ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. SUN DANCE OCEANS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 398/2011, 18/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 398/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας ΚΑΙ 1.SUN DANCE OCEANS LTD 2.ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 3.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ 4.BENJAMIN MATLEY 5.DAREN ARTHUR HEADFIELD Εναγομένων Ημερομηνία: 18.12.2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ε. Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-3: κ. Α. Κεφάλας Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Η δικογραφία Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια δυνάμει μίας συμφωνίας δανείου και μίας συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται ως εγγυητές των υποχρεώσεων της δυνάμει αμφοτέρων των συμφωνιών. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 4 και 5, επίσης εγγυητών της Εταιρείας, έχει διεκπεραιωθεί με την έκδοση εναντίον τους απόφασης την 10.10.
- Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας εδράζεται σε συμφωνία δανείου ημερ. 3.8.2007 (Τεκμ.5) για το δανεισμό ποσού €3.331.882,80 (£1.950.000) στην Εταιρεία και σε συμφωνία ιδίας ημερομηνίας για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με τη χορήγηση ορίου παρατραβήγματος €85.430,07 (£50.000) σε τρεχούμενο λογαριασμό της Εταιρείας (Τεκμ.6). Σύμφωνα με την αξίωση, το δάνειο ήταν πληρωτέο την 9.7.2010, εκτός εάν η Τράπεζα ζητούσε προηγουμένως άμεση πληρωμή. Στο μεταξύ θα έπρεπε κάθε τριμηνία από 30.9.2007 να καταβάλλονται οι δεδουλευμένοι τόκοι. Το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και συνίστατο στο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,75% και κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανερχόταν σε 6,25% αφού το βασικό επιτόκιο ήταν 4,50%. Ο τόκος υπολογιζόταν επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και θα κεφαλαιοποιείτο την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους εάν δεν καταβάλλετο στο μεταξύ. Εάν το δάνειο δεν εξοφλείτο όταν αυτό θα καθίστατο πληρωτέο, θα χρεωνόταν από τότε τόκος υπερημερίας. Δικογραφείται ακόμη ότι το επιτόκιο «αφού αυξομειώθηκε ανάλογα μετατράπηκε σε 11,75%, ήτοι 1% βασικό επιτόκιο, 4,75% προσαύξηση και 6% τόκος υπερημερίας». Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, τα χρεωστικά υπόλοιπα του τρεχούμενου λογαριασμού θα χρεώνονταν επίσης με κυμαινόμενο επιτόκιο που συνίστατο στο βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,75% και που κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ανερχόταν σε 6,25% αφού το βασικό επιτόκιο ήταν 4,50%. Αναφέρεται ότι το χρεωστικό επιτόκιο του τρεχούμενου λογαριασμού ανήλθε σε 13% ήτοι 5,25% βασικό επιτόκιο, 1,75% προσαύξηση και 6% επιτόκιο υπερημερίας. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 με συμφωνίες εγγύησης ημερ. 3.8.2007 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εταιρείας τόσο σε σχέση με το δάνειο όσο και με τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμ.5 και 7 αντίστοιχα). Η εγγύηση σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό ήταν μέχρι ποσού €102.516,08 (£60.000) που υπερβαίνει το ποσό της επιμέρους απαίτησης. Σύμφωνα με την αξίωση, η Εταιρεία παρέλειψε να καταβάλλει κανονικά τις συμφωνηθείσες δόσεις ή και να εξοφλήσει το δάνειο και παρέβηκε τους όρους λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, οπόταν η Τράπεζα απέστειλε την 18.11.2010 προειδοποιητικές επιστολές προς τους Εναγόμενους (Τεκμ.31 και 32) και την 10.12.2010 επιστολές τερματισμού (Τεκμ.33 και 34) τόσο του λογαριασμού του δανείου όσο και του τρεχούμενου λογαριασμού της Εταιρείας. Σε σχέση με το δάνειο αξιώνεται εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 το ποσό των €3.566.066,38 με τόκο προς 11,75% ετησίως επί του ποσού των €3.511.059,77 από 17.2.2011 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό αξιώνεται εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 το ποσό των €82.240,34 με τόκο προς 13% ετησίως επί του ποσού των €80.810,45 από 18.2.2011 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας αξιώνεται διάταγμα που να διατάσσει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου που υποθηκεύτηκε από την Εταιρεία την 26.9.2007 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της τόσο σε σχέση με το δάνειο όσο και σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμ.8). Οι Εναγόμενοι 1 - 3 καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης. Παραδέχονται τη σύναψη και παραχώρηση του συγκεκριμένου ποσού δανείου, αρνούνται όμως τους επιμέρους όρους ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του, το επιτόκιο και την όποια μετατροπή του και τον τρόπο υπολογισμού του τόκου. Παραδέχονται ακόμα τη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εταιρείας. Δεν αρνούνται το επιτόκιο που συμφωνήθηκε παρά μόνο ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές ετησίως. Περαιτέρω αρνούνται ότι το επιτόκιο μπορούσε να αλλάξει. Οι συμφωνίες εγγύησης είναι παραδεκτές όπως και η σύμβαση και δήλωση υποθήκης ως εγγύηση για τις υποχρεώσεις της Εταιρείας. Δεν είναι παραδεκτό από τους Εναγόμενους 1 - 3 ότι παρέλαβαν τις προειδοποιητικές επιστολές ή τις επιστολές τερματισμού. Δικογραφείται ακόμα στην Εκθεση Υπεράσπισης ότι το επίδικο δάνειο χρησιμοποιήθηκε για την αποπεράτωση 24 οικιών των Εναγομένων που ανεγέρθηκαν στην Αχερίτου. Καταλογίζεται στην Τράπεζα ότι προέβηκε σε ανάκληση των επιστολών της ημερ. 16 ή 26.10.2007 για την παραχώρηση οικιστικών δανείων προς τους αγοραστές των οικιών, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μην τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους προς την Εταιρεία και η Εταιρεία που θα πλήρωνε με αυτά τα χρήματα την Τράπεζα να αναγκαστεί να αναστείλει οποιαδήποτε πληρωμή. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις οι Εναγόμενοι 1 - 3 ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Στην Απάντηση της η Τράπεζα αρνείται την όποια διασύνδεση της υποχρέωσης αποπληρωμής του δανείου με την πώληση των οικιών στην Αχερίτου με δάνεια προς τους αγοραστές, ισχυριζόμενη ότι ποσά που εισπράχθηκαν από την πώληση κατοικιών δεν κατατέθηκαν έναντι του δανείου. Β. Η νομική υπόσταση της Ενάγουσας Με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων 1 - 3 εγείρεται ζήτημα ότι δεν υπάρχει νομιμοποίηση από την Ενάγουσα για την έγερση της αγωγής αφού στην Εκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται ότι αυτή είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Περαιτέρω, ότι δεν παρουσιάστηκε καμιά μαρτυρία για τη νομική της οντότητα. Στην παρ.1 της Εκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι η Ενάγουσα «...είναι τραπεζίτες και καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο ...». Οι ισχυρισμοί αυτοί γίνονται παραδεκτοί στην Εκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 -
- Είναι συνεπώς κοινό έδαφος ότι η Ενάγουσα είναι τράπεζα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ.8) του 2015, «Τράπεζα» σημαίνει Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ιδρυμα που συστάθηκε (α) δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Kεφ.113, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή (β) δυνάμει ανάλογης νομοθεσίας τρίτης χώρας και που διατηρεί υποκατάστημα στη Δημοκρατία. Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ιδρυμα σημαίνει ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, δηλαδή από την Κεντρική Τράπεζα. Εφόσον αναφέρεται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ενταλμα ότι η Ενάγουσα είναι από τη Λευκωσία σημαίνει ότι αυτή είναι Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ιδρυμα που συστάθηκε δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην Εκθεση Απαίτησης προβάλλεται, έστω έμμεσα, ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία που συστάθηκε δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, και διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Η παραδοχή της παρ.1 της Εκθεσης Απαίτησης συνιστά παραδοχή του συνόλου των ισχυρισμών που προκύπτουν από τη ρητή αναφορά σε τραπεζίτες που διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, περιλαμβανομένης της νομικής υπόστασης της Ενάγουσας. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 1 - 3 παραδέχονται ότι συμβλήθηκαν με την Ενάγουσα για ζητήματα που συνιστούν τραπεζικές εργασίες, ενώ υπάρχει και συντριπτική μαρτυρία αναφορικά με το γεγονός της διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών από την Ενάγουσα. Στην K.N.G. Autoparts Ltd v. Μιχάλη Ιωάννου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 689, αναφέρθηκε ότι μαρτυρία ότι οι ενάγοντες λειτουργούσαν ως εταιρεία είναι αρκετή για την έγερση του μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας που αν δεν αντικρουστεί αποβαίνει καθοριστικό. Γίνεται αναφορά στην αγγλική απόφαση Queen v. Langton
(1876)2 Q.B.D. 296, επί το ότι μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η προβαλλόμενη ως εταιρεία διεξήγαγε εργασίες ως τέτοια ήταν αρκετή προς απόδειξη ύπαρξης της εταιρείας. Στη Lioufis And Co Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου και άλλου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 773, η μειοψηφία ακολουθεί πιστά την K.N.G. Autoparts ενώ η πλειοψηφία, που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, προχωρεί ακόμη πιο πέρα. Κατ΄ επίκληση της αγγλικής απόφασης Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D; Escompte de Mulhouse
(1925)Α.C. 112 (H.L.) καταλήγει ότι, στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα, ο εναγόμενος υποχρεούται να κινήσει το μηχανισμό για διαγραφή της αγωγής (Δ.17., θ.3). Αναφέρεται ακόμη πως η Δ.2, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σκοπεί στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του (βλ. ακόμα Εδαξυλ Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ ν. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1337, Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 542 και C.R.C. Holiday Park Ltd v. Αντρέα κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 900). Γ. Οι επίδικοι λογαριασμοί Η Μαρία Τουλούπη (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι υπάλληλος της Τράπεζας στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών για την επαρχία Λάρνακας και Αμμοχώστου. Παρουσίασε τα σχετικά με την αγωγή έγγραφα που μετά τον τερματισμό των δύο λογαριασμών μεταφέρθηκαν στο Τμήμα όπου εργάζεται. Μεταξύ άλλων, παρουσίασε τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμ.37 και 38 αντίστοιχα). Οι καταστάσεις συνοδεύονται από πιστοποιητικά υπογραμμένα από την ίδια όπου αναφέρει ότι είναι αρμόδια υπάλληλος της Τράπεζας σε σχέση με το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας στο οποίο έχει άμεση πρόσβαση. Εχει, αναφέρει, ελέγξει τις καταχωρήσεις που εμφαίνονται στις παρουσιασθείσες καταστάσεις λογαριασμών και βεβαιώνει ότι συνάδουν πλήρως με τις καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού αρχείου της Τράπεζας. Παρουσιάστηκαν φωτοαντίγραφα δέκα «Χρεωστικών Σημειώσεων» του λογαριασμού δανείου αρ. 0575-13-002132, όλα ημερ. 27.9.2007, μαζί με φωτοαντίγραφα των επιταγών που εξέδωσε η Τράπεζα και σχετικές οδηγίες υπογραμμένες από την Εταιρεία (Τεκμ.12 - 21) για ποσά που συμποσούνται σε £452.663,
- Αυτές εμφαίνονται στην πρώτη κατάσταση του λογαριασμού του δανείου. Στην ίδια κατάσταση ακολουθεί η χρέωση του ποσού των £182.921,83 στο οποίο γίνεται αναφορά πιο κάτω, που ανεβάζει το χρέος στις £635.585,
- Παρουσιάστηκαν ακόμη φωτοαντίγραφα έξι «Ημερολογιακών Χρεωστικών Φύλλων» (Τεκμ.24-29) που συνιστούν μεταφορές από το λογαριασμό του δανείου στον τρεχούμενο λογαριασμό για ποσά που συμποσούνται σε €1.697.
- Αυτές παρουσιάζονται στη δεύτερη και τρίτη κατάσταση του λογαριασμού του δανείου. Δεν υπάρχουν άλλες αναλήψεις από το λογαριασμό του δανείου. Η τελευταία ήταν την 22.12.
- Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό αρ.0575-11-000647 παρουσιάστηκαν φωτοαντίγραφα τριών «Χρεωστικών Σημειώσεων», όλα ημερ. 27.9.2007 (Τεκμ.9 - 11), για ποσά που συμποσούνται σε £14.
- Αφορούν σε τραπεζικά έξοδα και στη χαρτοσήμανση των εγγράφων. Στη συνέχεια υπάρχουν δεκάδες πράξεις στο λογαριασμό του τρεχούμενου. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι σε σχέση με τα Τεκμ.37 και 38 ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35
(3)του περί Απόδειξης Νόμου και ότι αυτά συνιστούν ακριβή αντίγραφα του ηλεκτρονικού αρχείου της Τράπεζας. Επομένως συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν (άρθρο 35
(1)). Οι Εναγόμενοι δεν ισχυρίστηκαν ότι δεν έγιναν οι αναλήψεις ή οι μεταφορές των ποσών που αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμών ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν είτε στο λογαριασμό δανείου είτε στον τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. Παναγιώτης Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd, Π.Ε. 340/2009, ημερ.21.11.2013). Η Τουλούπη αντεξετάστηκε σχετικά με μια μόνο χρέωση του λογαριασμού του δανείου την 27.9.2007 για το ποσό των £182.921,83 προς εξόφληση οφειλής κάποιας εταιρείας A.A.D.K. Ltd (Τεκμ.22). Δεν ήταν η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι αυτό έγινε αυθαίρετα από την Τράπεζα, αλλά ότι η Τράπεζα το ήθελε και έγινε για δικούς της σκοπούς. Στην επιστολή της Τράπεζας ημερ. 20.7.2007 (Τεκμ.4) με την οποία κοινοποιήθηκε στην Εταιρεία η έγκριση της αίτησης της τόσο για το δάνειο όσο και για το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό και την οποία προσυπόγραψε η Εταιρεία, αναφέρεται ότι ήταν όρος και προϋπόθεση της έγκρισης ότι από το προϊόν του δανείου ποσό £180.000 περίπου θα αποσύρετο και θα χρησιμοποιείτο για την πλήρη εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου που διατηρούσε η εταιρία A.A.D.K. Ltd. Η Λουϊζα Παπαγιάννη Μιχαήλ (Μ.Ε.3) εργαζόταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας στη Λάρνακα. Διαχειριζόταν τους επίδικους λογαριασμούς από την ημερομηνία χορήγησης του δανείου και του παρατραβήγματος μέχρι και τον τερματισμό τους. Η Μιχαήλ ανάφερε ότι η Εταιρεία είχε αγοράσει δύο ακίνητα στην Αχερίτου επί των οποίων υπήρχαν ήδη τέσσερεις κατοικίες και ο επίδικος δανεισμός έγινε για να πληρωθεί το τίμημα αγοράς των ακινήτων (£700.000) και να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη τους με την ανέγερση και άλλων κατοικιών. Η εταιρεία A.A.D.K. Ltd. ανήκε στους πωλητές και είχε χρέος προς την Τράπεζα γύρω στις £180.000. Ετσι, μέρος του τιμήματος αγοράς πληρώθηκε προς εξόφληση του δανείου αυτού. Το ζήτημα της εξόφλησης του χρέους της A.A.D.K. Ltd, που ούτε καν εγείρεται στην Εκθεση Υπεράσπισης, ήταν εντελώς ανυπόστατο και ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1), διευθυντής της Εταιρείας, δεν αναφέρθηκε καθόλου σε αυτό κατά τη μαρτυρία του. Ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη χρέωση ή πίστωση στους επίδικους λογαριασμούς. Ο Εναγόμενος 2 δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε καταχώρηση στις καταστάσεις λογαριασμού του δανείου ή του τρεχούμενου. Δ. Άλλες χρεώσεις στους επίδικους λογαριασμούς Οι χρεώσεις των τόκων όπως και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση στους λογαριασμούς πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Αναφέρεται στον όρο 4 της συμφωνίας δανείου, που είναι σχεδόν ταυτόσημος με τον όρο 3 της συμφωνίας τρεχούμενου, ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά τη κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, τον νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, την προσαύξηση, το Μεταβαλλόμενο Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και / ή τραπεζικά δικαιώματα [και / ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και / ή τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις] και η αλλαγή και / ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Χρεώστη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Λεπτομέρειες για το ύψος του τόκου υπερημερίας, τις οποιεσδήποτε τρέχουσες επιβαρύνσεις ως η παρούσα παράγραφος, παραδίδονται σήμερα στον Χρεώστη και επίσης μπορούν να εξασφαλιστούν τηλεφωνικά ή από οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας». Το Τεκμ.35 είναι «Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων για Προσωπικούς και Εμπορικούς Λογαριασμούς» της Τράπεζας. Αντεξετάστηκε η Τουλούπη επί αυτού παραδεχόμενη ότι δεν φέρει τις υπογραφές των Εναγομένων. Το Τεκμ.35 όμως δεν είναι έγγραφο που αφορά στους ουσιαστικούς χρόνους λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών αφού αναφέρεται (στο κάτω δεξιά μέρος κάθε σελίδας) ότι ισχύει από 30.11.2010.
(1)Η χρέωση €5.555,52 των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 Στην κατάσταση του λογαριασμού δανείου υπάρχει την 28.1.2013 χρέωση ποσού €5.555,
- Πρόκειται για τα έξοδα που επιδικάστηκαν στην παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων 4 και
- Όπως, κατά τη διάρκεια της δίκης το Δικαστήριο παρέμβηκε για να εξηγήσει, το ποσό αυτό δεν μπορεί να ανακτηθεί από τους Εναγόμενους 1 -
- Οι δικηγόροι της Ενάγουσας επανέρχονται στο ζήτημα στη γραπτή τους αγόρευση και παραπέμπουν στον όρο 5 της συμφωνίας δανείου όπου αναφέρεται ότι: «...Παράλειψη του Πελάτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης». Τα πιο πάνω δικηγορικά έξοδα επιδικάστηκαν από το Δικαστήριο ρητά εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 και δεν νοείται να τα επιβαρυνθούν οι άλλοι διάδικοι. Ούτε είναι νοητό να διαφοροποιείται το αξιούμενο ποσό, δηλαδή ζήτημα της ουσίας της αγωγής στη βάση εξόδων που επιδικάζονται στην ίδια την αγωγή. Δεν θα μπορούσε για παράδειγμα να προστεθούν στο αξιούμενο ποσό τα έξοδα της αίτησης για παράλειψη καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης που επιδικάστηκαν εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 στις 29.9.
- Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 ενδέχεται να επιδικαστούν εναντίον τους έξοδα που και αυτά σε κάποια έκταση θα είναι σε συνάρτηση με τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον των Εναγομένων 4 και
- Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στο ποσό των €5.555,52.
(2)Η χρέωση «commitment fee» Η Τουλούπη ανάφερε ότι εφόσον ένα δάνειο έχει εγκριθεί η Τράπεζα κρατεί τα χρήματα στη διάθεση του πελάτη και δεν τα χρησιμοποιεί διαφορετικά. Οπόταν, όταν ο πελάτης δεν λαμβάνει όλο το ποσό του δανείου το υπόλοιπο των χρημάτων παραμένει αχρησιμοποίητο. Υποστήριξε η Τουλούπη ότι στην κατάσταση του δανείου που παρουσιάστηκε δεν περιλαμβάνονται τέτοιες χρεώσεις, όμως, η θέση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Διαπιστώνεται ότι υφίστανται έξι τέτοιες χρεώσεις που κεφαλαιοποιούνται. Η χρέωση ημερ. 27.5.2009 στην οποία ο δικηγόρος των Εναγομένων επίσης αναφέρεται στην αγόρευση του είναι ενδιάμεση χρέωση που δεν κεφαλαιοποιήθηκε. Οι χρεώσεις (31.12.2007 €2.656 (£1.553,48), 30.6.2008 €4.936,71, 31.12.2008 €2.736,15, 30.6.2009 €885,66, 31.12.2009 €878,90 και 30.6.2010 €878,90) συμποσούνται σε €12.972,32. Στην επιστολή της Τράπεζας ημερ. 20.7.2007 (Τεκμ.4) με την οποία πληροφορήθηκε η Εταιρεία για την έγκριση της αίτησης της αναφέρεται στη σελ.3 ότι: «Σε περίπτωση που η ανάληψη του δανείου δεν γίνει αυθημερόν με το άνοιγμα του δανείου, τότε το ποσό προς ανάληψη θα υπόκειται σε χρέωση commitment fee 0,5% επί του μη αναληφθέντος υπολοίπου του δανείου». Τέτοιος όρος δεν είχε εισαχθεί στη γραπτή συμφωνία δανείου στην οποία τα μέρη κατέληξαν. Όπως διαπιστώνεται και άλλα ζητήματα που αναφέρονται στην επιστολή έγκρισης ως όροι και προϋποθέσεις δεν τηρήθηκαν. Ούτε στην Εκθεση Απαίτησης δικογραφείται ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα συμφώνησε ή και δικαιούται σε έξοδα μη χρήσης του δανείου ή ότι έχει υποστεί ζημιά λόγω μη χρήσης του δανείου. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στα πιο πάνω ποσά, ούτε βέβαια στους τόκους που χρεώθηκαν στη βάση τους.
(3)Οι χρεώσεις για εξόφληση ασφαλιστηρίων συμβολαίων Στην κατάσταση λογαριασμού του δανείου χρεώνονται €9.960,32 (24.7.2012 €3.313,44, 11.12.2013 €2.650, 6.6.2014 €683,44 και 9.10.2014 €3.313,44) με το δικαιολογητικό «Γ.Α.Κ.». Οι χρεώσεις ημερ. 20.9.2010 για €448,28 και 20.12.2010 για €439,45 στις οποίες ο δικηγόρος των Εναγομένων αναφέρεται στην αγόρευση του δεν υπάρχουν στις καταστάσεις λογαριασμού του δανείου. Όπως εξήγησε η Τουλούπη, οι χρεώσεις με το δικαιολογητικό «Γ.Α.Κ.» αφορούν πληρωμές προς τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου για εξόφληση ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Στην επιστολή έγκρισης αναφέρεται στη σελ.3: «Το υπό εκτέλεση έργο ασφαλισθεί δεόντως με εγγραφή ρήτρας σε όφελος της Τράπεζας μας». Δεν υφίσταται πρόνοια είτε στην επιστολή αυτή είτε στη συμφωνία δανείου ότι η Τράπεζα θα μπορούσε να ασφαλίζει η ίδια ή και να χρεώνει το λογαριασμό της Εταιρείας με οποιοδήποτε ποσό ασφαλίστρου. Με το δικαιολογητικό «G.I.C.» (General Insurance Cyprus) υπάρχουν άλλες δέκα χρεώσεις στις καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού (30.1.2008 €698, 27.2.2008 €698, 28.3.2008 €686, 30.4.2008 €687, 29.5.2008 €687, 27.6.2008 €687,44, 29.6.2009 €408,54, 28.8.2009 €608,54, 28.5.2010 €610 και 30.11.2010 €1.120) που συμποσούνται σε €6.890,
- Στον όρο 6 του εγγράφου υποθήκης ημερ. 26.9.2007 που συνοδεύει τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου Υ2487/2007 (Τεκμ.8) αναφέρεται ότι: «Μέχρι την τελική εξόφληση των υποχρεώσεων οι οποίες ασφαλίζονται με αυτή την υποθήκη είμαι υπόχρεος / η να διατηρώ ασφαλισμένα τα υποθηκευμένα κτήματα μου για ποσό όχι μικρότερο ΛΚ_____ έναντι φωτιάς και έναντι οποιουδήποτε άλλου κινδύνου αν αυτό απαιτηθεί από την Τράπεζα σ' οποιαδήποτε Ασφαλιστική Εταιρεία που εγκρίνει η Τράπεζα προς όφελος της Τράπεζας. Αν παραλείψω να το κάνω αυτό η Τράπεζα θα δικαιούται να κάνει ασφάλεια σ΄οποιαδήποτε Ασφαλιστική Εταιρεία. Τα έξοδα γι΄αυτή, εξουσιοδοτώ ανέκκλητα την Τράπεζα να τα χρεώνει στο λογαριασμό μου και / ή να με χρεώνει σε τοκοφόρο λογαριασμό με ετήσιο ποσοστό επιτοκίου σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας, από την ημέρα της σχετικής πληρωμής από την Τράπεζα. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού θα θεωρείται χρέος που είναι εξασφαλισμένο με αυτή την υποθήκη. Εννοείται ότι για να υπολογιστεί οποιοσδήποτε τόκος, οι μήνες θα υπολογίζονται σύμφωνα με τον αριθμό των ημερών που έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες.» Μπορούσε, επομένως, η Τράπεζα να ασφαλίζει την υποθηκευμένη περιουσία και να χρεώνει τον ένα ή τον άλλο επίδικο λογαριασμό. Οι χρεώσεις καθίσταντο μέρος των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών και ως τέτοιες περιλαμβάνονταν στις εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και
- Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται στα πιο πάνω ποσά.
(4)Ανατοκισμός Αντεξετάστηκε η Τουλούπη σε σχέση με το ζήτημα του ανατοκισμού με αφορμή το γεγονός ότι στις καταστάσεις λογαριασμού καταγράφεται ο συσσωρευμένος τόκος όπου υπάρχει κάποια πράξη στο λογαριασμό. Εξήγησε η Τουλούπη κατά τρόπο πειστικό και τούτο διαπιστώνεται από μελέτη των καταστάσεων, ότι οι τόκοι δεν κεφαλαιοποιούνταν παρά μόνο δύο φορές ετησίως. Αυτό διαπιστώνεται από τη στήλη που αφορά στο τοκοφόρο υπόλοιπο. Περαιτέρω, υπήρξε κεφαλαιοποίηση των τόκων την 10.12.2010 με τον τερματισμό των λογαριασμών.
(5)Η χρήση του εμπορικού έτους των 360 ημερών στον υπολογισμό του τόκου Αναφέρεται στον όρο 4 της συμφωνίας δανείου και στον όρο 2 της συμφωνίας για τον τρεχούμενο λογαριασμό ότι: «Ο τόκος υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες.» Στην Archbold Invest Ltd κ.α. v. Λαϊκής Κυπρ.Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1084, 1093-94 συζητείται το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του τόκου με βάση το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες αντί 365 που έχει το ημερολογιακό έτος. Στην υπόθεση υπήρχε στη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του χρεώστη σχετικός όρος, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Το συμπέρασμα (σελ. 1097) είναι ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, που οδηγεί σε χρέωση μεγαλύτερου ποσού τόκου, είναι επιτρεπτός στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβαίνει εδώ μετά την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας και την ελευθεροποίηση των επιτοκίων. Ο δικηγόρος των Εναγομένων επικαλέστηκε την Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η οποία όμως δεν εξυπηρετεί το επιχείρημα του ότι έχει εδώ επιβληθεί παράνομος τόκος. Στην Βογαζιανός η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών είχε οδηγήσει σε παράνομη χρέωση τόκου επειδή το τότε επιτρεπόμενο από το νόμο ανώτατο όριο του 9% προβλεπόταν στη συμφωνία και χρεωνόταν. Ως αποτέλεσμα η χρησιμοποίηση του διαιρέτη των 360 ημερών οδηγούσε σε πραγματική χρέωση που υπερέβαινε το 9%. Ο πελάτης τράπεζας που συμβάλλεται με την τράπεζα και συμφωνεί να χρεώνεται τόκο με επιτόκιο Χ % που να υπολογίζεται με τη χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών, έχει ουσιαστικά συμφωνήσει ότι θα χρεώνεται με επιτόκιο κάτι περισσότερο από το Χ %. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επιβολή τόκου στους λογαριασμούς δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού όπως προνοείται στους όρους 4 και 2 των αντίστοιχων συμφωνιών, δεν οδηγούσε σε παράνομες χρεώσεις τόκων.
(6)Η χρέωση με τόκο υπερημερίας Η Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που αναφέρεται στην αγωγή. Διεκδικεί επιτόκιο υπερημερίας 2% τόσο για το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου όσο και αυτό του τρεχούμενου λογαριασμού. Για το δάνειο περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 7,75% (1% βασικό επιτόκιο, 4,75% προσαύξηση και 2% επιτόκιο υπερημερίας), ενώ για τον τρεχούμενο λογαριασμό σε συνολικό επιτόκιο 9% (5,25% βασικό επιτόκιο, 1,75% προσαύξηση και 2% επιτόκιο υπερημερίας). Τα επιτόκια αυτά παρουσιάζονται στις καταστάσεις των λογαριασμών που παρουσιάστηκαν, που, καθ΄ όσον αφορά τους χρόνους μετά τον τερματισμό των λογαριασμών μπορούν να θεωρούνται ως αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48). Στον όρο 4 της συμφωνίας δανείου δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας, παρά μόνο ότι τόκος υπερημερίας θα χρεωνόταν επί οποιουδήποτε ποσού που θα καθίστατο πληρωτέο και δεν πληρωνόταν την ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο. Αντίστοιχη πρόνοια υπάρχει στον όρο 2 της συμφωνίας για τον τρεχούμενο λογαριασμό. Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου εφόσον αυτό κατέστηκε πληρωτέο και δεν είχε πληρωθεί και μάλιστα εάν το επιθυμούσε από νωρίτερα, αφού, όπως προνοείτο στον όρο 3 Παράρτημα αρ.1 της συμφωνίας το δάνειο ήταν πληρωτέο την 29.9.
- Το ίδιο αναφορικά και με το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού μετά τον τερματισμό. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου οι συμβάσεις τερματίστηκαν την 10.12.
- Ισχύει το εδάφιο (1β). Για περιπτώσεις όπως η επίδικη δεν απαγορεύεται η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, αλλά στην έκταση που το επιβληθέν επιτόκιο υπερημερίας ξεπερνά το 2% υπάρχει αποδεικτικό τεκμήριο ότι αυτό είναι αδικαιολόγητο. Το τεκμήριο είναι μαχητό, δηλαδή, όπως επεξηγείται, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί με μαρτυρία να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο ανατρέπεται και το ίδρυμα δικαιούται στον τόκο που επέβαλε στη βάση επιτοκίου υπερημερίας που ξεπερνά το 2%. Πέραν τούτου, είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1β) είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1α) η επιβολή τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Οι δικηγόροι της Τράπεζας επικαλούνται την Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8.7.2014, για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας αφού η επιβολή τέτοιου προνοοείτο στις συμφωνίες δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού. Στην Ιωαννίδης επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Το Τεκμ.35, στο οποίο αναφορά γίνεται πιο πάνω, αφορά σε χρονική περίοδο μετά που το δάνειο κατέστηκε ληξιπρόθεσμο, προτού όμως οι λογαριασμοί δανείου και τρεχούμενου τερματιστούν. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ότι το Τεκμ.35 ετέθη ποτέ υπόψη των Εναγομένων 1 -
- Δεν υπήρξε συνεπώς συμμόρφωση με τον όρο 4 της συμφωνίας δανείου και τον όρο 3 της συμφωνίας του τρεχούμενου. Εφόσον το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας δεν προνοείται στις συμφωνίες δανείου και τρεχούμενου και δεν έχει αποδειχτεί ότι λεπτομέρειες για το ύψος του παραδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν στους Εναγόμενους 1 - 3, η Τράπεζα έπρεπε να αποδείξει το ποσοστό που δικαιούτο. Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 6% ή έστω του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί επομένως η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η Τράπεζα δεν δικαιούται σε οιονδήποτε τόκο υπερημερίας. Ε. Τα πραγματικά χρεωστικά υπόλοιπα Ενώ η συμφωνία δανείου προνοούσε για αρχικό συνολικό επιτόκιο 6,25% όπως αναλυτικά αναφέρθηκε, οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ.37) δείχνουν ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα χρεώνονταν με μικρότερο επιτόκιο. Χρεώνονταν με επιτόκιο 5,75% καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού, εκτός από το δεύτερο εξάμηνο του 2008 που το επιτόκιο ήταν ακόμη μικρότερο, στο 5,25%. Η μείωση του συνολικού επιτοκίου ήταν το αποτέλεσμα μείωσης του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας, ενώ υπήρξε και αύξηση της προσαύξησης που επέβαλλε η Τράπεζα. Η συμφωνία του τρεχούμενου προνοούσε για αρχικό συνολικό επιτόκιο 6,25%. Στην πρώτη κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30.9.2007 αναφέρεται επιτόκιο 6,25% που από 31.12.2007 έγινε 5,75% μέχρι 30.4.2008 και επανήλθε στο 6,25%. Στην κατάσταση ημερ. 30.6.2008 αναφέρεται 6,75% και στην κατάσταση ημερ. 31.7.2008 γίνεται 7% που φαίνεται να παραμένει μέχρι και τον τερματισμό. Παρουσιάστηκαν διάφορες ανακοινώσεις που η Τράπεζα δημοσίευσε στον τύπο την περίοδο Μαϊου 2004 - Σεπτεμβρίου 2014 (Τεκμ.36) οι οποίες δεν αφορούν τον τρεχούμενο λογαριασμό ενώ οι περισσότερες ούτε το λογαριασμό του δανείου. Από όσες αφορούν το λογαριασμό του δανείου, πλείστες αφορούν στη μείωση του βασικού επιτοκίου. Παρουσιάστηκαν ακόμα τρεις επιστολές (Τεκμ.30) με τις οποίες ανακοινώνεται η αύξηση της προσαύξησης κατά 1% κάθε φορά σε σχέση με το λογαριασμό του δανείου. Επαναλαμβάνεται η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα Τεκμ.37 και 38 συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν (άρθρο 35
(1)του περί Απόδειξης Νόμου). Επαναλαμβάνεται ακόμα η διαπίστωση ότι ο Εναγόμενος 2, διευθυντής της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε καταχώρηση στις καταστάσεις λογαριασμού του δανείου ή του τρεχούμενου. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» Αναφέρθηκε ακόμα πως μετά την αποδοχή της κατάστασης ως τραπεζικό βιβλίο και την απουσία αντεξέτασης ή άλλης μαρτυρίας ως προς συγκεκριμένη καταχώρηση, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μόνο μία εκδοχή και δεν υπήρχε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν στην κατάσταση. Στην παρούσα περίπτωση τα Τεκμ.37 και 38 έχουν την αποδεικτική αξία που προνοείται από το άρθρο 35
(1)του περί Απόδειξης Νόμου, όμως τούτο δεν διαφοροποιεί την περίπτωση αφού και εδώ δεν αμφισβητήθηκε καμιά χρέωση τόκου και κανένα ποσοστό με την αντεξέταση των μαρτύρων της Τράπεζας. Η καταληκτική εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων ότι υφίστανται πολλές παρανομίες που συμπαρασύρουν τις επίδικες συμφωνίες σε ακυρότητα στην ολότητα τους είναι αβάσιμη. Ο,τι υπάρχει είναι κάποιες χρεώσεις που δεν δικαιολογούνται. Ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 - 3 εισηγήθηκε ακόμη ότι το ακριβές επίδικο χρέος δεν μπορεί να εξευρεθεί χωρίς μαθηματικούς υπολογισμούς και χωρίς να μεταβληθεί με ασφάλεια γιατί οι διάφορες χρεώσεις που πρέπει να αφαιρεθούν τοκίζονταν από το χρόνο της επιβολής τους με αποτέλεσμα να αυξάνεται περισσότερο το χρεωστικό υπόλοιπο. Η όποια δυσκολία στον καθορισμό του ποσού που πρέπει να επιδικαστεί δεν συνιστά δικαιολογία για το Δικαστήριο να αποστεί του καθήκοντός του να απονέμει δικαιοσύνη. Θα ήταν ό,τι καλύτερο εάν η Τράπεζα παρουσίαζε αναδομημένους λογαριασμούς που να καλύπτουν την κάθε ενδεχόμενη κατάληξη του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους το Δικαστήριο οφείλει να πράξει ό,τι καλύτερο ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη, διασφαλίζοντας ότι δεν θα προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα του διαδίκου που δεν είναι υπαίτιος για την παράλειψη. Εφόσον η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε τόκο υπερημερίας το Δικαστήριο θα επιδιώξει να καθορίσει τα χρεωστικά υπόλοιπα κατά την 10.12.2010 που έκτοτε θα συνεχίζουν να τοκίζονται με το επιτόκιο που ίσχυε αμέσως πριν τον τερματισμό. Ως εκ τούτου το ποσό των δικηγορικών εξόδων €5.555,52 που χρεώθηκε μετά τον τερματισμό απλά δεν λαμβάνεται υπόψη. Υπάρχουν και «commitment fee» συνολικού ποσού €12.972,32 που χρεώθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες και που πρέπει να αφαιρεθούν όπως και οι τόκοι που αυτές οι χρεώσεις προκάλεσαν. Ασφαλώς και το Δικαστήριο δεν πρέπει και δεν δύναται να προβεί σε λεπτομερείς λογιστικές πράξεις να συνυπολογίσει τους τόκους κάθε χρέωσης, πολύ περισσότερο εφόσον υπάρχει και περαιτέρω επιπλοκή με την κεφαλαιοποίηση. Θα προσεγγίσω το ζήτημα χοντρικά κατά τρόπο ευνοϊκό για τους Εναγόμενους. Εάν το συνολικό ποσό είχε χρεωθεί ολόκληρο από την πρώτη ημερομηνία που οι χρεώσεις αφορούν, δηλαδή την 31.12.2007, και έκτοτε τοκιζόταν ολόκληρο προς 5,75% που είναι το υψηλότερο ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός του δανείου, και για τρία περίπου χρόνια μέχρι την 10.12.2010 θα κατέληγε, με κεφαλαιοποίηση κάθε έξι μήνες, σε ποσό που δεν θα ξεπερνούσε τις €15.500. Συνεπώς, το ποσό αυτό αφαιρείται από το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου κατά την 10.12.2010, που μειώνεται σε €3.429.673,56 (€3.445.173,56 μείον €15.500). Εφόσον το Δικαστήριο προέβηκε στους υπολογισμούς με βάση την ημερομηνία 10.12.2010 θα πρέπει να λάβει υπόψη τις χρεώσεις για την εξόφληση ασφαλιστηρίων συμβολαίων που έπονται της ημερομηνίας αυτής. Αφορούν συνολικό ποσό €9.960,32 με τελευταία ημερομηνία τέτοιας χρέωσης την 9.10.2014. Στ. Η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης των Εναγομένων 1 - 3 για την αποπληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών Σε σχέση με τον τερματισμό συμφωνιών για τραπεζικές διευκολύνσεις η απόφαση στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, παρέχει άριστη καθοδήγηση. Στην Lombard ο σχετικός όρος, που είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον όρο 4 της επίδικης συμφωνίας του τρεχούμενου λογαριασμού, προέβλεπε ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ ειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν ...». Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου, ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, που δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Τράπεζα τερμάτισε τις συμφωνίες. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Αντωνιάδη ότι οι επιστολές ημερ. 10.12.2010 ετοιμάστηκαν από το Τμήμα Εκτελέσεως της Τράπεζας, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι η Τράπεζα έλαβε απόφαση και τερμάτισε τις συμφωνίες. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η λήψη τους από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, αλλά αυτό δεν έχει σημασία σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο αυτές τερματίστηκαν. Αναφέρεται στην Lombard πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Ο όρος 5 της συμφωνίας δανείου προνοεί ότι: «Μόλις το ρηθέν δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ήθελε ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται απαιτητό και θα εξοφλείται και ο Χρεώστης οφείλει να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό .... . Παράλειψη του Χρεώστη να προβεί σε άμεση εξόφληση θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους ...». Σύμφωνα με τον όρο 3 και Παράρτημα αρ.1 της συμφωνίας δανείου, το δάνειο ήταν πληρωτέο την 26.9.
- (Είναι λάθος αυτό που αναφέρεται στην παρ.3 της Εκθεσης Απαίτησης, ότι αυτό ήταν πληρωτέο την 9.7.2010). Επομένως, το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου είχε καταστεί πληρωτέο πριν την καταχώρηση της αγωγής την 18.4.2011, ακόμη και αν για οποιοδήποτε λόγο ήθελε φανεί ότι η συμφωνία δανείου δεν τερματίστηκε την 10.12.
- Σύμφωνα με τον όρο 4 της συμφωνίας του τρεχούμενου λογαριασμού: «Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και / ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και / ή πίστωση και / ή άλλη Τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον Πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά που ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα ...». Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις: - To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και - Να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Στο εγγυητήριο που είναι ενσωματωμένο στη συμφωνία δανείου καταγράφεται ότι οι εγγυητές εγγυούνται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα μετά του πρωτοφειλέτη την πληρωμή του δανείου. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να υπάρχει στο εγγυητήριο οποιαδήποτε πρόνοια για υποβολή αξίωσης αποπληρωμής του δανείου από τους εγγυητές. Στον όρο 2 της συμφωνίας εγγύησης για τον τρεχούμενο λογαριασμό αναφέρεται: «...με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη...» Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό του δανείου είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό την 26.9.
- Επομένως, η πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1 Εταιρεία είχε υποχρέωση να το εξοφλήσει. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυητές της είχαν επίσης υποχρέωση να το εξοφλήσουν χωρίς να απαιτείται να υποβληθεί προς αυτούς απαίτηση για την αποπληρωμή του από την Ενάγουσα. Στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός συνιστούσε πράξη προσδιοριστική του χρέους. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε τερματισμός του τρεχούμενου λογαριασμού (όπως και του λογαριασμού του δανείου) με την απόφαση της Τράπεζας που επιμαρτυρείται από το γεγονός της σύνταξης των επιστολών τερματισμού. Παραμένει το ζήτημα του κατά πόσον το χρεωστικό υπόλοιπο στον τρεχούμενο λογαριασμό απαιτήθηκε από τους εγγυητές να το πληρώσουν όπως αναφέρεται στον όρο 2 της συμφωνίας εγγύησης για τον τρεχούμενο λογαριασμό. Ζ. Οι επιστολές τερματισμού Η Τουλούπη ανάφερε στη γραπτή της δήλωση ότι οι προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 18.11.2010 αποστάλησαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο σε κάθε Εναγόμενο στη διεύθυνση που αναγράφεται σε κάθε επιστολή. Καμιά δεν επεστράφηκε στην Τράπεζα από το ταχυδρομείο. Το ίδιο σε σχέση και με τις επιστολές τερματισμού ημερ. 10.12.
- Στη διά ζώσης μαρτυρία της είπε ότι οι προειδοποιητικές επιστολές στάληκαν ασφαλισμένες. Ο Δήμος Αντωνιάδης (Μ.Ε.2) υπάλληλος της Τράπεζας που το 2010 εργαζόταν στο Τμήμα Εκτελέσεως αναγνώρισε την υπογραφή του στις προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 18.11.2010 προς τους Εναγόμενους 1 - 3 (Τεκμ.31 και 32) και τις επιστολές τερματισμού ημερ. 10.12.2010 προς τους Εναγόμενους 1 - 3 (Τεκμ.33 και 34). Οι επιστολές είχαν τοποθετηθεί σε φάκελο με τη διεύθυνση του κάθε Εναγόμενου και παραδόθηκαν στο τμήμα αλληλογραφίας της Τράπεζας. Οι φάκελοι ταχυδρομούνται από τον υπεύθυνο του τμήματος αλληλογραφίας. Εάν μια επιστολή δεν παραδοθεί στον παραλήπτη επιστρέφεται από το ταχυδρομείο στο τμήμα αλληλογραφίας και παραδίδεται στο Τμήμα Εκτελέσεως στον ίδιο το μάρτυρα. Ο Αντωνιάδης εξέτασε τους φακέλους των Εναγομένων και δεν υπάρχει επιστροφή επιστολής. Ο Αντωνιάδης δεν είδε τον αρμόδιο υπάλληλο να ταχυδρομεί τις πιο πάνω επιστολές, τον είδε όμως να τις τοποθετεί στο χαρτοφύλακα της αλληλογραφίας και να φεύγει για το ταχυδρομείο. Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 17, παρ. 210-211, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η ταχυδρόμηση μιάς επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε, ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σε ένα υπάλληλο ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σε ένα κουτί από το οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος.» Το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί περαιτέρω με τις προειδοποιητικές επιστολές αλλά μόνο με τις επιστολές τερματισμού ημερ. 10.12.2010 που έχουν σημασία. Τόσο τις επιστολές τερματισμού που αφορούν τον τρεχούμενο λογαριασμό όσο και το λογαριασμό του δανείου, γιατί παρόλο που το δάνειο είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμο, η Τράπεζα επέλεξε να προβεί και στον τερματισμό του, και σε αυτή τη διάσταση να προβάλει την αξίωση της. Δεν είναι ορθό αυτό που αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας ότι δεν θα μπορούσε να υποβληθεί από την υπεράσπιση ότι δεν παραλήφθηκαν οι επιστολές γιατί τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται δεόντως. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 στην παρ.13 της Εκθεσης Υπεράσπισης τους αρνούνται τις παρ.16 και 17 της Εκθεσης Απαίτησης όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα με επιστολές της ημερ. 10.12.2010 τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού αντίστοιχα και κάλεσε τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα. Εφόσον οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Ενάγουσα τερμάτισε τους λογαριασμούς έπεται ότι αρνούνται και ότι παρέλαβαν τέτοιες επιστολές. Η διεύθυνση «Οδός Εφέσου αρ.9, 1ος όροφος, Γραφείο 1, 5280, Παραλίμνι» που αναφέρεται στις επιστολές τερματισμού προς την Εταιρεία, είναι η διεύθυνση που καταγράφεται τόσο στη συμφωνία δανείου όσο και στη συμφωνία για τον τρεχούμενο λογαριασμό ως η διεύθυνση της Εταιρείας. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) λογιστής μαρτύρησε ότι πρόκειται για τη διεύθυνση του λογιστικού του γραφείου που είναι επίσης το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Η διεύθυνση «Οδός Ν.Ευαγόρου, αρ.6, 5282, Παραλίμνι» που αναφέρεται στις επιστολές τερματισμού προς τον Εναγόμενο 2, είναι η διεύθυνση που καταγράφεται τόσο στη συμφωνία εγγύησης του δανείου όσο και στη συμφωνία εγγύησης του τρεχούμενου λογαριασμού ως η διεύθυνση του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 2 επιβεβαίωσε ότι είναι η διεύθυνση της κατοικίας του. Βρίσκεται, ανάφερε, στη νεκρή ζώνη, δεν έχει γραμματοκιβώτιο και δεν λαμβάνει συνήθως αλληλογραφία εκεί. Η διεύθυνση «Οδός Λειβαδιών, αρ.2, 5380, Δερύνεια» που αναφέρεται στις επιστολές τερματισμού προς τον Εναγόμενο 3, είναι η διεύθυνση που καταγράφεται τόσο στη συμφωνία εγγύησης του δανείου όσο και στη συμφωνία εγγύησης του τρεχούμενου λογαριασμού ως η διεύθυνση του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 3 δεν έδωσε μαρτυρία για να επιβεβαιώσει κατά πόσο εξακολουθεί να διαμένει στην πιο πάνω διεύθυνση, όπως όμως αναφέρεται στην Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1726, 1733, καθ΄ όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Σχετικοί είναι και οι όροι 10 της συμφωνίας δανείου, 13 της συμφωνίας του τρεχούμενου λογαριασμού και 10 του εγγυητηρίου που αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό. Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Ο Εναγόμενος 2 απέτυχε να ανατρέψει με τη μαρτυρία του το πιο πάνω τεκμήριο. Το Δικαστήριο αποκόμισε τη σαφή εντύπωση ότι ο Εναγόμενος 2 απέκρυψε την αλήθεια στην προσπάθεια του να δημιουργήσει κώλυμα στην προώθηση των αξιώσεων της Τράπεζας και συνεπακόλουθο όφελος για τον ίδιο και την Εταιρεία στην οποία έχει συμφέροντα. Η κατάληξη ως προς το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2 είναι το αποτέλεσμα της εξέτασης του συνόλου της, όπως καταγράφεται και στις ενότητες θεμάτων που ακολουθούν. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1 - 3 στις ορθές διευθύνσεις και εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Στην επιστολή (Τεκμ.34) προς την πρωτοφειλέτρια Εταιρεία αναφέρεται ότι η Τράπεζα τερματίζει τη λειτουργία του δανείου το οποίο καθιστά απαιτητό και καλεί την Εταιρεία να το εξοφλήσει άμεσα. Με τις επιστολές προς τους Εναγόμενους 2 και 3 η Τράπεζα τους πληροφορεί ότι έχει ζητήσει την εξόφληση του δανείου για το οποίο ευθύνονται ως εγγυητές και έχει υποβάλει απαίτηση προς την πρωτοφειλέτρια για ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου. Στην επιστολή (Τεκμ.33) προς την πρωτοφειλέτρια Εταιρεία αναφέρεται ότι η Τράπεζα τερματίζει τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού 0575-11-000647, που είναι ο τρεχούμενος λογαριασμός, και καλεί την Εταιρεία να εξοφλήσει άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο. Με τις επιστολές προς τους Εναγόμενους 2 και 3 η Τράπεζα τους πληροφορεί ότι έχει τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού 0575-11-000647 για το οποίο ευθύνονται ως εγγυητές και έχει υποβάλει απαίτηση προς την πρωτοφειλέτρια για ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αμφότεροι οι λογαριασμοί έχουν δεόντως τερματιστεί, τα χρεωστικά υπόλοιπα σε αμφότερους έχουν καταστεί απαιτητά έναντι της πρωτοφειλέτριας από την οποία απαιτήθηκε να τα εξοφλήσει και έχουν προς τούτο ειδοποιηθεί οι εγγυητές από τους οποίους επίσης απαιτήθηκε να τα εξοφλήσουν. Η. Επιμέρους θέσεις της υπεράσπισης Ο Εναγόμενος 2 είναι, όπως προειπώθηκε, λογιστής (Chartered Accountant) που διατηρεί δικό του λογιστικό γραφείο με δέκα υπαλλήλους στο Παραλίμνι. Ο Εναγόμενος 3, επίσης λογιστής, είναι συνέταιρος του. Και οι δύο είναι διευθυντές της Εναγομένης 1 Εταιρείας. Εξήγησε πώς αναμίχθηκε στη συγκεκριμένη ανάπτυξη στην Αχερίτου. Κάποιος πελάτης του, που γνώριζε ότι το λογιστικό του γραφείο είχε πελάτες Άγγλους που αγόραζαν ακίνητα στην Κύπρο και γνώριζε επίσης τους ιδιοκτήτες της ανάπτυξης στην Αχερίτου, τον πληροφόρησε ότι οι τελευταίοι είχαν προβλήματα με την Τράπεζα γιατί δεν πουλούσαν κατοικίες και του πρότεινε να αναλάβουν το έργο. Προβάλλει πως δεν ήταν η δουλειά του η ανάπτυξη γης, όμως, αυτό δεν επηρεάζει τα επίδικα ζητήματα. Ο ίδιος ηθέλησε να εμπλακεί σε αυτή την επιχειρηματική δραστηριότητα και διαφάνηκε πως μαζί με τον Εναγόμενο 3 και τους Εναγόμενους 4 και 5, είχαν δραστηριοποιηθεί σε ακόμη μια μικρότερη ανάπτυξη στο Ξυλοφάγου και μια ακόμη στη Δερύνεια. Σε σχέση με την ανάπτυξη στην Αχερίτου οι δύο άλλοι συμμέτοχοι στην Εταιρεία, οι Αγγλοι, τους παρουσίασαν ότι είχαν ήδη αγοραστές για τις πρώτες τέσσερεις κατοικίες που είχαν συμπληρωθεί. Λόγω αυτού, αναφέρει, η Τράπεζα ενθαρρύνθηκε και τους έκαμε την προσφορά. Θεωρεί το Τεκμ.4 προσφορά της Τράπεζας. Η θέση καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του ιδίου του εγγράφου που ξεκάθαρα αναφέρεται σε αίτηση της Εταιρείας ημερ. 9.7.2007 που εγκρίθηκε την 20.7.2007. Ούτε και ισχυρισμός υπάρχει στην Εκθεση Υπεράσπισης ότι η συμφωνία δανείου ήταν το αποτέλεσμα πρότασης, προτροπής ή εισήγησης της Τράπεζας. Το βασικό παράπονο του Εναγόμενου 2 είναι ότι η Τράπεζα τους έδωσε υποσχέσεις που εμπεριέχονται σε επιστολή της ημερ. 26.10.2007 προς την Εταιρεία (Τεκμ.39) ότι θα δανειοδοτούσε τους αγοραστές κατοικιών της ανάπτυξης στην Αχερίτου, αλλά αργότερα ανακάλεσε την επιστολή αυτή. Τον Ιανουάριο του 2008, ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 2, η Τράπεζα ανακάλεσε την επιστολή προφορικά. Επικαλέστηκε προς τούτο τη μαρτυρία κάποιου υπαλλήλου της Τράπεζας Προδρόμου. Ανάφερε ο Παπαδημητρίου: «Ηταν η πρώτη τράπεζα η Τράπεζα Κύπρου τον Γεννάρη του 2008, ήταν η πρώτη που είδε τον κίνδυνο και καλά έκαμε και εσταμάτησε τα οικιστικά, αλλά έπρεπε εκείνη την ημέρα να σταματήσει και εμένα να μου δίδει λεφτά να κτίζω κατοικίες τις οποίες δεν μπορώ να πουλήσω». Σε κάθε περίπτωση μέχρι και τον Ιανουάριο του 2008 οι Εναγόμενοι δεν είχαν αποστείλει κανένα πελάτη για να δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα. Η Μιχαήλ μαρτύρησε ότι καθ΄ όλο το χρόνο που οι λογαριασμοί ήταν σε λειτουργία ουδέποτε υποβλήθηκε αίτηση από προτιθέμενο αγοραστή για να χρηματοδοτηθεί από την Τράπεζα για να αγοράσει κατοικία στο επίδικο συγκρότημα. Οι Εναγόμενοι, ανάφερε ο Εναγόμενος 2, προσέφυγαν σε άλλες τράπεζες για να εξεύρουν χρηματοδότηση για τους επικείμενους αγοραστές των κατοικιών τους. Η Λαϊκή Τράπεζα δανειοδότησε ένα αγοραστή στη συνέχεια όμως έπαψε να χορηγεί στεγαστικά δάνεια. Ο Μιχάλης Προδρόμου κλήθηκε για να αντεξεταστεί σε σχέση με τη δήλωση του περί ανάκλησης της επιστολής της 26.10.2007 που ο Παπαδημητρίου μετέφερε ως εξ΄ ακοής μαρτυρία στο Δικαστήριο (άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου). Ο Προδρόμου, υπάλληλος της Τράπεζας που ασχολείτο με τα στεγαστικά δάνεια, δεν επιβεβαίωσε ότι προέβηκε στη δήλωση που ο Εναγόμενος 2 του απέδωσε. Αντίθετα, υποστήριξε ότι δεν έγινε ανάκληση της επιστολής και ότι το Μάρτιο του 2008 και όχι ενωρίτερα υπήρξαν νέες οδηγίες από την Κεντρική Τράπεζα προς τις Εμπορικές Τράπεζες ως προς το μέγιστο ποσοστό χρηματοδότησης που μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν αγορές κατοικιών. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που μπορεί να ενημερώθηκε η Εταιρεία ότι το πλαίσιο που αναφερόταν στην επιστολή διαμορφωνόταν ανάλογα. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι ο Προδρόμου είχε προβεί στη δήλωση εκείνη (άρθρο 26
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου), κατάληξη που έχει και αρνητικές συνέπειες σε σχέση με την αξιοπιστία του Εναγόμενου 2. Περαιτέρω σημειώνεται ότι η επιστολή δεν συνιστά άνευ όρων και προϋποθέσεων υπόσχεση της Τράπεζας, αλλά πρόθεση στη βάση των όσων ρητά αναφέρονται σε αυτή στη σελ.4 ότι (σε δική μου μετάφραση): «Η χορήγηση δανείων εξαρτάται από το αξιόχρεο του αιτητή και την επάρκεια των εξασφαλίσεων που θα προσφερθούν. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μπορεί κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια να απορρίψει οποιαδήποτε αίτηση, σύμφωνα με την πιστωτική της πολιτική που θα ισχύει κατά το χρόνο της αίτησης». Περαιτέρω, η πρόταση της Τράπεζας για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς αγοραστές κατοικιών στην ανάπτυξη των Εναγομένων δεν ήταν μέρος των επιδίκων συμφωνιών και ούτε έτσι δικογραφείται το επιμέρους ζήτημα στην Εκθεση Υπεράσπισης. Η συμφωνία δανείου προνοούσε για αποπληρωμή του δανείου την 26.9.2010 και ουδεμία αναφορά γίνεται στην επιστολή της 26.10.2007 που είναι άλλωστε και χρονικά μεταγενέστερη των επιδίκων συμφωνιών. Η αναφορά του Εναγόμενου 2 ότι η επιστολή δόθηκε ένα μήνα μετά την προφορική διαβεβαίωση της Τράπεζας και πάλιν θέτει την όποια προφορική υπόσχεση μετά τη σύναψη των συμφωνιών. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα δεν ανακάλεσε την επιστολή της και δεν δικαιολογείται οποιοδήποτε παράπονο εκ μέρους της Εταιρείας. Στο Τεκμ.4 αναφερόταν ότι θα έπρεπε η Εταιρεία να προσκομίσει στην Τράπεζα τα αγοραπωλητήρια έγγραφα για τις τέσσερεις κατοικίες που είχαν πωληθεί και να καταθέσει τουλάχιστον £300.000 από το προϊόν της πώλησης τους σε λογαριασμό Καταθέσεις σε Εγγύηση που θα ανοιγόταν στο όνομα της Εταιρείας. Ανάφερε η Μιχαήλ ότι αυτός ήταν όρος για να αποδεσμευτεί το ποσό του δανείου για να προχωρήσει η ανέγερση των κατοικιών. Δεν τηρήθηκε, ωστόσο η Τράπεζα αποδέσμευσε ποσά κατόπιν αιτήματος της Εταιρείας που ήθελε να προχωρήσει με την ανέγερση του έργου. Ο Εναγόμενος 2 παραπονείται γιατί η Τράπεζα να τους δανείσει αφού οι ίδιοι δεν προσέφεραν τη συνεισφορά τους. Αποδέχομαι τη θέση της και σε κάθε περίπτωση εάν η Εταιρεία δεν το ήθελε μπορούσε να μην αποσύρει οιοδήποτε ποσό από το λογαριασμό του δανείου. Σημειώνεται πως ούτε για αυτό το ζήτημα υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός. Θ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €3.429.673,56 με τόκο προς 5,75% ετησίως από 11.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 31.12 και 30.6 κάθε έτους. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €9.960,32 (χρεώσεις ασφαλιστηρίων στο λογαριασμό του δανείου) με τόκο προς 5,75% ετησίως από 9.10.2014 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 31.12 και 30.6 κάθε έτους. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €78.458,11 με τόκο προς 7% ετησίως από 11.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 31.12 και 30.6 κάθε έτους. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 με το οποίο διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην παρ.14 της Εκθεσης Απαίτησης και όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί έναντι ή προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομενων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η πιο πάνω απόφαση είναι σε συνάρτηση με την απόφαση που εκδόθηκε την 10.10.2012 εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 μετά των οποίων οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είναι υπόλογοι αλληλέγγυα στην έκταση του κοινού εξ αποφάσεως χρέους και κοινών εξόδων. (Υπ.)......................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ (Υπ.).......................... .. Χ.Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο