← Κύπρος

ΦΟΙΒΟΥ Α. ΜΑΡΔΑΠΙΤΤΑ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1216/10, 23/11/2015

ΦΟΙΒΟΥ Α. ΜΑΡΔΑΠΙΤΤΑ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1216/10, 23/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1216/10 Μεταξύ:- ΦΟΙΒΟΥ Α. ΜΑΡΔΑΠΙΤΤΑ Ενάγοντα Και

  1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ
  2. ΜΑΡΙΑΣ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ Εναγομένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/11/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Αντ. Παπαλλής για Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγομένους: κος Β. Θεοδώρου ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας, με την παρούσα αγωγή, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, (Α) διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας του επί των τεμαχίων με αριθμούς εγγραφής 202/5/1/11, 85.4, 85.7 και 85.6, Φ/Σχ. 15/44W2 στο χωρίο Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου, (Β) διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση εγγραφής των ως άνω τεσσάρων οικοπέδων επ' ονόματι των Εναγομένων και η εγγραφή και/ή μεταβίβαση επ' ονόματί τους, διαζευκτικά, (Γ) αποζημιώσεις ύψους €500.000 και (Δ) νόμιμο τόκο και έξοδα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας αγοράς τούτων, ημερομηνίας 25/05/1972 και 18/08/1972, από τον αποβιώσαντα πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, ο οποίος μεταβίβασε τα ως άνω οικόπεδα σε αυτούς, για τα οποία κατέβαλε το αντίτιμό τους πλην του ποσού των £3.700 για το οποίο είχε εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή πληρωτέα στις 02/10/1974 προς πλήρη εξόφληση του τιμήματος, η οποία όμως, λόγω της Τουρκικής εισβολής, δεν πληρώθηκε. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Έκθεση Υπεράσπισής τους αρνούνται τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, πλην εκείνων που ρητά παραδέχονται, ισχυριζόμενοι ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα από τη μητέρα τους, μετά από ενημέρωση που είχε αυτή από τον Ενάγοντα και η οποία δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει λεπτομέρειες, αρνούμενοι τα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι ανάφερε σε αυτόν, εκτός της γνώσης της ότι ο πατέρας τους προέβη σε πώληση κάποιων οικοπέδων του προς διάφορα πρόσωπα. Περαιτέρω, αρνούνται ότι ο Ενάγοντας εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του έναντι του πατέρα τους και ότι τούτος δικαιούται στην εγγραφή των επίδικων οικοπέδων. Ακολούθως, ισχυρίζονται ότι κατά τον Αύγουστο του 1974 μετέβηκαν στην Αυστραλία και επέστρεψαν μόνιμα στην Κύπρο κατά ή περί τον Απρίλιο του 1978 και ενώ ο Ενάγοντας θα μπορούσε να επικοινωνήσει με τον πατέρα τους, πριν από τις 14/02/2007 που απεβίωσε, δεν το έπραξε, και εμφανίστηκε το Μάιο του 2010 στη μητέρα τους αλλά ούτε και ενέγραψε σημείωση διεκδίκησης των επίδικων οικοπέδων στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, έτσι ώστε τούτο να ενημέρωνε τον πατέρα τους. Η οιαδήποτε δε συμφωνία τυχόν υπήρχε μεταξύ τους έχει ακυρωθεί, ουδεμία ισχύ έχει ή/και δεν υλοποιήθηκε εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα και/ή τούτος παρέβη ουσιώδους όρους αυτής. Τέλος, ισχυρίζονται ότι για τα εν λόγω ακίνητα, αφού ευρίσκονται στα κατεχόμενα, η αξία τους δεν μπορεί να καθοριστεί και ούτε μπορεί να ανέρχεται στο ποσό των €500.000 που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι είναι η αξία τους. Ο Ενάγοντας στην Απάντησή του στην Υπεράσπιση εμμένει στους ισχυρισμούς του και περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι ο αποβιώσας πατέρας τους δεν είχε κανένα δικαίωμα να τα δωρίσει σε αυτούς. Εξηγεί δε τους λόγους γιατί δεν μπόρεσε να εντοπίσει τον πατέρα τους. Ο Ενάγοντας για να αποδείξει την υπόθεσή του έδωσε ο ίδιος μαρτυρία και κάλεσε άλλους οκτώ

(8)μάρτυρες. Από την πλευρά των Εναγομένων έδωσε μαρτυρία η Εναγόμενη 2 και δεν κάλεσε οιονδήποτε άλλο μάρτυρα. Κατατέθηκαν δε, σε διάφορα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας, δεκαέξι
(16)Τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου κρίνεται τούτο αναγκαίο. Ο Ενάγοντας, ΜΕ1, μέρος της μαρτυρίας του οποίου αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση, αναφέρθηκε σε όλο το φάσμα την υπόθεσής του, με αναφορές στα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο για το δίκαιο των διεκδικήσεών του, η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου όπως και των άλλων μαρτύρων και δεν χρειάζεται να καταγραφεί τώρα, αφού αναφορά σε αυτήν, όπως και των άλλων μαρτύρων, θα γίνει κατωτέρω στην αξιολόγηση και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία γίνονται ενιαία και ταυτόχρονα, έχοντας υπόψη τις πάγιες αρχές όπως αυτές εκφράζονται από τη νομολογία, μη διαφεύγοντας του Δικαστηρίου η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοφή ν. Γρηγορίου, ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση 36/10, ημερομηνίας 13/10/2015 και τις υποδείξεις που γίνονται σε αυτήν για τον τρόπο αξιολόγησης. Ο Αντώνης Μαρδαπίττας, ΜΕ2, αδελφός του Ενάγοντα, κατέθεσε για να υποστηρίξει τη μαρτυρία του Ενάγοντα για την αγορά των επίδικων ακινήτων και την καταβολή εκ μέρους του και του άλλου αδελφού τους, του ποσού των £9.000 και ενός άλλου ποσού για τα έξοδα κατασκευής των οικοπέδων. Η Χρυσοβαλάντια Κυπριανού, ΜΕ3, υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία, μεταξύ άλλων, σχετική με την ιδιοκτησία των επίδικων οικοπέδων, όπως και άλλων οικοπέδων, καθώς και ότι ο Ενάγοντας υπέβαλε απαίτηση διεκδίκησης των αναφερθέντων οικοπέδων στις 07/01/2013, όπως και τις ενέργειες που προβαίνει το Κτηματολόγιο σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Αναστάσης Ν. Χρίστου, ΜΕ4, προσφέρθηκε, ουσιαστικά, για να ενισχύσει τη θέση του Ενάγοντα για την μη μεταβίβαση των οικοπέδων από τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 τόσο στον ίδιο όσο και στον πατέρα του Νίκο Χρίστου και στον αδελφό του Σώζο Ν. Χρίστου, με βάσει την ίδια συμφωνία που επικαλείται ο Ενάγοντας καθώς και για να αναφέρει ότι δύο Τεκμήρια, που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τα έλαβε από αυτόν ο Ενάγοντας. Ο Ζαχαρίας Τουλούρας, ΜΕ5, δικηγόρος ως ήταν τότε, κλήθηκε για να δώσει στοιχεία, μεταξύ άλλων, για την κατάθεση ή μη των αναφερθέντων πωλητηρίων εγγράφων στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, τότε. Ο Αντωνάκης Τσιαμα, ΜΕ6, μέρος της μαρτυρίας του οποίου αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεσή του, πρώην συνάδελφός του στην ΑΗΚ, επιστρατεύθηκε, κυρίως, για την ενίσχυση της μαρτυρίας του Ενάγοντα για το τι είπε η μητέρα των Εναγομένων 1 και 2, στην παρουσία του, στον Ενάγοντα το Μάιο του
  1. Ο Παναγιώτης Λουκά, ΜΕ7, μέρος της μαρτυρίας του οποίου αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεσή του, παρουσιάστηκε για να αναφέρει ότι στη σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 02/11/1973, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11, υπέγραψε ως μάρτυρας, αναγνωρίζοντας μάλιστα την υπογραφή του σε αυτήν. Ο Στυλιανός Καραολίδης άλλως Στέλιος Καραολή, ΜΕ8, του οποίου και αυτού μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεσή του, ο οποίος είναι ένας από τα συμβαλλόμενα μέρη, ως αγοραστής, στη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 25/05/1972, παρουσιάστηκε για να δώσει μαρτυρία σχετική με τη συμφωνία αυτή, όπως και ότι ο Ενάγοντας πλήρωνε τις δόσεις του και τα έξοδα για κατασκευαστικά έργα και άλλα έξοδα διαχωρισμού των οικοπέδων. Ο Θωμάς Δημόπουλος, ΜΕ9, ως εμπειρογνώμονας, εκτιμητής ακινήτων, έδωσε μαρτυρία για την αξία των επίδικων ακινήτων. Για τους Εναγόμενους 1 και 2 μαρτυρία έδωσε μόνο η Εναγόμενη 2, η οποία τότε, που έγιναν οι αναφερθείσες πιο πάνω συμβάσεις πώλησης, ήταν 5 ½ ετών και ο αδελφός της, Εναγόμενος 1, 4½ ετών, η οποία δεν γνώριζε οτιδήποτε για αυτές τις συμβάσεις ή άλλες δοσοληψίες του πατέρα της, πέραν από αυτά που τους ανέφερε η μητέρα τους μετά την επίσκεψη του Ενάγοντα και του ΜΕ6 σε αυτήν το Μάιο του 2010 και δη ότι, όπως της ανάφερε, ουδέποτε είπε αυτά που της καταλογίζουν τούτα τα πρόσωπα ότι τους ανάφερε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, ο αποβιώσας, πατέρας των Εναγομένων 1 και 2, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4201, αρ. τεμαχίου 202/05, Φ/Σχ.15/43, έκτασης 13 στρεμμάτων, στην τοποθεσία Λατσίν, του χωριού Τρικώμου, της επαρχίας Αμμοχώστου, Τεκμήριο
  2. Ο Ενάγοντας, αφού συνάντησε τον Στυλιανό Καραολίδη, άλλως Στέλιος Καραολή, ΜΕ8, ο τελευταίος του πρότεινε όπως συμμετάσχει στην αγορά οικοπέδων στην παραλία Τρικώμου, της επαρχίας Αμμοχώστου, δηλαδή του ως άνω ακινήτου, παραδίδοντάς του αρχιτεκτονικό σχέδιο διαχωρισμού του κτήματος σε 22 οικόπεδα, όπως εμφαίνονται στο Τεκμήριο
  3. Αφού το συζήτησε με τα αδέλφια του Κώστα και Αντώνη, οι οποίοι ήταν στο εξωτερικό, ως η μαρτυρία και του Αντώνη Μαρδαπίττα, ΜΕ2, του έδωσαν £9.000 για εξόφληση του δικού τους μεριδίου και επιπλέον τα έξοδα διαχωρισμού και κατασκευής των δρόμων, αλλά ζήτησαν πρώτα να ενοποιηθούν τα δικά τους οικόπεδα σε δύο μεγάλα, με αποτέλεσμα, πράγματι, να δημιουργηθούν δύο νέα οικόπεδα με αριθμούς 16 και 17, σύμφωνα με την τροποποιημένη άδεια διαχωρισμού υπ' αριθμό 1353, ημερομηνίας 16/03/1972, ως εμφαίνεται από τα Τεκμήρια 2, 9 και 12, το οποίο Τεκμήριο 2 έδωσε ο Αναστάσης Ν. Χρίστου, ΜΕ4, στον Ενάγοντα, ως μέρος του φακέλου που του παρέδωσε ο πατέρας του Νίκος Χρίστου, που διατηρούσε για την αγορά των αναφερθέντων οικοπέδων εκ μέρους του. Η αναφορά του Ενάγοντα, ΜΕ1, ότι στις 02/10/1971 αυτός και ο Σώζος Ν. Χρίστου αγόρασαν το αναφερθέν ακίνητο του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, Τεκμήριο 3, για το ποσό των £24.000, ενώ στις 04/10/1971, αυτοί αποδέχτηκαν τον Στυλιανό Καραολίδη και τον Νίκο Χρίστου ως νέους συνεταίρους τους, ήτοι από ¼ μερίδιο ο κάθε ένας, ευρίσκεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ8, ο οποίος ανέφερε ότι αυτός μαζί με τον Νίκο Χρίστου και τον Σώζο Ν. Χρίστου αγόρασαν το εν λόγω ακίνητο και στη συνέχεια ο Ενάγοντας ενδιαφέρθηκε για την αγορά των οικοπέδων 13, 14, 16 και 17 που ευρίσκονταν στο νότιο μέρος. Από το Τεκμήριο 4, που αποτελεί τη συμφωνία ημερομηνίας 25/05/1972, διαπιστώνεται ότι πράγματι η πρώτη συμφωνία, ήτοι ημερομηνίας 02/10/1971, ήταν μεταξύ του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 και του Ενάγοντα μαζί με τον Σώζο Ν. Χρίστου, οι οποίοι ήλθαν σε συμφωνία, δεύτερη συμφωνία ημερομηνίας 04/10/1971, με τους Στυλιανό Καραολίδη και Νίκο Χρίστου. Η πληροφόρηση και η πρόταση από τον ΜΕ8 προς τον Ενάγοντα για συμμετοχή του στην αγορά των οικοπέδων, η οποία διαπιστώνεται και από το Τεκμήριο 1 που ανάφερε ο Ενάγοντας ότι του έδωσε ο ΜΕ8, επειδή τούτο είναι σχέδιο με είκοσι δύο
(22)οικόπεδα ενώ στο Τεκμήριο 4 αναφέρονται δεκαεπτά
(17)οικόπεδα τα οποία εγκρίθηκαν στις 16/03/1972, δεν ανατρέπει το γεγονός αγοράς του εν λόγω ακινήτου από τον Ενάγοντα και τον Σώζο Ν. Χρίστου που καταγράφεται στο Τεκμήριο 4, αφού άλλο είναι η πληροφόρηση και άλλο τι έπραξε εν τέλει ο Ενάγοντας μαζί με τον Σώζο Ν. Χρίστου. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ8, ως προς τούτο, δηλαδή ότι κατά ή περί το 1972 αγόρασε το αναφερθέν ακίνητο μαζί με τους Νίκο Χρίστου και Σώζο Ν. Χρίστου και μετά ενδιαφέρθηκε ο Ενάγοντας και απορρίπτεται. Στις 25/05/1972, όπως ήδη, ανωτέρω, γενικά, αναφέρθηκε, υπογράφηκε, μεταξύ του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, ως πωλητή και του Ενάγοντα καθώς και του Σώζου Ν. Χρίστου, Στυλιανού Καραολίδη και Νίκου Χρίστου, ως αγοραστές, νέο Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 4, το οποίο επίσης έδωσε ο ΜΕ4 στον Ενάγοντα, με βάσει το οποίο ο πωλητής πωλούσε στους αγοραστές χωράφι με αριθμό τεμαχίου 202/5, αριθμό εγγραφής 4201, Φ/Σχ. 15/43, έκτασης 13 στρεμμάτων, στην τοποθεσία Λατσίν, του χωριού Τρικώμου, της Επαρχίας Αμμοχώστου, Τεκμήριο 3, το οποίο όμως στην πραγματικότητα αφορούσε την πώληση οικοπέδων σε κάθε έναν από αυτούς, όπως αυτό εξηγείται στη συνέχεια, αφού εγκρίθηκαν τα οικόπεδα στις 16/03/1972 με την άδεια υπ' αριθμό 1353, δηλαδή πριν από την υπογραφή του νέου Συμφωνητικού Εγγράφου 25/05/1972, το οποίο νέο Συμφωνητικό Έγγραφο, αντικαθιστούσε τις προγενέστερες συμφωνίες, ημερομηνίας 02/10/1971 και 04/10/1971, η οποία προέβλεπε την ακύρωση των συμφωνιών ημερομηνίας 02/10/1971 και 04/10/1971, και πωλείτο, αφού διαχωρίζετο σε οικόπεδα, αντί του ποσού των £24.
  1. Στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο Ζαχαρίας Τουλούρας, δικηγόρος, ΜΕ5, αν και ενθυμείτο ότι έκανε μία δύο φορές κάποιες δουλειές για τον Ενάγοντα, δεν ενθυμείτο οτιδήποτε είτε σε σχέση με τα Τεκμήρια 4 και 5, είτε σε σχέση με οιανδήποτε άλλη ενέργεια και συγκεκριμένα αν τα κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Έτσι, αφού ο Ενάγοντας κάλεσε τον μάρτυρα αυτό, για να δώσει μαρτυρία, μεταξύ άλλων, ως το πρόσωπο που ανέλαβε, ως εξάγεται από τη μαρτυρία, τόσο του ιδίου όσο και του ΜΕ8, να καταθέσει τα Τεκμήρια 4 και 5 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, αφού δεν ενθυμείτο αν τα κατέθεσε η όχι στο αναφερθέν Επαρχιακό Κτηματολόγιο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι τα Τεκμήριο 4 και 5 κατατέθηκαν στο εν λόγω Επαρχιακό Κτηματολόγιο. Περαιτέρω, το νέο Συμφωνητικό Έγγραφο, Τεκμήριο 4, προέβλεπε ότι ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2 θα κρατούσε υπό την ιδιοκτησία του τα οικόπεδα αρ. 4, 9 και 17 και η τιμή της αγοράς του τεμαχίου εκ μέρους των αγοραστών μειώνετο από £24.000 σε £18.300, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά τι ποσό θα πλήρωνε ο κάθε ένας από αυτούς. Επίσης, ο Ενάγοντας θα λάμβανε τα οικόπεδα υπ' αριθμό 13, 14 και 16, ο Σώζος Ν. Χρίστου τα οικόπεδα υπ' αριθμό 1, 5, 6 και 15, ο Στυλιανός Καραολίδης τα οικόπεδα υπ' αριθμό 2, 7 και 12 και ο Νίκος Χρίστου τα οικόπεδα υπ' αριθμό 3, 8, 10 και
  2. Μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 12 του Τεκμηρίου 4, δηλαδή του νέου Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 25/05/1972, αναφέρετο ότι ο πωλητής αναγνώριζε ότι έλαβε παρά του Ενάγοντα μέχρι τις 25/05/1972 το ποσό των £3.368, από το Σώζο Ν. Χρίστου το ποσό των £1.000, από τον Στυλιανό Καραολίδη το ποσό των £1.307 και από τον Νίκο Χρίστου το ποσό των £4.375, ενώ ως υπόλοιπο, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του Τεκμηρίου 4, το οποίο όφειλε ο Ενάγοντας στον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 ανέρχεται στο ποσό των £2.351, ο Σώζος Ν. Χρίστου £3.575, ο Στυλιανός Καραολίδης £2.124 και ο Νίκος Χρίστου £200, το οποίο υπόλοιπο έκαστος όφειλε να εξοφλήσει μέχρι τις 02/10/1974, σύμφωνα με την παράγραφο 14 του Τεκμηρίου
  3. Ακόμη, στο ίδιο Τεκμήριο, προβλέπετο ότι ο πωλητής αναλάμβανε όπως κάμει όλα τα έξοδα για το διαχωρισμό του αναφερθέντος ακινήτου σε οικόπεδα εντός ενός μηνός από την οροθέτηση των οικοπέδων και τα οποία ήθελαν κριθεί αναγκαία υπό των αρμοδίων τμημάτων προς το σκοπό αυτό, ήτοι έξοδα ασφαλτόστρωσης, κατασκευής πεζοδρομίων, τοποθέτησης υδροσωλήνων και όλων των συναφών προς το σκοπό αυτό εξόδων και η συνεισφορά του πωλητή θα ανήρχετο στο ποσοστό του 20% επί του συνόλου των εξόδων, ενώ η συνεισφορά του Ενάγοντα θα ανήρχετο σε 25%, του Σώζου Ν. Χρίστου σε 20%, του Στυλιανού Καραολίδη σε 15% και του Νίκου Χρίστου σε 20%. Παράβαση δε του Τεκμηρίου 4, από οιονδήποτε των συμβαλλομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 19, έδινε το δικαίωμα στο επηρεαζόμενο μέρος να αξιώσει αποζημιώσεις. Το νέο Συμφωνητικό Έγγραφο φέρεται να είναι υπογραμμένο από τον πωλητή και τους αγοραστές. Δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, ούτε και υποβλήθηκε στον Ενάγοντα, ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 4, στη θέση του πωλητή, δεν είναι του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 και ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι το Τεκμήριο 4 υπογράφηκε από αυτόν. Στη συνέχεια, ο Ενάγοντας επειδή είχε την ευκαιρία να λάβει δάνειο από το Ταμείο Προνοίας της ΑΗΚ για αγορά οικοπέδου ή διαμερίσματος, για οικιστικούς μόνο λόγους, και προς τούτο χρειάζετο να υποβάλει, με την αίτησή του για δάνειο, ξεχωριστό πωλητήριο έγγραφο, στις 16/08/1972, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 5, αγόρασε από τον πατέρα των Εναγομένων το οικόπεδο υπ' αριθμό 17 αντί του ποσού των £5.000, σύμφωνα με το οποίο, με την υπογραφή του, ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε το ποσό των £1.300, γεγονός όμως το οποίο δεν έχει αποδειχθεί αφού δεν παρουσιάστηκε καμιά απόδειξη, έστω και αν αναφέρεται ότι «με την υπογραφή να μετρηθεί το ποσό», και το υπόλοιπο ποσό θα καταβάλλετο με τη νομιμοποίηση του αναφερθέντος εγκεκριμένου οικοπέδου. Γι' αυτό το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή των £3.700, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι εξέδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, πληρωτέα στις 02/10/1974, προς πλήρη εξόφληση του τιμήματος, την οποία παρέδωσε στον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 στις 26/06/1974, στην παρουσία της συζύγου του Αρτεμισίας και του συναδέλφου του Βλάσιου Ψάλτη, αφού δεν παρουσιάστηκε ούτε αντίγραφο της εν λόγω επιταγής, ούτε έστω σχετικό απόκομμα, ούτε οιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τα πρόσωπα που ισχυρίζεται ότι ήταν παρόντα, ενώ η μαρτυρία του Ενάγοντα και του ΜΕ6 ότι η σύζυγος του αποβιώσαντα Χριστοφίδη το Μάιο του 2010, στη συνάντηση που είχαν, τους ανέφερε ότι ο Ενάγοντας εξόφλησε το τίμημα αγοράς των οικοπέδων, παραδίδοντας την επιταγή στην παρουσία της, αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο από τους Εναγόμενους 1 και 2, δηλαδή η Εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της επικαλέστηκε ότι της ανέφερε η μητέρα της ότι ουδέποτε ανέφερε τούτο στον Ενάγοντα στην παρουσία του ΜΕ
  4. Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω για αυτό το ζήτημα ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα και του ΜΕ6 που επιστρατεύτηκε για αυτόν το σκοπό, όταν ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2 δεν ευρίσκεται στη ζωή για να ακουστεί η δική του εκδοχή και η μητέρα των Εναγομένων 1 και 2 φαίνεται ότι δεν είχε συμμετοχή στην αγοραπωλησία αυτή, αφού τίποτε δεν αναφέρθηκε που να την εμπλέκει στη συμφωνία, ενώ η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι γνώριζε πολύ καλά τις λεπτομέρειές της, δεν τεκμηριώνεται από κανένα γεγονός ή στοιχείο. Να σημειωθεί ότι η αίτησή του για δάνειο, ένεκα της Τουρκικής εισβολής, ακυρώθηκε, ως φαίνεται από την επιστολή ημερομηνίας 15/04/1975, Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα δε με το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 02/11/1973, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11, το οικόπεδο 202/5/1/11, άλλως οικόπεδο 13, πωλήθηκε από τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 στην Ανδρούλα Φοίβου Μαρδαπίττα, σύζυγο του Ενάγοντα, για το ποσό των £5.000 και ότι την ίδια ημέρα καταβλήθηκε ως προκαταβολή το ποσό των £1.300 και το υπόλοιπο εκ £3.700 θα καταβάλλετο στις 02/09/
  6. Αυτό το γεγονός, δηλαδή της αγοράς του αναφερθέντος οικοπέδου από τη σύζυγο του Ενάγοντα, ήλθε να επιβεβαιώσει με τη μαρτυρία του ο ΜΕ7, ο οποίος αναγνώρισε την υπογραφή του στο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 02/11/
  7. Με βάσει λοιπόν αυτή τη μαρτυρία διαπιστώνεται ότι το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 25/05/1972, μεταξύ του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 και του Ενάγοντα, Τεκμήριο 5, στο μέρος που αναφέρεται σε αυτό το οικόπεδο, έπαυσε να υφίσταται, αφού η συμφωνία ημερομηνίας 02/11/1973, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11, αφορά το ίδιο οικόπεδο. Τοιουτοτρόπως δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει το οικόπεδο αυτό ο Ενάγοντας, αφού φαίνεται, από την ίδια τη μαρτυρία του, ότι η συμφωνία ημερομηνίας 25/05/1972, στο μέρος που αφορά και αναφέρεται στο οικόπεδο 202/5/1/11, άλλως οικόπεδο 13, το οποίο φαίνεται στο Τεκμήριο 2 με τον αριθμό 13 και στο Τεκμήριο 9 με τα στοιχεία 202/5/1/11, η συμφωνία που είχε για αυτό το οικόπεδο, προφανώς ακυρώθηκε και έγινε η συμφωνία ημερομηνίας 02/11/1973 μεταξύ του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 και της συζύγου του Ενάγοντα. Εκείνο που ελλείπει, και αποτελεί μια σκοτεινή πλευρά της υπόθεσης του Ενάγοντα, η οποία επιφέρει κλονισμό της αξιοπιστίας του, είναι, οι λόγοι, οι συνθήκες και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ακυρώθηκε η αγορά αυτού του οικοπέδου εκ μέρους του, με τα λεφτά των αδελφών του και η αγορά τούτου από τη σύζυγό του, αφού χωρίς την ακύρωση του μέρους αυτού της συμφωνίας ημερομηνίας 25/05/1972, που γνώριζε ως συμβαλλόμενο μέρος, δεν θα μπορούσε να γίνει η συμφωνία ημερομηνίας 02/11/1973 με τη σύζυγό του. Δημιουργείται δε περαιτέρω σύγχυση και επιτείνει τον κλονισμό της αξιοπιστίας του Ενάγοντα, ενόψει της μαρτυρίας του, ότι για την εξασφάλιση του δανείου από την ΑΗΚ έκανε τη συμφωνία ημερομηνίας 16/08/1972 και αγόρασε και το οικόπεδο 17, φράση που παραπέμπει ότι στη συμφωνία ημερομηνίας 25/05/1972 δεν συμπεριλαμβάνετο και το οικόπεδο 17, γεγονός βέβαια που επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 4, ενώ τα αδέλφια του ζήτησαν εξ αρχής να γίνουν δύο μεγάλα οικόπεδα όπως και έγιναν ήτοι τα οικόπεδα 16 και 17, και στην τελική, όπως την αποκάλεσε, συμφωνία ημερομηνίας 25/05/1972, δεν συμπεριλαμβάνετο το οικόπεδο
  8. Εάν λοιπόν γι' αυτό το σκοπό τροποποιήθηκε το Τεκμήριο 1, στο οποίο εμφαίνονται είκοσι δύο
(22)οικόπεδα, το οποίο έγινε το 1971, όπως εξηγείται από τη μαρτυρία, και δημιουργήθηκαν δεκαεπτά
(17)οικόπεδα, με δύο μεγάλα οικόπεδα, ήτοι το 16 και 17, όπως εμφαίνονται στο Τεκμήριο 9, που εγκρίθηκαν στις 16/03/1972, γιατί αφού τα αδέλφια του του έστειλαν τα χρήματα και ήταν για την αγορά και των τεσσάρων οικοπέδων και καλύπτουν πλήρως την αξία της αγοράς τους, δεν αγόρασε και το οικόπεδο 17 με τη συμφωνία ημερομηνίας 25/05/1972, Τεκμήριο 4, αλλά το οικόπεδο 17 παρέμεινε στον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2; Αυτό δε αποτελεί άλλη μια σκοτεινή πλευρά της υπόθεσης, που παρέμεινε χωρίς καμιά εξήγηση και αυξάνει περαιτέρω το βαθμό κλονισμού της αξιοπιστίας του. Η μαρτυρία δε του ΜΕ8, ως προς το κατά πόσο ο Ενάγοντας τήρησε τις υποχρεώσεις που είχε προς τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, δεν τον βοηθεί αφού κατά την αντεξέταση διαφάνηκε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει εξ ιδίας γνώσης, δηλαδή να ήταν παρών, αν πράγματι κατέβαλε οιαδήποτε ποσά ο Ενάγοντας στον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, ενώ αν λάβει μάλιστα κάποιος υπόψη ότι, όπως ο ίδιος ανέφερε, έγιναν δύο γκρουπ, δηλαδή ο Ενάγοντας και ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2 αποτελούσαν το ένα γκρουπ και το άλλο οι υπόλοιποι, ένεκα διαφορών που είχαν, προφανώς δεν θα είχαν και ιδιαίτερες σχέσεις πλέον μεταξύ τους, για να μπορεί να γνωρίζει τι πλήρωνε ή δεν πλήρωνε ο Ενάγοντας στον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 ή τι συνέβαινε μεταξύ τους, ιδιαίτερα δε έχοντας κατά νου, ότι επέμενε ότι στην αρχική, πρώτη, συμφωνία δεν συμπεριλαμβάνετο ο Ενάγοντας, κάτι που, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν συμβαδίζει με αυτά που αναφέρονται περί τούτου του θέματος στη συμφωνία ημερομηνίας 25/05/1972, Τεκμήριο 4, οδηγεί το Δικαστήριο κρίνοντας την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού, να μην μπορεί να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία του. Όσον αφορά το λόγο για τον οποίο ο Ενάγοντας καθυστέρησε περί τα 38 χρόνια για να κινήσει την παρούσα αγωγή, ο ισχυρισμός του ότι, αφού εγκατέλειψε, στις 20/08/1974, την Αμμόχωστο και πήγε στη Λάρνακα, συνάντησε κάποιον Αντρέα, γνωστό του από το Τρίκωμο, ο οποίος του ανάφερε ότι ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2 πήγε στην Αυστραλία μαζί με την οικογένειά του και επειδή η έγνοια και του ιδίου ήταν η οικογένειά του και όχι τα οικόπεδα στο κατεχόμενο Τρίκωμο, δεν έψαξε τότε περισσότερο, ενώ ο ίδιος, στις 25/05/1975, μετέβη οικογενειακώς στη Σουαζιλάνδη της Νοτίου Αφρικής όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του 1982 που επέστρεψε στην Κύπρο με τον αδελφό του Αντώνη, δεν αποτελεί δικαιολογία ή λόγο να μην αποταθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κράτους ή τουλάχιστον στον Κοινοτάρχη Τρικώμου για να πληροφορηθεί πού ευρίσκετο ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2, είτε πριν φύγει για τη Νότιο Αφρική είτε αμέσως μετά που επέστρεψε στην Κύπρο, εάν πράγματι επιθυμούσε να υλοποιηθεί η συμφωνία, που ας σημειωθεί ο οφειλέτης είναι που έχει υποχρέωση να βρει το δανειστή του και να τον εξοφλήσει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο λόγος για την καθυστέρηση. Έναυσμα δε για να ψάξει τι έγινε με τα οικόπεδα του έδωσε ο αδελφός του Κώστας, όταν πριν μερικά χρόνια ήρθε στην Κύπρο από την Αγγλία και τον ρώτησε γι' αυτά, που προφανώς τούτο έγινε πριν το Μάιο του 2010 που επισκέφθηκε τη μητέρα των Εναγομένων 1 και
  1. Αφού έκανε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου διαπίστωσε ότι τα τρία οικόπεδα που αγόρασε αυτός και το τέταρτο που αγόρασε η σύζυγός του, ως είναι το εύρημα του Δικαστηρίου, είχαν μεταβιβαστεί από τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 σε αυτούς δυνάμει δωρεάς, όπως άλλωστε ανέφερε και η Χρυσοβαλάντια Κυπριανού, ΜΕ3, υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Συγκεκριμένα, τα οικόπεδα με αριθμούς 85.4 και 85.6 μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 και τα οικόπεδα με αριθμούς 85.7 και 202/5/1/11 μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της Εναγόμενης 2, ως φαίνεται από την έκθεση λεπτομερειών ακινήτου ημερομηνίας 20/09/2010, Τεκμήριο 7, το οποίο επίσης επιβεβαίωσε η ΜΕ
  2. Σχετικά δε έγγραφα σε ποιους ενέγραψε τα οικόπεδα ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2 είναι τα Τεκμήρια 14, 15 και 16, από τα οποία φαίνεται ότι στη μία θυγατέρα του τα μεταβίβασε το 1996, στην Εναγόμενη 2 το 1998 και στον Εναγόμενο 1 το
  3. Δεν ήταν δε μόνο τα οικόπεδά που αγόρασε αυτός που μεταβιβάστηκαν στα παιδιά του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 αλλά και τα άλλα οικόπεδα που αγόρασαν άλλα πρόσωπα, όπως π.χ. ο Νίκος Χρίστου, πλην του οικοπέδου 202/5/1/8 το οποίο μεταβιβάστηκε στον Στέλιο Καραολή στις 21/12/1973 και το οικόπεδο 202/5/1/9 στον Σώζο Ν. Χρίστου επίσης την ίδια ημερομηνία. Ένεκα της διαπίστωσής του αυτής, ο Ενάγοντας, περί τα μέσα Μαΐου του 2010, επισκέφθηκε μαζί με τον Αντώνη Τσιαμά, ΜΕ6, συνάδελφό του στην ΑΗΚ, την Αρτεμισία, σύζυγο του Κλεάνθη Χριστοφίδη και μητέρα των Εναγομένων 1 και 2, στην οικία της στον Συνοικισμό ΑΗΚ Α' στη Δεκέλεια, με σκοπό τη συζήτηση του θέματος της αγοραπωλησίας των οικοπέδων, η οποία, κατ' αυτόν, γνώριζε πολύ καλά τις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Η μαρτυρία του, όπως και του ΜΕ6 που ήταν παρών στη συνάντηση αυτή, ότι του ανέφερε «αφού εχαριστήκαν τα χρέη των προσφύγων, επιάσαμεν και εμείς τα χωράφια μας», όπως επίσης, ότι του ανάφερε ότι, λόγω της υγείας και της ηλικίας του συζύγου της, τα παιδιά του απαίτησαν να τους μεταβιβάσει την περιουσία του, πράγμα που έπραξε και ακόμα ότι στη συνάντηση αυτή, τον πληροφόρησε ότι ο σύζυγός της απεβίωσε και ότι πράγματι ο σύζυγός της του πώλησε τα αναφερόμενα οικόπεδα και επιβεβαίωσε ότι εξόφλησε όλο το οφειλόμενο χρηματικό ποσό με την έκδοση της αναφερθείσας επιταγής, η οποία δεν εξαργυρώθηκε και ότι ήταν παρούσα όταν έδωσε την εν λόγω επιταγή στο σύζυγό της, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, δεν γίνεται αποδεκτή για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω. Ότι στη συνάντηση αυτή ο Ενάγοντας κατέστησε σαφές στην Αρτεμισία ότι για το χρηματικό ποσό των £3.700 που ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε την επιταγή και δεν πληρώθηκε εξαιτίας της Τουρκικής εισβολής, αλλά δεν έγινε πιστευτή, ως ήδη ειπώθηκε πιο πάνω, ήταν πρόθυμος να καταβάλει το ποσό αυτό εντόκως εκπληρώνοντας τη δική του υποχρέωση, γίνεται αποδεκτή αφού άλλωστε σκοπός του ήταν να επαναφέρει στη ζωή το αναφερθέν πωλητήριο έγγραφο για να μπορεί, κατά την άποψή του, να εγείρει την παρούσα αγωγή και να αξιώνει την εγγραφή των οικοπέδων στο όνομά του ή την επιδίκαση αποζημιώσεων. Εγείρεται όμως και πάλι ένα ερώτημα, αφού, όπως αναφέρθηκε στη μαρτυρία του Ενάγοντα και του ΜΕ8 αλλά και της μαρτυρίας της ΜΕ3, καθώς ως διαφαίνεται και από τα Τεκμήρια 7, 9, 12, 14, 15 και 16, εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για το κάθε οικόπεδο και δύο από αυτά μεταβιβάστηκαν και ενεγράφησαν σε δύο από τους αγοραστές το 1973, γιατί δεν έγινε η εγγραφή των τριών οικοπέδων που αγόρασε ο Ενάγοντας και το τέταρτο που αγόρασε η σύζυγός του το 1973; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα επιχειρήθηκε να τεκμηριωθεί με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι παρέμεινε ένα υπόλοιπο £3.700 για το οποίο εξέδωσε επιταγή πληρωτέα στις 02/10/1974, η οποία ημερομηνία ταυτίζεται με την ημερομηνία που έπρεπε να εξοφληθεί το υπόλοιπο, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, έτσι ώστε να μην διαφαίνεται ότι αυτός δεν εκπλήρωσε τον όρο αυτό, ισχυρισμός βέβαια που δεν έγινε αποδεκτός, ως ήδη αναφέρθηκε. Όμως, εάν το μοναδικό ποσό ήταν αυτό που παρέμεινε, αφού θεωρούσε ότι και το οικόπεδο που αγόρασε η σύζυγός του, το 1973, ήταν δικό του, γιατί δεν ανάφερε ότι καταβλήθηκε το υπόλοιπο ποσό για αυτό το οικόπεδο; Βέβαια, εδώ, πρέπει να σημειωθεί, αυτό που λέχθηκε προηγουμένως ότι είχε όλα τα λεφτά για να πληρώσει για τα οικόπεδα και δεν εξηγήθηκε γιατί δεν τα πλήρωσε και έκδωσε, δήθεν, επιταγή, για το υπόλοιπο αγοράς, για δεύτερη φορά, του ίδιου οικοπέδου. Η μη εξήγηση, εκ μέρους του, αυτού του θέματος επιφέρει περαιτέρω κλονισμό στην αξιοπιστία της μαρτυρίας του ως προς τα πραγματικά γεγονότα της μη εγγραφής του εν λόγω ακινήτου στη σύζυγό του αλλά και τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τη μη υλοποίηση της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, με τη μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομά του των επίδικων οικοπέδων, όταν από τις 02/11/1973 είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για το κάθε ένα οικόπεδο ξεχωριστά, ως η μαρτυρία του ΜΕ8, και δύο από αυτά είχαν μεταβιβαστεί το 1973, ενώ τα χρήματα, εκ £9.000 και άλλο ποσό για τα έξοδα δρόμου κλπ, για το δικό τους μερίδιο, όπως είπε ο ΜΕ2, τα απέστειλε στον Ενάγοντα και τα είχε, αφού, επίσης, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 14, 15 και 16 μεταβιβάστηκαν στα παιδιά του ως ξεχωριστά οικόπεδα. Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στον ισχυρισμό του ότι ήταν εύκολο για τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, αφού επισκεπτόταν τα Κοκκινοχώρια για αγορά γάλακτος από τους κτηνοτρόφους, επειδή ασχολήθηκε με την κατασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων, να εντοπίσει τον Σώζο Χρίστου και Νίκο Χρίστου, οι οποίοι κατάγονται από τη Ξυλοφάγου και να τους μεταβιβάσει τα οικόπεδα που είχαν αγοράσει, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής και δεν θα ασχοληθεί ειδικά, αφού πρόθεση, όπως ανέφερε ο ΜΕ4, είναι να κινηθεί και από αυτόν αγωγή, ως διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του, Νίκου Χρίστου, και πιθανόν να επηρεάζετο εάν εγείρετο η αγωγή αυτή. Στο βαθμό, όμως, που τούτη η αναφορά έχει ως στόχο να καταδείξει εκ μέρους του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 υστεροβουλία για να αποφύγει τη μεταβίβαση των οικοπέδων σε αυτούς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο, ελλείψει μάλιστα άλλων γεγονότων, αλλά απεναντίας η μεταβίβαση και η εγγραφή τους στα παιδιά του έγινε σταδιακά, ήτοι το 1996, 1998 και 2002, δηλαδή οι πρώτες μεταβιβάσεις έγιναν 22 χρόνια, περίπου, μετά την έκδοση των ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και 29 χρόνια από τις τελευταίες μεταβιβάσεις που έκανε το 2002, καθώς και ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν υπέβαλε απαίτηση στο Κτηματολόγιο με την οποία να τα διεκδικήσει, πριν τη μεταβίβασή τους, καταδεικνύει το αντίθετο. Σημειώνεται, ότι όπως ήδη έχει αναφερθεί, υποχρέωση ανεύρεσης του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 είχε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας δεν παρέλειψε να αναφερθεί στη συνάντηση που είχε το 2010 με τον Στυλιανό Καραολίδη στην κατοικία του στη Λάρνακα, όπως και με τον Αναστάση Νίκου Χρίστου, ΜΕ4, στην Ξυλοφάγου, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι τόσο ο πατέρας του Νίκος Χρίστου όσο και ο αδελφός του Σώζος Ν. Χρίστου απεβίωσαν και του ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του πρωτότυπο της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 25/05/1972 και τις σχετικές αποδείξεις για την εξόφληση των εξόδων και ότι είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του. Επίσης τον πληροφόρησε ότι ήταν και αυτού επιθυμία να κινήσει αγωγή εναντίον των παιδιών του αποβιώσαντα Κλεάνθη Χριστοφίδη, κάτι που ανέφερε ο ΜΕ4 και ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, αφού απευθύνθηκε σε δικηγόρο, αντηλλάγησαν διάφορες επιστολές μεταξύ των δύο πλευρών, ως το Τεκμήριο 8, χωρίς όμως να επέλθει συμφωνία. Η κατ' αυτόν θέση ότι η συμφωνία μεταξύ τους ουδέποτε τερματίστηκε ή ακυρώθηκε και το γεγονός ότι δεν υλοποιήθηκε οφείλεται στον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά την Τουρκική εισβολή και της απώλειας των κτηματολογικών μητρώων της επαρχίας Αμμοχώστου, με την κατακράτησή τους από τους Τούρκους, απέκρυψε τη μεταξύ τους συμφωνία και μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα στους Εναγόμενους 1 και 2, δεν μπορεί να βρει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού, με βάσει τη δική του μαρτυρία, δεν αναζήτησε τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 για να καταβάλει, αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του, το ποσό των £3.700, και αν κάποιος απεκδύθει της συμφωνίας ήταν αυτός που δεν υλοποίησε τον όρο της συμφωνίας για καταβολή του ποσού μέχρι την ημερομηνία που προβλέπετο σε αυτό, αφού η απλή αναφορά του ότι δεν πληρώθηκε η επιταγή δεν εξηγεί και το λόγο που δεν πληρώθηκε η επιταγή, αφού οι τράπεζες στις ελεύθερες περιοχές λειτουργούσαν κανονικά, ή έστω λόγω της Τουρκικής εισβολής σε σύντομο χρόνο μετά από αυτήν ή τουλάχιστον μετά τον επαναπατρισμό του από τη Νότια Αφρική, που όπως άφησε να νοηθεί έκανε χρήματα και μπορούσε να πληρώσει. Ο μόνος λόγος για τον οποίο τώρα προχώρησε με την αγωγή είναι γιατί μετά τη διευθέτηση διακίνησης προσώπων μεταξύ των κατεχομένων και των ελεύθερων περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις πωλήσεις που γίνονται από ελληνοκύπριους σε τρίτους καθώς και μετά τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ που σχετίζονται με τη λεγόμενη επιτροπή αποζημιώσεων στα κατεχόμενα, αντιλήφθηκε ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα λάβει πολύ περισσότερα χρήματα είτε πωλώντας τα σε τρίτους είτε λαμβάνοντας αποζημίωση από τη λεγόμενη επιτροπή αποζημιώσεων των κατεχομένων, αν επιτύγχανε η αγωγή του και εκδίδετο διάταγμα εγγραφής των αναφερθέντων οικοπέδων σε αυτόν ή επιδίκασης αποζημιώσεων σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης, Τεκμήριο 13, απ' ότι θα πλήρωνε ο ίδιος στους Εναγόμενους 1 και
  4. Να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας, ενώ θα μπορούσε με εύλογες προσπάθειες, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, να ανεύρισκε τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 και να προχωρούσε με αγωγή, τουλάχιστον μετά το 1982, που επέστρεψε ο ίδιος από τη Νότιο Αφρική, για να εκπληρώσει αυτά που το 2010 προσπάθησε να πράξει συναντώντας τη μητέρα των Εναγομένων 1 και 2 και με την αγωγή αυτή επιδιώκει, έπραξε τούτο μετά που έφυγε από τη ζωή ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2 με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι ισχυρισμοί του ίδιου του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 που πιθανόν να πρόβαλλε για να αντιμετωπίσει τα όσα τώρα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται. Δεν πρέπει να αγνοηθεί αλλά να επισημανθεί ότι απαίτηση για διεκδίκηση των επίδικων οικοπέδων υπέβαλε στις 07/01/2013 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, ενώ κατ' αυτόν, είχε πληροφορηθεί τη μεταβίβαση των ακινήτων, όπως εξάγεται από τη μαρτυρία, πριν από το Μάιο του 2010 και αφού είχε κινήσει την αγωγή τρία χρόνια πριν, τη διεκδίκηση των επίδικων ακινήτων στο εν λόγω Κτηματολόγιο, ανεξάρτητα βέβαια από το γεγονός ότι και αν ακόμη υπέβαλλε την απαίτηση διεκδίκησής του και πάλι αυτά θα μεταβιβάζοντο αλλά θα γνωστοποιείτο στους δικαιούχους η διεκδίκησή τους από τον Ενάγοντα, ενώ εάν η διεκδίκησή τους γινόταν από τον Ενάγοντα πριν από τη μεταβίβασή τους από τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, σε αυτούς, τούτο ίσως να έπαιζε κάποιο ρόλο σε σχέση με την υστεροβουλία που του καταλόγισε αλλά δεν ευστάθησε. Για να αποδείξει δε τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη, λόγω της θέσης του ότι ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2 δεν υλοποίησε τη μεταξύ τους συμφωνία, αποτελεί θέση του ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν αξία €500.000, ως η μαρτυρία του Θωμά Δημόπουλου, ΜΕ9, εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος ετοίμασε την έκθεση εκτίμησης Τεκμήριο 13 και αναφέρει ότι η αγοραία αξία τους ανέρχεται σε £315.
  5. Έχοντας υπόψη τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονας στην εκτίμηση ακινήτων έχοντας κατά νου τη νομολογία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του για να καταστεί δυνατή η ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης, Τεκμήριο 13, μετέβη στην ψευδοπολεοδομία του ψευδοκράτους στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, συνοδευόμενος από Τουρκοκύπριο, ούτως ώστε να μπορεί να συνεννοηθεί με τα πρόσωπα που εργάζονται στην ψευδοπολεοδομία, οι οποίοι τον πληροφόρησαν για τον συντελεστή δόμησης του συγκεκριμένου τεμαχίου έτσι ώστε, μαζί με τις πληροφορίες που έλαβε από Τουρκοκύπριους κτηματομεσίτες και έρευνά του στο διαδίκτυο, να καθορίσει την τιμή των τεσσάρων οικοπέδων, λαμβάνοντας υπόψη τον τόπο που ευρίσκονται αυτά, την έκτασή τους όπως και την έκταση ολόκληρου του τεμαχίου, καθώς και άλλα χαρακτηριστικά, όπως ότι αυτά είναι απροσπέλαστα, ότι οι πωλήσεις που γίνονται είναι λίγες αλλά άρχισαν να αυξάνονται, χρησιμοποιώντας ως μέθοδο εκτίμησης τη συγκριτική μέθοδο, λαμβάνοντας υπόψη συγκριτικές πωλήσεις άλλων κτημάτων, όπως αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο 13 που αποτελεί την έκθεση εκτίμησης, κατέληξε στο συνολικό ποσό των 315.000 Στερλινών, ως αγοραία αξία των τεσσάρων οικοπέδων, καταγράφοντας την αγοραία αξία του κάθε ενός από αυτά. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εκτίμηση αυτή πάσχει στο ότι έλαβε υπόψη ο μάρτυρας αυτός (α) πληροφορίες από την ψευδοπολεοδομία για τον συντελεστή δόμησης, ο οποίος και αν ακόμη είναι ο ίδιος με αυτόν που υπάρχει σε παρόμοια ακίνητα στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν παύει να αποτελεί πράξη η οποία από τη μια προέρχεται από ψευδοαρχή ενός παράνομου, εγκάθετου καθεστώτος και από την άλλη δεν αποτελεί πράξη επίσημης αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας και η οποία βέβαια θα μπορούσε να είναι διαφορετική από αυτήν, (β) έλαβε υπόψη συγκριτικές πωλήσεις ακινήτων οι οποίες υπέχουν την ίδια ιδιομορφία που αναφέρεται και πιο πάνω και άρα πάσχουν και αυτές στον ίδιο βαθμό όπως και τα επίδικα οικόπεδα, (γ) οι τιμές πώλησης που έλαβε υπόψη από το διαδίκτυο, στο βαθμό οι οποίες δεν είναι οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται ανωτέρω, δεν μπορούν να έχουν πραγματική ανταπόκριση της αγοραίας αξίας τους και (δ) δεν θα μπορούσε κατεχόμενη γη από τουρκικά στρατεύματα η οποία είναι απροσπέλαστη και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς, να έχει αγοραία αξία αφού ελλείπουν οι συνθήκες εκείνες που καθορίζουν την αγοραία αξία ενός ελεύθερου, από κάθε άποψης, ακινήτου. Ενόψει των πιο πάνω δεν μπορεί το Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή την έκθεση εκτίμησης, Τεκμήριο 13, που ετοίμασε ο μάρτυρας αυτός. Εξετάζοντας τώρα τη νομική πτυχή των θεμάτων που προκύπτουν από τη μαρτυρία όπως αυτή έχει αξιολογηθεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως διατυπώνονται πιο πάνω, θαρρώ ως πρώτο ζήτημα πρέπει να εξεταστεί η νομική επίπτωση που έχει στην αγωγή η καθυστέρηση καταχώρησής της για 38 σχεδόν χρόνια. Στην υπόθεση Γιαννάκης Φράγκου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Πέτρου Ιωάννου Τσίρου κ.ά. ν. Κυριάκος Νικόλα Στυλιανίδη ως διαχειριστής της περιουσίας του Νικόλα Στυλιανού Βασίλη
(2007)1 ΑΑΔ 73, τα γεγονότα είχαν ως εξής: «Η βάση της αγωγής, που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 8.10.2003, δημιουργήθηκε, όπως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες/ενάγοντες, από την παράβαση έγγραφης συμφωνίας, ημερ.22.2.1974, που υπεγράφη μεταξύ των Πέτρου Ιωάννου Τσίρου και Νικόλας Στυλιανού Βασίλη. Ο πρώτος ήταν ιδιοκτήτης κατά 432/1440 μερίδια στο κτήμα υπ΄αριθμ. εγγραφής 24712 Φ/Σχ.LVΙΙ/14 Τεμ.98 στο χωριό Πισσούρι της επαρχίας Λεμεσού, ενώ ο δεύτερος ιδιοκτήτης 30/1440 μεριδίων στο ίδιο κτήμα. Στη συμφωνία προβλεπόταν πως ο Νικόλας Βασίλη πωλούσε το μερίδιο του στον Πέτρο Τσίρου για ποσό £42.500 μιλς. Ο τρόπος πληρωμής ήταν: £2,500 μιλς προκαταβολή, £25 πληρωτέες στις 17.3.74 και το υπόλοιπο κατά την ημέρα μεταβίβασης και εγγραφής του κτήματος επ΄ονόματι του αγοραστή. Τα δύο πιο πάνω πρόσωπα απεβίωσαν, ο μεν Πέτρος Τσίρος στις 30.4.1984 και ο Νικόλας Βασίλη στις 10.3.
  1. Διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας τους οι οποίοι είναι και οι διάδικοι στην αγωγή. Μαζί με τον εφεσείοντα, διαχειριστή του Πέτρου Τσίρου, εφεσείουσα είναι και η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, η οποία κατέστη ιδιοκτήτρια όλης της περιουσίας του Πέτρου Τσίρου, ο οποίος τη μεταβίβασε σ΄αυτή μεταξύ των ετών 1977-
  2. Όπως αναφέραμε πιο πάνω παρέμεινε υπόλοιπο £10 για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης, δυνάμει της συμφωνίας που έγινε στις 17.3.
  3. Γι΄αυτό στις 22.9.2000 ο δικηγόρος των εφεσειόντων, καθώς οι ίδιοι ισχυρίστηκαν, με επιστολή του καλούσε τον εφεσίβλητο να παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο Λεμεσού στις 5.10.2000 η ώρα 8.30 το πρωί για να μεταβιβάσει τα επίδικα μερίδια, που ανήκαν στο Νικόλα Βασίλη, και να εισπράξει το ποσό των £
  4. Η σημερινή αξία των μεριδίων αυτών, σύμφωνα με εμπειρογνώμονα εκτιμητή των εφεσειόντων είναι £16.
  5. ................................ Κρίνουμε πως η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται σ΄αυτή, και που παραθέσαμε πιο πάνω, αλλά και λόγω της καθυστέρησης που επέδειξαν οι εφεσείοντες στην αξίωση δικαιωμάτων τους, ενώπιον του Δικαστηρίου που προέκυπταν από τη σύμβαση. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Νικόλα Βασίλης, να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση των εφεσειόντων, εφόσον αγνοούσε πλήρως τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν. Το διάστημα δε που μεσολάβησε λειτούργησε ώστε και οποιαδήποτε έγγραφα, δυνατό να υπήρχαν, δεν μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις, να ανευρεθούν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε τις επιπτώσεις παρόμοιας καθυστέρησης στην Χαράλαμπος Ιερείδης υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαήλ Καλακουτά και Άλλη ν. Γεωργίας Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498 όπου η πλειοψηφία του εφετείου (Αρτεμίδης, Π. και Χατζηχαμπής) είπε τα πιο κάτω, στην απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής Χατζηχαμπής. (Ο Νικολάου, Δ. διαφώνησε με το αποτέλεσμα της έφεσης, η οποία, σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας, είχε επιτύχει). «Η αγωγή όμως ήταν απορριπτέα και για ένα άλλο ανεξάρτητο λόγο. Η πρωτοφανής και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άρνηση να της επιληφθεί. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ίδιας της Εφεσίβλητης, και από την πιο ευνοϊκή γι' αυτή ημερομηνία, παρατηρούμε πως η ίδια είπε ότι οι γονείς της τη διαβεβαίωναν πως θα της μεταβίβαζαν το σπίτι με το γάμο της. Ο γάμος έγινε το 1971, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.1.1996, 25 χρόνια δηλαδή μετά. Η καθυστέρηση δεν ηγέρθη ως λόγος απόρριψης της αγωγής στην υπεράσπιση. Διατυπώθηκε όμως ως λόγος έφεσης. Έχουμε τη γνώμη πως το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε, για τη διεκδίκηση του ισχυριζόμενου δικαιώματος, πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με την πάροδο αναιτιολόγητου, και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, εδώ του πατέρα της εφεσίβλητης, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαιη δίκη».» Ενόψει της υπογραφής των δύο γραπτών συμβάσεων στις 25/05/1972 και 16/08/1972, του θανάτου του πατέρα των Εναγομένων 1 και 2 το 2007 και καταχώρησης της αγωγής το 2010, η καθυστέρηση που υπήρξε από τον Ενάγοντα στην αξίωση των δικαιωμάτων του, είχε ως αποτέλεσμα η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, εφόσον αυτοί αγνοούν εντελώς τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν, αλλά και στη συνέχεια εξελίχθηκαν, με συνέπεια να πλήττεται άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ότι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και να καθίσταται, θα έλεγα, αδύνατη η δίκαιη δίκη. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι η καθυστέρηση που υπήρξε στην καταχώρηση της αγωγής οδηγεί από μόνη της στην απόρριψή της από το Δικαστήριο. Ανεξάρτητα από την κατάληξη αυτή, εξετάζοντας το θέμα της παράβασης της συμφωνίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι, με βάσει τα όσα έχουν αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματά του, αυτός ο οποίος, με τη συμπεριφορά του, παρέβη τη μεταξύ τους γραπτή συμφωνία είναι ο Ενάγοντας, του οποίου και αν ακόμα γίνετο αποδεκτή η μαρτυρία του, που δεν έγινε, ότι εξέδωσε επιταγή, αυτή δεν πληρώθηκε κατά την ημέρα που ήταν πληρωτέα και στη συνέχεια δεν απευθύνθηκε, αν όχι αμέσως μετά τα γεγονότα του 1974, τουλάχιστον μετά τον επαναπατρισμό του το 1982, στον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, προσφέροντάς του το υπόλοιπο ποσό, να ζητήσει τη μεταβίβαση και εγγραφή των τριών οικοπέδων για τα οποία υπήρχε η μεταξύ τους γραπτή συμφωνία. Επομένως, αυτός που εξ υπαιτιότητάς του και που παρέβη και ευθύνεται για τη μη εκπλήρωση και υλοποίηση της γραπτής συμφωνίας είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας και όχι ο πατέρας των Εναγομένων 1 και 2. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησαν να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.