← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α. ν. ILIADA HOTELS LTD κ.α., Συνεκδικαζόμενες Πολιτικές Αγωγές υπ' αρ.: 1293/2010 και 1294/2010, 8/6/2015

ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α. ν. ILIADA HOTELS LTD κ.α., Συνεκδικαζόμενες Πολιτικές Αγωγές υπ' αρ.: 1293/2010 και 1294/2010, 8/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Συνεκδικαζόμενες Πολιτικές Αγωγές υπ' αρ.: 1293/2010 και 1294/2010 (Οδηγός η Αγωγή υπ' αρ. 1293/2010, δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 05/07/2012) ------------------- Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1293/10 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ενάγοντα - και - ILIADA HOTELS LTD Εναγομένης Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/06/2011 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ενάγοντα - και - 1. ILIADA HOTELS LTD 2. A. TSOKKOS HOTELS PUBLIC LTD Εναγομένων ------------------- Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1294/10 Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Ενάγοντα - και - ILIADA HOTELS LTD Εναγομένης Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/06/2011 Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Ενάγοντα - και - 1. ILIADA HOTELS LTD 2. A. TSOKKOS HOTELS PUBLIC LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 08/06/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Ι. Χατζηπαρασκευά για Κούσιος & Κορφιώτης Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη 1: κ. Α. Κεφάλας Για την Εναγομένη 2: κα. Δ. Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ .............................. σελίδα 4 [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ .............................. σελίδα 5 [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ .... σελίδα 6 [Δ]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ........................ σελίδα 6 [Ε]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ...................... σελίδα 10 [Ζ]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2 .................... σελίδα 10 [Η]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ............ σελίδα 16 α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 ....... σελίδα 16 β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 2 ....... σελίδα 23 γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας των Δρ. Χρίστου Φιλίππου, ΜΕ και Δρ. Μιχάλη Πηλαβάκη, ΜΥ3 .................... σελίδα 25 δ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Μόδεστου Οικονόμου, ΜΥ1 ................................. σελίδα 29 ε. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Αναστασίας Τσόκκου, ΜΥ2 ................................. σελίδα 29 ζ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Μαρίτσας Γερολέμου, ΜΥ4...........................σελίδα 30 η. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Χρίστου Σταυρινίδη, ΜΥ5 ............................... σελίδα 30 [Θ]. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ............................ σελίδα 31 [Ι]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ .......................... σελίδα 33 α. Αμέλεια .......................... σελίδα 33 β. Εκ Πρωστήσεως Ευθύνη ................. σελίδα 37 γ. Το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης όταν ο εναγόμενος είναι νομικό πρόσωπο ...................... σελίδα 38 δ. Τα Γεγονότα ....................... σελίδα 40 ε. Σχέση Εργοδότη - Εργοδοτουμένου και Καθήκον Επιμέλειας ............................... σελίδα 46 ζ. Αποζημιώσεις ....................... σελίδα 51 η. Η ευθύνη της Εναγομένης 1 ................ σελίδα 57 θ. Τα έξοδα της διαδικασίας ................ σελίδα 58 [Κ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ............................ σελίδα 60 ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Οι Ενάγοντες, με αυτές τις αγωγές, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, τις ακόλουθες θεραπείες: Στην Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1293/10, ο Ενάγοντας (στο εξής καλούμενος «ο Ενάγοντας 1») αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά: (Α). Γενικές αποζημιώσεις (Β). €1.770, ως Ειδικές αποζημιώσεις. (Γ). Τόκο προς 5,5% ετησίως επί κάθε επιδικασθέντος ποσού, από την ημερομηνία του ατυχήματος και/ή την 27/04/2010, μέχρι εξοφλήσεως, και/ή διαζευκτικά, νόμιμο τόκο. (Δ). Έξοδα, Φ. Π. Α. και έξοδα επίδοσης. Στην Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1294/10, ο Ενάγοντας (στο εξής καλούμενος «ο Ενάγοντας 2») αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά: (Α). Γενικές αποζημιώσεις (Β). €10.210, ως Ειδικές αποζημιώσεις. (Γ). Τόκο προς 5,5% ετησίως επί κάθε επιδικασθέντος ποσού, από την ημερομηνία του ατυχήματος και/ή την 27/04/2010, μέχρι εξοφλήσεως, και/ή διαζευκτικά, νόμιμο τόκο. (Δ). Έξοδα, Φ. Π. Α. και έξοδα επίδοσης. 2. Εισαγωγικά, σημειώνω επιπρόσθετα, ότι, οι όποιες υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στην απόφαση μου αυτή, αποτελούν μέρος του σκεπτικού της απόφασης μου. [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ 3. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, εκτός της μαρτυρίας που έδωσαν οι ίδιοι, κλήθηκε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, ένας μόνο μάρτυρας, ο Δρ. Χρίστος Φιλίππου, που είναι, ως ανέφερε, ειδικός χειρούργος ορθοπεδικός (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ»). 4. Προς υπεράσπιση της, η Εναγομένη 1, επέλεξε να μην παρουσιάσει μαρτυρία. 5. Προς υπεράσπιση της, η Εναγομένη 2, κάλεσε στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία, τέσσερα πρόσωπα, ως εξής: i. Τον κ. Μόδεστο Οικονόμου, που είναι, ως ανέφερε, λειτουργός του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»), ii. Την κα Αναστασία Τσόκκου, που είναι, ως ανέφερε, διευθύνων σύμβουλος της Εναγομένης 2 (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ2»), iii. Τον Δρ. Μιχάλη Πηλαβάκη, που είναι, ως ανέφερε, ειδικός χειρούργος ορθοπεδικός (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ3»), iv. Την κα Μαρίτσα Γερολέμου, που είναι, ως ανέφερε, Επιθεωρητής στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ3»), και v. Τον κ. Χρίστο Σταυρινίδη, που είναι, ως ανέφερε, υπάλληλος και συγκεκριμένα λογιστής, της Zebalos Enterprises Ltd (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ5»). 6. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν, των διαδίκων, εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 7. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[i] 8. Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[ii]. [Δ]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ 9. Οι Ενάγοντες, με την μαρτυρία που έθεσαν υπόψη μου, υποστήριξαν την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Ως ανεξάρτητοι εργολάβοι, ασχολούνται μεταξύ άλλων, με σιδηρουργικές εργασίες. Κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου περιστατικού, που επέφερε τον τραυματισμό τους, ο Ενάγοντας 1, ήταν ηλικίας 34 ετών και καθόλα υγιείς και ικανός για εργασία, ενώ ο Ενάγοντας 2, ήταν ηλικίας 58 ετών. ii. Η Εναγομένη 1, εταιρεία, είναι η ιδιοκτήτρια και/ή η κάτοχος και/ή ασκεί τον έλεγχο και/ή την εποπτεία και/ή διαχειρίζεται και/ή διευθύνει το ξενοδοχείο με την επωνυμία «Iliada Hotel» ή «Iliada Beach Hotel», στο Παραλίμνι (στο εξής καλούμενο «το Ξενοδοχείο)». iii. Η Εναγομένη 2, εταιρεία, είναι η κάτοχος και/ή ασκεί τον έλεγχο και/ή την εποπτεία και/ή διαχειρίζεται και/ή διευθύνει το Ξενοδοχείο. iv. Κατά ή περί τον Απρίλιο του έτους 2010, η Εναγομένη 2, και/ή οι εκπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της, και/ή άτομα εξουσιοδοτημένα από αυτήν, έδωσαν εντολή και/ή οδηγίες και/ή ανέθεσαν στους Ενάγοντες, την αφαίρεση και/ή αποσυναρμολόγηση σιδηροκατασκευής από την πρόσοψη του εστιατορίου του Ξενοδοχείου, εργασία που θα διεξαγόταν υπό τον έλεγχο και/ή την εποπτεία της Εναγομένης 2 και/ή της Εναγομένης 1 και/ή των υπαλλήλων τους, και/ή ατόμων τα οποία ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένα από την Εναγομένη 2 και/ή την Εναγομένη 1. v. Η Εναγόμενη 1 και/ή η Εναγομένη 2, και/ή οι υπάλληλοι τους και/ή τα εξουσιοδοτημένα από την Εναγομένη 1 και/ή την Εναγομένη 2, άτομα, που είχαν την εποπτεία και/ή τον έλεγχο της εν λόγω εργασίας, διαβεβαίωσαν και/ή εγγυήθηκαν και/ή παρέστησαν στους Ενάγοντες, ότι, η εν λόγω εργασία, ήταν πλήρως ασφαλισμένη, και/ή ότι έλαβαν όλα τα αναγκαία και/ή απαραίτητα μέτρα για προφύλαξη των Εναγόντων. vi. Κατά ή περί την 27/04/2010 και κατόπιν των εν λόγω διαβεβαιώσεων και/ή εγγυήσεων και/ή παραστάσεων και/ή οδηγιών της Εναγομένης 2 και/ή της Εναγομένης 1, και/ή των υπαλλήλων τους, και/ή των ατόμων που είχαν την εποπτεία και/ή τον έλεγχο της εν λόγω εργασίας, προς τους Ενάγοντες, αυτοί άρχισαν την εκτέλεση της. Κατά την εκτέλεση της, τμήμα της μεταλλικής κατασκευής που ανέλαβαν να αποσυναρμολογήσουν, που ήταν στερεωμένο σε ξύλινο κιόσκι, υποχώρησε ολοκληρωτικά, αποτέλεσμα του οποίου, ήταν, οι Ενάγοντες, που την δεδομένη στιγμή, βρίσκονταν επί αυτού, να πέσουν στο έδαφος, από ύψος, περίπου τεσσάρων μέτρων και να τραυματιστούν, γεγονός που τους προκάλεσε πόνο, ταλαιπωρία και ζημιά. vii. Οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι, βάσει των περιστάσεων της υπόθεσης αυτής, εφαρμογής τυγχάνει το δόγμα του res ipsa loquitur. Διαζευκτικά, ισχυρίστηκαν, ότι, το προαναφερόμενο περιστατικό και τα συνεπακόλουθα του, οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή στην παράβαση των νόμιμων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων της Εναγομένης 2 και/ή της Εναγομένης 1, και/ή των υπαλλήλων τους και/ή των ατόμων που είχαν την εποπτεία και/ή έλεγχο της εργασίας των Εναγόντων, και/ή τα οποία ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένα από την Εναγομένη 2 και/ή την Εναγομένη 1. Σχετικές λεπτομέρειες δόθηκαν. Χωρίς επηρεασμό, ως προς τους εν λόγω ισχυρισμούς τους, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν, ότι, οι Εναγόμενες ευθύνονται ως κάτοχοι του Ξενοδοχείου, αφής στιγμής, ο χώρος όπου επισυνέβη εκεί το εν λόγω περιστατικό, απεδείχθη ανασφαλής και/ή επικίνδυνος. viii. Οι Ενάγοντες, είχαν, λόγω του περιστατικού, διακομιστεί κατευθείαν σε τοπική ιδιωτική πολυκλινική, όπου διαπιστώθηκαν τα τραύματα τους και έτυχαν θεραπείας. Σχετικές λεπτομέρειες, για έκαστο Ενάγοντα, ως προς τα τραύματα, την θεραπεία, αποθεραπεία και τα επακόλουθα του τραυματισμού τους - συμπεριλαμβανομένων και πραγματικών εξόδων και απωλειών (κυρίως εισοδήματος από εργασία) -, δόθηκαν. Σε γενικές γραμμές, αξίζει να αναφερθεί - με έμφαση στον σοβαρότερο, ως εντοπίζεται εκ του συνόλου τους, τραυματισμό -, ότι: (α) Ο Ενάγοντας 1, υπέστη τραυματισμό στην σπονδυλική του στήλη και στο δεξί του χέρι και καρπό και ισχυρίζεται κατάλοιπα από αυτόν υπό μορφή πόνου. Λόγω του τραυματισμού του, ο Ενάγοντας 1, απείχε από την εργασία του, για περίοδο, τουλάχιστον, ενός μηνός· ενώ, (β) Ο Εναγόμενος 2, υπέστη τραυματισμό σπονδυλικής στήλης. Αναμένεται, ότι, λόγω αυτού, στο μέλλον, θα παρουσιάσει μετατραυματική σπονδυλαρθρίτιδα, και/ή ότι θα είναι αναγκαίο να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Θα πονά για ολόκληρο της ζωής του και για αυτό τον λόγο, θα πρέπει να λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή, ενώ του συνίσταται και φυσιοθεραπεία. Από το εν λόγω περιστατικό και εξαιτίας αυτού, κατέστη ανίκανος για εργασία. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται μείωση της ικανότητας του για εργασία και της εξασφάλισης των αναγκών ή απολαύσεων της ζωής. Περαιτέρω, έκτοτε, εξαρτάται, και αναμένεται τέτοια να είναι η κατάσταση και στο μέλλον, από την περίθαλψη και βοήθεια τρίτων και δη της συζύγου του. Οι επιπτώσεις που είχε το εν λόγω περιστατικό σε αυτόν, σωματικά, έχει επηρεάσει δυσμενώς και την ψυχολογία του. [Ε]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 10. Η Εναγομένη 1, προς υπεράσπιση της, αρνήθηκε την, από πλευράς Εναγόντων, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική της ακόλουθη εκδοχή: i. Δεν γνωρίζει τους Ενάγοντες και/ή ισχυρίζεται, ότι, ούτε και κάποιος εκ των αξιωματούχων της συμβλήθηκε ποτέ μαζί τους, για οποιοδήποτε ζήτημα ή εργασία αφορούσε το Ξενοδοχείο. Το μοναδικό που αποδέχεται ως γεγονός, είναι, ότι, είναι η ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγομένη 1, κανένα έλεγχο δεν ασκούσε, ούτε και διοικούσε το Ξενοδοχείο. ii. Υπό την επιφύλαξη των προαναφερομένων, η Εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι, ουδέποτε συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες για την εκτέλεση εργασιών στο Ξενοδοχείο για λογαριασμό της. Αν, κάτι τέτοιο, έγινε, από άλλο πρόσωπο, το οποίο αυτή δεν ελέγχει, τότε οι σχετικές οδηγίες αυτού, δεν ακολουθήθηκαν από τους Ενάγοντες, και/ή οι τραυματισμοί των Εναγόντων, ως ισχυρίζονται, οφείλονται αποκλειστικά στους ίδιους. iii. Ο τραυματισμός των Εναγόντων, οφείλεται, στην δική τους αμέλεια, αφού οι ίδιοι, από κοινού, επέλεξαν τον τρόπο εργασίας ή/και διεκπεραίωσης της αφαίρεσης της σιδεροκατασκευής, ως ανεξάρτητοι εργολάβοι. Σχετικές λεπτομέρειες της αμέλειας τους, δόθηκαν. iv. Βάσει των περιστάσεων της υπόθεσης αυτής, δεν τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα του res ipsa loquitur. v. Αγνοεί, σε κάθε περίπτωση, τους ισχυριζόμενους τραυματισμούς και ζημιές των Εναγόντων. [Ζ]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2 11. Η Εναγομένη 2, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, αρνήθηκε την, από πλευράς Εναγόντων, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική της ακόλουθη εκδοχή: i. Αγνοεί, με τι ασχολούνται οι Ενάγοντες, όπως επίσης αγνοεί και την ηλικία των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου και κατ' ισχυρισμό περιστατικού, της 27ης/04/2010. ii. Αρνείται, ότι, είναι η κάτοχος και/ή ασκεί τον έλεγχο και/ή την εποπτεία και/ή διαχειρίζεται και/ή διευθύνει το Ξενοδοχείο. iii. Αρνείται, ότι, κατά ή περί τον Απρίλιο του έτους 2010, αυτή, και/ή οι εκπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της, και/ή άτομα εξουσιοδοτημένα από αυτήν, έδωσαν εντολή και/ή οδηγίες και/ή ανέθεσαν στους Ενάγοντες, την αφαίρεση και/ή αποσυναρμολόγηση σιδηροκατασκευής από την πρόσοψη του εστιατορίου του Ξενοδοχείου, εργασία που θα διεξαγόταν υπό τον έλεγχο και/ή την εποπτεία της Εναγομένης 2 και/ή της Εναγομένης 1 και/ή των υπαλλήλων τους, και/ή ατόμων τα οποία ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένα από την Εναγομένη 2 και/ή την Εναγομένη 1. Ισχυρίζεται, δε, ότι, ουδέποτε, αυτή, και/ή εκπρόσωποι και/ή υπάλληλοι της, ή εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα, έδωσαν εντολή και/ή οδηγίες και/ή ανέθεσαν στους Ενάγοντες, την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας στο Ξενοδοχείο. Ουδέποτε, αυτή, συμφώνησε και/ή ανέθεσε και/ή ανέλαβε τον έλεγχο και/ή εποπτεία της ισχυριζόμενης εργασίας και/ή της οποιασδήποτε εργασίας που εκτελέστηκε και/ή θα εκτελείτο από τους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται, ότι, η επίδικη εργασία, ανατέθηκε στους Ενάγοντες από τρίτο πρόσωπο και/ή άλλη εταιρεία και/ή εν πάση περιπτώσει, σε κάθε ουσιώδη, προς την εκτέλεση της επίδικης εργασίας, χρόνο, οι Ενάγοντες εκτέλεσαν αυτήν, ως ανεξάρτητοι εργολάβοι και/ή ως αυτοεργοδοτούμενοι. iv. Αρνείται, ότι, η Εναγόμενη 1 και/ή αυτή, και/ή οι υπάλληλοι τους και/ή τα εξουσιοδοτημένα από την Εναγομένη 1 και/ή αυτήν, πρόσωπα, που είχαν την εποπτεία και/ή τον έλεγχο της εν λόγω εργασίας, διαβεβαίωσαν και/ή εγγυήθηκαν και/ή παρέστησαν στους Ενάγοντες, ότι, η εν λόγω εργασία, ήταν πλήρως ασφαλισμένη, και/ή ότι έλαβαν όλα τα αναγκαία και/ή απαραίτητα μέτρα για προφύλαξη τους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, ότι, η εκτέλεση της εργασίας και/ή η μέθοδος και/ή το σύστημα εργασίας, ήταν στον απόλυτο έλεγχο και/ή ευθύνη των Εναγόντων, ως ανεξάρτητοι εργολάβοι και/ή αυτοεργοδοτούμενοι που ήταν. Περαιτέρω, ουδεμία εγγύηση και/ή οποιασδήποτε φύσης διαβεβαίωση και/ή παράσταση δόθηκε από αυτήν και/ή υπάλληλο και/ή εκπρόσωπο της, σχετικά με την ασφάλεια και/ή τα μέτρα και/ή τις προφυλάξεις και/ή την εργασία που έπρεπε να εκτελεστεί, και/ή εν πάση περιπτώσει, ο τρόπος ή η μέθοδος εκτέλεσης της εργασίας, βρισκόταν και/ή τέθηκε στον απόλυτο έλεγχο και/ή ευθύνη των Εναγόντων, ως ανεξάρτητοι εργολάβοι και/ή αυτοεργοδοτούμενοι που ήταν. v. Αποδέχεται, ως γεγονός, ότι, κατά ή περί την 27/04/2010, συνέβηκε ατύχημα, ενώ οι Ενάγοντες εκτελούσαν εργασία στο Ξενοδοχείο, για την αφαίρεση σιδερένιου καταρτιού. Αρνείται, όμως, ότι, κατά ή περί την 27/04/2010 και κατόπιν των εν λόγω διαβεβαιώσεων και/ή εγγυήσεων και/ή παραστάσεων και/ή οδηγιών της και/ή της Εναγομένης 1, και/ή των υπαλλήλων τους, και/ή των ατόμων που είχαν την εποπτεία και/ή τον έλεγχο της εν λόγω εργασίας, προς τους Ενάγοντες, αυτοί άρχισαν την εκτέλεση της. Καθώς επίσης, αρνείται και το ότι, κατά την εκτέλεση της, τμήμα της μεταλλικής κατασκευής που οι Ενάγοντες ανέλαβαν να αποσυναρμολογήσουν, που ήταν στερεωμένο σε ξύλινο κιόσκι, υποχώρησε ολοκληρωτικά, αποτέλεσμα του οποίου, ήταν, οι Ενάγοντες, που την δεδομένη στιγμή, βρίσκονταν επί αυτού, να πέσουν στο έδαφος, από ύψος, περίπου τεσσάρων μέτρων και να τραυματιστούν, και το ότι, από αυτό το γεγονός, προκλήθηκε στους Ενάγοντες, πόνος, ταλαιπωρία και ζημιά. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, ότι, η πτώση των Εναγόντων, οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράλειψη των Εναγόντων να λάβουν όλα τα αναγκαία υπό τις περιστάσεις μέτρα και/ή προφυλάξεις για την ασφαλή εκτέλεση και/ή διεξαγωγή της εργασίας που τους ανατέθηκε, ώστε να μην εκθέσουν την ασφάλεια και την υγεία τους σε κίνδυνο, και/ή εν πάση περιπτώσει, η πτώση των Εναγόντων δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε αμέλεια και/ή παράλειψη της ιδίας και/ή των υπαλλήλων και/ή εκπροσώπων της. Σχετικές, ως προς τα προαναφερόμενα, λεπτομέρειες, δόθηκαν. vi. Βάσει των περιστάσεων της υπόθεσης αυτής, δεν τυγχάνει εφαρμογής, ισχυρίζεται, το δόγμα του res ipsa loquitur. Παράλληλα, ισχυρίζεται, ότι, οι Ενάγοντες, έθεσαν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε κίνδυνο, ώστε υπό τις περιστάσεις να τυγχάνει εφαρμογής, το δόγμα του volenti non fit injuria, ως υπεράσπιση. vii. Αρνείται, ότι, το ισχυριζόμενο περιστατικό και τα ισχυριζόμενα συνεπακόλουθα του, οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή στην παράβαση των νόμιμων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων της ιδίας και/ή της Εναγομένης 1, και/ή των υπαλλήλων τους και/ή των ατόμων που είχαν την εποπτεία και/ή έλεγχο της εργασίας των Εναγόντων, και/ή τα οποία ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένα από την Εναγομένη 2 και/ή την Εναγομένη 1. Καθώς επίσης αρνείται και τις σχετικές λεπτομέρειες που δόθηκαν από πλευράς Εναγόντων. Ισχυρίζεται ότι, το επίδικο περιστατικό και/ή η πτώση των Εναγόντων, οφείλεται στις ενέργειες και/ή παραλείψεις και/ή αμέλεια των Εναγόντων. Υπό την επιφύλαξη των προαναφερόμενων θέσεων της, ισχυρίζεται, ότι, ο χώρος στον οποίο οι Ενάγοντες εκτελούσαν την επίδικη εργασία, ήταν υπό τις περιστάσεις ασφαλής και/ή δεν εγκυμονούσε οποιοδήποτε κίνδυνο, και/ή εν πάση περιπτώσει, οι ενέργειες και/ή παραλείψεις των Εναγόντων, δεν ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογα προβλεπτές από πλευράς της. viii. Απορρίπτει τον ισχυρισμό των Εναγόντων, ότι, αυτή, ευθύνεται ως κάτοχος του Ξενοδοχείου, λόγω του ότι ο χώρος όπου επισυνέβη εκεί το ισχυριζόμενο περιστατικό, απεδείχθη ανασφαλής και/ή επικίνδυνος, εμμένοντας στον ισχυρισμό της, ότι, ουδέποτε ανατέθηκε και/ή δόθηκε στους Ενάγοντες εντολή από την ίδια και/ή υπάλληλο και/ή εκπρόσωπο της, για την εκτέλεση της υπό αναφορά εργασίας, ή άλλης εργασίας στο Ξενοδοχείο. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται, ότι, ο επίδικος χώρος και/ή κιόσκι, ήταν απόλυτα ασφαλής και/ή δεν ήταν επικίνδυνος. Στην περίπτωση όπου διαφανεί, εισηγείται, ότι, η πτώση των Εναγόντων οφείλεται σε κρυμμένο και/ή μη εμφανές ελάττωμα (latent defect) στο αναφερόμενο από τους Ενάγοντες κιόσκι, τότε αποκλειστική ευθύνη φέρει η Εναγομένη 1, ως ιδιοκτήτρια του επίδικου Ξενοδοχείου, και/ή αυτή, δεν γνώριζε και/ή δεν μπορούσε εύλογα υπό τις περιστάσεις να γνωρίζει για οποιαδήποτε αδυναμία και/ή μη εμφανές ελάττωμα στο ξύλινο αυτό κιόσκι. ix. Αρνείται, ότι, οι Ενάγοντες, είχαν, λόγω του περιστατικού, διακομιστεί κατευθείαν σε τοπική ιδιωτική πολυκλινική, όπου διαπιστώθηκαν τα τραύματα τους και έτυχαν θεραπείας. Οι Ενάγοντες, ουδεμία κάκωση υπέστηκαν, και/ή εν πάση περιπτώσει, δεν υπέστηκαν τις σωματικές βλάβες, ως οι λεπτομέρειες που παρείχαν για αυτές, οι οποίες είναι υπερβολικές, διογκωμένες και/ή εν πάση περιπτώσει, δεν οφείλονται στο επίδικο ατύχημα. x. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 1, ότι, λόγω του τραυματισμού του, απείχε από την εργασία του, για περίοδο, τουλάχιστον, ενός μηνός, ισχυρίζεται, ότι, η ισχυριζόμενη αυτή αναρρωτική άδεια, δεν ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία, και/ή εύλογη, και/ή δικαιολογημένη. Σε ότι αφορά τον Ενάγοντα 2, στην περίπτωση που διαφανεί ότι αυτός υπέστη τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται, θέση της είναι, ότι, αυτός, αποθεραπεύτηκε πλήρως και/ή ότι η αποθεραπεία του ήταν ικανοποιητική και/ή εν πάση περιπτώσει, ότι, ο Ενάγοντας 2, δεν υποφέρει από τα ισχυριζόμενα κατάλοιπα. Αλλά, ακόμη και εάν διαφανεί ότι ο Ενάγοντας 2, υποφέρει από οποιαδήποτε από τα ισχυριζόμενα μόνιμα κατάλοιπα, αυτά δεν οφείλονται και/ή δεν είναι αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος, αλλά οφείλονται σε προϋπάρχουσα και/ή άσχετη με το ατύχημα κατάσταση και/ή στην παράλειψη και/ή αμέλεια του Ενάγοντα 2 να ακολουθήσει τις συστάσεις και/ή οδηγίες του θεράποντα ιατρού του, και/ή να ακολουθήσει τις αναγκαίες για την αποκατάσταση του θεραπείες. xi. Σε ότι αφορά την περίπτωση του Ενάγοντα 1, αρνείται ότι, αυτός, λόγω του τραυματισμού του, απείχε από την εργασία του, για περίοδο, τουλάχιστον, ενός μηνός, λόγω ανικανότητας του να εργαστεί. Η περίοδος ενός μηνός, δεν ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία και/ή εύλογη και/ή δικαιολογημένη. Σε ότι δε αφορά την περίπτωση του Ενάγοντα 2, ισχυρίζεται ότι, μετά πάροδο τεσσάρων μηνών, από την ημερομηνία του επίδικου περιστατικού, αυτός ήταν και κατέστη ικανός να επιστρέψει στην εργασία του και/ή να ασκήσει το επάγγελμα του. Η ικανότητα του Ενάγοντα 2, αποκαταστάθηκε πλήρως, και/ή σε βαθμό, που, δεν επηρεάστηκε, με οποιοδήποτε τρόπο, η, προ του ατυχήματος, εισοδηματική του ικανότητα. Υπό την επιφύλαξη των προαναφερόμενων, ισχυρίζεται, ότι, ο Ενάγοντας 2, παρέλειψε και/ή αμέλησε να λάβει όλα τα αναγκαία διαβήματα και/ή ενέργειες και/ή θεραπείες για την έγκαιρη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις αποκατάσταση του, και/ή για περιορισμό της ζημιάς του. Απορρίπτει, πρόσθετα, τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 2, ότι, από την ημερομηνία του ισχυριζόμενου περιστατικού, αυτός εξαρτάται, και αναμένεται τέτοια να είναι η κατάσταση και στο μέλλον, από την περίθαλψη και βοήθεια τρίτων και δη της συζύγου του, ισχυριζόμενη, ότι, αυτός, είναι υπό τις περιστάσεις μη αναγκαίος, αδικαιολόγητος και/ή εν πάση περιπτώσει, δεν οφείλεται σε τραυματισμό που υπέστη ο Ενάγοντας 2 συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Ίδια θέση λαμβάνει και σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 2, ότι, συνεπεία των τραυματισμών του από το επίδικο ατύχημα, αυτός, θα παρουσιάσει μετατραυματική σπονδυλαρθρίτιδα, και/ή ότι θα είναι αναγκαίο να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Η ισχυριζόμενη χειρουργική επέμβαση είναι υπό τις περιστάσεις αχρείαστη και/ή αδικαιολόγητη και/ή εν πάση περιπτώσει η οποιαδήποτε τυχόν αναγκαιότητα διαφανεί ότι υπάρχει, αυτή δεν οφείλεται σε τραυματισμό του Ενάγοντα 2 που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, αλλά οφείλεται σε προϋπάρχουσα κατάσταση και/ή στην αμέλεια και/ή παράλειψη του Ενάγοντα 2 να ακολουθήσει την αναγκαία υπό τις περιστάσεις θεραπεία αποκατάστασης και/ή αποθεραπείας του. xii. Αρνείται τις ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές των Εναγόντων, ως υπερβολικές, διογκωμένες και/ή αδικαιολόγητες. [Η]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 12. Είναι γεγονός, που προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ότι, και οι δύο, υπό κρίση, Αγωγές, είχαν αρχικά καταχωρηθεί εναντίον της Εναγομένης 1. Σχετικά, γενικά οπισθογραφημένα κλητήρια εντάλματα, είχαν εκδοθεί και σφραγιστεί με την καταχώριση τους από τους Ενάγοντες, την 18/11/2010. Ακολούθως, και αφού η Εναγομένη 1 είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην διαδικασία των υπό αναφορά Αγωγών, μέσω δικηγόρου, την 22/12/2010, ακολούθησε αίτημα των Εναγόντων, για προσθήκη της Εναγομένης 2, ως διαδίκου στις Αγωγές και για ανάλογη τροποποίηση των ήδη εκδοθέντων κλητήριων ενταλμάτων. Είχαν υποβληθεί, από κάθε ένα εκ των Εναγόντων, - έκαστος στα πλαίσια της δικής του Αγωγής -, πανομοιότυπα αιτήματα, την 17/05/2011, με, σχεδόν το ίδιο, υπόβαθρο γεγονότων, στο οποίο ορκίζονται. Παραθέτω αυτούσια περικοπή από τις εν λόγω ένορκες δηλώσεις τους, γιατί, ως θα διαφανεί και στην συνέχεια της απόφασης μου, τα γεγονότα αυτά έχουν την σημασία τους, τόσο σε ότι αφορά την αξιοπιστία της μαρτυρίας τους, - που εδώ εξετάζεται -, αλλά και στο ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας, εν όψει κατάληξης. 13. Αναφέρουν, λοιπόν, οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις των Εναγόντων 1 και 2, αντίστοιχα, ημερομηνίας 17/05/2011, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (- αναφορά γίνεται στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1, η Αγωγή του οποίου είναι και η οδηγός, τα αναφερόμενα της οποίας, ως έχω προαναφέρει, είναι, με ελάχιστες επουσιώδη διαφορές, τα ίδια με την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 2 -): «3. Περί τον Απρίλιο 2010, ανατέθηκε σε εμένα και τον Λευτέρη Ανδρέου από το ξενοδοχείο «ILIADA HOTEL» (ή «ILIADA BEACH HOTEL») η αφαίρεση και αποσυναρμολόγηση σιδηροκατασκευής από την πρόσοψη του εστιατορίου του εν λόγω ξενοδοχείου ιδιοκτήτρια του οποίου, είναι η Εναγομένη. 4. Η εν λόγω εργασία θα διεξαγόταν από εμένα και τον Λευτέρη Ανδρέου υπό τον έλεγχο και εποπτεία των υπαλλήλων του πιο πάνω αναφερόμενου ξενοδοχείου οι οποίοι και διαβεβαίωσαν και παρέστησαν σε εμένα και στον Λευτέρη Ανδρέου, ότι η εν λόγω εργασία ήταν πλήρως ασφαλισμένη και ότι έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα και απαραίτητες προφυλάξεις εμού και του Λευτέρη Ανδρέου. 5. Κατά την 27/04/2010 ενώ εγώ και ο Λευτέρης Ανδρέου εκτελούσαμε την εν λόγω εργασία για την αφαίρεση και αποσυναρμολόγηση της μεταλλικής κατασκευής, τμήμα της οποίας ήταν στερεωμένο σε ξύλινο κιόσκι, το ξύλινο κιόσκι υποχώρησε ολοκληρωτικά και πέσαμε στο έδαφος από ύψος περίπου τεσσάρων μέτρων με αποτέλεσμα να υποστώ τραύματα, ζημιές, βλάβες, ταλαιπωρία, απώλεια εισοδημάτων και έξοδα. 6. Λόγω των πιο πάνω έδωσα οδηγίες στους δικηγόρους μου να καταχωρήσουν την πιο πάνω . αγωγή εναντίον της εναγομένης η οποία όπως προανέφερα είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου «ILIADA HOTEL» (ή «ILIADA BEACH HOTEL»). 7. Εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, ο δικηγόρος της Εναγομένης, κ. Αντώνης Κεφάλας, καταχώρισε εμφάνιση την 22/12/2010. Σε επαφή των δικηγόρων μου με τον δικηγόρο της Εναγομένης που ακολούθησε, ο τελευταίος τους ενημέρωσε ότι τον έλεγχο και διαχείριση του πιο πάνω αναφερόμενου ξενοδοχείου έχει η εταιρεία A. TSOKKOS HOTELS PUBLIC LTD, η οποία αποφάσισε και τις εργασίες που αναφέρω στην παράγραφο 3 της παρούσας ένορκης μου δήλωσης, γεγονός το οποίο ενδεχομένως να εγερθεί στην Υπεράσπιση της Εναγομένης». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 14. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι, οι Ενάγοντες, γνώση για το ισχυριζόμενο γεγονός, ότι, η Εναγομένη 2, είχε κατοχή, έλεγχο και διαχείριση του Ξενοδοχείου, έλαβε από την Εναγομένη 1 και δη τον δικηγόρο της, κ. Αντώνη Κεφάλα, ο οποίος, ως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα[1], ήταν σε κάθε ουσιώδη, - με τα επίδικα γεγονότα αυτών των Αγωγών -, χρόνο, αξιωματούχος και μέτοχος της Εναγομένης 1. 15. Παρά το γεγονός αυτό, κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Ενάγοντες, επιχείρησαν να προωθήσουν, μίαν εντελώς διαφορετική και ασύμβατη με την προαναφερόμενη δήλωση τους, εκδοχή. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας 1, εξεταζόμενος, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, ότι, είχε δεχθεί την ανάθεση της εργασίας από κάποιο κ. Χρίστο Χατζηαντωνίου, ο οποίος του είχε παραστήσει ότι είχε προς τούτο οδηγίες από την Εναγομένη 2[2]. Μάλιστα, είχε ισχυριστεί, ότι, οι Ενάγοντες, είχαν κατά τον ίδιο τρόπο ανάθεσης, δηλαδή, μέσω του εν λόγω προσώπου, εκτελέσει διάφορες εργασίες σε ξενοδοχεία που διαχειριζόταν η Εναγομένη 2 και σε προγενέστερο, του επίδικου ατυχήματος, χρόνο[3]. Θέση, σε ότι αφορά αυτό το ισχυριζόμενο γεγονός, που διατήρησε και κατά την αντεξέταση του. Διευκρινίζοντας, ότι, ο ίδιος, δεν γνωρίζει κατά πόσο ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, ήταν ή δεν ήταν υπάλληλος της Εναγομένης 2, επέμεινε ότι, τέτοια ήταν η παράσταση που του είχε γίνει από το εν λόγω πρόσωπο. Πρόσθεσε μάλιστα, ότι, οι Ενάγοντες, είχαν γνώση για κάποια ξενοδοχεία «που ενοικίαζε ο Τσόκκος» και ότι, το Ξενοδοχείο, εξωτερικά του, είχε επιγραφή με την επωνυμία «Tsokkos Hotels». Αυτή η θέση, αποτέλεσε το επίκεντρο των ισχυρισμών του μάλιστα, αφού αντεξεταζόμενος, ο Ενάγοντας 1, επέκτεινε τους ισχυρισμούς του, αναφερόμενος σε άλλα πρόσωπα «επιστάτες του Τσόκκου», που επέβλεπαν τις κατά καιρούς εργασίες τους στα ξενοδοχεία που διαχειριζόταν η Εναγομένη 2, και ότι, σε ότι αφορούσε το επίδικο συμβάν, τις σκαλωσιές, που ισχυρίστηκε ότι είχαν στηθεί για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας, είχαν στηθεί από «υπαλλήλους της Εναγομένης 2». 16. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα 1, που σχετίζονται άμεσα με το επίδικο, ως προκύπτει, ζήτημα, του αγώγιμου του δικαιώματος των Εναγόντων, εναντίον της Εναγομένης 2, πλήττουν αρνητικά και ουσιαστικά την αξιοπιστία του. Εδώ, θα ήθελα να σημειώσω και το εξής για πιστεύω σχετίζεται άμεσα με τα όσα έχουν προαναφερθεί. 17. Ναι μεν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.9, κ. 7[iii] των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι αποδεκτή η συνένωση πέραν του ενός προσώπου, ως εναγομένων σε μία αγωγή, όταν ο ενάγοντας, έχει αμφιβολία, αναφορικά με το ποιο ακριβώς πρόσωπο είναι υπεύθυνο να του παράσχει θεραπεία, ώστε κατά την ακροαματική διαδικασία, το ζήτημα της ευθύνης, να ξεκαθαριστεί. Αυτή όμως η επιλογή, ή αλλιώς, δικονομική ανάγκη, δεν είναι σε καμία περίπτωση ασύνδετη από την μαρτυρία που αυτός ο ενάγοντας θα παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία[4]. Και εξηγώ. 18. Κατά την άποψη μου, όπου, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων μίας υπόθεσης, ακολουθείται αυτή η δικονομική οδός από ένα ενάγοντα, αναμένεται ότι, αυτός, εν συνεχεία, κατά την ακροαματική διαδικασία, θα την υποστηρίξει και με την ανάλογη μαρτυρία. Το θέμα, τότε, θα αφεθεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, βάσει της μαρτυρίας ή και τις θέσεις που πιθανόν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και από πλευράς εναγομένων[iv]. Εδώ, οι Ενάγοντες, ενώ αρχικά είχαν κινηθεί εναντίον της Εναγομένης 1, φαίνεται, - ενόψει των όσων είχαν πληροφορηθεί από την Εναγομένη 1 και δη, τον κ. Αντώνη Κεφάλα -, έχοντας αμφιβολία, κατά πόσο, δικαίωμα σε θεραπεία, είχαν μόνο εναντίον της Εναγομένης 1, κινήθηκαν συνενώνοντας ως διάδικο και την Εναγομένη 2. Αυτό όμως το υπόβαθρο γεγονότων, από το οποίο οι Ενάγοντες ωθήθηκαν να κινηθούν εναντίον και της Εναγομένης 2, είναι ακριβώς αντίθετο από το υπόβαθρο γεγονότων που προωθήθηκε από τον Ενάγοντα 1[5] κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτή η σιγουριά που διακατείχε τον Ενάγοντα 1 κατά την μαρτυρία του, σε ότι αφορά τα της εμπλοκής και ευθύνης της Εναγομένης 2 σε αυτή την υπόθεση και τις σχετικές, εν προκειμένω, παραστάσεις του εν λόγω κ. Χρίστου Χατζηαντωνίου προς αυτόν, σίγουρα, δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι, η Εναγομένη 2, συνενώθηκε ως διάδικος σε αυτές τις Αγωγές, υπό τις περιστάσεις που συνενώθηκε, ως αυτές έχουν προαναφερθεί. Αν τέτοια ήταν η περίπτωση (ως οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα 1), το πιο πιθανό[6] και λογικό θα ήταν, αυτές οι Αγωγές, να είχαν, εξ υπαρχής, κινηθεί εναντίον της Εναγομένης 2 και όχι αυτή να εισαχθεί ως διάδικος, κατά τον τρόπο που δικονομικά συνενώθηκε και έχοντας ως βάση τα όσα γεγονότα προαναφέρθηκαν. 19. Προβληματίστηκα ιδιαίτερα, κατά πόσο το σημείο αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1[7], είναι τέτοιας σημασίας που, από μόνο του, θα μπορούσε να κρίνει την αξιοπιστία του. Εν όψει και του ότι, οι εν λόγοι ισχυρισμοί στην προαναφερόμενη ένορκο δήλωση προς τροποποίηση της Αγωγής, είχε γίνει σε στάδιο, προγενέστερο της εισαγωγής της Έκθεσης Απαίτησης του, ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταλήγω πως ναι, καθότι, βλέποντας την υπόθεση συνολικά και δη, τα εγειρόμενα με αυτές τις Αγωγές ζητήματα, - ένα από τα οποία είναι, κατά πόσο ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, ενεργούσε υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2, η οποία, ως εντολέας / κύριος του, υπείχε ευθύνης επιμέλειας έναντι των Εναγόντων -, αυτός ο ισχυρισμός των Εναγόντων, περί τα γεγονότα, βρίσκεται στην καρδιά του ζητήματος και ελέγχει, χωρίς άλλο, την αξιοπιστία των θέσεων τους. 20. Ένα έτερο ζήτημα, που επίσης αναφύεται μέσα από αυτό τον ισχυρισμό των Εναγόντων, το οποίο και έλαβα υπόψη, είναι κατά πόσο μπορεί μία μητρική εταιρεία (στην προκείμενη περίπτωση η Εναγομένη 2) να καταστεί υπεύθυνη (χωρίς πραγματικά να είναι) για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των θυγατρικών της εταιρειών (στην προκείμενη περίπτωση της Zebalos Enterprises Ltd) και δη, ποια τα κίνητρα και εσωτερικά ελατήρια ενός ενάγοντα να κινηθεί εναντίον της μητρικής, αντί της θυγατρικής, αυτής, εταιρείας, βασιζόμενος στο δόγμα της πληρεξουσιότητας / αντιπροσώπευσης, την νομική πτυχή του οποίου αναλύω στην συνέχεια. Κίνητρα οικονομικά, συνήθως φερεγγυότητας, ή καλύτερα, αφερεγγυότητας της θυγατρικής εταιρείας έρχονται στο προσκήνιο και επενεργούν εσωτερικά, οδηγώντας ένα διάδικο να επιδιώξει την αποκατάσταση του, ή την ανάκτηση θεραπείας, εναντίον μίας, οικονομικά, πιθανότερο πιο εύρωστης μητρικής εταιρείας, παρά της θυγατρικής της. Αναφέρω αυτά, χωρίς να προβαίνω σε εύρημα ότι τέτοια ήταν τα ελατήρια των Εναγόντων σε αυτές τις Αγωγές εγείροντας τις και εναντίον της Εναγομένης 2 - τέτοια μαρτυρία δεν έχω ενώπιον μου -, αλλά για να καταδείξω, γιατί αυτή η ασυνέπεια των ισχυρισμών τους, έχει ουσιαστική σημασία και καθιστά ακροασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία τους για να εξάξει τα συμπεράσματα του. Ειδικότερα, έχοντας υπόψη και τα εξής γεγονότα: (
  2. i)ότι, ως διαφαίνεται και από την μαρτυρία του ΜΥ1, λειτουργού του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, υπήρχε ο τρόπος, οι Ενάγοντες, με εύλογη έρευνα και δη, αποτεινόμενοι προς τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, να ελάμβαναν γνώση[8] ποιος είχε την κατοχή και διαχείριση του Ξενοδοχείου κατά τον ουσιώδη χρόνο, και (
  3. ii)ότι, ήταν γνωστή στους Ενάγοντες, η θέση της Εναγομένης 2 - ως προβλήθηκε μέσα από το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης της -, ότι, η επίδικη εργασία στο Ξενοδοχείο είχε ανατεθεί στους Ενάγοντες «από τρίτο πρόσωπο και/ή άλλη εταιρεία», και αυτοί, δεν είχαν επιδιώξει[9] να εξασφαλίσουν λεπτομέρειες ή και αποκάλυψη αναφορικά με αυτό τον ισχυρισμό της, που επιβαλλόταν, κατά την άποψη μου, λόγω αυτής της δικονομικής και ουσιαστικής, ως προέκυψε, ιδιαιτερότητας της υπόθεσης τους. β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 2 21. Οι ίδιες αντιφάσεις, ως προαναφέρθηκαν σε σχέση με την μαρτυρία του Ενάγοντα 1, παρατηρούνται και στην μαρτυρία του Ενάγοντα 2, που καθιστούν και την δική του μαρτυρία, αναξιόπιστη. Δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αρκούν μόνο, κατά την άποψη μου, κάποιες επιπρόσθετες επισημάνσεις. 22. Ο Ενάγοντας 2, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του είχε προβάλει τον ισχυρισμό, ότι, η ανάθεση της επίδικης εργασίας, τους είχε γίνει από την Εναγομένη 2, μέσω του κ. Χρίστου Χατζηαντωνίου, γεγονός για το οποίο είχε πληροφορηθεί από τον υιό του, Ενάγοντα 1, που είχε την ισχυριζόμενη επικοινωνία με το εν λόγω πρόσωπο, αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι, σχετική παράσταση, είχε γίνει από το εν λόγω πρόσωπο και στον ίδιο προσωπικά. Μάλιστα, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του, φαίνεται να υποστήριζε ότι, όλα όσα είχαν, κατ' ισχυρισμών των Εναγόντων, διαδραματιστεί και αφορούσαν την ανάθεση της εργασίας στους Ενάγοντες από την Εναγομένη 2, είχαν γίνει μέσω του Ενάγοντα 1, ο οποίος, είχε όλες τις σχετικές επικοινωνίες με τον εν λόγω κ. Χρίστο Χατζηαντωνίου μέχρι και την ημερομηνία του επίδικου περιστατικού, με τον οποίο ήταν γνωστοί από παλαιότερα, αντεξαταζόμενος, ο Ενάγοντας 2, ισχυρίστηκε γεγονότα που δεν συνάδουν με την προαναφερόμενη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε δηλαδή, ότι, τον εν λόγω κ. Χρίστο Χατζηαντωνίου τον γνωρίζει προσωπικά, ότι, αυτός, του είχε προβεί προσωπικά σε παράσταση ότι ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης 2 και ότι η Εναγομένη 2 διαχειριζόταν το Ξενοδοχείο και μάλιστα ότι, είχε ο ίδιος επισκεφτεί το εν λόγω πρόσωπο στα γραφεία της Εναγομένης 2 πριν το ατύχημα. 23. Η αναξιοπιστία των θέσεων του Ενάγοντα 2, ελέγχεται και από το γεγονός, ότι, αυτός, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΥ4, της επιθεωρητού των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από το έτος 2003, κατόπιν αιτήματος του, λαμβάνει σύνταξη από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έχοντας κριθεί κατά το 75% ανίκανος για εργασία[10]. Γεγονός, που, δεν συνάδει και ανατρέπει τον ισχυρισμό του, ότι, ένεκα του επίδικου συμβάντος έχει καταστεί ανίκανος στην εξάσκηση του επαγγέλματος του και δη, την οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία, καθώς επίσης και τον ισχυρισμό του ότι, πριν την 27/04/2010 ήταν ένα εύρωστο και υγειές άτομο[11]. Εδώ, πρέπει να σημειώσω ότι, δεν συμφωνώ με την εισήγηση του Ενάγοντα 2, ότι, η μαρτυρία της ΜΥ4, ως έχει προαναφερθεί, πρέπει να αποκλειστεί επειδή τα αναφερόμενα από αυτήν γεγονότα είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων της Εναγομένης 2, που παρουσίασε αυτήν, κατόπιν κλήσης της στο Δικαστήριο, ως μάρτυρα. Αρχική παρατήρηση μου, είναι, ότι, η μαρτυρία της ΜΥ4 δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Ενάγοντα 2, αφού αυτή δεν αντεξετάστηκε από πλευράς του, καθόλου. Τα δε αναφερόμενα από την μάρτυρα αυτή γεγονότα, που, ως διαφαίνεται και στην συνέχεια της απόφασης μου, την μαρτυρία της, την αποδέχομαι ως αξιόπιστη, συνάδουν απόλυτα με την θέση της Εναγομένης 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης της, ότι, η κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα 2 δεν οφείλεται στο επίδικο συμβάν, αλλά σε προϋπάρχουσα, αυτού, κατάσταση[12]. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία αυτή της ΜΥ4, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα αυτής της υπόθεσης, που είναι και το ουσιαστικότερο στοιχείο για την παραδεκτότητα της. Σε συνέχεια των προαναφερομένων, σημειώνω περαιτέρω, ότι, η συνήγορος της Εναγομένης 2, αντεξετάζοντας τον Ενάγοντα 2, είχε υποβάλει σε αυτόν την προαναφερόμενη δικογραφημένη θέση της Εναγομένης 2, ώστε αυτός, να είχε την ευκαιρία να δώσει την δική του εκδοχή ως προς αυτήν. Στην οποία μάλιστα τοποθετήθηκε, αρνούμενος την. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παραπονείται ο Ενάγοντας 2 ότι δεν είχε την ευκαιρία να αντικρούσει αυτή την θέση. Με την σχετική υποβολή της θέσης αυτής της Εναγομένης 2 στον Ενάγοντα 2 κατά την αντεξέταση του, έστω και γενικά, το δικογραφημένο αυτό ζήτημα κατέστη επίδικο και ο σχετικός ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 περί του εν λόγω γεγονότος, κανονικά απεδείχθη εν συνεχεία, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της, με την μαρτυρία της ΜΥ4[v]. Άλλωστε, η μαρτυρία αυτή της ΜΥ4, είναι η πιο ανεξάρτητη μαρτυρία που θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να παρουσιαστεί, μέσα από την οποία, ο Ενάγοντας 2, θα μπορούσε, αντεξετάζοντας την, να αντλήσει και τα όποια τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να δώσουν και την όποια απάντηση ή αναγκαία διευκρίνηση στο γεγονός που η ΜΥ4 κλήθηκε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγομένης 2, προς όφελος του. Παρά τούτο, ο Ενάγοντας 2, επέλεξε να μην αντεξετάσει ή διερευνήσει, κατά τον οποιοδήποτε τρόπο, την μαρτυρία της. γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας των Δρ. Χρίστου Φιλίππου, ΜΕ και Δρ. Μιχάλη Πηλαβάκη, ΜΥ3 24. Ο ΜΥ3, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Ο μάρτυρας αυτός, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές. Δικαιολογούσε από επιστημονικής άποψης όλες τις απαντήσεις του και ως εκ τούτου, βρίσκω πως, στο Δικαστήριο, παρουσίασε την πραγματική εικόνα γύρω από την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα. Σταθερό οδηγό για την εξέταση της μαρτυρίας του ΜΥ3 (όπως και της μαρτυρίας του ΜΕ), αποτέλεσαν τα αποτελέσματα εξέτασης του Ενάγοντα 1 από μαγνητικό τομογράφο και οι ακτινολογικές εξετάσεις του, Τεκμήρια ΦΧ1, ΦΧ2 και ΦΧ3, που ο ίδιος ο Ενάγοντας 2 παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του. Ο ΜΥ3, παραπέμποντας τόσο στα αποτελέσματα εξέτασης του Ενάγοντα 1 από μαγνητικό τομογράφο, Τεκμήριο ΦΧ1, που διενεργήθηκε την ίδια ημέρα που επισυνέβη το επίδικο συμβάν, όσο και στην ακτινογραφία, Τεκμήριο ΦΧ2, στην οποία προέβη ο Ενάγοντας 2 σε σχέση με την σπονδυλική του στήλη το έτος 2014, υποστήριξε ότι, το κάταγμα που υπέστη ο Ενάγοντας 2, είναι απλό εκ κάμψεως του πρόσθιου μέρους του σπονδυλικού σώματος (του 7ου θωρακικού), το οποίο χαρακτηρίζεται σταθερό και χωρίς νευρολογικά αντικειμενικά ευρήματα. Αυτό, προκάλεσε μικρή, έως και 20%, μείωση του ύψους της πρόσθιας επιφάνειας του εν λόγω σπονδυλικού σώματος, χωρίς όμως να προκαλέσει διαταραχή της μηχανικής σταθερότητας της σπονδυλικής στήλης. Το εν λόγω τραύμα, υποστήριξε, δεν είχε αυτή την επίπτωση, - δηλαδή, την διαταραχή της μηχανικής σταθερότητας της σπονδυλικής στήλης - καθότι, δεν διατάραξε τα οπίσθια στοιχεία της σπονδυλικής στήλης, όπως το οστικό κανάλι και τις αποφυσιακές αρθρώσεις. Από αυτό, δεν αναμένεται να αναπτυχθούν τοπικά μετατραυματικές σπονδυλοαρθιτικές αλλοιώσεις, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από την ακτινογραφία, Τεκμήριο ΦΧ2. Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού, ο ΜΥ3, με παρέπεμψε στο σύγγραμμα Fracture and Joint Injuries των Watson-Jones, 5η έκδοση και δη στην σελίδα 803, όπου τα εκεί αναφερόμενα τεκμηριώνουν και ενισχύουν την μαρτυρία του. Εκεί, με παραπομπή στην εικόνα 24.8, που πρέπει να σημειωθεί ότι απεικονίζει αλλοίωση σπονδυλικού σώματος σπονδυλικής στήλης, ως αυτή του Ενάγοντα 2 που παρουσιάζει, ως βρίσκω, το Τεκμήριο ΦΧ1, κάτω από τον τίτλο «Flexion Injuries», αναφέρεται: «These occur most commonly as the result of forced flexion of the spine when the individual is least prepared for it or least able to resist it. If the posterior ligament complex remains intact then the violence is expended on the vertebral bodies so that one or more vertebral bodies are forced into their own substance, producing a wedge-like deformity of the anterior halves. The anterior vertical depth is reduced by up to a half but the posterior vertical depth remains unchanged. This type of fracture can occur in any region below C2. It is particularly common in the thoracic spine. In normal persons it is caused by a force which must be considerable. In osteoporosis it is common fracture and is produced by very little force. Since the articular processes and posterior ligaments are intact the injury is stable. Further displacement will not occur unless the spine is subjected to greater violence than that which caused the fracture». 25. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί, ότι, και ο ΜΕ, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι η πτώση του Ενάγοντα 2 προκάλεσε μείωση του ύψους της επιφάνειας του 7ου θωρακικού σπονδυλικού σώματος, δίδοντας του μία σφηνοειδή μορφή. Η δική του όμως, διαφορετική εν προκειμένω, ως εντοπίζω, θέση, ήταν ότι, η μείωση της επιφάνειας του εν λόγω θωρακικού σώματος, δεν αφορά μόνο την πρόσθια επιφάνεια του, αλλά και το οπίσθιο κάθετο βάθος αυτής, το οποίο δεν παρέμεινε αμετάβλητο, αλλά και σε αυτό προκλήθηκε σφηνοειδής παραμόρφωση. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν ο επηρεασμός της μηχανικής των σπονδυλικών αρθρώσεων («facet joints») (άνω και κάτω του επηρεασμένου θωρακικού σπονδύλου), συνεπεία του οποίου είναι η δημιουργία τοπικά φλεγμονής και πόνου. Ο οργανισμός του Ενάγοντα 2, υποστηρίζει, δρώντας αμυντικά, μεταφέρει άλατα ασβεστίου ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, γεγονός που δυσχεραίνει περισσότερο την κατάσταση, αφού αυτό έχει, ως αποτέλεσμα, την δημιουργία μετατραυματικής αρθρίτιδας από την συσσώρευση των αλάτων ασβεστίου. Η φλεγμονή που δημιουργείται, έχει ως αποτέλεσμα την σύσπαση μυών άνωθεν και κάτωθεν του κατάγματος και τον περιορισμό της κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης. Η κατάσταση αυτή, είναι, πλέον μόνιμη και με την πάροδο του χρόνου μπορεί μόνο να χειροτερέψει. Θα αναγκάσει, δε, τον Ενάγοντα 2, να υποβάλλεται σε διάφορες θεραπείες για να ανακουφιστεί, όπως π. χ. με την λήψη ειδικών φαρμάκων. Η δημιουργία μετατραυματικής αρθρίτιδας από την συσσώρευση των αλάτων ασβεστίου στον Ενάγοντα 2 είναι ήδη γεγονός, ως υποστήριξε, και έχει δημιουργήσει παραμόρφωση της, δηλαδή σκολίωση. Παρέπεμψε προς τούτου στο Τεκμήριο ΦΧ2. 26. Δεν θα αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΕ, γιατί κρίνω ακροασφαλές να βασιστώ σε αυτή. Κατ' αρχήν, δεν διαπιστώνω το εύρημα του ΜΕ περί μείωσης, τόσο της πρόσθιας, όσο και της οπίσθιας επιφάνειας του 7ου θωρακικού σώματος της σπονδυλικής στήλης του Ενάγοντα, στα Τεκμήρια ΦΧ1 και ΦΧ2. Βρίσκω, βάσει του τι και ο ίδιος μπορώ να διακρίνω από τα τεκμήρια αυτά, ότι, δεν φαίνεται να παρουσιάζεται μείωση του οπίσθιου μέρους της επιφάνειας του εν λόγω σπονδυλικού σώματος, ή διαταραχή των οπίσθιων στοιχείων της σπονδυλικής στήλης, υιοθετώντας, ως εκ τούτου, την μαρτυρία του ΜΥ3, η οποία έχει τεκμηριωθεί και υποστηριχθεί και από τα αναφερόμενα του προαναφερόμενου συγγράμματος. Επίσης, δεν βρίσκω πως δικαιολογείται ή συνδέεται με τον τραυματισμό της σπονδυλικής στήλης του Ενάγοντα 2, ως τον παρουσίασε στο Δικαστήριο ο ΜΕ, με την σκολίωση της που ισχυρίστηκε ότι εντοπίζει. Όπως ο ίδιος ο ΜΕ την επεξήγησε, ως ιατρική κατάσταση, δεν βρίσκω πως μπορεί να συνδέεται με το τραυματισμό του Ενάγοντα 2. Εν προκειμένω, βρίσκω την εισήγηση του ΜΥ3 πιο λογική, ότι δεν συνδέεται με το επίδικο συμβάν. 27. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ3 στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. Ταυτόχρονα, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ, την οποία απορρίπτω για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί. δ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Μόδεστου Οικονόμου, ΜΥ1 28. Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΥ1, καταλήγω, ότι, αυτή, ήταν σαφής και θετική. Η μαρτυρία του, περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, μπορούσε να γνωρίζει σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα. Βασίστηκε σε γεγονότα για τα οποία είχε ιδία γνώση και από πληροφόρηση που ο ίδιος άντλησε από το σχετικό αρχείο του οργανισμού. Ας σημειωθεί επίσης εδώ, ότι η μαρτυρία του, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγόντων - ουσιαστικά, είχαν υποβληθεί σε αυτόν ερωτήσεις διευκρινιστικές, που περισσότερο αποσκοπούσαν στην παρουσίαση μαρτυρίας προς όφελος των Εναγόντων - και παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. ε. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Αναστασίας Τσόκκου, ΜΥ2 29. Αξιολογώντας την μαρτυρία της ΜΥ2, καταλήγω, ότι, αυτή, ήταν σαφής και θετική. Τα όσα από πλευράς γεγονότων υποστήριξε στο Δικαστήριο, δεν ανατράπηκαν από οποιαδήποτε αντίφαση που να προέκυψε στην μαρτυρία της, κατά την αντεξέταση της. Η ΜΥ2, εξ αρχής και σταθερά, καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας της, ήταν σταθερή στον ισχυρισμό της, ότι, η Εναγομένη 2, δεν είχε εμπλοκή με την ανάθεση της επίδικης εργασίας στους Ενάγοντες, επειδή: (
  4. i)ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου περιστατικού, υπάλληλος της Εναγομένης 2, αλλά της εταιρείας Α. Tsokkos Developers Ltd, και (
  5. ii)γιατί υπεύθυνη για την λειτουργία και διαχείριση του Ξενοδοχείου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η εταιρεία Zebalos Enterprises Ltd. Παράλληλα επεξήγησε και πως ο όμιλος εταιρειών «Τσόκκος» λειτουργεί. Αυτή της η μαρτυρία, ενώ δεν έχει, ως έχω προαναφέρει ανατραπεί κατά τον οποιονδήποτε τρόπο από την αντεξέταση της, υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ4 και ΜΥ5 - την μαρτυρία των οποίων, ως καταλήγω σε αυτή την απόφαση μου, αποδέχομαι στην ολότητα της -, καθώς επίσης και από την έγγραφη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, τόσο από την ίδια την ΜΥ2, όσο και από τους προαναφερόμενους μάρτυρες ΜΥ1, ΜΥ4 και ΜΥ5. Σχετικά εν προκειμένω, είναι τα Τεκμήρια ΜΟ1, ΜΟ2, ΜΟ3, ΜΟ4, ΜΟ7, ΑΤ1, ΑΤ2, ΑΤ3,ΜΓ1, ΜΓ2, ΧΣ1 και ΧΣ2. ζ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Μαρίτσας Γερολέμου, ΜΥ4 30. Αξιολογώντας την μαρτυρία της ΜΥ4, καταλήγω, ότι, αυτή, ήταν σαφής και θετική. Η μαρτυρία της, περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία, λόγω της θέσης και των καθηκόντων της στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούσε να γνωρίζει σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα και βάσει γεγονότων που είχε ιδία γνώση και από πληροφόρηση που η ίδια άντλησε από το σχετικό αρχείο του τμήματος της. Ας σημειωθεί επίσης εδώ, ότι η μαρτυρία της, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγόντων και παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΥ4 στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. η. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Χρίστου Σταυρινίδη, ΜΥ5 31. Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΥ5, καταλήγω, ότι, αυτή, ήταν σαφής και θετική. Η μαρτυρία του, περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του στην Εναγόμενη 2, μπορούσε να γνωρίζει σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα και βάσει γεγονότων που είχε ιδία γνώση. Ας σημειωθεί επίσης εδώ, ότι, η μαρτυρία του, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγόντων - ουσιαστικά, είχαν υποβληθεί σε αυτόν ερωτήσεις, που περισσότερο αποσκοπούσαν στην διερεύνηση γεγονότων προς υποστήριξη θέσεων των Εναγόντων, στα οποία ο μάρτυρας δεν αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του - και παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ5 στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. [Θ]. ΕΥΡΗΜΑΤΑ 32. Τα ακόλουθα, αποτελούν τα βασικά ευρήματα μου ως προς τα επίδικα γεγονότα, που έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου (λαμβανομένων υπόψη και των παραδεκτών ή/και μη αμφισβητούμενων γεγονότων): i. Την 27/04/2010, οι Ενάγοντες, είχαν τραυματιστεί, κατά την διάρκεια εκτέλεσης εργασίας που είχε ανατεθεί, - κατόπιν συμφωνίας -, σε εταιρεία με την οποία σχετίζονται, από τον κάτοχο και διαχειριστή του Ξενοδοχείου. ii. Ο Ενάγοντας 1, υπέστη διάστρεμμα δεξιού καρπού και κάκωση δεξιού άκρου. Οίδημα και άλγος, προκάλεσαν στα δάκτυλα και στο χέρι του, περιορισμό κινήσεων. Έγινε επίδεση του χεριού του Ενάγοντα 1 και του χορηγήθηκαν αναλγητικά. Του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από τον θεράποντα ιατρό του, για περίοδο ενός μηνός, κατά την διάρκεια της οποίας αποθεραπεύτηκε πλήρως. iii. Ο Ενάγοντας 2, υπέστη ένα απλό εκ κάμψεως κάταγμα, του πρόσθιου μέρους του σπονδυλικού σώματος του 7ου θωρακικού σπονδύλου, που αν και προκάλεσε μικρή έως και 20% μείωση του ύψους της πρόσθιας επιφάνειας του, ήταν σταθερό χωρίς νευρολογικά ευρήματα ή διαταραχή της μηχανικής σταθερότητας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς μετατραυματικές σπονδυλοαρθρώσεις και χωρίς κατάλοιπα. Είχε παραμείνει για περίοδο έξι μηνών με αναρρωτική άδεια του θεράποντος ιατρού του. Αντιμετωπίστηκε αρχικά με την παραμονή του στο κρεβάτι και προοδευτικά με κινητοποίηση, λαμβάνοντας συγχρόνως αναλγητικά. Δεν διαταράχθηκε η εμβιομηχανική της σπονδυλικής στήλης του Ενάγοντα 2 και δεν κατέστη ανίκανος για χειρονακτική εργασία συνεπεία του επίδικου συμβάντος. Βαθμό περιοδικής ενόχλησης είναι δυνατό να έχει μέχρι και σήμερα, πιθανόν και στο μέλλον, σε σχέση με βαριές χειρονακτικές εργασίες που απαιτούν σκύψιμο και ανύψωση βαρέων αντικειμένων, ενόχληση όμως που μπορεί να αντιμετωπιστεί με την λήψη αναλγητικών φαρμάκων. Ο Ενάγοντας 2, είχε συνολικά €710 πραγματικά έξοδα, σχετιζόμενα με την προαναφερόμενη θεραπεία του και την υπόθεση αυτή, τα οποία υπέστη συνεπεία αυτού του δυστυχήματος. iv. Κατά την ημερομηνία του ατυχήματος, οι Ενάγοντες, είχαν εισόδημα από εργασία, όχι σταθερό, το οποίο όμως δεν διαπιστώνεται. v. Η συμφωνία για την εκτέλεση της εργασίας με τον κάτοχο και διαχειριστή του Ξενοδοχείου, έγινε μέσω κάποιου φυσικού προσώπου. Αυτό το φυσικό πρόσωπο, δεν προέβη, ρητά, σε παράσταση, κατά την ανάθεση της εργασίας, ότι ενεργούσε για την Εναγομένη 2. vi. Κάτοχος και διαχειριστής του Ξενοδοχείου, είναι η εταιρεία Zebalos Enterprises Ltd, η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης 2. vii. Ο κ. Χρίστος Χατζηανατωνίου, είναι εργοδοτούμενος της A. Tsokkos Developers Ltd, επίσης θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης 2. viii. Η Εναγομένη 2, δεν είχε καμία εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση. ix. Η Εναγομένη 1, επίσης δεν είχε καμία εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση. Είναι η ιδιοκτήτης του Ξενοδοχείου, η οποία όμως δεν κατέχει ή διαχειρίζεται αυτό και δη, δεν κατείχε το Ξενοδοχείο, κατά το έτος 2010 που επισυνέβη το ατύχημα. [Ι]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ α. Αμέλεια 33. Η αγωγή των Εναγόντων, έχει ως νομική βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η αμέλεια διέπεται από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (στο εξής καλούμενος «Κεφ. 148») που κωδικοποιεί, όχι όμως εξαντλητικά το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο βάσει του Άρθρου 29

(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 .
  1. Σύμφωνα με αυτό: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια».
  2. Το Άρθρο 51
(2)του Κεφ. 148, χωρίς να περιορίζει το αστικό αδίκημα της αμέλειας, εξειδικεύει ορισμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται υποχρέωση να μην επιδεικνύεται αμέλεια. 36. Ερμηνεία του Άρθρου 51 του Κεφ. 148, δόθηκε στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρος Μιχαήλ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 453, στην οποία αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "μέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας της οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 37. Σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις αμέλειας, στην υπόθεση Σοφοκλέους ν Καλογήρου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 369, 374, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρ. 5-22, το ζήτημα του βάρους απόδειξης τίθεται ως πιο κάτω: "Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας, ο οποίος ισχυρίζεται αμέλεια, να αποδείξει το κάθε ένα από τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος. Εναπόκειται επομένως στον ενάγοντα να δώσει μαρτυρία περί των γεγονότων επί των οποίων βασίζει την αξίωσή του για αποζημιώσεις. Η μαρτυρία του πρέπει να αποτελείται από γεγονότα είτε αποδειχθέντα ή αποδεκτά, και μετά την συμπλήρωση της εγείρονται δύο ζητήματα:
(1)Κατά πόσο με βάση εκείνη τη μαρτυρία μπορεί εύλογα να συναχθεί αμέλεια, και
(2)Κατά πόσο, υποθέτοντας ότι μπορεί εύλογα να συναχθεί, πράγματι συνάγεται αμέλεια"». 38. Τέλος στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν Λουκά,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 447, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι, ο ενάγων, θα πρέπει να αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντίδικου του και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται στον εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη.
  1. Η βασική υπεράσπιση που μπορεί να προβάλει ο εναγόμενος σε αγωγή αμέλειας, είναι ότι δεν υπείχε καθήκον επιμέλειας απέναντι στον ενάγοντα, ή ακόμη ότι εκπλήρωσε το καθήκον αυτό.
  2. Πέραν αυτών, το Άρθρο 56 του Κεφ. 148 καθορίζει δύο ειδικές υπερασπίσεις στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το παραθέτω αυτούσιο: «Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια- (α) τo ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς͘ ή (β) τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας».
  3. Το δε Άρθρο 57
(1)του Κεφ. 148 καθορίζει την αρχή της συντρέχουσας αμέλειας, η οποία, παρότι δεν αποτελεί υπεράσπιση, υπό την έννοια του ότι δεν απαλλάσσει έναν εναγόμενο από ευθύνη που έχει αποδειχθεί εναντίον του για αμέλεια, επενεργεί στην αναλογική μείωση της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγοντας. Σύμφωνα με αυτό: «Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά: Νoείται ότι- (α) τo εδάφιo αυτό δεv επεvεργεί πρoς αvατρoπή oπoιασδήπoτε υπεράσπισης πoυ απoρρέει από σύμβαση. (β) όταv σε αξίωση εφαρμόζεται σύμβαση ή voμoθέτημα πoυ πρovoεί περιoρισμό της ευθύvης, τo πoσό της απoζημίωσης πoυ πρέπει vα καταβληθεί στo πρόσωπo πoυ πρoβάλλει τηv αξίωση δυvάμει τoυ εδαφίoυ αυτoύ δεv θα υπερβαίvει τo αvώτατo όριo πoυ εφαρμόζεται με τov τρόπo αυτό».
  1. Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος. Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του. β. Εκ Πρωστήσεως Ευθύνη
  2. Ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στις παραγράφους 6-78 και 6-79, στις σελίδες 398 και 399, ένα πρόσωπο είναι υπεύθυνο για ένα αστικό αδίκημα, του οποίου, τις πράξεις που οδήγησαν στην διάπραξη του έχει εξουσιοδοτήσει, ή τις οποίες έχει μεταγενέστερα επικυρώσει, και είναι αδιάφορο το κατά πόσο ο πραγματικός δράστης[13] θα περιγραφεί ως αντιπρόσωπος ή άλλως πως. Ως εκ τούτου, στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων, δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες που προσδιορίζουν την σχέση εντολέα και αντιπροσώπου.
  3. Συναφώς, το Άρθρο 13 του Κεφ. 148, προνοεί, ότι: «
(1)Για τoυς σκoπoύς τoυ Νόμoυ αυτoύ o κύριoς ευθύvεται για κάθε πράξη πoυ τελέστηκε από τov υπηρέτη τoυ- (α) Τηv oπoία αυτός εξoυσιoδότησε ή εvέκριvε, ή (β) η oπoία τελέστηκε από τov υπηρέτη κατά τηv απασχόληση τoυ: Νoείται ότι o κύριoς δεv ευθύvεται για πράξη πoυ τελέστηκε από oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo δεv είvαι υπηρέτης τoυ, πρoς τo oπoίo o υπηρέτης τoυ ήθελε, χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή εξoυσιoδότηση τoυ, vα αvαθέσει τα καθήκovτα τoυ.
(2)Πράξη θεωρείται ότι τελέστηκε κατά τηv απασχόληση υπηρέτη αv τελέστηκε από αυτόv υπό τηv ιδιότητα τoυ ως υπηρέτη και εvόσω εκτελoύσε τα συvήθη και παρεμπίπτovτα με τηv απασχόληση τoυ καθήκovτα, αvεξάρτητα από τo γεγovός ότι η πράξη αυτή ήταv πλημμελής τρόπoς εκτέλεσης πράξης εξoυσιoδoτημέvης από τov κύριo͘ αλλά η πράξη δεv θεωρείται ότι τελέστηκε με τov τρόπo αυτό αv τελέστηκε από υπηρέτη πoυ εvεργoύσε για δικoύς τoυ σκoπoύς και όχι εκ μέρoυς τoυ κυρίoυ.
(3)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ πράξη περιλαμβάvει και παράλειψη.
(4)Καμιά διάταξη πoυ περιλαμβάvεται στo άρθρo αυτό δεv επηρεάζει τηv ευθύvη oπoιoυδήπoτε υπηρέτη από oπoιαδήπoτε πράξη πoυ τελέστηκε από τov υπηρέτη αυτό.». 45. Στην υπόθεση Ποταμίτης κ.α. ν Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479, το Ανώτατο Δικαστήριο, επανέλαβε, τη διαγεγραμμένη από την νομολογία αρχή[vi], ότι: «Η εκ προστήσεως ευθύνη προσώπου για τις συνέπειες αστικού αδικήματος που διαπράττεται από άλλο πρόσωπο ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  1. Εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν (α) αυτές εξουσιoδοτούνται ή επικυρώνονται, ή (β) συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του[vii].». γ. Το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης όταν ο εναγόμενος είναι νομικό πρόσωπο
  2. Ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να ενεργεί μόνο μέσω φυσικών προσώπων, αλλά, οι κανόνες αντιπροσώπευσης και αντιπροσωπευτικής ευθύνης[14], καθιστούν εφικτό να μπορεί να κριθεί (σχηματίζοντας και την αναγκαία υπό τις περιστάσεις νοητική κατάσταση) υπεύθυνο, ή ανάλογα της περίπτωσης, να αποκτά δικαίωμα, σε σχέση με πράξεις που διενεργήθηκαν για λογαριασμό του, κατά τον ίδιο τρόπο όπως ένας εντολέας, φυσικό πρόσωπο[viii].
  3. Αν και νομικά, μπορούν να διαχωριστούν οι πρωτογενείς κανόνες για τον καταλογισμό των πράξεων φυσικών προσώπων σε νομικά πρόσωπα, από τους γενικούς κανόνες αντιπροσώπευσης (και εκ προστήσεως ευθύνης), που είναι ανεξάρτητοι από τον εάν η περίπτωση αφορά νομικά ή φυσικά πρόσωπα, εδώ, για σκοπούς γενικής ανάλυσης, αρκεί μόνο να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 33Α του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 133: «
(1)Η εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εκτός εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές τελούνται καθ' υπέρβαση των εξουσιών, που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στους συγκεκριμένους αξιωματούχους: Νοείται ότι, η εταιρεία δε δεσμεύεται έναντι τρίτων σε περίπτωση που τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εάν και εφόσον, η εταιρεία αποδείξει ότι το τρίτο πρόσωπο γνώριζε ότι οι πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας ή δεν ήταν δυνατό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να το αγνοεί: Νοείται περαιτέρω, ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας δεν αποτελεί, από μόνη της, επαρκή απόδειξη γνώσης από μέρους τρίτου προσώπου.
(2)Οι εκ του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ή οι εξ αποφάσεως των συμβούλων ή της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περιορισμοί στις εξουσίες των αξιωματούχων της Εταιρείας, δε δύναται να αντιταχθούν έναντι τρίτων προσώπων, ακόμα και εάν έχουν δημοσιευτεί.».
  1. Η δομή ενός ομίλου εταιρειών, μπορεί επίσης να παρακαμφθεί[15] και να αποδοθεί ευθύνη σε μία μητρική εταιρεία, για πράξεις ή παραλείψεις μίας θυγατρικής της εταιρείας[16], βάσει των αρχών της αντιπροσώπευσης. Αν και, - ως καταδεικνύει η νομολογία του κοινοδικαίου - αυτό, είναι αποδεκτό, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις[17] -, όταν τα γεγονότα της υπόθεσης το δικαιολογούν, μπορεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να κριθεί ακόμη και ότι, ο διοικητικός σύμβουλος, ή άλλος υπάλληλος, μιας θυγατρικής εταιρείας, έχει πραγματική ή φαινόμενη εξουσιοδότηση να δεσμεύει την μητρική αυτής εταιρεία, ή και αντίστροφα[ix]. δ. Τα Γεγονότα
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας, ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, δεν θα μπορούσε να ενεργούσε, ως αποκαλυμμένος αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2, καθότι, τα ίδια τα γεγονότα που έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο οι Ενάγοντες, δεν αποκαλύπτουν ότι, ήταν κοινή πρόθεση των Εναγόντων και της Εναγομένης 2, η σύναψη συμφωνίας μεταξύ τους για την ανάθεση της επίδικης εργασίας από την Εναγομένη 2 στους Ενάγοντες, η οποία τελικά επετεύχθη, μέσω του εν λόγω προσώπου. Δεν είναι δηλαδή η περίπτωση, όπου, ο εντολέας (στην προκείμενη περίπτωση, η Εναγομένη 2), αποκαλυμμένα, διαπραγματεύεται ο ίδιος την σύναψη μίας συμφωνίας με τον προτιθέμενο αντισυμβαλλόμενο του, στην οποία τελικά υπεισέρχεται μέσω τρίτου προσώπου, αντιπροσώπου του, ο οποίος ενεργεί για χάρη και για λογαριασμό του και εν γνώσει του αντισυμβαλλόμενου του[x]. Τέτοια εισήγηση άλλωστε, δεν υπήρξε σε αυτή την υπόθεση.
  3. Τα γεγονότα, ως έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, δείχνουν ότι, ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, κατά νόμο, αλλά και πραγματικά, ως απλός υπάλληλος της Α. Tsokkos Developers Ltd και ενώ ενεργούσε στα συνήθη πλαίσια της άσκησης του επαγγέλματος του, δεν ήταν πρόσωπο με πραγματική εξουσία, ώστε να μπορούσε με τις πράξεις του να καταστήσει υπεύθυνη, έναντι των Εναγόντων, την εν λόγω εργοδότρια εταιρεία του[xi], πόσο μάλλον την Εναγομένη 2, με την οποία η προσπάθεια διασύνδεσης του, ως εργοδοτούμενου της, απέτυχε.
  4. Η μαρτυρία δείχνει ότι, ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, ήταν απλός υπάλληλος της Α. Tsokkos Developers Ltd (και όχι της Εναγομένης 2) και ότι έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού. Πέραν του γεγονότος αυτού - δηλαδή, του ισχυρισμού ότι, ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού· ισχυρισμός που δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένης 2 - δεν προσφέρθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγόντων, καμία μαρτυρία, ως προς το ποια θέση κατείχε το εν λόγω πρόσωπο στην Α. Tsokkos Developers Ltd, - αν δηλαδή κατείχε κάποια θέση, πέραν αυτής του απλού υπαλλήλου, όπως π. χ. διευθυντής ή υπεύθυνος συμβάσεων ή έργων -, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο, κατά πόσο, εκ της θέσεως του, οι Ενάγοντες δικαιούνταν να θεωρήσουν ότι είχε την εξουσία να τους αναθέσει την επίδικη εργασία για λογαριασμό της Α. Tsokkos Developers Ltd, ως κάτι το σύνηθες για κάποιο υπάλληλο στην δική του θέση. Από την άποψη, βέβαια, ότι, τοποθετώντας τον στην θέση αυτή, ο εντολέας του, έμμεσα παρίστανε ότι του προσέδιδε και την εξουσία να ενεργήσει για λογαριασμό του[xii].
  5. Στην υπόθεση Liopetri Transport Co v Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στις αγγλικές υποθέσεις Freeman and Lockyer v Buckhurst Park Properties (Mangal) Ltd. [1964] 1 All E.R. 630 και Hely-Hutchinson v Brayhead, Ltd. and Another [1967] 3 All E.R. 98, ανέλυσε την νομική πτυχή του ζητήματος της αντιπροσώπευσης, παραθέτοντας την ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Λόρδου Denning, M. R. στην προαναφερόμενη υπόθεση Freeman, προσθέτοντας σε αυτά και περικοπή από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 25 από την σελίδα 531 - τα οποία υποστηρίζουν την προαναφερόμενη κατάληξη μου -: «Lord Denning, M.R., in the course of his judgment in the first case after referring to the Freeman case had this to say on the question of an agent's authority : "It is there shown that actual authority may be express or implied. It is express when it is given by express words, such as when a Board of Directors pass a resolution which authorises two of their number to sign cheques. It is implied when it is inferred from the conduct of the parties and the circumstances of the case, such as when the board of directors appoint one of their number to be managing director. They thereby impliedly authorize him to do all such things as fall within the usual scope of that office. Actual authority, express or implied, is binding as between the company and the agent, and also as between the company and others, whether they are within the company or outside it. Ostensible or apparent authority is the authority of an agent as it appears to others. It often coincides with actual authority. Thus, when the board appoint one of their number to be managing director, they invest him not only with implied authority, but also with ostensible authority to do all such things as fall within the usual scope of that office. Other people who see him acting as managing director are entitled to assume that he has the actual authority of a managing director. But sometimes ostensible authority exceeds actual authority. For instance, when the board appoint the managing director, they may expressly limit his authority by saying he is not to order goods worth more than £500 without the sanction of the board. In that case his actual authority is subject to the £500 limitation, but his ostensible authority includes all the usual authority of a managing director. The company is bound by his ostensible authority in his dealings with those who do not know of the limitation he may himself do the 'holding-out'. Thus, if he orders goods worth £1,000 and signs himself 'Managing Director for and on behalf of the company', the company is bound to the other party who does not know of the £500 limitation". On the question of a master's liability to third parties for contracts made by a servant paragraph 1010 of Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 25 at p. 531 under the heading "Apparent Scope of Authority" reads as follows :— "Where the servant, whilst acting in the ordinary course of his employment on his master's behalf, makes a contract which falls within the apparent scope of his authority, the master cannot escape liability on the ground that he did not authorise the making of the contract, nor even on the ground that he forbade his servant to make it. All persons dealing with the servant are entitled to assume, unless they have notice to the contrary, that he possesses the authority which it is usual for a servant in his position to possess, and his master, by placing him in that position, impliedly holds him out as having such authority. Where it is sought upon this ground to fix the master with liability upon his servant's contract it is necessary to take into consideration certain matters, namely the nature of the contract, the circumstances of the servant's employment, and the business of the master."». 53. Φυσικά, οι Ενάγοντες, ισχυρίζονται πληρεξουσιότητα, ανεξαρτήτως της όποιας πραγματικής σχέσης εντολέα και αντιπροσώπου, μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 2, στην βάση της αρχής της φαινόμενης πληρεξουσιότητας, βασιζόμενοι, μεταξύ άλλων, στα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση του στην υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551[xiii], στην οποία, με αναφορά και στην υπόθεση Liopetri Transport Co ανωτέρω, έχουν λεχθεί τα εξής: «Είναι γεγονός πως ουδέποτε η εφεσίβλητη ήλθε σε κατ' ευθείαν επαφή με τους ίδιους τους εφεσείοντες, δηλαδή με λειτουργούς τους. Ούτε υπήρξε μαρτυρία για ρητή παράσταση από την πλευρά των εφεσειόντων πως η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπός τους. Είναι επίσης ορθό πως δεν υπήρχαν στοιχεία που να θεμελίωναν ότι πράγματι η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπος των εφεσειόντων. Αυτή η επιπρόσθετη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Όμως οι αρχές ως προς τη φαινομένη πληρεξουσιότητα, που αποτέλεσε ανεξάρτητο και αυτοτελές έρεισμα, υπερβαίνουν και τα δύο. Δεν προϋποθέτουν ρητή παράσταση απαραιτήτως. Αρκεί συμπεριφορά διά της οποίας κάποιος παριστά ή επιτρέπει να παρίσταται πως άλλος είναι αντιπρόσωπός του. Το γεγονός ότι δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωπός του, με ρητή ή έστω σιωπηρή πληρεξουσιότητα, όχι μόνο είναι αδιάφορο αλλά αποτελεί και το λόγο της γέννησης των αρχών δικαίου ως προς τις επιπτώσεις από τέτοια παράσταση. Τίθεται ζήτημα ευθύνης από φαινομένη πληρεξουσιότητα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πράγματι τέτοια. Γι' αυτό και δεν θα μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να διαδραματίσουν ρόλο στην περίπτωση οι πρόνοιες του Ν. 72/84. Δεν θεμελιώνεται η ευθύνη στην ενέργεια πράγματι αντιπροσώπου αλλά φαινομένου αντιπροσώπου. Θα παρεμβάλλαμε εδώ πως στο Μέρος αναφορικά με την αντιπροσωπεία, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, δεν περιλαμβάνεται κανονισμό πρόνοια προς τέτοια κατεύθυνση. Ρυθμίζεται μόνο (άρθρο 197) η έκφανση της φαινομένης πληρεξουσιότητας στην περίπτωση που ενώ πράγματι υπάρχει σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου, ο πρώτος υπερβαίνει την εξουσιοδότησή του. Οπότε, και πάλιν, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται «αν προφορικά ή με την συμπεριφορά του εξωθήσει τους τρίτους να πιστέψουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας των αντιπροσώπων». Στις υποθέσεις Zoe Ch. Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd. And Another
(1969)1 C.L.R. 525 και Liopetri Transport Co., v. Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424 δεν έγινε αναφορά στο άρθρο 197, αλλά είναι σχετικές. (Βλ. συναφώς και Hotel & Catering v. Pilava
(1982)1 C.L.R. 81, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 343 και Pollock and Mulla, 9η έκδοση, σελ. 794). Οι συνέπειες από τη φαινομένη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60· αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ. 149. (βλ. σχετικά Παϊκκος ν. Κοντεμενιώτης
(1989)1 C.L.R. 50). Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ' αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Ως εκ τούτου, το ζητούμενο εδώ, είναι, κατά πόσο η Εναγομένη 2 με τις ενέργειες της, επέτρεψε όπως ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, παρίστατο στους Ενάγοντες ως αντιπρόσωπος της, οδηγώντας τους, στηριζόμενοι σε αυτή την παράσταση του, να ενεργήσουν προς βλάβη τους. Το εύρημα μου, ως προαναφέρθηκε, είναι, ότι, τέτοια θετική παράσταση δεν έγινε στους Ενάγοντες από το εν λόγω πρόσωπο. Παράλληλα, το γεγονός που έχει αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, ότι, κάτοχος και διαχειριστής του Ξενοδοχείου δεν ήταν η Εναγομένη 2, αλλά η Zebalos Enterprises Ltd, οδηγεί και στο συμπέρασμα, ότι, δεν υπάρχει, εν πάση περιπτώσει, μαρτυρία, ότι, η Εναγομένη 2 δια της συμπεριφοράς της, επέτρεψε μια τέτοια παράσταση[18]. Ο διευθυντής του Ξενοδοχείου και οι υπόλοιποι υπάλληλοι του (όπως για παράδειγμα ο συντηρητής, οι καμαριέρες και άλλοι υπάλληλοι του Ξενοδοχείου), που οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι ήταν παρόντες όταν επισυνέβη το επίδικο περιστατικό, δεν είναι πρόσωπα που συνδέθηκαν με την Εναγομένη 2, ώστε, δια αυτών (όπως π. χ. δια των πράξεων τους επιτήρησης ή υποβοήθησης ή ανοχής των εργασιών, ή ανοχής των παραστάσεων του εν λόγω κ. Χρίστου Χατζηαντωνίου στην παρουσία τους), να μπορούσε να κριθεί ότι, ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν είναι στην υπηρεσία της Εναγομένης 2, ενήργησε στην προκείμενη περίπτωση για χάρη και για λογαριασμό της, έχοντας προς τούτο φαινόμενη πληρεξουσιότητα. Όλα δείχνουν, - και τούτο στην περίπτωση που η εκδοχή γεγονότων από πλευράς Εναγόντων γινόταν αποδεκτή -, ότι τα προαναφερόμενα πρόσωπα ήταν στην υπηρεσία του προσώπου που διαχειριζόταν το Ξενοδοχείο, δηλαδή, της Zebalos Enterprises Ltd και όχι της Εναγομένης
  2. Ως εκ των προαναφερομένων, δεν βρίσκω ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η Εναγομένη 2 υπείχε καθήκον επιμέλειας έναντι των Εναγόντων, ώστε να τίθεται ζήτημα παράβασης του. ε. Σχέση Εργοδότη - Εργοδοτουμένου και Καθήκον Επιμέλειας
  3. Ως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ. α. ν Σταύρου Στυλιανού κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718[xiv]: «Για αναγνώριση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου έχει υιοθετηθεί από τα δικαστήρια μια ποικιλία διαφορετικών κριτηρίων. Κανένα δεν είναι οικουμενικής εφαρμογής. Η απόφαση κατά πόσο υπάρχει σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται από τον τρόπο που το δικαστήριο θα δει στο σύνολό της τη σχέση μεταξύ των μερών. Κατά την ερμηνεία της φύσης της σύμβασης απασχόλησης, η πραγματική πρόθεση των μερών, άνκαι σχετική, δεν είναι αποφασιστικού χαρακτήρα. Στην υπόθεση Davies v. Presbyterian Church of Wales
(1986)1 All E. R. 705 αποφασίστηκε ότι η φύση της εργασιακής σχέσης είναι νομικό θέμα (βλέπε ακόμα O΄ Kelly v. Trusthouse Forte plc
(1983)3 All E. R. 456). Το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί στο τέλος κατά πόσο ο κατ΄ ισχυρισμόν εργοδοτούμενος είναι πρόσωπο που εργοδοτήθηκε για να εργαστεί ως υπάλληλος και όχι απλώς ως μέρος μιας ομάδας που εργάζεται μαζί, χωρίς κανένα πρόσωπο να ενεργεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως αφεντικό (Winfield v. London Philharmonic Orchestra Ltd [1979] I.C.R. 726, 730). Στην υπόθεση Short v. J. & W. Henderson Ltd
(1946)115 L.J.P.C. 41, δόθηκαν τέσσερις ενδείξεις για την ύπαρξη σύμβασης εργοδότησης, ήτοι (α) η εξουσία επιλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, (β) η πληρωμή του μισθού, (γ) το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει τη μέθοδο εκτέλεσης της εργασίας και (δ) το δικαίωμα του εργοδότη για απόλυση. Το κλασσικό κριτήριο για διαφοροποίηση ενός εργοδοτούμενου από τον ανεξάρτητο εργολάβο είναι το κριτήριο του ελέγχου, δηλαδή το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει τη μέθοδο εργασίας. Αν σύμφωνα με τη σύμβαση εργοδότησης ένα πρόσωπο πράγματι αποκτά το δικαίωμα ελέγχου της μεθόδου εργασίας του άλλου, τότε η σύμβαση είναι σύμβαση εργασίας και το πρόσωπο που εργοδοτείται, εργοδοτούμενος (Market Investigations Ltd. v. Minister of Social Security
(1968)3 All E.R. 732). Το θέμα του ελέγχου επεκτείνεται όχι μόνο στο κατά πόσο ο εργοδότης ελέγχει τη μέθοδο εργασίας, αλλά κατά πόσο ελέγχει και τις ώρες εργασίας (βλέπε W.H.P.T. Housing Association Ltd. v. Secretary of State for Social Services [1981] I.C.R. 737). Είναι όμως ασφαλέστερο να εξετάζονται περισσότεροι παράγοντες. Όλες οι παράμετροι της σχέσης θα πρέπει να αξιολογούνται. Η νομολογία υπογραμμίζει την ανάγκη για αναγνώριση σε μια δεδομένη εργατική σχέση της οικονομικής πραγματικότητας. Ο έλεγχος, η ιδιοκτησία των εργαλείων και εξοπλισμού, η δυνατότητα προσπορισμού κέρδους και ο κίνδυνος απώλειας κρίθηκαν ως σημαντικοί παράγοντες κατά την αξιολόγηση της οικονομικής πραγματικότητας (Montreal v. Montreal Locomotive Works Ltd [1947] D.L.R. 161, 169). Στην υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd. v. Minister of Pensions and National Insurance [1968] 1 Q.B. 497, ο Δικαστής MacKenna J., ύστερα από εκτενή ανάλυση της νομολογίας της Κοινοπολιτείας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κατέληξε ότι σύμβαση εργοδότησης υπάρχει αν (α) ο εργοδοτούμενος συμφωνεί όπως με αντιπαροχή μισθού ή άλλης αμοιβής παρέχει την εργασία του και τις ικανότητές του κατά την άσκηση κάποιας υπηρεσίας προς τον εργοδότη, (β) συμφωνεί ρητά ή εξυπακουόμενα ότι η εκτέλεση της εργασίας αυτής θα υπόκειται στον έλεγχο του εργοδότη κατά τέτοιο βαθμό που να τον καθιστά εργοδότη και (γ) οι άλλες πρόνοιες της σύμβασης να είναι συμβατές με σύμβαση εργοδότησης.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, τα γεγονότα επί των οποίων βάσισαν οι Ενάγοντες την θέση τους ότι, η σχέση τους με την Εναγομένη 2, ήταν σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης από πλευράς Εναγομένων. Ούτε και προσήχθη κατά την παρουσίαση της υπόθεσης των Εναγομένων, οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε το υπόβαθρο γεγονότων που έθεσαν οι Ενάγοντες με την δική τους μαρτυρία ως προς αυτό, να ανατραπεί. Βάσει αυτής της αναντίλεκτης μαρτυρίας, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, βάσει αυτής, νομικά, υπήρξε μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης 2 σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, ανεξαρτήτως του ευρήματος μου ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η Εναγομένη 2 δεν υπείχε, έναντι των Εναγόντων, καθήκον επιμέλειας, και τούτο, ώστε να υπάρχει σχετική κατάληξη του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που το προαναφερόμενο εύρημα του, ανατραπεί κατ' έφεση.
  2. Έχοντας ως γνώμονα τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ. α. ν Σταύρου Στυλιανού κ. α. ανωτέρω, βρίσκω, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, υπήρχε μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης 2 σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση, από την μαρτυρία διαφαίνεται ότι, υπήρχε έλεγχος στον τρόπο εργασίας των Εναγόντων. Μάλιστα, ο πολιτικός μηχανικός, κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου, είχε στην προκείμενη περίπτωση δώσει αναλυτικές οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο που οι Ενάγοντες θα εκτελούσαν την επίδικη εργασία. Μάλιστα, είχε δώσει στους Ενάγοντες και λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο που θα εκτελούσαν την εργασία. Δηλαδή (α) ότι η αποκοπή της βάσης της σιδηροκατασκευής εσωτερικά, θα επιτυγχανόταν με την ανάβαση των Εναγόντων επί του ξύλινου κιόσκι, ως του μοναδικού τρόπου πρόσβασης προς αυτό και χρησιμοποίησης του ως έδαφος εργασίας (β) την τμηματική αποσυναρμολόγηση της σιδηροκατασκευής, ανά 50 εκ. έκαστο κομμάτι, λόγω βάρους και έκτασης, ώστε με την αφαίρεση τους, αυτά να μπορούσαν να μετακινηθούν, χωρίς την βοήθεια ανυψωτικού ή άλλου μηχανήματος, λόγω του δύσβατου του χώρου εργασίας τους[19]. Ο χρόνος εκτέλεσης της εργασίας είχε επίσης καθοριστεί από τους Ενάγοντες, οι σκαλωσιές εξωτερικά της προς αφαίρεση σιδηροκατασκευής είχαν τοποθετηθεί από πρόσωπα που δεν ελέγχονταν από τους Ενάγοντες, ενώ τα παρεπόμενα με την εργασία έξοδα δεν είχαν αναληφθεί από τους Ενάγοντες (όπως π. χ. η αγορά των δίσκων κοπής δια των οποίων θα αποκοπτόταν η σιδηροκατασκευή).
  3. Βάσει των προαναφερομένων, καταλήγω ότι, το ξύλινο κιόσκι, κατέστη από τον εργοδότη των Εναγόντων (και μάλιστα καθ' υπόδειξη του), μέρος του συστήματος εργασίας τους, ως μέσο προσπέλασης και στήριξης τους και δη, ως δάπεδο εργασίας, κατά την εκτέλεση της εργασίας αποκοπής του εσωτερικού τμήματος της σιδηροκατασκευής, σε ύψος περί τα τέσσερα μέτρα. Οι Ενάγοντες τραυματίστηκαν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους αυτής, και οι τραυματισμοί τους (βάσει της κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς αυτούς), οφείλονταν στην υποχώρηση του ξύλινου κιόσκι, που ήταν ενταγμένο, ως προαναφέρθηκε, στο σύστημα εργασίας τους και ως εκ τούτου, βρίσκω ότι οι εργοδότες τους είναι υπεύθυνοι αμέλειας, γιατί δεν εκπλήρωσαν το καθήκον τους για παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας στους Ενάγοντες, αφού αυτό, ως μέσο πρόσβασης και στήριξης τους και δη, ως δάπεδο εργασίας, κατά την διεξαγωγή της εργασίας τους, αποδείχθηκε ανασφαλές[xv]. Εν προκειμένω, δεν βρίσκω γεγονότα στην προκείμενη περίπτωση, που θα με οδηγούσαν στον καταμερισμό ευθύνης και στους Ενάγοντες[xvi]. Μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, οι Ενάγοντες, ανέφεραν ότι, τους είχαν γίνει παραστάσεις σε ότι αφορούσε την σταθερότητα της κατασκευής και την ασφάλεια που ενείχε η χρησιμοποίηση της ως έδαφος εργασίας, από τον αντιπρόσωπο του εργοδότη τους, κ. Χρίστο Χατζηαντωνίου, ο οποίος είναι και ειδικευμένος πολιτικός μηχανικός. Οι ίδιοι, βάσει της εμπειρίας τους, δεν διέκριναν στοιχεία, ως ανέφεραν, που θα τους οδηγούσαν σε συμπέρασμα ότι, το εν λόγω ξύλινο κιόσκι δεν ήταν σταθερή κατασκευή. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Ενάγοντας 1 στην μαρτυρία του, το ξύλινο κιόσκι ήταν κατασκευασμένο από ξύλινους σταθερούς δοκούς και η όλη κατασκευή του ήταν σταθερά προσαρτημένη στις κολώνες από μπετόν του Ξενοδοχείου, βιδωμένη με μπουλόνια. Οι προαναφερόμενες παρατηρήσεις τους, σε συνδυασμό με τις παραστάσεις του προαναφερόμενου προσώπου, πολιτικού μηχανικού, με οδηγούν στο να μη βρω συντρέχουσα αμέλεια στο επίδικο συμβάν στους Ενάγοντες, παρά την δεδομένη και αποδεκτή από πλευράς τους, εμπειρία τους στην διεξαγωγή εργασιών του συγκεκριμένου είδους. ζ. Αποζημιώσεις
  4. Για σκοπούς πληρότητας, και παρά την αναπόφευκτη κατάληξη μου βάσει των προαναφερομένων, απόρριψης των Αγωγών, θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα των αποζημιώσεων που θα επιδικάζονταν υπέρ των Εναγόντων, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, σε ποσοστό βέβαια πλήρους ευθύνης.
  5. Θα εξετάσω κατ' αρχήν, το ζήτημα των ειδικών αποζημιώσεων. Αυτές, σύμφωνα με την νομολογία πρέπει να δικογραφούνται λεπτομερώς και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα[xvii].
  6. Βάσει της προαναφερόμενης αρχής, βρίσκω ότι ο Ενάγοντας 1, απέτυχε να αποδείξει τις ειδικές ζημιές της παραγράφου 16 της έκθεσης απαίτησης του, υπό τα στοιχεία (β), (γ) και (δ) - αναφορικά με έξοδα ιατρικής παρακολούθησης και ετοιμασίας ιατρικής έκθεσης, μεταφορικά έξοδα και φάρμακα -, καθότι δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο κανένα στοιχείο προς αυστηρή απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του. Τα ίδια ισχύουν και σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του για απώλεια εισοδήματος κατά την περίοδο 27/04/2010 έως 27/05/
  7. Ο ισχυρισμός αυτός του Ενάγοντα 1, προβλήθηκε γενικά και σαφώς, δεν τεκμηριώθηκε κατά τον οποιονδήποτε τρόπο[20]. Πρόσθετα, ενώ στην παράγραφο 16 της έκθεσης απαίτησης του, υπό το στοιχείο (α), αξιώνει ένα ποσό της τάξης των «€1.500 κατά μέσον όρο», ως το μηνιαίο του εισόδημα, κατά την ακροαματική διαδικασία, ισχυρίστηκε ότι, από κοινού με τον Ενάγοντα 2[21], είχαν εισόδημα, ανά διμηνία, περί τις €10.000[22]. Εκτός του ότι, από τα προαναφερόμενα, προκύπτει αντίφαση στην μαρτυρία του Ενάγοντα 1 και των δικογραφημένων στην έκθεση απαίτηση θέσεων του, που πλήττει περισσότερο την αξιοπιστία του, είναι και εμφανές ότι, η σχετική απαίτηση του, δεν έχει, θετικά, αποδειχθεί. Τίποτα, πέραν του γενικού αυτού ισχυρισμού του Ενάγοντα 1, ως προς το ύψος του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος του, δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ως μαρτυρία που να αποδεικνύει τον εν λόγω ισχυρισμό του, ως για παράδειγμα θα ήταν μαρτυρία από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τις ασφαλιστικές αποδοχές του Ενάγοντα 1 ως αυτοεργοδοτούμενου για το έτος 2010, ή/και από το αρμόδιο τμήμα φορολογίας εισοδήματος του κράτους, από την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε με ασφάλεια να εξάξει τον μέσο όρο[23] του μηνιαίου εισοδήματος του. Ενώ, πολύ σημαντικό είναι και το γεγονός, που πρέπει να σημειωθεί, ότι, οι Ενάγοντες, παρουσίασαν μικτά τα εισοδήματα τους στο Δικαστήριο - έστω και για μία ελάχιστη χρονική περίοδο -, χωρίς να διευκρινίζεται, ποια ήταν η πραγματική απολαβή έκαστου, σε σχέση με το αναφερθέν ποσό.
  8. Στην περίπτωση του Ενάγοντα 2, ανάλογες είναι και σε σχέση με αυτόν οι προαναφερόμενες παρατηρήσεις μου που αφορούν την υπόθεση του Ενάγοντα 1, αναφορικά με την αποτυχία απόδειξης και από πλευράς του Ενάγοντα 2 της απαίτησης του για απώλεια εισοδήματος κατά την περίοδο 27/04/2010 έως 28/10/2010[24]. Και αυτός αναφέρεται σε μικτό εισόδημα με τον Ενάγοντα 1, χωρίς να προσδιορίζει ποιο ήταν το δικό του, καθαρό μηνιαίο εισόδημα, το οποίο, όπως και να κριθεί, έχοντας υπόψη και τον αντίστοιχο ισχυρισμό του Ενάγοντα 1, δεν δικαιολογεί ή/και έρχεται σε άμεση αντίθετη με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 2, ως αυτός δικογραφήθηκε από πλευράς του, για, κατά μέσο όρο, μηνιαίο εισόδημα €1.
  9. Εντούτοις, ο Ενάγοντας 2, βρίσκω ότι έχει επιτυχώς και θετικά δια των αποδείξεων πληρωμής, Τεκμήρια ΛΑ6 και ΛΑ7, αποδείξει την απαίτηση του για ειδική αποζημίωση, ως η παράγραφος 21, στοιχεία (β), (γ) και (δ) - αναφορικά με έξοδα ιατρικής παρακολούθησης και ετοιμασίας ιατρικής έκθεσης -, για το συνολικό ποσό των €710, το οποίο και θα του επιδίκαζα. Επί του εν λόγω ποσού, θα επιδίκαζα στον Ενάγοντα 2, νόμιμο τόκο προς 2,75%, από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου του δικαιώματος από την 27/04/2010 μέχρι την 08/06/
  10. Ακολούθως, το ποσό αυτό, μετά των τόκων κεφαλαιοποιημένο, θα έφερε νόμιμο τόκο προς 5,5%, από την 09/06/2015 μέχρι εξόφλησης[xviii]. Αντίστοιχα, θα απέρριπτα την απαίτηση του για ειδική αποζημίωση, ως η παράγραφος 21, στοιχεία (ε) και (στ) - αναφορικά με έξοδα μεταφοράς και αγοράς φαρμάκων - καθότι, καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε που να αποδεικνύει αυτή την δαπάνη, ζημιά.
  11. Σε ότι αφορά το ζήτημα των γενικών αποζημιώσεων, σημειώνω, ως εισαγωγή στην ενότητα αυτή και για σκοπούς ανάλυσης της νομικής πτυχής αυτού του ζητήματος, τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, στα οποία εμπεριέχονται, όλες οι σχετικές, επί του προκείμενου, αρχές: «Έχει νομολογηθεί ότι σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να δοθεί στον ενάγοντα αποζημίωση για την ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων συνοψίζονται στην απόφαση του Πική, Δ. - όπως ήταν τότε - στην Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, 793. Παραθέτουμε σε μετάφραση το σχετικό απόσπασμα: "Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. (Βλ. Fletcher v. Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726, Constantinou v. Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416). Με άλλες λέξεις, το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης." (Βλ. και Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1028 και Μιχαήλ κ.ά ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ, κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (Βλ. Ιoannou and Paraskevaides (Overseas) (πιο πάνω), Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Μαϊττά ν. Γεωργίου κ.ά., Πολιτική Έφεση 8499, 9.1.99, και Βρυωνίδης ν. Σωφρονίου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 1181). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση (βλ. Παναγή, πιο πάνω). Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος. Πρέπει να λεχθεί ότι το Εφετείο δεν δικαιολογείται να επεμβαίνει στα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου όσον αφορά τις αποζημιώσεις, εκτός αν πεισθεί είτε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε με βάση λανθασμένες νομικές αρχές, είτε ότι το ποσό των αποζημιώσεων είναι τόσο έκδηλα υπερβολικό ή τόσο έκδηλα ανεπαρκές ούτως ώστε να καθίσταται παντελώς λανθασμένος υπολογισμός των αποζημιώσεων των οποίων δικαιούται ο ενάγων (βλ. Ioannou v. Howard
(1966)1 C.L.R. 45, Antoniou v. Iordanous and Another
(1976)1 C.L.R. 341, Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Κωνσταντίνου ν. Σταύρου (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 453, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687)».
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 1 για σωματική βλάβη από το επίδικο συμβάν, ως διαφαίνεται, ειδικότερα, μέσα από το Τεκμήριο ΣΑ1, δηλαδή, την ιατρική έκθεση του Δρ. Χρήστου Κούλα, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγομένων. Μάλιστα, το περιεχόμενο, τόσο του Τεκμηρίου ΣΑ1, αλλά και του Τεκμηρίου ΣΑ2, είχαν γίνει παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, την 20/11/
  2. Αντλώντας καθοδήγηση από την υπόθεση Άντρη Ρούσου ν Ελένης Αλεξάντρου κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1060, υπόθεση που αφορούσε, κατάγματα και στους δύο καρπούς των χεριών που επουλώθηκαν πλήρως, χωρίς κατάλοιπα, στην οποία είχε επιδικαστεί το ποσό των €8.500 ως γενική αποζημίωση, κρίνω ότι στην περίπτωση του Ενάγοντα 1, ο οποίος διαγνώστηκε με διάστρεμμα δεξιού καρπού και κάκωση δεξιού άκρου, - μία σαφώς λιγότερο σοβαρή περίπτωση από απόψεως τραυματισμού και συνεπακόλουθων επιπτώσεων -, το ποσό των €2.700 θα ήταν μια δίκαιη και εύλογη για αυτόν αποζημίωση για τον πόνο και την ταλαιπωρία του, λαμβανομένων υπόψη κατά την επιμέτρηση του ποσού αυτού, όλων των σχετικών παραγόντων, ως προαναφέρθηκαν, με αναφορά στην υπόθεση Χαριλάου ανωτέρω. 65. Τώρα, σε ότι αφορά τους τραυματισμούς του Ενάγοντα 2, ως αυτοί έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, αντλώντας καθοδήγηση από τις υποθέσεις Χαραλάμπους ν Χριστοφόρου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2812 και Χατζηθεοδοσίου ν Διονυσίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1121, θα επιδίκαζα σε αυτόν, υπό μορφή γενικής αποζημίωσης, το ποσό των €19.000. 66. Στην υπόθεση Χατζηθεοδοσίου ν Διονυσίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1121, ο, εκεί εφεσείων, υπέστη διάφορα τραύματα σε όλο του το σώμα, με σοβαρότερο το κάταγμα του 6ου θωρακικού σπονδύλου, παρέμεινε στο νοσοκομείο για διάστημα 20 ημερών με συντηρητική θεραπεία και ακολούθησε φυσιοθεραπεία με αναρρωτική άδεια ενός έτους. Παρέμεινε με ελαφριά εμπρόσθια καθίζηση του 6ου θωρακικού σπονδύλου κατά 30%, με μόνιμα κατάλοιπα την κύφωση της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με την ορθοστασία, το ανεβοκατέβασμα σκαλών, τη μεταφορά βάρους στο χέρι, το γονάτισμα και το βαθύ κάθισμα να είναι επιβαρυντικά στοιχεία που προκαλούσαν πόνο στην περιοχή του κατάγματος. Επίσης καθημερινές δραστηριότητες, όπως, η ορθοστασία, η οδήγηση για διάστημα πέραν της μισής ώρας, οι αθλοπαιδιές, ακόμη και κατάκλιση στην ίδια θέση για διάστημα μισής ώρας θα προκαλούσαν πόνο, ενώ θα αναπτύσσονταν και οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις.
  1. Στην περίπτωση του Ενάγοντα 2, που, ως έχω αποδεχθεί, βάσει της μαρτυρίας του ΜΥ3, Δρ. Μ. Πηλαβάκη, αυτός υπέστη ένα απλό εκ κάμψεως κάταγμα, του πρόσθιου μέρους του σπονδυλικού σώματος του 7ου θωρακικού σπονδύλου, που αν και προκάλεσε μικρή έως και 20% μείωση του ύψους της πρόσθιας επιφάνειας του, ήταν σταθερό χωρίς νευρολογικά ευρήματα ή διαταραχή της μηχανικής σταθερότητας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς μετατραυματικές σπονδυλοαρθρώσεις και χωρίς κατάλοιπα, ενώ είχε παραμείνει για περίοδο έξι μηνών με αναρρωτική άδεια του θεράποντος ιατρού του, το προαναφερόμενο ποσό, ως γενική αποζημίωση για τον πόνο και την ταλαιπωρία του, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων, ως προαναφέρθηκαν, με αναφορά στην υπόθεση Χαριλάου ανωτέρω, θα ήταν κατά την άποψη μου δίκαιο και εύλογο. η. Η ευθύνη της Εναγομένης 1
  2. Ως προκύπτει από την μαρτυρία που παρουσίασαν στο Δικαστήριο οι ίδιοι οι Ενάγοντες, η Εναγομένη 1, δεν μπορεί να κριθεί ότι, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, υπείχε οποιασδήποτε ευθύνης έναντι των Εναγόντων, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 51 του Κεφ. 148 και δη, του Άρθρου 51
(2)(β) του Κεφ. 148, οι πρόνοιες του οποίου ρυθμίζουν την ευθύνη κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι προσώπων που τελούν νόμιμα σε αυτή. Και αυτό, γιατί, δεν έχει αποδειχθεί, ότι, η Εναγομένη 1, ήταν πρόσωπο που είχε τον οποιονδήποτε έλεγχο των χώρων του Ξενοδοχείου, ή εν πάση περιπτώσει, ότι είχε επαρκή έλεγχο του χώρου στον οποίο επισυνέβη το επίδικο συμβάν, ή ότι, με την ενοικίαση του στην Zebalos Enterprises Ltd[25], η Εναγομένη 1 είχε συμβατικά διατηρήσει την οποιαδήποτε υποχρέωση επισκευής ή συντήρησης του οποιουδήποτε από τους χώρους του[xix]. Υπό την έννοια πάντοτε, ότι, ένας τέτοιος βαθμός ελέγχου από πλευράς Εναγομένης 1, επέβαλλε σε αυτή συνείδηση ότι, παράλειψη της να ασκήσει επιμέλεια, μπορούσε να καταλήξει σε βλάβη ή ζημιά των Εναγόντων, υπό τις περιστάσεις που αυτοί εισήλθαν και βρίσκονταν στον χώρο του Ξενοδοχείου όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν[xx]. 69. Σίγουρα, μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης 1 δεν υπήρξε ισχυρισμός, ούτε και αποδείχθηκε σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου και ως εκ τούτου, η εξέταση του Δικαστηρίου περιορίζεται στα προαναφερόμενα. θ. Τα έξοδα της διαδικασίας 70. Ως προς το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας, στην υπόθεση Μάρως Ζαβρού ν Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. .».
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, καταλήγοντας ότι οι Αγωγές των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης 2, δεν μπορούν να επιτύχουν, τα έξοδα που αφορούν την διαδικασία αυτών των Αγωγών, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 2 και εναντίον των Εναγόντων.
  3. Προβληματίστηκα, ομολογουμένως, σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης 1, εναντίον της οποίας οι Ενάγοντες, επίσης απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους. Ως προανέφερα και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Εναγόντων, οι Ενάγοντες, γνώση για το ισχυριζόμενο γεγονός, ότι, η Εναγομένη 2, είχε κατοχή, έλεγχο και διαχείριση του Ξενοδοχείου, έλαβε από την Εναγομένη 1 και δη, τον δικηγόρο της, κ. Αντώνη Κεφάλα, ο οποίος, ως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα[26], ήταν σε κάθε ουσιώδη, με τα επίδικα γεγονότα αυτών των Αγωγών, χρόνο, αξιωματούχος και μέτοχος της Εναγομένης
  4. Η πληροφόρηση αυτή ήταν που, ως προκύπτει και από το περιεχόμενο των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων των Εναγόντων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του σχετικού αιτήματος τους, οδήγησε στην συνένωση και της Εναγομένης 2 ως διαδίκου. Το τι πραγματικά διημείφθη μεταξύ του κ. Κεφάλα και του δικηγόρου των Εναγόντων, είναι άγνωστο στο Δικαστήριο. Αυτό όμως που είναι διακριτό από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, είναι, ότι, ο κ. Κεφάλας, εμφανιζόμενος στο Δικαστήριο, αφού του είχαν επιδοθεί οι σχετικές αιτήσεις, δεν έφερε ένσταση στο αίτημα, ούτε και εξέφρασε οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς το υπόβαθρο των γεγονότων που τις υποστήριζαν και δη, ως προς την αλήθεια του ισχυρισμού των Εναγόντων ότι αυτός τους κατεύθυνε, βάσει παράστασης, προς το ότι, κατά νόμο, κάτοχος και διαχειριστής του Ξενοδοχείου ήταν η Εναγομένη 2, αντί οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Κατά την άποψη μου, ο κ. Κεφάλας, ως αξιωματούχος και μέτοχος της ιδιοκτήτριας του Ξενοδοχείου εταιρείας, δεν μπορούσε παρά να γνωρίζει ποιο νομικό πρόσωπο είχε, κατά νόμο, κατοχή και διαχείριση του Ξενοδοχείου. Αυτό, είναι ένα γεγονός που με οδηγεί στο να διατάξω όπως η Εναγόμενη 1, επωμιστεί η ίδια το ½ των εξόδων αυτής της διαδικασίας. Δεν θα προχωρήσω, όμως, να διατάξω, στην βάση του ίδιου σκεπτικού, όπως η Εναγομένη 1 επωμιστεί ολόκληρο το ποσό των εξόδων της αυτής της διαδικασίας, ή καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας της Εναγομένης 2, αντί των Εναγόντων, γιατί, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα ευρήματα μου, οι Ενάγοντες είχαν στην διάθεση τους νομικό τρόπο διαπίστωσης του ποιος ήταν κάτοχος και διαχειριστής του Ξενοδοχείου, αφού έλαβαν την προαναφερόμενη πληροφόρηση και δεν το έπραξαν.
  5. Παράλληλα, δεν βρίσκω ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης η έκδοση διατάγματος όπως, ο οποιοσδήποτε εκ των Εναγομένων, πληρώσει τα έξοδα του άλλου, το κοινώς - κατά τον νομικό κόσμο - γνωστόν, «Bullock Order»[xxi], κυριότερα καθότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να επιτύχουν στην απαίτηση τους εναντίον οποιουδήποτε εκ των δύο, καθώς επίσης και γιατί, με εύλογη έρευνα - ως διαφαίνεται μέσα από την μαρτυρία του ΜΥ1 - οι Ενάγοντες, είχαν στην διάθεση τους νομικό τρόπο διακρίβωσης εναντίον ποιού προσώπου αυτές οι Αγωγές έπρεπε να είχαν κινηθεί. [Κ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  6. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, οι Αγωγές των Εναγόντων 1 και 2, με αριθμούς 1293/2010 και 1294/2010 αντίστοιχα, αποτυγχάνουν και συνεπώς απορρίπτονται.
  7. Τα έξοδα που αφορούν την διαδικασία της Αγωγής αυτής, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 (στην περίπτωση της Εναγομένης 1, μειωμένα κατά το ήμισυ) και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή (λαμβανομένης υπόψη της διαταγής του Δικαστηρίου για συνεκδίκαση των Αγωγών) και εγκριθούν από το Δικαστήριο, με νόμιμο τόκο επί του ποσού που θα εγκριθεί, από την ημερομηνία έγκρισης τους από το Δικαστήριο, μέχρι τελικής εξόφλησης του. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε σχετικά, το αποτέλεσμα έρευνας στο μητρώο της Εναγομένης 1, που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών, Τεκμήριο ΠΓ1, παραδεκτό ως προς την ορθότητα του περιεχομένου του από όλους τους διαδίκους. [2] Δέστε σχετικά την παράγραφο 4 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα 1, Έγγραφο Β, που είχε καταθέσει στο Δικαστήριο και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. [3] Δέστε σχετικά τις παραγράφους 2 και 5 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα 1, Έγγραφο Β, που είχε καταθέσει στο Δικαστήριο και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. [4] Παρεμβάλλω εδώ, ότι, δεν υπήρξε σχετική ως προς το ζήτημα αυτό εισήγηση ή αναφορά από πλευράς οποιουδήποτε εκ των διαδίκων, αλλά ως ζήτημα που προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και άπτεται της αξιοπιστίας των θέσεων των Εναγόντων, έκρινα ότι πρέπει να εξεταστεί. [5] (και τον Ενάγοντα 2 επίσης) [6] - κατά σχετικό βαθμό πιθανότητας - [7] (ως και του Ενάγοντα 2) [8] - αν όντως δεν γνώριζαν και για αυτό τον λόγο είχαν κινηθεί αρχικά μόνο εναντίον της Εναγομένης 1• που, βάσει του σχετικού βαθμού πιθανότητας, τέτοια φαίνεται να ήταν η περίπτωση - [9] Προδικαστικά και στο κατάλληλο στάδιο. [10] Δέστε σχετικά και την βεβαίωση για λήψη παροχής του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από την ΜΥ4, ημερομηνίας 05/12/2014, Τεκμήριο ΜΓ
  8. [11] Δέστε σχετικά τις παραγράφους 14, 15, 16 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα 2, καθώς επίσης και τις παραγράφους 16 και 17 της γραπτής δήλωσης του, που κατατέθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατά την ακροαματική διαδικασία, Έγγραφο Α. [12] Δέστε σχετικά τις παραγράφους 14 και 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης
  9. [13] (the actual wrongdoer) [14] (vicarious liability) [15] - σε αντίθεση δηλαδή με το να διατρυπηθεί το εταιρικό πέπλο, αφού αυστηρά ομιλούντες, σε μία τέτοια περίπτωση δεν υφίσταται κάτι τέτοιο - [16] - ή και αντίστροφα - [17] Δέστε για παράδειγμα την υπόθεση Adams v Cape Industries Plc
(1990)Dh. 439, όπου εκεί ετίθετο ζήτημα διεξαγωγής εργασιών μητρικής εταιρείας, μέσω θυγατρικής της, σε άλλη δικαιοδοσία. [18] Ακόμη δηλαδή και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι ο εν λόγω κ. Χρίστος Χατζηαντωνίου είχε προβεί στην ισχυριζόμενη παράσταση προς τους Ενάγοντες. [19] Δέστε σχετικά τις παραγράφους 6, 8 και 9 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα 1, Έγγραφο Β και τις παραγράφους 7 και 8 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα 2, Έγγραφο Α. [20] Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η Εναγόμενοι, με την έκθεση υπεράσπισης τους, αντίστοιχα, δεν αποδέχθηκαν αυτό τον ισχυρισμό του Ενάγοντα
  1. [21] Χωρίς καν να διευκρινίζεται ποιο ήταν το εισόδημα έκαστου από το εν λόγω ποσό. [22] Δέστε σχετικά την παράγραφο 15 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα 1, Έγγραφο Β. [23] Αφού ισχυρισμός του Ενάγοντα 1, είναι, ότι, το μηνιαίο εισόδημα του, δεν ήταν σταθερό. Κατά την άποψη μου, εν όψει του ισχυρισμού του Ενάγοντα 1, ότι τα εισοδήματα του, δεν ήταν κάθε μήνα σταθερά, ήταν απαραίτητη μαρτυρία ως προς τα εισοδήματα του, του τελευταίους, πριν από το επίδικο συμβάν, δώδεκα μήνες, ώστε να ήταν εφικτό να εξαχθεί ο μέσος όρος αυτών, για σκοπούς επιμέτρησης των αποζημιώσεων από το Δικαστήριο. [24] Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η Εναγόμενοι, με την έκθεση υπεράσπισης τους, αντίστοιχα, δεν αποδέχθηκαν αυτό τον ισχυρισμό του Ενάγοντα
  2. [25] Ή ακόμη και προς το οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. [26] Δέστε σχετικά, το αποτέλεσμα έρευνας στο μητρώο της Εναγομένης 1, που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών, Τεκμήριο ΠΓ1, παραδεκτό ως προς την ορθότητα του περιεχομένου του από όλους τους διαδίκους. [i] Δέστε, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [ii] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [iii] Η Δ.9, κ. 7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, προνοεί: «Where the plaintiff is in doubt as to the person from whom he is entitled to redress, he may, in such manner as hereinafter mentioned, or as may be prescribed by any special order, join two or more defendants, to the intent that the question as to which (if any) of the defendants is liable, and to what extent, may be determined as between all parties». [iv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο Annual Practice του 1958, Volume 1, στις σελίδες 332 και
  2. [v] Δέστε, σχετικά με το ζήτημα αυτό, την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξανης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1 Α.Α.Δ. 138, που δόθηκε από τον έντιμο Δ. Α. Δ. Ναθαναήλ. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν και τα εξής: «Είναι χωρίς δισταγμό που καταγράφεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την κατάθεση της επιστολής εφόσον η εφεσίβλητη την αναγνώρισε ως δική της, δεν υφίστατο δε κανένας νομικός λόγος αποκλεισμού της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failue to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό το αξίωμα, όμως, ουδόλως ισοδυναμεί ή οδηγεί σε αποκλεισμό εγγράφου ή μαρτυρίας κατά το στάδιο της αντεξέτασης όταν επιδεικνύεται, για παράδειγμα, ένα έγγραφο το οποίο ο αντεξεταζόμενος αναγνωρίζει ως δικό του. Ούτε χρειάζεται να αρνηθεί ο διάδικος την ύπαρξη του εγγράφου ή την υπογραφή του επ΄ αυτού για να καταστεί δυνατή η παρουσίαση του. Δεν επενεργεί εδώ ο κανόνας της προηγούμενης αντιφατικής ή ασυμβίβαστης δήλωσης προφορικώς ή γραπτώς προς εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 32 και 33 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο αρ. 32(Ι)/
  2. Επομένως είναι εντελώς λανθασμένη η βάση πάνω στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την κατάθεση της επιστολής. Συνάγεται, επομένως, ότι το ορθό θα ήταν, παρά τη μη αναφορά ή προσπάθεια κατάθεσης του εγγράφου, έστω για αναγνώριση, κατά τη μαρτυρία του ιδίου του εφεσείοντος, να γινόταν δεκτή η κατάθεση του κατά την αντεξέταση της εφεσίβλητης, ανάλογα δε με τις εξηγήσεις που θα έδινε, ο μεν εφεσείων για τη μη προτέρα παρουσίαση του, η δε εφεσίβλητη για το περιεχόμενο του, το πρωτόδικο Δικαστήριο να του έδινε την ανάλογη βαρύτητα. Το περιεχόμενο της επιστολής είναι τέτοιο, που αναμφίβολα την καθιστούσε σχετική προς τα επίδικα ζητήματα, η σχετικότητα δε αποδεικτικού υλικού είναι το ουσιαστικότερο κριτήριο για την παραδεκτότητα του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Δέστε σχετικά και τις υποθέσεις Καθητζιώτης ν Manocas Transport Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 954 και Φιλίππου ν Παναγή κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1275. [vii] Ως προς αυτό το στοιχείο, στην υπόθεση Aloupou and Another v HjiGeorghiou and Another
(1984)1 C.L.R. 475, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε, ότι, ο εργοδότης φέρει εκ προστήσεως ευθύνη, για κάθε πράξη υπαλλήλου του, η οποία εμπίπτει στα καθήκοντα της θέσης του, ή συνάπτεται προς αυτά. [viii] Δέστε σχετικά την αγγλική υπόθεση Tesco Supermarkets Ltd v Nattrass [1972] A.C. 153 και την απόφαση του Λόρδου Diplock σε αυτήν, ειδικότερα στις σελίδες 198 - 199. [ix] Δέστε σχετικά την αγγλική υπόθεση Clapp a. o. v Enron (Thrace) Exploration and Production BV a. a.
(2005)EWCA Civ 1511. [x] Δέστε σχετικά την υπόθεση Loyalty Shipping Company Ltd v Marios Theodotou
(1980)1 C.L.R. 327. [xi] Δέστε σχετικά την υπόθεση Sarkis E. Sarkis v M/V Demetra I, Her Owners and Charterers κ. α.
(1979)1 C. L.R. 141. [xii] Δέστε σχετικά την αγγλική υπόθεση Lister v Hesley Hall Ltd
(2001)UKHL 22, στην οποία ελέχθη ότι, το ζήτημα καθορίζεται, από το κατά πόσο οι ενέργειες που συντελούν το αστικό αδίκημα του υπαλλήλου ήταν, «so closely connected with his employment that it would be fair and just to hold the [employer] vicariously liable». [xiii] Δέστε επίσης τις υποθέσεις Paneuropean Insurance Co. Ltd v Νίκου Χείμαρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713, Marketventures Ltd v Ιωάννη Καλλικά
(2010)1 Α.Α.Δ. 48 και Marketventures Ltd v Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. [xiv] Δέστε επίσης και την υπόθεση Βασίλης Γεωργίου ν P. Pitsillides Trading Co Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A336, Πολιτική Έφεση Αρ. 251/2010, ημερομηνίας 13/05/
  2. [xv] Δέστε σχετικά την υπόθεση Γεωπαν Κο Λτδ κ.α. ν Πανικου Παναγή
(1999)1 Α.Α.Δ. 1879. [xvi] Δέστε σχετικά την υπόθεση Metalco (Heaters) Ltd v Κυριακής Νεοφύτου κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 211. [xvii] Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούρρης v Παπαδοπούλου κ.ά.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1147, Ηρακλέους v Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Μιχαήλ v Ονουφρίου
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1349. [xviii] Ως προ το ζήτημα της επιδίκασης τόκου, δέστε σχετικά το Άρθρο 58Α του Κεφ. 148 και τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475. [xix] Δέστε σχετικά την υπόθεση Αγγελίδης ν Λούτσιου
(2010)1 Α.Α.Δ. 200. [xx] Δέστε σχετικά τις αγγλικές υποθέσεις Wheat v E. Lacon & Co
(1966)AC 552, Fisher v C.H.T. Ltd
(1966)2 Q.B. 475 και Howard and Wife v Walker and Others
(1947)2 All E.R. 197. [xxi] Που έχει καθιερωθεί από το σκεπτικό της υπόθεσης Bullock v London General Omnibus Company [1907] 1 K.B. 264 C.A. Δέστε σχετικά και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Karaolis a. a. v Charalambous
(1976)1 C.L.R. 310. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.