κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
- (β) Η αντιδικία στη παρούσα αγωγή προκύπτει ένεκα παραβίασης συμφωνιών οι οποίες συνάπτηκαν μέσω αντιπροσώπου πληρεξουσίου εγγράφου δυνάμει ανίσχυρου και/ή άκυρου στο Ηνωμένο Βασίλειο. (γ) Οι Εναγόμενοι δεν επισκέφτηκαν την Κύπρο και/ή κατάστημα των Εναγόντων στη Κύπρο ή στο Ηνωμένο Βασίλειο για να συζητήσουν τη σύναψη των συμφωνιών που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης των Εναγόντων. (δ) Παρά το γεγονός ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο και/ή χωρίς έννομα αποτελέσματα για όλους τους λόγους οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν όποτε αυτό χρειαστεί, αυτό συνάπτηκε και/ή άλλως πως συντάχθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο δυνάμει της εγχώριας νομοθεσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. (ε) Η επιλογή των Εναγόντων να καταχωρήσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στην Κύπρο είναι λανθασμένη και σε καμία περίπτωση δεν θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η ισχυριζόμενη αντιδικία αφορά ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο ένεκα του ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είναι νόμιμος ιδιοκτήτης δυνάμει τίτλων ιδιοκτησίας της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας. Αντίθετα η ισχυριζόμενη αντιδικία δύναται να προκύπτει από τη νομική σχέση του Εναγομένου 1 εναντίον των Εναγόντων να χαρακτηρίζονται ως προσωπικές και συμβατικές. Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία οι Ενάγοντες αποδείξουν την εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου και των ισχυριζόμενων συμφωνιών, οι Εναγόμενοι λέγουν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν προέβηκε στην υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο καθώς δεν κατέχει τίτλους ιδιοκτησίας αλλά αντίθετα ως εξασφάλιση των εν λόγω δανείων προέβηκε στην εκχώρηση των δικαιωμάτων του Εναγομένου 1 προς όφελος των Εναγόντων που απορρέουν από αγοραπωλητήρια έγγραφα για την αγορά της. Οι Εναγόμενοι λέγουν ότι τα εν λόγω δικαιώματα αποτελούν in personam δικαιώματα έναντι τρίτου.»
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση των Εναγομένων με την προσθήκη νέας παραγράφου ως παραγράφου 4 ω ς ακολούθως:
- «Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι καλούν τους Ενάγοντες όπως προβούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους ως αυτοί εκτίθενται στις παραγράφους 2 α, β, γ, δ, ε, στ, ζ, η, θ, 3, 4 α, β, γ, δ, ε, στ, ζ, η, θ και 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Εις αντίκρουση των όσων οι Ενάγοντες αναφέρουν, οι Εναγόμενοι λέγουν ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι Ενάγοντες αποδείξουν την ύπαρξη και τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι Ενάγοντες ενέργησαν αμελώς και/ή χωρίς την πρέπουσα επιμέλεια και/ή την αναμενόμενη επαγγελματική επιμέλεια και/ή ικανότητα κατά παράβαση θέσμιων και εμπιστευτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων τους έναντι των Εναγομένων γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένως. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν με λεπτομέρεια στα ως άνω αναφέρονται κατά την ακροαματική διαδικασία. Λεπτομέρειες Αμέλειας 4.1 Κατά παράβαση του σχετικού νόμου που διέπει την παραχώρηση στεγαστικών δανείων στους καταναλωτές οι Ενάγοντες δεν επιβεβαίωσαν ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα που παρείχαν στον Εναγόμενο 1 ήταν συμβατά και κατάλληλα γι' αυτόν. 4.2 Οι Ενάγοντες δεν συμβούλευσαν και δεν παρείχαν τη δυνατότητα στους Εναγομένους προ της σύναψης των επίδικων συμφωνιών στεγαστικού δανείου να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. 4.3 Οι Ενάγοντες δεν συμβούλευσαν και δεν προέβηκαν στις απαραίτητες συστάσεις προς τους Εναγομένους για τη σημασία της παροχής ανεξάρτητης νομικής συμβουλής πριν τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών. 4.4 Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να ενεργήσουν δίκαια και/ή με εντιμότητα και/ή με τον αναμενόμενο επαγγελματισμό, ούτως ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα οικονομικά συμφέροντα των Εναγομένων. 4.5 Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παρέχουν στους Εναγομένους την κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με (α) τους Ενάγοντες και τις υπηρεσίες τους (β) τα χρηματοοικονομικά μέσα που πρόσφεραν στους Εναγομένους (γ) το κόστος, τους τόκους και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις ώστε οι Εναγόμενοι να είναι σε θέση να κατανοήσουν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου να λαμβάνουν αποφάσεις με επίγνωση. 4.6 Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αντλήσουν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα των Εναγομένων, σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικών μέσων που παρείχαν προς τον Εναγόμενο 1 ώστε να του συστήσουν τα χρηματοοικονομικά μέσα καθώς επίσης και τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής που ήταν κατάλληλα για την περίπτωσή τους. 4.7 Οι πληροφορίες που παρείχαν οι Ενάγοντες προς τους Εναγομένους (α) δεν ήταν ακριβείς και δεν παρείχαν δίκαιη και εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο, (β) δεν ήταν επαρκείς και δεν παρουσιάστηκαν με τρόπο ώστε η κατανόηση τους από τους Εναγόμενους στους οποίους απευθυνόταν να καταστεί δυνατή (γ) απόκρυψαν, υποβάθμισαν και/ή συγκάλυψαν σημαντικά στοιχεία και κινδύνους. 4.8 Οι Ενάγοντες δεν παρείχαν στους Εναγομένους περιγραφή της φύσης και των κινδύνων των χρηματοοικονομικών μέσων που πρόσφεραν στους Εναγόμενους λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη γνώσης και/ή επαρκούς εμπειρίας των Εναγομένων. 4.9 Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να λάβουν πληροφορίες και να αξιολογήσουν ορθά την περιουσιακή κατάσταση και τις οικονομικές συνθήκες των Εναγομένων. 4.10 Οι Ενάγοντες δεν επεξήγησαν με σαφήνεια και καθαρότητα τον τρόπο και το χρόνο αποπληρωμής. 4.11 Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να προσκομίσουν αντίγραφα και/ή τα πρωτότυπα έγγραφα του συνόλου των τραπεζικών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και τα έγγραφα των εξασφαλίσεων κατά την γνωστοποίηση της έγκρισης των επίδικων δανείων. 4.12 Οι Ενάγοντες εις αντίθεση με τη σχετική νομοθεσία και/ή της τραπεζικής πρακτικής παρέλειψαν να παραδώσουν στους Εναγομένους αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης αναφορικά με την αξία του αντικειμένου των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και των παραχωρηθέντων εξασφαλίσεων. 4.13 Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να προβούν σε έκθεση εκτίμησης και /ή σε ορθή και επιμελή εκτίμηση αναφορικά με την αξία του αντικειμένου των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και των παραχωρηθέντων εξασφαλίσεων προ της σύναψης των επίδικων συμφωνιών. 4.14 Οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείου καθώς δεν συμμορφώθηκαν με τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα της παροχής των επίδικων ποσών δανείων. 4.15 Οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείου καθώς δεν συμμορφώθηκαν με τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα της παροχής των επίδικων ποσών δανείου και/ή άλλως πως τμηματικά ανάλογα με τους σκοπούς του δανείου. 4.16 Οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείου καθώς δεν συμμορφώθηκαν με τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα της παροχής των επίδικων ποσών δανείου και /ή άλλως πως όπως προνοούσαν οι συμφωνίες πώλησης μεταξύ του Εναγομένου 1 και των Εναγομένων
- 4.17 Οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείου καθώς δεν συμμορφώθηκαν με τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα της παροχής των επίδικων ποσών δανείου και /ή άλλως πως σύμφωνα με την εξέλιξη των κατασκευαστικών εργασιών και κατόπιν της παροχής πιστοποιητικού από τον επιβλέπων αρχιτέκτονα. 4.18 Οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας που διέπει τη σύναψη και χορήγηση των στεγαστικών δανείων. 4.19 Οι Ενάγοντες δεν προέβηκαν και δεν διόρισαν εκτιμητές με σκοπό την ετοιμασία των απαιτούμενων εκθέσεων εκτίμησης των ακινήτων τα οποία οι Εναγόμενοι προτίθεντο να αγοράσουν όπως όφειλαν σύμφωνα με την ακολουθηθείσα διαδικασία που διέπει τη τραπεζική πρακτική. 4.20 Οι Ενάγοντες εν γνώσει τους και/ή χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια στηρίχτηκαν σε άκυρο πληρεξούσιο έγγραφο με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε συμφωνία συνάπτηκε δυνάμει του ρηθέντος πληρεξουσίου να είναι άκυρη και να μην παράγει έννομα αποτελέσματα.»
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση των Εναγομένων με την προσθήκη νέας παραγράφου ως παραγράφου 5 ως ακολούθως:
- «Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους όρους που περιέχονται στην παράγραφο 2(α)-2(θ) και 4(α)-(θ) της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι εάν οι Ενάγοντες ήθελε αποδείξουν την ύπαρξη των ισχυριζόμενων συμφωνιών και/ή δοσοληψιών, αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση του Εναγομένου 1, και είναι προϊόν αμέλειας και ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή εμπιστευτικών καθηκόντων και/ή σύγκρουσης καθηκόντων που άσκησαν οι Ενάγοντες σε βάρος του Εναγομένου 1 και είναι άκυροι και/ή ακυρώσιμοι και/ή δεν είναι δεσμευτικοί για τον Εναγόμενο 1 αφού μεταξύ άλλων συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες. Λεπτομέρειες 5.1 οι όροι των παραγράφων 2(α)-2(θ) και 4(α)-(θ) αποτελούν όρους κακής πίστης και/ή δεν είναι δίκαιοι κατά παράβαση της νομοθεσίας. 5.2 οι όροι της 2(α)-2(θ) και 4(α)-(θ) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων με αποτέλεσμα τη δημιουργία σημαντικής ανισορροπίας ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων καθιστάμενοι έτσι καταχρηστικοί και κατά συνέπεια άκυροι. 5.3 οι όροι των παραγράφων 2(α)-2(θ) και 4(α)-(θ) είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από τους Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους αφού περαιτέρω δεν γνώριζαν το περιεχόμενο τους με αποτέλεσμα η συμφωνία θα πρέπει να ερμηνεύεται στη βάση της αρχής του contra preferentum. 5.4 Οι Εναγόμενοι δεν είχαν διαπραγματευτική δύναμη έναντι των Εναγόντων. 5.5 Το ισχυριζόμενο δικαίωμα για χρέωση τόκου υπερημερίας αποτελεί ποινική ρήτρα ενώ το δικαίωμα των Εναγόντων να μεταβάλλουν το ύψος του τόκου καθώς επίσης και να μεταβάλλουν το είδος του τόκου από κυμαινόμενο σε σταθερό και αντίστροφα χωρίς αυτό να αποτελεί επιλογή του πελάτη όπως προνοεί η συμφωνία είναι παράνομο και αυθαίρετο και σε κάθε περίπτωση οι Ενάγοντες δεν ενημέρωναν την Εναγόμενη για το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου και το ύψος και τις αλλαγές του επιβληθέντος τόκου.»
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση της Εναγόμενης με την αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων από 4 - 18 σε 6 -
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση της Εναγόμενης με την προσθήκη περαιτέρω ισχυρισμών στην υφιστάμενη παράγραφο 4 και/ή άλλως πως στη νέα παράγραφο υπ΄ αριθμό 6, λαμβάνοντας την κάτωθι μορφή:
- «Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 1 και 3 αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 6, 7, 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης και απαντητικά αναφέρουν οι εν λόγω συμφωνίες είναι άκυρες και/ή παράνομες αφού δεν υπόγραψαν και/ή δεν προέβηκαν σε προσωπική συμφωνία με τους Ενάγοντες αλλά μέσω πληρεξουσιοδόχου. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο και/ή παράνομο. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι εσφαλμένο και πιστοποιήθηκε εσφαλμένως και δεν φέρει την ορθή και /ή ισχυρή και/ή έγκυρη δήλωση από τον πιστοποιών υπάλληλο γεγονός το οποίο οι Ενάγοντες γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν. Διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν υπέγραψαν το πληρεξούσιο έγγραφο ενώπιον οιουδήποτε πιστοποιούντος υπαλλήλου και ενώπιον μαρτύρων όπως προνοεί η σχετική νομοθεσία στην Κύπρο με αποτέλεσμα να θεωρείται άκυρο. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 θα προσκομίσουν μαρτυρία και θα αναφερθούν εκτενέστερα στις λεπτομέρειες και στην εγκυρότητα και /ή ορθότητα του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου.» Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση της Εναγομένης με την προσθήκη περαιτέρω ισχυρισμών στην υφιστάμενη παράγραφο 11 και /ή άλλως πως στη νέα παράγραφο υπ' αριθμό 13 ως ακολούθως:
- «Διαζευκτικά και άνευ βλάβης όλων των ανωτέρων και σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 10/7/2008 η οποία αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης είναι έγκυρη και δεσμευτική για τους Εναγομένους 1 και 2, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι η συμφωνία εκχώρησης παράνομα τους στερεί το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2 εκτός στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και μέσω της συνεισφοράς σου στην αξίωση των Εναγόντων, και η αποζημίωση έναντι του ισχυρισμού των Εναγόντων, ως εκ τούτου όλα τα θέματα της διαφοράς μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών στην παρούσα αγωγή θα πρέπει να επιλυθούν ταυτόχρονα. Εις αντίθεση δε με τα όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες στις παραγράφους 6, 7, 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης σε περίπτωση δε κατά την οποία οι Ενάγοντες αποδείξουν την ύπαρξη και την ισχύ και/ή την εγκυρότητα της ρηθείσας συμφωνίας οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες ως εκδοχείς των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα ως αναφέρονται στις παραγράφους 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης, παρέλειψαν κατά παράβαση των ισχυριζόμενων συμφωνιών και της σχετικής νομοθεσίας να προβούν στη λήψη όλων των μέτρων και την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας εναντίον των Εναγομένων 2 προς μετριασμό της ζημιάς τους. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν με πάσα λεπτομέρεια στα ως άνω αναφερόμενα κατά την ακροαματική διαδικασία.»
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση της Εναγομένης με την προσθήκη περαιτέρω ισχυρισμών στην υφιστάμενη παράγραφο 12 και /ή άλλως πως στη νέα παράγραφο υπ' αριθμό 14 ως ακολούθως:
- «Οι Εναγόμενοι 1 και 3 αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που αναφέρονται στις παραγράφους 10,
- 12, 13 και 14 της έκθεσης απαίτησης καλώντας τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες εγγυήσεις οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους 12 και 14 σε περίπτωση κατά την οποία οι Ενάγοντες αποδείξουν την ύπαρξη τους και οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων δόθηκαν από τον Εναγόμενο 3, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση έχει απαλλαγεί από οιεσδήποτε υποχρεώσεις οι οποίες αναφύονται από τις ρηθείσες συμβάσεις για όλους τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 καθώς επίσης και για τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι Ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας των μετά του πρωτοφειλέτη άνευ της συναινέσεως του Εναγόμενου
- (β) Οι Ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστους προς τα δικαιώματα του Εναγομένου 3 με συνέπεια ο Εναγόμενος 3 να μην είναι σε θέση να στραφεί εναντίον του πρωτοφειλέτη και να αξιώσει πληρωμή ποσών τα οποία τυχόν θα πληρωθούν.»
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση της Εναγομένης με την προσθήκη νέας παραγράφου υπ΄ αριθμό 21 ως ακολούθως:
- «Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αποτελεί σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων μερών η αξίωση των Εναγόντων για επιδίκαση του αιτούμενου τόκου ως αυτός αξιώνεται στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση κατά την οποία αποδειχθεί η παραβίαση της επίδικης συμφωνίας από την πλευρά των Εναγομένων και η ύπαρξη απαιτητού χρέους εναντίον τους ένεκα του ότι το χρέος εκπηγάζει από δικαστική απόφαση αυτό θα πρέπει να επιβαρυνθεί με νόμιμο τόκο γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.»
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να τροποποιείται η Υπεράσπιση της Εναγομένης με την προσθήκη νέας παραγράφου υπ΄ αριθμό 22 ως ακολούθως:
- «Οι Εναγόμενοι πέραν των ως άνω αναφερομένων ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παράνομα και/ή κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και/ή της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αιτούνται σωρευτικά από τους Εναγομένους τις αξιώσεις ως αυτές σημειώνονται Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ρηθείσες αξιώσεις των Εναγόντων αποτελούν προσπάθεια να ικανοποιηθούν εις διπλούν και με διαφορετικού είδους θεραπείες, αποτέλεσμα των οποίων θα είναι να πλουτίσουν αδικαιολόγητα εις βάρος της Εναγομένων, γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι προτίθενται να αναφερθούν με λεπτομέρεια κατά την ακροαματική διαδικασία» Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, Δ.21, Δ.25, Δ.39, Δ.48 και Δ.64, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της κ. Ερμίνας Παπασολωμού, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 1 και 2 η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα δηλώνει τα ακόλουθα: «
- Είμαι δικηγορική υπάλληλος εις το δικηγορικό γραφείο των L.G. Zambartas L.LC Δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 3 γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως σύμφωνα με τα όσα με πληροφορούν οι Εναγόμενοι 1 και 3, καθώς επίσης και λόγω της προσωπικής επαφής που έχω με το φάκελο της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και η μετάβαση τους στην Κύπρο είναι δύσκολη και ως εκ των άνω αναφερομένων είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Εναγομένους όπως προβώ εις την παρούσα Ένορκο Δήλωση.
- Η αγωγή των Εναγόντων καταχωρήθηκε στις 21/7/2011 ενώ περί τον Οκτώβριο του 2012 οι Εναγόμενοι δια μέσω της δικηγόρου Έλενας Πιτσιλλίδου η οποία χειριζόταν τότε την υπόθεση προέβηκαν στην καταχώρηση του δικογράφου της Υπεράσπισης.
- Εξ όσων με έχουν πληροφορήσει οι Δικηγόροι που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση κατά την μελέτη του φακέλου της υπόθεσης διά σκοπούς προετοιμασίας της υπόθεσης των Εναγομένων για σκοπούς ακρόασης της υπόθεσης και κατόπιν συνομιλιών με τους Εναγόμενους περί τις αρχές Ιανουαρίου 2015 διαπίστωσαν ότι προέκυπτε η επιβεβλημένη ανάγκη για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης η καταχώρηση της επίδικης αίτησης τροποποίησης.
- Οι πιο πάνω παραλείψεις ήταν καλόπιστες και διαπιστώθηκαν από τους δικηγόρους των Εναγομένων κατά την διάρκεια της προετοιμασίας της υπόθεσης με σκοπό την ακρόαση περί τις αρχές Ιανουαρίου
- Αξίζει στο παρόν στάδιο να αναφερθεί ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εντός ευλόγου χρόνου από τον χρόνο που επιβλήθηκε η ανάγκη τροποποίησης και σε κάθε περίπτωση πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
- Συγκεκριμένα, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι κατά τη χρονική διάρκεια από την καταχώρηση της υφιστάμενης υπεράσπισης μέχρι σήμερα η επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων και των Εναγομένων ήταν δύσκολη λόγω της μόνιμης διαμονής τους στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς επίσης και λόγω της ανικανότητας τους για οικογενειακούς και προσωπικούς λόγους να επισκεφθούν την Κύπρο με σκοπό τη διευθέτηση συνάντησης με τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση.
- Αξίζει δε, να αναφερθεί ότι η επικοινωνία των Εναγομένων με την κ. Πιτσιλλίδου η οποία χειριζόταν την υπόθεση κατά το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης καθώς επίσης και μέχρι πρόσφατα λάμβανε χώρα μέσω των αντιπροσώπων και συμβούλων των Εναγομένων με αποτέλεσμα σημαντικές πληροφορίες περί των πραγματικών περιστατικών τα οποία ήταν ουσιώδη για την υπεράσπιση των Εναγόμενων να μην είχαν δοθεί στη δικηγόρο Έλενα Πιτσιλλίδου η οποία χειριζόταν την υπόθεση κατά το χρόνο καταχώρησης της Υπεράσπισης. Στο παρόν στάδιο καθίσταται αναγκαίο να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν τη συνεργασία με τους συμβούλους τους περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2014 και ως εκ τούτου η επικοινωνία πλέον μεταξύ αυτών και των δικηγόρων του δικηγορικού γραφείου μας οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση είναι άμεση και προσωπική.
- Περαιτέρω, εξ΄ όσων γνωρίζω καθώς επίσης και σύμφωνα με τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, περί τις αρχές Ιανουαρίου 2015 ζήτησαν από τους Εναγομένους όπως προβούν σε έρευνα με σκοπό την αποστολή όλων των σχετικών εγγράφων με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής σε αυτούς. Στη συνέχεια οι δικηγόροι της Εναγομένης λόγω της απουσίας ύπαρξης εγγράφων στην κατοχή των Εναγομένων καθώς επίσης και λόγω συγκεκριμένων πληροφοριών που έλαβαν από τους Εναγομένους διαπίστωσαν ότι καθίστατο απαραίτητο όπως η Υπεράσπιση των Εναγομένων τροποποιηθεί με σκοπό να συμπεριλάβει όλα τα περιστατικά που έλαβαν χώρα.
- Θεωρώ και αληθινά πιστεύω ότι η αιτούμενη με την παρούσα αίτηση τροποποίησης γίνεται καλόπιστα καθότι η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μόλις έγιναν αντιληπτές οι πιο πάνω αναφερόμενες διαπιστώσεις. Περαιτέρω, η αιτούμενη τροποποίηση έχει ως μοναδικό σκοπό την δικογράφηση όλων των ουσιωδών ισχυρισμών με σκοπό την παροχή μιας πιο ξεκάθαρης και πιο ολοκληρωμένης εικόνας στο Σεβαστό Δικαστήριο αναφορικά με τη θέση των Εναγομένων.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζω καθώς επίσης και σύμφωνα με τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα παραβλάψει τα συμφέροντα των Εναγόντων ούτε θα προκαλέσει ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα απορρέοντα έξοδα της τροποποίησης, ούτε θα προκαλέσει οποιαδήποτε καθυστέρηση στη συνέχιση της παρούσας αγωγής αλλά αντίθετα εξυπηρετεί το σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
- Σύμφωνα με τα όσα γνωρίζω καθώς επίσης και από τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση η αιτούμενη τροποποίηση είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης καθώς προκύπτει η ανάγκη για το σαφή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που επιδιώκονται να συμπεριληφθούν στην υπεράσπιση των Εναγομένων μπορούν να εκδικαστούν με τους ισχυρισμούς οι οποίοι ήδη συμπεριλαμβάνονται στην υπεράσπιση τους χωρίς να μεταβάλλουν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στην ουσία τους.
- Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί καλόπιστα ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι επιθυμούν να δώσουν στο Δικαστήριο όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα της θέσης τους και να διορθώσουν την παράλειψη τους να συμπεριλάβουν εξ αρχής το σύνολο της θέσης τους.
- Περαιτέρω, εξ΄ όσων με έχουν πληροφορήσει οι Δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση η αιτούμενη τροποποίηση καθίσταται αναγκαία και/ή εύλογη και/ή δίκαια και/ή δικαιολογημένη και/ή απαραίτητη προς το συμφέρον των Εναγομένων και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει όπως συμπεριληφθεί η εν λόγω τροποποίηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων.» Οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους όπως φαίνονται πλέον στην τροποποιημένη ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν : «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη.
- Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς τους ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.
- Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Με την αίτηση επιδιώκεται η αλλαγή της βάσης Υπεράσπισης και θέτει την υπόθεση κάτω από νέο νομικό και πραγματικό πέπλο.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και αποσκοπεί στην περαιτέρω περιπλοκή της αγωγής.
- Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση είναι αναληθή και προβάλλονται με τρόπο παραπλανητικό.
- Δεν αναφέρεται πότε προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης της Υπεράσπισης.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα έπρεπε να ήταν γνωστές και στους αιτητές και έπρεπε να είχαν επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο.
- Είναι η τρίτη κατά σειρά αίτηση τροποποίησης που καταχωρείται από τους εναγόμενους 1 και
- Είναι η τρίτη διαφορετική αίτηση τροποποίησης η οποία καταχωρείται από τους εναγόμενους 1 και
- Οι αιτητές εμποδίζονται από το να ισχυρίζονται ότι υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια και /ή ψευδείς παραστάσεις και /ή αθέμιτη επιρροή από τους ενάγοντες λόγω παραγραφής. 17 Η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη αμέλεια και /ή ψευδείς παραστάσεις και /ή αθέμιτη επιρροή έχει παραγραφεί.» Η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στου Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Κ. 1 - 6, Δ.48 1-9 Δ.64 Κ. 1 στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση της κ. Μαρίας Μορφή υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες η οποία δηλώνει τα ακόλουθα: «
- Είμαι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των καθ΄ων η αίτηση, γνωρίζω όλα τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο τηρώ στα πλαίσια των καθηκόντων μου, από πληροφορίες που έλαβα από τους υπαλλήλους των καθ΄ων η αίτηση, από συμβουλή της οποίας έτυχα από τους δικηγόρους των καθ΄ων η αίτηση αναφορικά με τα νομικά ζητήματα και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους καθ΄ων η αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση.
- Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση σε σχέση με τον ισχυρισμό για το πρόσωπο το οποίο χειριζόταν την υπόθεση εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 3 και 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Περαιτέρω εξ όσων έχω πληροφορηθεί και γνωρίζω από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο έχω στην κατοχή μου, οι αιτητές επιχείρησαν με δύο προηγούμενες αιτήσεις να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους κάτι το οποίο εν τέλει δεν έπραξαν αφού οι αιτήσεις αποσύρθηκαν. Ως εκ τούτου, αρνούμαι τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας αναφορικά με το πότε προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 5, 6 και 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι δεν εξηγείται πότε ακριβώς εντοπίστηκε η κατ' ισχυρισμό αναγκαιότητα τροποποίησης και προβάλλονται αντιφατικοί και παραπλανητικοί ισχυρισμοί κάτι το οποίο καταδεικνύει την κακοπιστία και καταχρηστικότητα της αίτησης. Βάσει των παραγράφων 3, 4, και 7 της ένορκης δήλωσης, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε τον Ιανουάριο του 2015 ενώ από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι έχουν ήδη καταχωρηθεί προηγουμένως 2 αιτήσεις τροποποίησης ημερ. 3/4/13 και 24/10/
- Περαιτέρω δε ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και οι αιτητές επιθυμούν να εισαγάγουν ισχυρισμούς οι οποίοι θα έπρεπε να ήταν γνωστοί σε αυτούς πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους ημερ. 12/10/
- Ούτε και εξηγείται για ποιο λόγο δεν δόθηκαν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα στους δικηγόρους των αιτητών.
- Περαιτέρω, με την υπό εξέταση αίτηση επιχειρείται η προσθήκη προδικαστικής ένστασης θέμα το οποίο είναι καθαρά νομικό και ως εκ τούτου θα έπρεπε να περιληφθεί στην αρχική Υπεράσπιση των αιτητών.
- Αρνούμαι την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι καμία ουσιαστική δικαιολογία δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αλλά ούτε και για την αναγκαιότητα της. Λέγω περαιτέρω, ότι η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη και εν πάση περιπτώσει μέσω της αίτησης αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται είναι η εισαγωγή νέων ισχυρισμών οι οποίοι ήταν ή θα έπρεπε να ήταν γνωστοί στους αιτητές προηγουμένως. Επιδιώκεται περαιτέρω με την παρούσα αίτηση η εισαγωγή εκ νέου Υπεράσπισης.
- Αρνούμαι την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση, η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για την καταβολή εξόδων αφού μεταξύ άλλων θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου από το 2011 έχουν δε στο ενδιάμεσο καταχωρηθεί και αποσυρθεί ακόμη δύο αιτήσεις τροποποίησης και ως εκ τούτου η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας.
- Με τυχόν έγκριση της αίτησης θα καταστρατηγηθούν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των καθ΄ων η αίτηση για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου και οι καθ΄ων η αίτηση επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους να προσφύγουν στις πρόνοιες του Συντάγματος και της σχετικής Νομοθεσίας.
- Αρνούμαι την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Λέγω δε περαιτέρω ότι, με τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα μεταβληθεί η βάση της Υπεράσπισης των αιτητών με αποτέλεσμα να τεθεί η υπόθεση κάτω από νέο νομικό και πραγματικό πέπλο κάτι το οποίο εξ' όσων έχω πληροφορηθεί πρέπει να αποφεύγετε, ειδικά σε υπόθεση η οποία εκκρεμεί από το
- Συγκεκριμένα με την αίτηση οι αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν εξ ολοκλήρου νέους ισχυρισμούς περί αμέλειας και απάτης.
- Αρνούμαι την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας αφού είναι η τρίτη κατά σειρά αίτηση τροποποίησης η οποία καταχωρείται από τους αιτητές με την οποία ζητείται όπως επιτραπούν διαφορετικές από τις προηγούμενες, τροποποιήσεις.
- Αρνούμαι την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω, επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και αξιώνω απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση.» Δεν κλήθηκε για αντεξέταση οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι με άδεια του Δικαστηρίου εκείνη την ημερομηνία οι δύο πλευρές προχώρησαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, τις οποίες ετοίμασαν γραπτώς κατόπιν άδειας τους Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που εκφράστηκαν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ: Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33 όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα όπως υποβλήθηκαν με την αίτηση της πλευράς των εναγομένων 1 και 3 και την ένσταση, όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας η έγκριση του αιτήματος. Από τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι είναι η 3η κατά σειρά αίτηση τροποποίησης την οποία καταχώρησαν οι εναγόμενοι 1 και
- Οι δύο πρώτες αποσύρθηκαν άνευ βλάβης δικαιωμάτων και οι αιτητές καταδικάστηκαν στα έξοδα. Η προηγούμενη καταχώρηση δύο αιτήσεων και η απόσυρση τους άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των αιτητών είναι φανερόν ότι από μόνη της δεν συνιστά αποτρεπτικό λόγο από του να δοθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, στην κατάλληλη ασφαλώς περίπτωση, άδεια για τροποποίηση ενός δικογράφου. Τα πιο πάνω απαντούν στους λόγους ένστασης αρ. 2, 8 και
- Προκύπτει από τη νομολογία μας ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, η οποία αντικειμενικά διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση, είναι μεν παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όχι όμως καθοριστικής σημασίας. Η αίτηση υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και επομένως δεν προκαλείται επιπρόσθετη επιβάρυνση ή περιπλοκή ούτε και επηρεάζονται αρνητικά τα συνταγματικά δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση καθ΄ότι θα τους παρασχεθεί στο στάδιο αυτό που γίνεται η αίτηση η δυνατότητα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των εναγομένων - αιτητών και να προετοιμαστούν κατάλληλα για την αντίκρουση τους και γενικά για την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως δεν διακρίνω ότι θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης. (βλ. The Annual Practice
(1961)pg. 622 & 624). Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση, με παρέπεμψε στην υπόθεση Τσαγγάρη v. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 156 στην υπόθεση αυτή είχε εξετασθεί αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά την έναρξη της ακρόασης και την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εφεσείοντος - ενάγοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για δύο βασικά λόγους: (α) τη μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης όταν πλέον είχε ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ενάγοντος και (β) την εισαγωγή, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, ολωσδιόλου νέας βάσης αγωγής και την προβολή ισχυρισμών στους οποίους πλέον δεν θα μπορούσε να απαντήσει ένας εκ των εναγομένων τον οποίο αφορούσαν και ο οποίος είχε στο μεταξύ αποβιώσει. Κρίθηκε για τους πιο πάνω λόγους μεταξύ και άλλων ότι ορθά ασκήθηκε η κρίση του Δικαστηρίου. Είναι φανερόν ότι τα περιστατικά της υπόθεσης αυτής καθόλου δεν προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας και η σχετική παραπομπή του Δικαστηρίου σε αυτή την υπόθεση θεωρείται ατυχής. Στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 162, στην οποία επίσης με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση, αφορούσε αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων. Τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι φανερό ότι ούτε και αυτή η υπόθεση δεν θα μπορούσε να είναι καθοδηγητική ως προς την κρίση του Δικαστηρίου για την υπόθεση αυτή. Στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της κ. Παπασολωμού εξηγείται πως και πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Καθορίζει ως χρόνο τον Ιανουάριο του 2015 κατά την προετοιμασία που γινόταν για την ακρόαση της υπόθεση και αυτή μετά από συνομιλίες που είχαν με τους εναγόμενους οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι του εξωτερικού και δεν είχαν όπως εξηγείται στις επόμενες παραγράφους τη δυνατότητα να έρθουν στη Κύπρο για να συζητήσουν κατ΄ιδίαν με τους δικηγόρους τους σε προγενέστερο χρόνο. Οδηγίες για καταχώρηση της υπεράσπισης αλλά και μέχρι πρόσφατα λάμβαναν από αντιπροσώπους και συμβούλους των εναγομένων έτσι που σημαντικές πληροφορίες για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν είχαν δοθεί στη δικηγόρο που χειριζόταν μέχρι πρόσφατα την υπόθεση τους. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που επιθυμούν σήμερα να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους τούς θεωρούν ουσιώδεις και σημαντικούς για την Υπεράσπιση τους περιήλθαν στη γνώση των δικηγόρων τους μόλις τον Ιανουάριο του 2015 και ως εκ τούτου είναι σημαντικά να καταγραφούν στην Υπεράσπιση τους. Με τα πιο πάνω απαντώνται οι σχετικοί λόγοι ένστασης αρ. 2 περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος τροποποίησης, του λόγου αρ. 4 περί κακοπιστίας και του λόγου αρ. 12 για το πότε προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης και 13 ότι αυτές ήταν γνωστές τους αιτητές και δεν επιδιώχθηκαν σε προγενέστερο στάδιο οι οποίοι και απορρίπτονται. Ο λόγος ένστασης αρ. 1 ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη παρέμεινε αόριστος και ατεκμηρίωτος. Συναφής είναι και ο λόγος ένστασης αρ. 3 περί παράτυπου και αντικανονικότητας της αίτησης. Στο νομικό υπόβαθρο της αίτησης συμπεριλαμβάνονται οι ορθές δικονομικές διατάξεις, στην αίτηση καταγράφονται όλες οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις και υποστηρίζεται το πραγματικό της υπόβαθρο με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης το οποίο εξηγεί από πού αντλεί την πληροφόρηση για όσα από αυτά δεν γνωρίζει προσωπικά ή αφορούν νομικά ζητήματα. Κρίνω ότι στη βάση των πιο πάνω οι λόγοι αυτοί ένστασης δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Το ουσιαστικά αβάσιμο της αίτησης θα εξετασθεί σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες οι οποίοι θα εξετασθούν στη συνέχεια εξετάζοντας ταυτόχρονα και τους συναφείς λόγους ένστασης περί του αδικαιολόγητου της (λόγοι ένστασης αρ. 5 και 10 ). Οι ίδιοι οι ισχυρισμοί τους οποίους επιθυμούν να προβάλουν στο δικόγραφο τους οι εναγόμενοι απαντούν στους πιο πάνω λόγους ένστασης. Η περιπλοκή της υπόθεσης εξετάζεται κυρίως σε συσχετισμό με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση. Η ακρόαση της δεν άρχισε ακόμη και έτσι η έγκριση της θα δώσει την ευκαιρία απάντησης στους νέους ισχυρισμούς των εναγομένων. Επομένως δεν υπάρχει ζήτημα περιπλοκής της υπόθεσης. Στον λόγο ένστασης 11 ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση είναι αναληθή και προβάλλονται με τρόπο παραπλανητικό σημειώνω ότι εκτός του ότι δεν αιτιολογούνται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της κ. Μ. Μορφή δεν έτυχαν ούτε περαιτέρω πραγμάτευσης στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και ως εκ τούτου κρίνονται ότι δεν έχουν έρεισμα νομικό ή πραγματικό και ως γενικοί και αόριστοι απορρίπτονται. Το αληθές ή όχι ενός ισχυρισμού θα κριθεί μετά που θα ακουσθεί η σχετική μαρτυρία και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν θα μπορούσε να εξετασθεί ένας τέτοιος λόγος. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αναληθή γεγονότα ή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου από όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση της κ. Ε. Παπασολωμού η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε ενεργοποίηση της Διαταγής 39 Θ. 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Σε σχέση με τον λόγο που αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και την βραδυπορία με την οποία ενήργησαν οι εναγόμενοι 1 και 3, θα πρέπει να πω ότι υπάρχει πράγματι καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Ακριβώς η πορεία της υπόθεσης όπως την κατέγραψα πιο πάνω καταδεικνύει την καθυστέρηση που υπήρξε εκ μέρους των εναγομένων 1 και 3 με αποτέλεσμα να καταχωρήσουν την αίτηση τους μια ημέρα πριν από την ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση η αγωγή. Εξετάζοντας όμως τους λόγους που προβλήθηκαν γι΄αυτή την καθυστέρηση που υπήρξε διακρίνω ότι δίδεται εξήγηση. Δίδεται επίσης η χρονική στιγμή που διαπιστώθηκε ότι το δικόγραφο της υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 3 έχριζε τροποποίησης. Επομένως προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η ανάγκη που επέβαλε το αίτημα και αυτός ήταν τον Ιανουάριο του 2015. Η αίτηση καταχωρήθηκε τον ίδιο μήνα. Οι αιτητές μέσω των δικηγόρων τους αποδέχονται την καθυστέρηση και αναλαμβάνουν την ευθύνη ως προς αυτήν με την ανάλογη επιβάρυνση τους με τα έξοδα. Δεν διαπιστώνεται κακοπιστία. Τα συμφέροντα των εναγόντων δεν επηρεάζονται δυσμενώς παρόλο ότι δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα, την οποία η πλευρά των αιτητών δεν απορρίπτει και μάλιστα ρητά την εισηγείται, κρίνω ότι θα εξισορροπούσε τα πράγματα. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστούν οι ενάγοντες ούτε και δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων τους ούτε και εκτροχιασμός της δίκης από την έγκριση της τροποποίησης που αιτείται ο αιτητής. Παραθέτω και την υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 όπου τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Περαιτέρω στην υπόθεση Sait Electronic S.A. v. Dominique κ.ά,
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση.» Η όποια ταλαιπωρία προκαλείται στους ενάγοντες με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή του αιτήματος κρίνω ότι μπορεί να εξισορροπηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Σύμφωνα με τη νομολογία μας αν με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ΄εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί. Θα συμφωνήσω με την πλευρά των αιτητών ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι αναφέρονται σε αυτούς που επιχειρείται η εισαγωγή τους με την παρούσα αίτηση δεν συνιστούν και/ή εισάγουν νέο νομικό και πραγματικό πέπλο. Πρόκειται, όπως είναι η εισήγηση, για ουσιώδεις, πάντοτε κατά την άποψη τους, αλλά και έτσι εκλαμβάνονται από το Δικαστήριο, ισχυρισμούς οι οποίοι μπορούν να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προβαλλόμενοι στην Υπεράσπιση χωρίς να μεταβάλλουν και/ή να αλλάζουν τα πραγματικά περιστατικά, την ουσία και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως ήδη προβάλλονται και περιγράφονται στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση τους. Στο Annual Practice
(1961)pg 627 γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: « The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.». Η πιο πάνω αρχή έχει υιοθετηθεί και στις υποθέσεις Saba & Co T.M.P v.T.M.P.Agents
(1994)1 AAΔ σελ.426 και στην Περιεκτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704. Η δε αναγκαιότητα της εισαγωγής και προσθήκης των επιδιωκόμενων ισχυρισμών καθίσταται προφανής έτσι ώστε οι εναγόμενοι 1 και 3 - αιτητές να προβάλουν την υπεράσπιση τους πλήρως και/ή με κάθε λεπτομέρεια ή /και με κάθε σαφήνεια όπως αυτό συνάγεται από το περιεχόμενο τους και όπως προβάλλεται στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, ότι: «.διαπίστωσαν ότι προέκυπτε η επιβεβλημένη ανάγκη για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης ή καταχώρηση της επίδικης αίτησης τροποποίησης.» αλλά και στην παρ. 7 όπου καταγράφεται ότι: «Στη συνέχεια οι δικηγόροι των Εναγομένων λόγω της απουσίας ύπαρξης εγγράφων στην κατοχή των Εναγομένων καθώς επίσης και λόγω συγκεκριμένων πληροφοριών που έλαβαν από τους Εναγόμενους διαπίστωσαν ότι καθίστατο απαραίτητο όπως η Υπεράσπιση των Εναγομένων τροποποιηθεί με σκοπό να συμπεριλάβει όλα τα περιστατικά που έλαβαν χώρα.» Σε σχέση με το ίδιο θέμα στη παρ. 8 προβάλλεται ότι: « .Περαιτέρω, η αιτούμενη τροποποίηση έχει ως μοναδικό σκοπό την δικογράφηση όλων των ουσιωδών ισχυρισμών με σκοπό την παροχή πλήρους και ξεκάθαρης εικόνας στο Σεβαστό Δικαστήριο αναφορικά με τη θέση των Εναγομένων.» Παρόμοια στην παρ. 10 γίνεται η ακόλουθη αναφορά: « . με τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση η αιτούμενη τροποποίηση είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης καθώς προκύπτει η ανάγκη για σαφή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που επιδι΄κονται να συμπεριληφθούν στην υπεράσπιση των Εναγομένων μπορούν να εκδικαστούν με τους ισχυρισμούς οι οποίοι ήδη συμπεριλαμβάνονται στην υπεράσπιση τους χωρίς να μεταβάλλουν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στην ουσία τους.» Επομένως και οι υπόλοιποι συναφείς λόγοι ένστασης 5,9 και 10 ότι δεν προβάλλεται αιτιολογία των λόγων που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση ή ότι θέτει την υπόθεση κάτω από νέο νομικό και πραγματικό πέπλο δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Έρχομαι τώρα να εξετάσω το ζήτημα που προκύπτει με τους λόγους ένστασης αρ. 16 και 17 όπως προστέθηκαν στην Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως των καθ΄ων η αίτηση. Προβάλλουν ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα εισαχθεί νέα βάση υπεράσπισης όπως είναι οι ισχυρισμοί περί αμέλειας η οποία κατά τους καθ΄ων η αίτηση έχει παραγραφεί. Είναι η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των καθ΄ων η αίτηση ότι: «.το άρθρο 68 του Κεφ. 148 διέπει την παραγραφή πράξεων ή παραλείψεων οι οποίες επισυνέβησαν πριν να τεθεί ο νέος Νόμος Περί Παραγραφής σε ισχύ ο οποίος διέπει πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες επισυνέβησαν κατά ή μετά την 01.07.2012 όταν αυτός τέθηκε σε ισχύ.» Επομένως εισηγούνται: «.ότι εφόσον οι ισχυριζόμενες πράξεις και παραλείψεις από πλευράς καθ΄ων η αίτηση, κατ΄ισχυρισμό, επισυνέβησαν κατά το έτος 2008, όταν καταρτίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες, το οποιοδήποτε αστικό αδίκημα τυχόν φανεί ότι διαπράχθηκε τότε έχει παραγραφεί αφού το θέμα διέπεται από το άρθρο 68 του Κεφ. 148 το οποίο τότε βρισκόταν σε ισχύ και καλύπτει την παραγραφή αστικών αδικημάτων μέχρι και την ημερομηνία όταν και ο νέος Περί Παραγραφής Νόμος τέθηκε σε ισχύ.» Με όλο τον σεβασμό θα διαφωνήσω με την πιο πάνω προσέγγιση ότι το ζήτημα όπως τίθεται διέπεται από τις διατάξεις του Περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμου και ότι αυτές καλύπτουν και την παρούσα προσπάθεια εκ μέρους των αιτητών για την εισαγωγή ως βάσης Υπεράσπισης του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Φαίνεται ότι διαφεύγει της προσοχής ότι εκείνο που επιχειρείται από τους εναγόμενους - αιτητές είναι η εισαγωγή στην Υπεράσπιση τους, ισχυρισμών περί αμέλειας των εναγόντων για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά τη σύναψη των επιδίκων συμφωνιών ως νέας πράγματι βάσης Υπεράσπισης και όχι εισαγωγή ανταπαίτησης με την οποία να αξιώνονται αποζημιώσεις συνεπεία αμελών πράξεων ή παραλείψεων των εναγόντων κάτι που θα έδιδε ενδεχομένως έρεισμα στην πλευρά των καθ΄ων η αίτηση αν συνέτρεχαν λόγοι παραγραφής να προβάλουν τέτοιους λόγους ένστασης. Δεν χρειάζεται να ενδιατρίψω πάνω στα ζητήματα της νομοθετικής ρύθμισης ή ερμηνείας των διατάξεων παραγραφής αγωγίμων δικαιωμάτων γιατί το ζήτημα όπως τίθεται κατά την άποψη μου δεν είναι της παρούσας. Το κατά πόσο θα μπορέσουν οι εναγόμενοι να αποδείξουν τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, είναι ζήτημα το οποίο ενδεχομένως θα απασχολήσει το Δικαστήριο μετά που θα ακούσει σχετική μαρτυρία. Επομένως η προβολή αυτών των λόγων ένστασης δεν μπορεί να έχει καμιά αντίκριση στα πλαίσια της παρούσας και απορρίπτονται. Σε σχέση με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν κατά σειρά το ζήτημα της αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα όπως είναι αυτή της προτεινόμενης νέας παρ.1, της συμπερίληψης λεπτομερειών σε σχέση με την ισχυριζόμενη ακυρότητα ή του παράνομου του πληρεξουσίου εγγράφου όπως προτείνεται με τη νέα παρ. 6, των ισχυρισμών που σχετίζονται με τη συμφωνία εκχώρησης και αφορούν την εγκυρότητα και δεσμευτικότητα της στην προτεινόμενη νέα παράγραφο 13, ζητήματα που αφορούν παραβίαση εκ μέρους των εναγόντων δικαιωμάτων του εναγομένου 3 όπως αυτά θα προβληθούν στην νέα προτεινόμενη παρ. 14, της αμφισβήτησης των αξιώσεων των εναγόντων που αφορούν το ύψος των τόκων όπως προτείνονται στη νέα παρ. 21 και τέλος της αμφισβήτησης του δικαιώματος της σωρευτικής αξίωσης των διαταγμάτων του παρακλητικού της εκθέσεως απαιτήσεως όπως προτείνονται να συμπεριληφθούν στη νέα παρ. 22 είναι ζητήματα που έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα και δεν βλέπω λόγο γιατί να μη μπορούν να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων εφόσον δεν παραβιάζουν οποιαδήποτε νομολογιακή αρχή που διέπει το ζήτημα τροποποίησης δικογράφων όπως οι αναφορές που έγιναν πιο πάνω. Αν τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να υπαχθούν σε οποιουσδήποτε από τους λόγους ένστασης, τότε αυτοί κρίνω ότι δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά την πιο πάνω ανάλυση όπου εξήγησα γιατί ο κάθε ένας λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, καταλήγω όπως εγκρίνω την αίτηση. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 3 ως τα αιτητικά 1 έως και 9 της αίτησης μαζί με τις υποπαραγράφους του κάθε αιτητικού. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από της συντάξεως του παρόντος διατάγματος. Τυχόν Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός άλλων 20 ημερών από της επίδοσης της Τροποποιημένης Υπεράσπισης στους δικηγόρους των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Παρά την επιτυχία της αίτησης και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια μου ως προς το ζήτημα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα καταλήγω να επιδικάσω τα απολεσθέντα έξοδα συνεπεία της αιτήσεως όπως και τα έξοδα της ίδιας της αίτησης υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένων 1 και 3 - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Κώστα Χαραλάμπους
(1999)ΑΑΔ 809). Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η αγωγή ορίζεται για οδηγίες με σκοπό τον προγραμματισμό της για ακρόαση μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων την 21.01.2016. Εφόσον ο προγραμματισμός της ακρόασης της υπόθεσης θα αφορά και τους εναγόμενους 2 δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή να ενημερώσει τους συνηγόρους των εναγομένων 2 για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για οδηγίες με σκοπό τον προγραμματισμό της ακρόασης. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο