Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ ν. Ηρακλέους Ελενόδωρος κ.α., Αρ. Αγωγής: 1369/2012, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1369/2012 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ Εναγόντων -και- 1. Ηρακλέους Ελενόδωρος 2. Ηρακλέους Ανδρέας 3. Αρακλείτης Γεώργιος 4. Ηρακλέους Ζαχαρίας 5. Ειρήνη Ηρακλέους Εναγομένων Αίτηση ημερ. 30.3.15 για παραμερισμό της απόφασης 30 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ.Μ. Σπαστρής μαζί με την ασκούμενη δικηγόρο κα Α. Παναγή (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Χαραλαμπίδου) Για τους Καθ' ων η αίτηση : κα Χριστοδουλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Οι Εναγόμενοι αιτητές, επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε στις 24.5.2012 στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. 2. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στην Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ. 9 (
- h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 αιτητή, ο οποίος, ως αναφέρει, είναι εξουσιοδοτημένος και από τους υπόλοιπους να προβεί στην ένορκη δήλωση. 3. Διαπιστώνεται από το ιστορικό της υπόθεσης, αλλά και από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ότι κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε στις 27.4.2012 και επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και 3 στις 2.5.2012 και στους υπόλοιπους Εναγομένους στις 28.4.2012. Οι αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός της τασσόμενης προθεσμίας και έτσι στις 24.5.2012 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €324.118,12 με τόκο 12% ετησίως από 1.1.2012 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου πλέον έξοδα. Περαιτέρω εκδόθηκε διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 για εκποίηση της υποθήκης. 4.1 Ο Εναγόμενος 2 αιτητής, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν έλαβε την κλήση επισκέφθηκε το κατάστημα των Εναγόντων πληροφορώντας τους για το εν λόγω γεγονός. Ο κ.Φ. Νικολάου, υπάλληλος των Εναγόντων του ανέφερε ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί και τον οδήγησε στον διευθυντή Αντρέα Βύρα, ο οποίος τον ρώτησε τι ποσό ήταν διατεθειμένος να καταβάλλει και ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε το ποσό περίπου των €2.000.- μηνιαίως. Τότε ο κ.Α. Βύρας του δήλωσε ότι πρόκειται για ικανοποιητικό ποσό ως επίσης και ότι θα αναφέρει στον δικηγόρο των Εναγόντων να μην προχωρήσει την αγωγή και του υποσχέθηκε ότι θα την απέσυρε καθότι όλα θα ρυθμίζονταν με βάση τη νέα συμφωνία. Έτσι καθησύχασε τους υπόλοιπους Εναγομένους και ανέμεναν να ειδοποιηθούν για υπογραφή συμπληρωματικών εγγράφων. Όλοι οι Εναγόμενοι ήταν με την εύλογη εντύπωση ότι η αγωγή είχε αποσυρθεί πλην όμως με έκπληξη πληροφορήθηκαν από επιδότη ο οποίος τους επισκέφθηκε «τις τελευταίες 60 μέρες» δηλαδή την περίοδο από 30.1.2015 - 30.3.2015 (ημερομηνία ένορκης δήλωσης) ότι, εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Έτσι επισκέφθηκαν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και διαπίστωσαν ότι πράγματι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. 4.2 Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι οι αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση και συνακόλουθα η αίτηση θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι η αρχική συμφωνία (βλ. Τεκμ.Α) προβλέπει τόκο προς 7,50%. Όπως τους συμβουλεύει ο δικηγόρος τους το δάνειο χρεώθηκε με παράνομες χρεώσεις και επιβλήθηκε επιτόκιο 12%. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η μονομερής αύξηση του επιτοκίου αποτελεί καταχρηστική και τιμωρητική ρήτρα. 5. Οι Ενάγοντες καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση και μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση, ως επίσης υφίσταται αδικαιολόγητη καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Η δε ένσταση τους συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις της κας Χρύσας Πρωτόγυρου και του κ. Ανδρέα Βύρα, υπαλλήλων των Εναγόντων, οι οποίοι αρνούνται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι οι αιτητές καθυστερημένα καταχώρησαν την παρούσα αίτηση. Αναφέρεται ότι στις 23.4.2014 επέδωσαν στους Εναγομένους 3 και 4 επιστολές με τις οποίες μεταξύ άλλων τους γνωστοποιούσαν ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους και στην περίπτωση που δεν εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος θα προχωρούσαν με την διαδικασία πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία βαρυνόταν με εμπράγματο βάρος (μέμο). Περαιτέρω αναφέρουν ότι δεν αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση και επισημαίνουν ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας, οι Ενάγοντες δικαιούνταν να μεταβάλλουν το επιτόκιο πράγμα το οποίο έπραξαν στην προκειμένη περίπτωση. 6.1 Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». 6.2 Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air εναντίον Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647). 6.3 Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 6.4 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 6.5 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης. .................................................................................................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988). 7. Καταρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415. Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743).
- Όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όπως εκτίθεται ανωτέρω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας (βλ.Τεκμ.Α) το συνολικό επιτόκιο καθορίστηκε στο 7,50% και η μονομερής αύξηση του επιτοκίου σε 12% αποτελεί καταχρηστική και τιμωρητική ρήτρα. Το άρθρο 4 της πιο πάνω συμφωνίας ρητά προνοεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται, μεταξύ άλλων, να μεταβάλλουν κατά την κρίση τους και οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο και τον τόκο υπερημερίας. Οι Ενάγοντες όπως διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης στα πλαίσια της αίτησης για απόφαση ημερ. 15.5.2012 με επιστολή τους ημερ. 19.1.2012 τερμάτισαν τη συμφωνία και καλούσαν τους Εναγόμενους να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκους προς 12%. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι στο εν λόγω δάνειο επιβλήθηκαν παράνομες χρεώσεις. Κατ΄ αρχήν δεν εξειδικεύτηκαν με την απαραίτητη λεπτομέρεια σε τι συνίστανται οι παράνομες χρεώσεις. Πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία που να καταδεικνύουν τις παράνομες χρεώσεις Η παράλειψη αυτή, αφήνει τους ισχυρισμούς τους μετέωρους χωρίς οποιαδήποτε αξία. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος, γενικός και αόριστος ισχυρισμός, να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Το βάρος απόδειξης ήταν στους Αιτητές και δεν το έχουν αποσείσει. (Βλ. υπόθεση Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank ανωτέρω.
- Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
- Θέμα πρωταρχικής σημασίας όπως έχω ήδη προαναφέρει είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίων τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). 11. Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26) . Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 12. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη.
- Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους.
- Στην υπόθεση Χατζηνικολάου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, η ενάγουσα εφεσείουσα καταχώρησε στις 8/4/99 αγωγή. Λόγω παράλειψη της εφεσίβλητης - εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης καταχώρησε αίτηση για απόφαση στις 29/4/
- Εξασφάλισε απόφαση ως η απαίτηση στις 10/5/
- Η εφεσίβλητη στις 12/5/99 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 12/7/99 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πιθανή καλή υπεράσπιση και περαιτέρω κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαγωγή που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.
- Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και 3 στις 2.5.2012 και στους υπόλοιπους Εναγομένους στις 28.4.
- Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση και έτσι στις 24.5.2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Ο εναγόμενος 2 αιτητής στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν έλαβε την κλήση επισκέφθηκε το κατάστημα των Εναγόντων πληροφορώντας τους για το εν λόγω γεγονός. Τότε, υπάλληλος των Εναγόντων, τον καθησύχασε και τον οδήγησε στον διευθυντή Αντρέα Βύρα, ο οποίος τον ρώτησε τι ποσό ήταν διατεθειμένος να καταβάλλει και ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε, το ποσό περίπου των €2.000.- μηνιαίως. Τότε ο κ.Α. Βύρας του δήλωσε ότι πρόκειται για ικανοποιητικό ποσό ως επίσης του υποσχέθηκε ότι θα απέσυρε την αγωγή καθότι όλα θα ρυθμίζονταν με βάση τη νέα συμφωνία. Έτσι καθησύχασε τους υπόλοιπους Εναγομένους και ανέμεναν να ειδοποιηθούν για υπογραφή των εγγράφων. Όλοι οι Εναγόμενοι ήταν με την εύλογη εντύπωση ότι η αγωγή είχε αποσυρθεί πλην όμως με έκπληξη πληροφορήθηκαν από επιδότη ο οποίος τους επισκέφθηκε «τις τελευταίες 60 μέρες» δηλαδή μεταξύ των ημερομηνιών 30.1.2015 - 30.3.2015, ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Έτσι επισκέφθηκαν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και διαπίστωσαν ότι πράγματι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Τα πιο πάνω γεγονότα αμφισβητούνται από τους Ενάγοντες. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Αιτητών και δεν το έχουν αποσείσει. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε έλεγχο για να διαπιστώσουν κατά πόσο αποσύρθηκε η αγωγή. Και κάτι άλλο. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ως τους ανέφερε ο διευθυντής των Εναγόντων θα καλούνταν να υπογράψουν νέα συμφωνία. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα. Δεν ανησύχησαν που δεν κλήθηκαν να υπογράψουν νέα συμφωνία; Αδιαφόρησαν. Περαιτέρω οι Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι στις 23.4.2014 επέδωσαν στους Εναγομένους 3 και 4 επιστολές με τις οποίες γνωστοποιούσαν σ΄ αυτούς ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους και ότι αν παραλείψουν να καταβάλουν το εξ αποφάσεως χρέος εντός ενός μηνός θα προωθούσαν την διαδικασία για πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας. Επισύναψαν ως τεκμήρια αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης. Ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση του παραλείπει να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το πιο πάνω γεγονός. Αντιθέτως ισχυρίζεται ότι μέχρι πρόσφατα όλοι οι Εναγόμενοι ήταν με την εύλογη εντύπωση ότι η αγωγή αποσύρθηκε και ότι τις τελευταίες 60 μέρες πληροφορήθηκαν την έκδοση της απόφασης, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα πιο πάνω. Τα εν λόγω πρόσωπα, γνώριζαν ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους αφού επιδόθηκε σ΄ αυτούς στις 23.4.2014 η πιο πάνω επιστολή των Εναγόντων. Ο δε συνήγορος των αιτητών στο στάδιο των αγορεύσεων αναγνώρισε, ότι οι αιτητές γνώριζαν την ύπαρξη της απόφασης 11 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Με βάση τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι οι αιτητές αδιαφόρησαν όχι μόνο από την επίδοση του κλητηρίου αλλά και από την ημερομηνία που επιδόθηκε σε κάποιους εξ αυτών, η πιο πάνω επιστολή. Η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε 30 περίπου μήνες από την επίδοση του κλητηρίου και 11 περίπου μήνες από την επίδοση της πιο πάνω επιστολής. Παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν το χρόνο που διέρρευσε. Η όλη συμπεριφορά τους ήταν ασύγγνωστη, πλήττει την ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης και καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης. Παρέλειψαν να κινηθούν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση της αίτησης τους.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): .................................... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο