← Κύπρος

ΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ κ.α. ν. WATERWORLD HOLDINGS LTD, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1355/2010, 25/8/2015

ΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ κ.α. ν. WATERWORLD HOLDINGS LTD, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1355/2010, 25/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 1355/2010 Μεταξύ:

  1. ΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ
  2. ΜΑΡΙΑΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ
  3. ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Εναγόντων - και - WATERWORLD HOLDINGS LTD Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 25/08/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Χ. Θ. Χριστάκη Για την Εναγομένη: κα Μ. Χατζήκωνσταντη για Γ. Φ. Πιττάτζιης Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ .............................. σελίδα 2 [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ .............................. σελίδα 4 [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ .............. σελίδα 4 [Γ] - [α]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ .................... σελίδα 4 [Γ]. [β]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ...................... σελίδα 9 [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ............ σελίδα 12 α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1 ........ σελίδα 12 β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Στέλλας Χαραλάμπους, ΜΕ ................................σελίδα 15 γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Τζόσεφ Πέτρου, ΜΥ1 και της κας Κάλιας Ζυμπουλάκη, ΜΥ2 ................ σελίδα 16 [Ε]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ............................. σελίδα 25 α. Νομική Πτυχή ....................... σελίδα 25 β. Τελικά Συμπεράσματα ................... σελίδα 32 γ. Εξέταση Εγερθέντων Ζητημάτων .............. σελίδα 35 [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ............................ σελίδα 38 ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  4. Οι Ενάγοντες, με αυτή την αγωγή, αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης, τις ακόλουθες θεραπείες: (Α). Γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση των νομίμων και/ή συνταγματικών τους δικαιωμάτων. (Β). Τιμωρητικές αποζημιώσεις για παραβίαση ή/και προσβολή των νομίμων και/ή συνταγματικών τους δικαιωμάτων. (Γ). Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους ή/και στους υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους τους και/ή συνεργάτες τους να αναπαράγουν, αντιγράφουν, χρησιμοποιούν, παρουσιάζουν, δημοσιεύουν, κυκλοφορούν, αναρτούν ή/και να επιτρέπουν την αναπαραγωγή, αντιγραφή, χρήση, παρουσίαση, δημοσίευση, ανάρτηση, κυκλοφορία οποιασδήποτε φωτογραφίας των Εναγόντων. (Δ). Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι και/ή οι υπάλληλοι ή/και αντιπρόσωποι ή/και οι συνεργάτες τους να αποσύρουν από την κυκλοφορία οποιοδήποτε έντυπο στο οποίο περιέχονται φωτογραφίες των Εναγόντων. (Ε). Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοι ή/και οι αντιπρόσωποι ή/και οι συνεργάτες τους να παύσουν την ανάρτηση φωτογραφιών των Εναγόντων σε διαφημιστικές πινακίδες. (ΣΤ). Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοι ή/και αντιπρόσωποι ή/και συνεργάτες τους να παραδώσουν όλα τα αρνητικά των φωτογραφιών και όλες τις φωτογραφίες των Εναγόντων που έχουν στην κατοχή τους. (Ζ). Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοι ή/και αντιπρόσωποι όπως αποκαλύψουν όλα τα έντυπα στα οποία περιέχονται οι φωτογραφίες των Εναγόντων και/ή όλα τα μέσα αποτύπωσης της εικόνας των Εναγόντων. (Η). Έρευνα με σκοπό τον καθορισμό των αποζημιώσεων ή/και διάταγμα εναντίον των Εναγομένων με το οποίο να διατάσσονται να δώσουν λογαριασμούς για κέρδη (accounts of profit) που έγιναν από την καταπάτηση ή/και προσβολή από τους Εναγομένους των νομίμων και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων. (Ι). Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαια ή/και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Κ). Νόμιμο τόκο. (Λ). Έξοδα πλέον Φ. Π. Α.
  5. Εισαγωγικά, σημειώνω επιπρόσθετα, ότι, οι όποιες υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στην απόφαση μου αυτή, αποτελούν μέρος του σκεπτικού της απόφασης μου. [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  6. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, εκτός της μαρτυρίας που έδωσε ο Ενάγοντας 1, κλήθηκε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, ένας μόνο μάρτυρας, η κα Στέλλα Χαραλάμπους, αδελφή του Ενάγοντα 1 και θεία των Εναγόντων 2 και 3 (στο εξής καλούμενη «ο ΜΕ»).
  7. Προς υπεράσπιση της, η Εναγομένη, κάλεσε στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία, δύο πρόσωπα, ως εξής: i. Τον κ. Τζόσεφ Πέτρου, που είναι, ως ανέφερε, γενικός διευθυντής στο υδροπάρκο της Εναγομένης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»), και ii. Την κα Κάλια Ζυμπουλάκη, που είναι, ως ανέφερε, υπεύθυνη διαφήμισης και εξυπηρέτησης πελατών της Εναγομένης (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ2»).
  8. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν, των διαδίκων, εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ [Γ] - [α]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ
  9. Οι Ενάγοντες, με την μαρτυρία που έθεσαν υπόψη μου, υποστήριξαν την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Οι Ενάγοντες, είναι μέλη της ίδιας οικογένειας. Ο Ενάγοντας 1 είναι πατέρας των Εναγόντων 2 και 3, οι οποίοι σε κάθε ουσιώδη με την Αγωγή αυτή χρόνο, ήταν ηλικίας 12 και 10 ετών αντίστοιχα. ii. Η Εναγομένη εταιρεία, σε κάθε ουσιώδη με την Αγωγή αυτή χρόνο, διατηρούσε και λειτουργούσε στην Αγία Νάπα, υδροπάρκο, με την ονομασία Waterworld Waterpark και/ή Waterworld Themed Waterpark (στο εξής καλούμενο «το Υδροπάρκο»). iii. Το καλοκαίρι του έτους 2008, ο Ενάγοντας 1, μαζί με την σύζυγο και τα δύο τους τέκνα, - δηλαδή τους Ενάγοντες 2 και 3 - είχαν επισκεφθεί για πρώτη και μοναδική φορά το Υδροπάρκο για ψυχαγωγία. Κατά την εκεί παραμονή τους, δεν είχαν διαπιστώσει να τους έχει κάποιος φωτογραφήσει, ούτε και είχαν εκ των προτέρων ενημερωθεί, ή ζητηθεί η συγκατάθεση τους, για κάτι τέτοιο, από τον οποιονδήποτε. iv. Δύο χρόνια αργότερα, περί τον Ιούνιο του έτους 2010, είχε τηλεφωνήσει στον Ενάγοντα 1, η αδελφή του (ΜΕ) και τον είχε ερωτήσει κατά πόσο αυτός είχε φωτογραφηθεί μαζί με τα παιδιά του (Ενάγοντες 2 και 3) για διαφημιστικό του Υδροπάρκου. Ο Ενάγοντας 1 αρνήθηκε ότι έγινε κάτι τέτοιο και διερωτήθηκε να μάθει τον λόγο για την συγκεκριμένη ερώτηση της αδελφής του. Η ΜΕ, τον είχε τότε πληροφορήσει, ότι τον είχε δει, μαζί με τους Ενάγοντες 2 και 3, σε διαφήμιση του Υδροπάρκου, στο περιοδικό Time Out. v. Ο Ενάγοντας 1, είχε τότε αμέσως προμηθευτεί το εν λόγω περιοδικό και διαπίστωσε και ο ίδιος το γεγονός για το οποίο είχε πληροφορηθεί από την αδελφή του. Η συγκεκριμένη φωτογραφία, απεικόνιζε τον Ενάγοντα 1, μαζί με τους Ενάγοντες 2 και 3, με μαγιό, μέσα σε ένα φουσκωτό, σε κατάβαση από νεροτσουλήθρα. Στην θέα της φωτογραφίας, ο Ενάγοντας 1 είχε αναστατωθεί, εκνευριστεί και ντραπεί, γιατί δεν ήθελε να συμπεριλαμβάνεται και να κυκλοφορεί σε περιοδικά, φωτογραφία που απεικόνιζε τα σώματα των Εναγόντων γυμνά, ειδικά αυτά των ανήλικων τέκνων του και ειδικότερα αυτό της θυγατέρας του. vi. Την αμέσως επόμενη ημέρα, ο Ενάγοντας 1, επικοινώνησε τηλεφωνικός με το Υδροπάρκο. Η τηλεφωνητής, είχε μεταφέρει το τηλεφώνημα του στην υπεύθυνη του διαφημιστικού τμήματος του Υδροπάρκου (ΜΥ2), η οποία, είχε τότε, κατά την συνομιλία τους, αρνηθεί ότι η φωτογραφία απεικόνιζε τους Ενάγοντες, ισχυριζόμενη ότι είχαν χρησιμοποιηθεί μοντέλα για τον σκοπό. Στην εξέλιξη της συζήτησης των δύο, αυτοί λογομάχησαν και ο Ενάγοντας 1, ζήτησε να μιλήσει με τον γενικό διευθυντή του Υδροπάρκου (ΜΥ1). Του είχε τότε αναφέρει (η ΜΥ2), ότι, θα επικοινωνούσε η ίδια μαζί με τον γενικό διευθυντή του Υδροπάρκου (ΜΥ1) και θα του τηλεφωνούσε. Κάτι που έγινε την αμέσως επόμενη ημέρα, οπόταν και ο Ενάγοντας 1, είχε πληροφορηθεί από αυτήν, την θέση, ότι, είχε γίνει επέμβαση και αλλαγή στην φωτογραφία και δεν θα τους καταλάβαινε κανείς. Είχε αφαιρεθεί το μουστάκι του Ενάγοντα 1 και είχε γίνει και photoshop. Ο ίδιος, επέμεινε στην επιθυμία του να συνομιλήσει με τον γενικό διευθυντή του Υδροπάρκου (ΜΥ1), γιατί ήθελε αμέσως να αποσυρθούν οι φωτογραφίες και οι Ενάγοντες να αποζημιωθούν. Αυτή, τον πληροφόρησε ότι θα μελετούσε ξανά το ζήτημα με τον προϊστάμενο της και θα επικοινωνούσε με τον Ενάγοντα
  10. vii. Δεν επικοινώνησε όμως κάποιος με τον Ενάγοντα 1, παρά μόνο μετά από 3 ή 4 ημέρες, και συγκεκριμένα την 02/07/2010, έλαβε μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφοράς AkisEsxpress, φάκελο του Υδροπάρκου, με στοιχεία αποστολέα της Εναγομένης, εντός του οποίου υπήρχε επιστολή της Εναγομένης, με την οποία προσφερόταν στους Ενάγοντες, επιστολή προσφοράς δωρεάν εισόδου στο Υδροπάρκο για 7 άτομα (Τεκμήριο ΝΠ1). Ο Ενάγοντας 1, είχε τότε επικοινωνήσει αμέσως μαζί τους και τους ανέφερε ότι ουδέποτε ζήτησε κάτι τέτοιο και ότι θα κινείτο εναντίον τους δικαστικά. viii. Από την ημέρα που πληροφορήθηκε για την διαφήμιση από την αδελφή του (ΜΕ), ο Ενάγοντας 1 έπρεπε να αντιμετωπίσει όλους όσους άρχισαν να τον ερωτούν και να τον ειρωνεύονται για αυτό το ζήτημα. Αν δηλαδή, είχε φωτογραφηθεί με τα παιδιά του, για σκοπούς διαφήμισης. Κάποιοι του είχαν αναφέρει ότι είδαν την φωτογραφία στο περιοδικό Time Out, κάποιοι άλλοι στο περιοδικό TV-μανία, στον Τηλεθεατή, στο περιοδικό Burn Out, στην εφημερίδα Cyprus Mail, στην εφημερίδα Cyprus Weekly, στο διαδίκτυο, σε πινακίδες στο οδικό δίκτυο, σε διαφημιστικές αφίσες, σε λεωφορεία σε Πρωταρά και Αγία Νάπα και αλλού. Ενόψει τούτου, ο Ενάγοντας 1, είχε κάνει την δική του έρευνα και διαπίστωσε ότι, πράγματι, η φωτογραφία των Εναγόντων είχε συμπεριληφθεί στα εν λόγω περιοδικά και εφημερίδες, είχε αναρτηθεί στο διαδίκτυο και σε διαφημιστικές πινακίδες στο οδικό δίκτυο και ότι είχε τοποθετηθεί ως αφίσα σε λεωφορεία στον Πρωταρά και την Αγία Νάπα. Η έκταση της κυκλοφορίας της φωτογραφίας των Εναγόντων, ήταν πραγματικά τεράστια. ix. Ο Ενάγοντας 1, ουδέποτε γνώριζε για την φωτογράφηση των Εναγόντων και ουδέποτε είχε συγκατατεθεί στις ενέργειες της Εναγομένης. Προφανώς, ενόσω οι Ενάγοντες ήταν στο Υδροπάρκο, εν αγνοία τους, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την θέληση και συγκατάθεση τους, η Εναγομένη τους φωτογράφησε, για καθαρά κερδοσκοπικούς λόγους. Δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουν την φωτογραφία τους για σκοπούς διαφήμισης. x. Στην συνέχεια, η Εναγομένη, εν αγνοία των Εναγόντων, χωρίς προειδοποίηση τους, χωρίς την θέληση τους και χωρίς την άδεια τους, (α) εκτύπωσαν και κυκλοφόρησαν χιλιάδες διαφημιστικά φυλλάδια (συμπεριλαμβανομένων και εκπτωτικών κουπονιών για είσοδο στο Υδροπάρκο) στα οποία η φωτογραφία των Εναγόντων περιλαμβάνεται (Τεκμήρια ΝΠ11 και ΝΠ12), (β) τοποθέτησαν την φωτογραφία των Εναγόντων σε περιοδικά (συμπεριλαμβανομένων και ταξιδιωτικών) και εφημερίδες (Time Out (Τεκμήριο ΝΠ7), TV-μανία (Τεκμήριο ΝΠ6), Τηλεθεατής (Τεκμήριο ΝΠ8), Cyprus Mail (Τεκμήριο ΝΠ9), Cyprus Weekly (Τεκμήριο ΝΠ10), Burn Out) στην Κύπρο και στο εξωτερικό, καθώς και στο διαδίκτυο - ένδειξη του εύρους της έκθεσης της φωτογραφίας των Εναγόντων, αποτελεί το γεγονός ότι, η εφημερίδα Cyprus Weekly, ως ενημέρωσε με σχετική επιστολή της τον Ενάγοντα 1 (Τεκμήριο ΝΠ3) κατόπιν παράκλησης του, τον μήνα Αύγουστο του έτους 2010, κυκλοφόρησε 76.743 αντίτυπα -, (γ) ανάρτησαν την φωτογραφία των Εναγόντων σε μεγάλες διαφημιστικές πινακίδες σε δημόσιους χώρους (Τεκμήρια ΝΠ13Α και ΝΠ13Β), στο οδικό δίκτυο (Τεκμήριο ΝΠ5), σε λεωφορεία και σε στάσεις λεωφορείων και σε σημεία εμφανέστατα. xi. Η έκταση της έκθεσης της φωτογραφίας των Εναγόντων ως προαναφέρθηκε, τους στεναχώρησε πάρα πολύ και τους δημιούργησε αισθήματα μεγάλης ντροπής. Ιδιαίτερα γιατί οι φωτογραφία αυτή, απεικονίζει τον Ενάγοντα 1 μαζί με τα ανήλικα τέκνα του, Ενάγοντες 2 και 3, σε καθαρά προσωπικές στιγμές ψυχαγωγίας, με κολυμβητική ενδυμασία, με τα σώματα τους αποκαλυμμένα. xii. Λόγω αυτής της υπόθεσης, ο Ενάγοντας 1 αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος με επιστολή του ημερομηνίας 09/08/2010 (Τεκμήριο ΝΠ2), κάλεσε την Εναγομένη, (α) να αποσύρει όλα τα έντυπα στα οποία υπάρχει η φωτογραφία των Εναγόντων, (β) να αποσύρουν όλες τις διαφημιστικές πινακίδες στις οποίες απεικονίζονται οι Ενάγοντες και (γ) να τους αποζημιώσουν. Το αίτημα όμως των Εναγόντων δεν εισακούσθηκε. Αντιθέτως, η Εναγομένη συνέχισε για αρκετό χρονικό διάστημα να δημοσιεύει και εκθέτει την φωτογραφία των Εναγόντων κατά τον ίδιο τρόπο που έχει προαναφερθεί. Ο Ενάγοντας 1, αγόρασε τον Αύγουστο του έτους 2011, το περιοδικό Burn Out, έκδοσης Αυγούστου (Τεκμήριο ΝΠ4), από το οποίο φαίνεται (στην σελίδα 15), ότι, παρά τις διαμαρτυρίες των Εναγόντων, η Εναγομένη συνέχισε να κυκλοφορεί και εκθέτει την φωτογραφία των Εναγόντων για διαφημιστικούς σκοπούς. [Γ] - [β]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
  11. Η Εναγομένη, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, αρνήθηκε την, από πλευράς Εναγόντων, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε την δική της ακόλουθη εκδοχή: i. Αγνοεί, τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται και τα οποία αφορούν την επιχειρηματική δραστηριότητα του Ενάγοντα 1 και την ηλικία των Εναγόντων 2 και 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς επίσης και το κατά πόσο Ενάγοντας 1 και Ενάγοντες 2 και 3, έχουν οικογενειακή σχέση. ii. Η Εναγομένη αποδέχεται ότι διατηρεί κάποιο υδροπάρκο στην Αγία Νάπα. iii. Η Εναγομένη, αγνοεί κατά πόσο οι Ενάγοντες, ως οικογένεια, επισκέφτηκαν το Υδροπάρκο περί το έτος 2008 για σκοπούς ψυχαγωγίας. iv. Η Εναγομένη, αρνείται ότι προέβηκε στα όσα οι Ενάγοντες της αποδίδουν και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, αποτελούν παραβίαση των συνταγματικών ή/και νόμιμων δικαιωμάτων τους. v. Κατά ή περί το έτος 2008, έγινε φωτογράφιση στο Υδροπάρκο για διαφημιστικούς λόγους. Η φωτογράφιση όμως, δεν έγινε εν αγνοία των επισκεπτών του Υδροπάρκου. Είχαν τότε τοποθετηθεί, σε εμφανή σημεία στο Υδροπάρκο, όπως και στην κύρια είσοδο του, σχετικές προειδοποιητικές πινακίδες. vi. Η Εναγομένη, ούτε γνώριζε, ούτε γνωρίζει τους Ενάγοντες και από έντυπα που της υποδείχθηκαν, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η ταυτότητα των προσώπων που φαίνονται σε αυτά, ιδιαίτερα από το ευρύ κοινό. vii. Κανένα όφελος της Εναγομένης δεν προέκυψε και καμιά ζημιά στους Ενάγοντες. viii. Αμέσως μετά την έκδοση των διαφημιστικών εντύπων, ο Ενάγοντας 1, επικοινώνησε με την Εναγομένη διεκδικώντας αποζημιώσεις, τόσο για τον ίδιο προσωπικά, όσο και για τα ανήλικα τέκνα του, Ενάγοντες 2 και
  12. Η Εναγομένη, αρνήθηκε ότι είχε υποχρέωση αποζημίωσης τους υπό τις περιστάσεις, αλλά, ως ένδειξη καλής θέλησης, τους πρότεινε την παραχώρηση δωρεάν εισιτηρίων για είσοδο στο Υδροπάρκο, γεγονός που αποδέχθηκε ο Ενάγοντας 1, προς πλήρη ικανοποίηση κάθε αξίωσης τους. ix. Οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν αυτή την διευθέτηση και η Εναγομένη, παραχώρησε σε αυτούς δωρεάν εισιτήρια, τα οποία οι Ενάγοντες ή εκπρόσωποι ή και συγγενικά τους άτομα, τα χρησιμοποίησαν. x. Η Εναγομένη, αρνείται ότι, κατά παράβαση των συνταγματικών ή/και νόμιμων δικαιωμάτων των Εναγόντων, εν αγνοία των Εναγόντων και/ή χωρίς την συγκατάθεση τους,

(1)αναπαρήγε την φωτογραφία των Εναγόντων, ή
(2)εκτύπωσε, ή
(3)εκτύπωσε και διέθεσε και/ή διένειμε και/ή κυκλοφόρησε διαφημιστικά φυλλάδια στα οποία η φωτογραφία των Εναγόντων περιλαμβάνεται, ή
(4)ότι τοποθέτησε και/ή συμπερίλαβε την φωτογραφία των Εναγόντων σε Κυπριακά και ξένα περιοδικά και εφημερίδες και στο Διαδίκτυο,
(5)ότι ανάρτησε διαφημιστικές πινακίδες σε εξωτερικούς χώρους και σε εμφανή σημεία, στις οποίες τοποθετήθηκε η φωτογραφία των Εναγόντων. xi. Αρνείται ότι η φωτογράφιση, και/ή η λήψη, και/ή η δημοσίευση και/ή η δημοσιοποίηση της φωτογραφίας των Εναγόντων, προσβάλλει τα συνταγματικά ή/και νόμιμα δικαιώματα των Εναγόντων και απορρίπτει τις λεπτομέρειες που δόθηκαν σχετικά από τους Ενάγοντες. Αρνείται περαιτέρω και τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι υπέστησαν, συνεπεία των γεγονότων, ως αυτοί τα ισχυρίζονται, ζημιά και απώλεια. Ως εκ τούτου, απορρίπτει αυτό τον ισχυρισμό των Εναγόντων και τις λεπτομέρειες που έδωσαν σε σχέση με αυτόν, και ισχυρίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτός ο ισχυρισμός, είναι υπερβολικός και εξογκωμένος. xii. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγόντων, ότι, της απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 09/08/2010, με την οποία της ζητούσαν,
(1)να αποσύρει όλα τα έντυπα επί των οποίων απεικονιζόταν και/ή ήταν τυπωμένη και/ή εμφανιζόταν η φωτογραφία τους,
(2)να κατεβάσουν όλες τις διαφημιστικές πινακίδες στις οποίες απεικονίζονταν οι Ενάγοντες και
(3)να τους αποζημιώσει για την βλάβη τους· η Εναγομένη υποστηρίζει ότι, αυτή, ήταν άνευ βλάβης και ότι αποτελούσε μέρος γραπτών και προφορικών παραστάσεων των Εναγόντων προς την Εναγομένη που αποσκοπούσε στην εκβίαση της σε πληρωμή υπέρογκων ποσών για να μην κινηθεί εναντίον της αγωγή στο Δικαστήριο, πράγμα που δεν έγινε αποδεκτό από την Εναγομένη. xiii. Η Εναγομένη διαφωνεί με τους ισχυρισμούς και θέσεις των Εναγόντων με τις οποίες προβάλλουν λόγους και παράγοντες διεκδίκησης επαυξημένων αποζημιώσεων και υποστηρίζουν ότι, οι Ενάγοντες δεν υπέστηκαν καμία ζημιά. [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  1. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[i]
  2. Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[ii]. α. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1
  3. Ο Ενάγοντας 1, ως μάρτυρας, μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Ανέπτυξε τις θέσεις του σε ότι αφορούσε τα επίδικα γεγονότα κατά την κυρίως εξέταση του, χωρίς απόκλιση από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων και χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις όταν αντεξετάστηκε σε σχέση με αυτές. Πλείστες από τις θέσεις του αυτές, άλλωστε, όπως π. χ. η δημοσίευση της επίδικης φωτογραφίας, ή καλύτερα, της διαφήμισης της Εναγομένης, και το εύρος της δημοσίευσης της ή και προβολής της επίδικης φωτογραφίας, τεκμηριώθηκε από τον Ενάγοντα 1 με την παρουσίαση των Τεκμηρίων ΝΠ3, ΝΠ4, ΝΠ5, ΝΠ6, ΝΠ7, ΝΠ8, ΝΠ9, ΝΠ10, ΝΠ11, ΝΠ12, ΝΠ13(Α και Β), που είναι ή παρουσιάζουν, δημοσιεύσεις, ή, ανάρτηση, της επίδικης φωτογραφίας, για σκοπούς διαφήμισης της Εναγομένης σε περιοδικά, εφημερίδες, διαφημιστικές πινακίδες και διαφημιστικά έντυπα.
  4. Είναι γεγονός ότι, στην μαρτυρία του Ενάγοντα, εντοπίζονται κάποια στοιχεία υπερβολής, που εντοπίζονται στις αναφορές του
(1)ότι, πολύ εύκολα αναγνωρίζεται ως το πρόσωπο στην επίδικη φωτογραφία,
(2)ότι, εκτός της αδελφής του, ΜΕ, πολλά άλλα πρόσωπα τον αναγνώρισαν σε αυτήν και
(3)ότι από τα λεγόμενα τους ένιωσε ντροπή στην έκταση που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Δεν θεωρώ όμως ότι, το στοιχείο αυτό της μαρτυρίας του, έχοντας αυτήν υπόψη μου στο σύνολο της, την καθιστά αναξιόπιστη και απορριπτέα.
  1. Βρίσκω συναφώς και αποδέχομαι, - έχοντας υπόψη μου την επίδικη φωτογραφία, ως αυτή παρουσιάζεται δημοσιευμένη στα διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και διαφημιστικά, Τεκμήρια ΝΠ4, ΝΠ6, ΝΠ7, ΝΠ8, ΝΠ9, ΝΠ10, ΝΠ11 και ΝΠ12 και αντιπαραβάλλοντας την με τις φωτογραφίες Τεκμήρια ΝΠ14 και ΚΖ2(1 έως 4), αλλά και την όψη του Ενάγοντα 1, ως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω κατά την ενώπιον μου παρουσία του - ότι, τόσο ο Ενάγοντας 1, όσο και η ανήλικη θυγατέρα του, Ενάγουσα 2[1], - κυρίως λόγω του ότι η επίδικη φωτογραφία παρουσιάζεται από πλάνο μακρινό και όχι λόγω αλλοιώσεων από την όποια τεχνική επεξεργασία[2] στην επίδικη φωτογραφία -, μπορούσαν, μετά από προσεκτική εξέταση της, να αναγνωριστούν, ως τα πρόσωπα που η επίδικη φωτογραφία παρουσιάζει, τόσο από τους ίδιους, όσο και από πρόσωπα που τους γνωρίζουν πάρα πολύ καλά, όπως είναι η αδελφή του Ενάγοντα 1 (και θεία των Εναγόντων 2 και 3), ΜΕ, και ο κουνιάδος του Ενάγοντα 1, Νικόλας Γεωργίου. Πρόσωπα δηλαδή του στενού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος τους.
  2. Τώρα, σε ότι αφορά την έκταση της ενόχλησης των Εναγόντων και δη του Ενάγοντα 1, που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο κηδεμόνας των Εναγόντων 2 και 3, αποδέχομαι ότι, αυτή, προέρχεται από το γεγονός της έκθεσης της συγκεκριμένης[3] φωτογραφίας τους, για λόγους διαφήμισης της Εναγομένης, και της έκτασης που η εν λόγω διαφήμιση έλαβε, χωρίς την συγκατάθεση του Ενάγοντα
  3. Και όχι από ντροπή που δημιουργήθηκε από σχόλια προσώπων εκτός του στενού οικογενειακού ή και φιλικού τους περιβάλλοντος. Τα συναισθήματα του Ενάγοντα 1, θυμού και ντροπής, που τον ενόχλησαν και αναστάτωσαν, πιστεύω ότι τέτοια ήταν, όμως αυτά, δεν του δημιουργήθηκαν, ως προανέφερα, από τα εκτεταμένα σχόλια τρίτων, παρά μόνο, λόγω του ότι ό ίδιος έκρινε - και πολύ λογικά βρίσκω - απαράδεκτη την έκθεση της επίδικης φωτογραφίας ως μέρος διαφημιστικού υλικού, έχοντας υπόψη και την έκταση της, και πως αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί από τρίτους και να σχολιαστεί.
  4. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα, εξαιρουμένης μόνο της μαρτυρίας του στην οποία έχω προαναφερθεί, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. β. Αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Στέλλας Χαραλάμπους, ΜΕ
  5. Η ΜΕ, μου έκανε και αυτή καλή εντύπωση. Ήταν σαφής ως προς το γεγονός ότι αναγνώρισε τους Ενάγοντες σε ένα εκ των δύο περιοδικών που λαμβάνει Σαββάτο και Κυριακή μαζί με την εφημερίδα που συνήθως αγοράζει στην επίδικη φωτογραφία που εκτίθετο σε αυτό, ότι ενημέρωσε σχετικά τον Ενάγοντα 1, ο οποίος αναστατώθηκε πάρα πολύ από το γεγονός της δημοσίευσης της, χωρίς την συγκατάθεση του, για σκοπούς διαφήμισης της Εναγομένης.
  6. Και αυτής η μαρτυρία ήταν κάπως υπερβολική, στο σημείο που αφορούσε τον ισχυρισμό της περί του ότι ο αδελφός της δεν αρέσκετε, γενικά και από πολύ νεαρή ηλικία, να φωτογραφίζεται. Δεν βρίσκω όμως ότι, αυτό το στοιχείο της μαρτυρίας της, όπως και στην περίπτωση του Ενάγοντα 1, μπορεί να την κρίνει αναξιόπιστη. Άλλωστε, αντεξεταζόμενη, δεν επέμεινε και πολύ σε αυτή της την θέση, αποδεχόμενη ότι, μία ή δύο φορές συνέβη να ζητηθεί από τον Ενάγοντα 1 να φωτογραφηθεί με την οικογένεια τους όταν ήταν παιδιά και αυτός αρνήθηκε γιατί δεν του άρεσε.
  7. Η αντίφαση, κατά την συνήγορο της Εναγομένης, μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΕ και του Ενάγοντα 1, που εντοπίζεται στο ότι, η ΜΕ, όταν ερωτήθηκε, σε ποιο περιοδικό είχε δει δημοσιευμένη την φωτογραφία, αναφέρθηκε σε άλλο περιοδικό από αυτό που ανέφερε ο Ενάγοντας κατά την δική του μαρτυρία, δεν είναι κατά την άποψη μου ουσιαστική. Η ΜΕ, διευκρίνισε, ως προανέφερα, ότι είδε την επίδικη φωτογραφία, σε ένα εκ των δύο περιοδικών που παίρνει μαζί με την εφημερίδα που συνήθως αγοράζει Σάββατο και Κυριακή και ότι δεν ήταν σίγουρη σε ποιο από τα δύο περιοδικά την είδε. Ως εκ τούτου, η όποια αντίφαση μεταξύ των δύο μαρτυριών, κατά την άποψη μου, σε αυτό το γεγονός πρέπει να οφείλεται, το οποίο η ΜΕ δεν δίστασε να καταθέσει.
  8. Τα ίδια ισχύουν και για την μαρτυρία της ΜΕ σε ότι αφορά, ποια φωτογραφία (και την σχετική υπόδειξη της στο Τεκμήριο ΝΠ14, - εν σχέση με τα Τεκμήρια ΝΠ5 έως ΝΠ14 που της υποδείχθηκαν -), είχε πράγματι δει στο περιοδικό και για την οποία πληροφόρησε τον Ενάγοντα
  9. Αποδέχομαι ότι, η αντίφαση αυτή στην μαρτυρία της ΜΕ - αφού το Τεκμήριο ΝΠ14, παρουσιάζει μία φωτογραφία εκτός της νεροτσουλήθρας και σίγουρα όχι την επίδικη -, οφείλεται σε σύγχυση λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τον χρόνο που εκτυλίχθησαν τα γεγονότα, ήτοι, περί τα μέσα του έτους 2010, μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2014 που έδωσε την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, και όχι σε οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να καταστήσει αναξιόπιστη την μαρτυρία της. Σημειώνω εδώ, ότι, ήταν εμφανές στο Δικαστήριο, από το παρουσιαστικό της ΜΕ και μόνον, ότι είναι πρόσωπο μεγάλης ηλικίας, γεγονός που δικαιολογεί, σε περιπτώσεις μαρτυρίας, κάποια σύγχυση ή κακή θύμηση.
  10. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ, στο βαθμό που η προαναφερόμενη υπερβολή στην μαρτυρία της να αποκλείεται, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Προβαίνω, δε, βάσει αυτής, και στα ανάλογα, σύμφωνα με τα επίδικα θέματα, ευρήματα. γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Τζόσεφ Πέτρου, ΜΥ1 και της κας Κάλιας Ζυμπουλάκη, ΜΥ2
  11. Αξιολογώντας την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, καταλήγω ότι, σε αυτή, δεν μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για να εξάξω τα συμπεράσματα μου. Αναφέρω ακολούθως, ενδεικτικά, ποια στοιχεία με οδήγησαν σε αυτή την κατάληξη:
  12. Ξεκινώ, από την δικογραφημένη υπερασπιστική θέση της Εναγομένης και πως αυτή τροποποιήθηκε, κατόπιν αιτήματος της, με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/10/
  13. Με την αρχική έκθεση υπεράσπισης της, ημερομηνίας 30/12/2010, η Εναγομένη, με την παράγραφο 4 αυτής, ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι, «. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι αρνούνται και διαφωνούν ότι προέβησαν στα αποδιδόμενα σε αυτούς. Ίσως τρίτα πρόσωπα ή και εταιρείες να εφωτογράφισαν ή και εκτύπωσαν διαφημιστικά έντυπα που να δείχνουν χιλιάδες παραθεριστές στο υδροπάρκο. Πιθανόν στους παραθεριστές αυτούς να είναι και οι ενάγοντες. Όμως κάτι τέτοιο και να γινόταν από τους εναγομένους δεν συνιστά .» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Τελικά, δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/10/2012, η εν λόγω παράγραφος της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης διαγράφηκε και σε αντικατάσταση της, εισήχθηκαν οι υφιστάμενες παράγραφοι 4, 5, 6 και
  14. Με την γενόμενη τροποποίηση, η Εναγομένη πρόβαλλε πλέον, μεταξύ άλλων και τον ακόλουθο ισχυρισμό[4]. «. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι αρνούνται και διαφωνούν ότι προέβησαν στα αποδιδόμενα σε αυτούς. Είναι η θέση των εναγομένων ότι κατά ή περί το 2008 έγινε φωτογράφιση για διαφημιστικούς λόγους. Η φωτογράφιση όμως δεν ήτο εν αγνοία των επισκεπτών. Είναι η θέση των εναγομένων ότι είχαν τοποθετηθεί σε εμφανή σημεία όπως και στην κύρια είσοδο σχετικές προειδοποιητικές πινακίδες. .» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Είναι προφανές ότι η υπερασπιστική θέση της Εναγομένης, με την προαναφερόμενη τροποποίηση, άλλαξε ουσιαστικά. Σημασία όμως εδώ, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας, δεν έχει η τροποποίηση, αυτή καθ' αυτή, αλλά τα γεγονότα που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του αιτήματος. Προς υποστήριξη λοιπόν του αιτήματος της Εναγομένης για την προαναφερόμενη τροποποίηση, την 20/08/2012, ο ΜΥ1, προέβηκε σε ένορκο δήλωση, με την οποία δήλωνε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα. «Κατά ή περί τον Μάιο του 2012 όταν ήτο ορισμένη για ακρόαση η ανωτέρω υπόθεση, ενημέρωσα τους δικηγόρους μου για πρώτη φορά για τα κάτωθι γεγονότα τα οποία μου ανέφεραν δεν μπορώ να τα επικαλεστώ γιατί δεν έχουν δικογραφηθεί και είναι τα ακόλουθα: .». Σημειώνεται ότι, στα γεγονότα αυτά, προβλήθηκε από τον ΜΥ1 και ο ισχυρισμός της υφιστάμενης παραγράφου 4 της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης. Περαιτέρω και στην συνέχεια, στην εν λόγω ένορκο δήλωση του, ο ΜΥ1, ανέφερε και το εξής «Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, για να μπορέσω να τα αναφέρω στο Δικαστήριο θα πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης μας. Εγώ δεν γνώριζα ότι έπρεπε να δικογραφηθούν. Είχα την εντύπωση ότι θα τα έλεγα στην μαρτυρία μου» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Ως προκύπτει από τα αναφερόμενα του ΜΥ1 στην ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 20/08/2012, η αλλαγή της υπεράσπισης της Εναγομένης βασίστηκε στον ισχυρισμό του ΜΥ1, ότι, τα όσα εισήχθησαν με την τροποποίηση, δεν γνώριζε ότι έπρεπε να δικογραφηθούν. Δεν αποδέχομαι αυτό τον ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη, κατ' αρχήν ότι, μία από τις ουσιαστικότερες θέσεις της Εναγομένης ως προς τα γεγονότα - ήτοι, ότι, όντως έγινε η φωτογράφιση, αλλά αυτή δεν ήταν εν αγνοία των Εναγόντων[5] - δεν είναι λογικό ότι θα μπορούσε να παραλειφθεί από πλευράς της από την έκθεση υπεράσπισης της, έτσι απλά και να επιδιώκεται η τροποποίηση της με την προαναφερόμενη γενικόλογη δικαιολογία. Όταν μάλιστα είχε εισαχθεί ήδη ως υπεράσπιση της, ένας εντελώς αντίθετος ισχυρισμός σε ότι αφορούσε τα γεγονότα - ήτοι, ότι η φωτογράφιση δεν έγινε από την ίδια ή για λογαριασμό της, αλλά ότι ίσως τρίτα πρόσωπα ή και εταιρείες να φωτογράφισαν ή και εκτύπωσαν διαφημιστικά έντυπα που να δείχνουν χιλιάδες παραθεριστές στο υδροπάρκο, μεταξύ των οποίων, ίσως και τους Ενάγοντες. Σε αυτά, ας σημειωθεί και η μαρτυρία του ΜΥ1, κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης, όπου κατά την αντεξέταση του, αποδέχθηκε ότι, ο φωτογράφος που έλαβε την επίδικη φωτογραφία, κάποιος Άγγελος, ήταν μόνιμο προσωπικό (ως φωτογράφος) της Εναγομένης. Καθώς επίσης και την μαρτυρία του ότι, όλα όσα αφορούσαν τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ο ίδιος, τα είχε συζητήσει με τον δικηγόρο της Εναγομένης, από τότε που είχε παραλάβει η Εναγομένη την επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 09/08/2010, Τεκμήριο ΝΠ2, με τις απαιτήσεις των Εναγόντων. Δηλαδή από τον Αύγουστο του έτους
  15. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της υφιστάμενης παραγράφου 4 της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης, είναι, ως έχω ήδη σημειώσει, ουσιαστικά, η υπεράσπιση της Εναγομένης και δεν έχω πεισθεί ότι θα μπορούσε να παραλειφθεί από την αρχική έκθεση υπερασπίσεως της, όταν μάλιστα είχε προηγηθεί - κατά τα λεγόμενα του ίδιου του ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του -, το έτος 2010, συζήτηση της υπόθεσης με τον δικηγόρο της Εναγομένης, για να χειριστεί το ζήτημα, όπως αυτό είχε προκύψει, με τις απαιτήσεις των Εναγόντων. Συζητήσεις που δεν οδήγησαν σε εξώδικη διευθέτηση, έστω και άνευ βλάβης ή χαριστικά, αλλά στην καταχώριση αυτής της Αγωγής, τον Δεκέμβριο του έτους
  16. Κάποιους μήνες, δηλαδή, μετά. Και μάλιστα, αυτός ο πολύ ουσιαστικός, για την υπεράσπιση της Εναγομένης, ισχυρισμός, να εισαχθεί μετά πάροδο δύο περίπου ετών, δια τροποποιήσεως, το έτος
  17. Ο ΜΥ1, όταν, κατά την ακρόαση της υπόθεσης αντεξεταζόμενος, ήρθε αντιμέτωπος με τα προαναφερόμενα, δεν έπεισε καθόλου με την απάντηση του, - «η θέση μας είναι ως η παράγραφος 4 της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης» - με την οποία, απέφυγε ουσιαστικά να απαντήσει στην ερώτηση.
  18. Ο ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέταση του, υποστήριξε ότι, η διαφήμιση, με την επίδικη φωτογραφία, έγινε τους καλοκαιρινούς μήνες του έτους 2010 και κάλυπτε την περίοδο από Μάιο μέχρι Οκτώβριο. Μπορεί να χρησιμοποιήθηκε, ισχυρίστηκε, και το έτος 2011, σε διαφημιστικά έντυπα, από την άποψη ότι εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και μπαράκια, αυτά που η Εναγομένη είχε διαθέσει το έτος 2010 και δεν είχαν εξαντληθεί. Θέση όμως την οποία μετέβαλε κατά την αντεξέταση του, πέραν της μίας φοράς, αφού, αποδέχθηκε ότι έγινε και δημοσίευση της και στο περιοδικό Burn Out (δέστε το Τεκμήριο ΝΠ4) το έτος 2011 (έκδοση Αυγούστου), όταν είχε αμέσως προηγουμένως επιχειρήσει να υποστηρίξει τα προαναφερόμενα του της κυρίως εξέτασης του. Ότι δηλαδή, η διαφήμιση της Εναγομένης σε περιοδικά το έτος 2011, περιελάμβανε διαφορετική φωτογραφία («άλλο διαφημιστικό») και ότι αν η επίδικη φωτογραφία είχε διατεθεί και εκτεθεί δημόσια, ήταν από διαφημιστικά έντυπα που είχαν εκδοθεί την προηγούμενη χρονιά. Δηλαδή κατά το έτος
  19. Παρεμβάλλω, εδώ, τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ως καταγράφεται στις παραγράφους 10 και 11 της έκθεσης απαίτησης του, τον οποίο υποστήριξε και δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι, μετά και την αποστολή, μέσω του δικηγόρου του, της επιστολής απαίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 09/08/2010, Τεκμήριο ΝΠ2, η Εναγομένη συνέχισε την δημοσίευση και έκθεση της επίδικης φωτογραφίας. Ισχυρισμό με τον οποίο η Εναγόμενη, προδικαστικά και με την έκθεση υπεράσπισης της, διαφωνούσε. Δέστε σχετικά την παράγραφο 14 της έκθεσης υπεράσπισης της. Σαφέστατα, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, η μαρτυρία του ΜΥ1, εκτός του ότι ήταν αντιφατική, μεταξύ των αναφερομένων του, της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης του, δεν συμφωνεί, ούτε και με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης. Σχετική με τα προαναφερόμενα, είναι και η εξής αντίφαση που εντοπίζεται στην μαρτυρία του ΜΥ1, επίσης μεταξύ των αναφερομένων του στην κυρίως εξέταση και αντεξέταση του. Θέση των Εναγόντων, ήταν, ως προανέφερα, ότι η επίδικη φωτογραφία, χρησιμοποιήθηκε από την Εναγομένη για διαφημιστικούς σκοπούς και το έτος
  20. Με την οποία θέση η Εναγομένη, ως προαναφέρθηκε, προδικαστικά, δια της έκθεσης υπεράσπισης της, διαφωνούσε. Μάλιστα, όταν ο Ενάγοντας 1 αναφέρθηκε στα γεγονότα που τεκμηριώνουν την θέση αυτή των Εναγόντων, εκτός του ισχυρισμού του ότι η επίδικη φωτογραφία είχε δημοσιευθεί και κυκλοφορήσει στο ευρύ κοινό με το περιοδικό Burn Out (δέστε το Τεκμήριο ΝΠ4) το έτος 2011 (έκδοση Αυγούστου), υποστήριξε ότι, είχε εκτεθεί και στην κρατική έκθεση το έτος
  21. Παρουσίασε μάλιστα προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού και τις φωτογραφίες Τεκμήρια 13Α και 13Β. Ο ισχυρισμός αυτός του Ενάγοντα 1 και ειδικότερα το πότε ελήφθησαν οι φωτογραφίες Τεκμήρια 13Α και 13Β, διερευνήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ο Ενάγοντας 1, παρέμεινε σταθερός στην θέση του. Εν συνεχεία, όταν πλέον η Εναγομένη παρουσίασε την υπόθεση της στο Δικαστήριο, δια της μαρτυρίας του ΜΥ1, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η έκθεση στην οποία η Εναγομένη έλαβε μέρος, έλαβε χώρα το έτος
  22. Θέση την οποία ο ΜΥ1 δεν υποστήριξε κατά την αντεξέταση του, αφού αποδέχθηκε ότι, οι φωτογραφίες Τεκμήρια 13Α και 13Β είναι από την έκθεση ταξιδίου που τελέστηκε το έτος
  23. Η Εναγομένη, σε μια προσπάθεια να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι η επίδικη φωτογραφία δεν λήφθηκε εν αγνοία των Εναγόντων ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διαφήμισης του Υδροπάρκου, ισχυρίστηκε ότι, τόσο στην είσοδο του Υδροπάρκου, όσο και στο ταμείο όπου καταβάλλεται το αντίτιμο για την είσοδο σε αυτό, αλλά και των παιχνιδιών εντός του Υδροπάρκου, υπήρχαν σχετικές ανακοινώσεις. Στην μεν είσοδο (εντός του Υδροπάρκου), υπάρχει, ως ισχυρίστηκε η Εναγομένη δια του ΜΥ1, τοίχος στον οποίο έχουν χαραχτεί οι όροι λειτουργίας του Υδροπάρκου, μεταξύ των οποίων και ο ακόλουθος. «Σας ενημερώνουμε ότι για λόγους διαφήμισης και προώθησης, μέρη του πάρκου ενδέχεται να μαγνητοσκοπηθούν και να φωτογραφηθούν κατά την διάρκεια της ημέρας. Μέλη του κοινού που θα εμφανίζονται σε αυτά δεν θα έχουν καμία απαίτηση από την εταιρεία που θα εκτελεί την φωτογράφιση/μαγνητοσκόπηση ή τη διοίκηση του πάρκου». Παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού και οι φωτογραφίες, Τεκμήρια ΤΠ1 και ΤΠ2 αντίστοιχα. Ισχυρισμός που υποστηρίχθηκε και από την ΜΥ2, η οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικά και την φωτογραφία Τεκμήριο ΚΖ
  24. Στην δε είσοδο, στο ταμείο, και σε αυτήν κάθε παιχνιδιού, υπήρχαν οι ανακοινώσεις, ως αυτές των Τεκμηρίων ΤΠ3 και ΤΠ4 που παρουσιάστηκαν από τον ΜΥ1 και του Τεκμηρίου ΚΖ1, που παρουσιάστηκε από την ΜΥ
  25. Το παράλογο αυτού του ισχυρισμού της Εναγομένης εντοπίζεται στα εξής:
(1)Αν κατά τον ουσιώδη χρόνο της λήψης της επίδικης φωτογραφίας, υπήρχε ο προαναφερόμενος όρος χαραγμένος στον τοίχο στην είσοδο του πάρκου και τοποθετημένες σε κάθε παιχνίδι και οι προαναφερόμενες ανακοινώσεις, και εάν η ΜΥ2 είχε, ως ισχυρίστηκε, αναφέρει στον Ενάγοντα 1 κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία τον Ιούνιο του 2010, την ύπαρξη τους, η Εναγομένη, όταν πλέον οι Ενάγοντες, παρά την διευθέτηση της απαίτησης τους από την Εναγομένη (έστω και χαριστικά - ως είναι και ο σχετικός ισχυρισμός της Εναγομένης), με την έκδοση επτά εισιτηρίων για δωρεάν είσοδο στο Υδροπάρκο, επανήλθαν, - αυτή μάλιστα την φορά, μέσω δικηγόρου -, τον Αύγουστο του ίδιου έτους (δύο μόλις μήνες, περίπου, μετά) και με επιπλέον απαιτήσεις, για χρηματική αποζημίωση ύψους €20.000 και απόσυρση κάθε διαφημιστικού υλικού που περιείχε την επίδικη φωτογραφία - απαίτηση που ισοδυναμούσε σε επιπρόσθετο κόστος για την Εναγομένη λόγω της ευρείας έκθεσης της φωτογραφίας σε διαφημιστικά έντυπα και των σχετικών με την διαφήμιση αυτή συμφωνιών της με τρίτους - πιο πιθανόν, ως πιο λογικό, θα εξέθετε και η ίδια την θέση της που καθιστά κατά την άποψη της ανεδαφικές τις απατήσεις των Εναγόντων. Πιο λογικό, ως πιο πιθανό, είναι ότι, η Εναγομένη θα απαντούσε γραπτώς στον δικηγόρο των Εναγόντων, με αναφορά στα γεγονότα που αφορούν την κατά τον ισχυρισμό της χαριστική διευθέτηση της απαίτησης των Εναγόντων και την επιστολή της Τεκμήριο ΝΠ1, καθώς επίσης και την ύπαρξη του προαναφερόμενου όρου, ως όρο χρήσης του Υδροπάρκου από τους Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς επίσης και την ύπαρξη των σχετικών ανακοινώσεων δια των οποίων, καθίστατο εμφανές ότι οι Ενάγοντες είχαν γνώση για τα της φωτογράφισης και τον σκοπό της και ότι είχαν συναινέσει με αυτήν. Τέτοια γραπτή τοποθέτηση της Εναγομένης δεν υπήρξε, ούτε και είχε προσφερθεί ως ισχυρισμός προς υπεράσπιση της με την πρώτη ευκαιρία, όταν πλέον είχε κινηθεί αυτή η δικαστική διαδικασία εναντίον της, παρά το γεγονός ότι, ως ανέφερε και ο ΜΥ1, η Εναγομένη είχε από τότε λάβει και την συμβουλή του δικηγόρου της. Για τα των ισχυρισμών της αρχικής έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης και της τροποποίησης της, παραπέμπω στα όσα έχω ήδη προαναφέρει. Δεν κρίνω απαραίτητο να επαναληφθούν και εδώ, αλλά είναι και εδώ πολύ σχετικά.
(2)Η Εναγομένη, όταν μετά και την τηλεφωνική επικοινωνία του Ενάγοντα 1 με την ΜΥ2, αποφάσιζε τον Ιούνιο του έτους 2010 να αποζημιώσει, έστω και χαριστικά τους Ενάγοντες, με την έκδοση επτά δωρεάν εισιτηρίων για είσοδο στο Υδροπάρκο, πιο πιθανόν, ως πιο λογικό, θα ήταν, στην επιστολή της ημερομηνίας 14/07/2010, Τεκμήριο ΝΠ1, θα γινόταν αναφορά στο γεγονός της χαριστικής αυτής ενέργειας της, χωρίς την αποδοχή οποιασδήποτε ευθύνης. Καμία τέτοια αναφορά δεν γίνεται στην εν λόγω επιστολή, παρά μόνο ότι «προσφέρεται» στον Ενάγοντα 1 και την οικογένεια του, ως προαναφέρθηκε, δωρεάν είσοδος στο Υδροπάρκο.
  1. Η Εναγομένη, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ως προανέφερα, ότι, η όποια απαίτηση των Εναγόντων, διευθετήθηκε πριν την καταχώριση αυτής της Αγωγής, με την χαριστική, από πλευράς της, παραχώρηση δωρεάν εισόδου για επτά άτομα στον Ενάγοντα 1, την οποία οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στις παραγράφους 6 και 7 της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης: «
  2. . Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι είχαν υποχρέωση αποζημίωσης υπό τις περιστάσεις αλλά ως ένδειξη καλής θέλησης του πρότειναν την παραχώρηση δωρεάν εισιτηρίων για είσοδο στο υδροπάρκο γεγονός που αποδέχθηκε ο ενάγων 1 προς πλήρη ικανοποίηση κάθε αξίωσης.
  3. Είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την πιο πάνω διευθέτηση και οι εναγόμενοι παραχώρησαν δωρεάν εισιτήρια τα οποία οι ενάγοντες ή και εκπρόσωπος ή και συγγενικά τους άτομα τα χρησιμοποίησαν». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας 1, δεν αποδέχθηκε αυτό τον ισχυρισμό. Υποστήριξε ότι, ενώ επιθυμία του ήταν να συνομιλήσει με τον γενικό διευθυντή του Υδροπάρκου, ΜΥ1, για τις απαιτήσεις των Εναγόντων, ως αυτές προέκυπταν από το γεγονός της επίδικης διαφήμισης, και ενώ η ΜΥ2 του είχε πει ότι θα συνομιλούσε αυτή μαζί του (τον ΜΥ1) και θα επικοινωνούσαν οι ίδιοι ξανά μαζί του, έλαβε κάποιες ημέρες μετά, μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφοράς AkisExpress, την επιστολή ημερομηνίας 01/07/2010, Τεκμήριο ΝΠ
  4. Τα στοιχεία του Ενάγοντα 1, ώστε κάτι τέτοιο να ήταν εφικτό, η ΜΥ2 τα είχε ζητήσει και λάβει, ανέφερε ο Ενάγοντας 1, από αυτόν, ακριβώς λόγω της επικοινωνίας του μαζί με την Εναγομένη και των απαιτήσεων των Εναγόντων, για να μπορεί η Εναγομένη να επικοινωνήσει μαζί του, ως ήταν και η σχετική συνεννόηση τους. Παρουσίασε μάλιστα στο Δικαστήριο την εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο ΝΠ1, το περιεχόμενο της οποίας αντικρούει τον ισχυρισμό της Εναγομένης ότι, οι Ενάγοντες, όχι μόνο αποδέχθηκαν μέσω του Ενάγοντα 1 την προαναφερόμενη χαριστική διευθέτηση, αλλά εν συνεχεία, χρησιμοποίησαν, κατόπιν επίσκεψης τους στο Υδροπάρκο, και τα δωρεάν εισιτήρια. Είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, ότι, η είσοδος στο Υδροπάρκο θα γινόταν επιτρεπτή, αποκλειστικά και μόνον με την υπόδειξη του πρωτότυπου της εν λόγω επιστολής και μόνο για μία φορά. Ως εκ τούτου, πιο πιθανό, ως πιο λογικό, θα ήταν, αν οι Ενάγοντες αποδέχονταν την διευθέτηση και χρησιμοποιούσαν την εν λόγω επιστολή για να εισέλθουν δωρεάν στο Υδροπάρκο, ότι αυτή θα κατακρατείτο από την Εναγομένη και δεν θα υπήρχε περίπτωση αυτή, να παρουσιαστεί κατά την ακροαματική διαδικασία στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα
  5. Θέση των Εναγόντων, που δεν ανατράπηκε θετικά από την Εναγομένη δια της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2, η οποία είχε το βάρος απόδειξης[6] του προαναφερόμενου, στην παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης της, ισχυρισμού της.
  6. Η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, κινήθηκε επί της ίδιας βάσης και στηρίχθηκε στους ίδιους ισχυρισμούς περί τα γεγονότα και ως εκ τούτου, τα πιο πάνω αναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από πλευράς Εναγομένης, με οδηγούν να απορρίψω την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 στην ολότητα της, εξαιρουμένων πάντοτε των όσων ανέφεραν αναφορικά με τα μη επίδικα γεγονότα. [Ε]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ, ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ α. Νομική Πτυχή
  7. Βάση της Αγωγής[iii] που ηγέρθηκε από πλευράς Εναγόντων και βασικός άξονας της επιχειρηματολογίας του δικηγόρου τους ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί, παραβίαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος από πλευράς Εναγομένης σε βάρος των Εναγόντων, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής[iv] και οικογενειακής ζωής[v]. Αυτό προνοεί: «
  8. Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.
  9. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  10. Το Άρθρο αυτό, αντιστοιχεί στο Άρθρο 8[vi] της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο εξής καλούμενη «η Ε.Σ.Π.Α.Δ.»), οι πρόνοιες της οποίας και το πρόσθετο σε αυτή Πρωτόκολλο, σε ότι αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, ενσωματώνονται ουσιαστικά και χρησιμοποιούνται ως πρότυπο, στο ΙΙ Μέρος του Συντάγματος μας, που αναφέρεται σε αυτά, ως αποτέλεσμα του Άρθρου 5 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας.
  11. Περιορισμός, στο υπό αναφορά δικαίωμα, μπορεί να τεθεί, και η επέμβαση να επιτραπεί με Νόμο, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο και στο βαθμό που η ανάγκη επιβάλλει[vii]. Η ανάγκη πρέπει να είναι, σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλούμενο «το Ε.Δ.Α.Δ.»), όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας. Από κανένα, εκτός αν το επιτρέπει ο Νόμος, για τους σκοπούς που καθορίζει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 15 του Συντάγματος, ως έχει προαναφερθεί, δεν επιτρέπεται επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής[viii].
  1. Η δημοσίευση φωτογραφιών, ως έχει ήδη νομολογηθεί[ix] από το Ε.Δ.Α.Δ., εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 8 της Ε.Σ.Π.Α.Δ., ήτοι, της ιδιωτικής ζωής. Η εικόνα, ενός ατόμου, αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του, αφού αποκαλύπτει μοναδικά χαρακτηριστικά του, που τον διακρίνουν από τους υπόλοιπους. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα η εικόνα ενός ατόμου να τυγχάνει προστασίας, αποτελεί ένα από τους πυλώνες της προσωπικής του ανάπτυξης. Προϋποθέτει κυρίως το δικαίωμα του ατόμου να ελέγχει τη χρήση της εικόνας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να αρνηθεί τη δημοσίευση της.
  2. Το ζήτημα, τίθεται ξεκάθαρα, στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση, Kϋchl v Austria, υπ' αρ. 51151/06, ημερομηνίας 04/12/
  3. Παραθέτω σχετική περικοπή από το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, της παραγράφου 58: «In respect of Article 8, the Court has already held that the concept of private life extends to aspects relating to personal identity, such as a person's name, photo or physical and moral integrity (see Von Hannover (no. 2), cited above, § 95). Regarding photographs the Court has stated that a person's image constitutes one of the chief attributes of his or her personality, as it reveals the person's unique characteristics and distinguishes the person from his or her peers. The right to the protection of one's image is thus one of the essential components of personal development. It mainly presupposes the individual's right to control the use of that image including the right to refuse publication thereof (ibid., § 96; see also Standard Verlags GmbH v. Austria (no. 2), no. 21277/05, § 48, 4 June 2009, and Hachette Filipacchi Associés (ICI PARIS) v. France, no. 12268/03, § 53, 23 July 2009)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Στην απόφαση του στην υπόθεση Von Hannover v Germany, υπ' αρ. 59320/00, ECHR 2004-VI, - υπόθεση ορόσημο, αναφορικά με τις πρόνοιες του Άρθρου 8 της Ε.Σ.Π.Α.Δ., εν σχέση με την παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής από δημοσίευση φωτογραφιών - το Ε.Δ.Α.Δ. αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «
  5. The Court notes at the outset that in the present case the photos of the applicant in the various German magazines show her in scenes from her daily life, thus involving activities of a purely private nature such as engaging in sport, out walking, leaving a restaurant or on holiday. The photos, in which the applicant appears sometimes alone and sometimes in company, illustrate a series of articles with such innocuous titles as "Pure happiness", "Caroline... a woman returning to life", "Out and about with Princess Caroline in Paris" and "The kiss. Or: they are not hiding anymore" (see paragraphs 11-17 above).
  6. The Court also notes that the applicant, as a member of the Prince of Monaco's family, represents the ruling family at certain cultural or charitable events. However, she does not exercise any function within or on behalf of the State of Monaco or any of its institutions (see paragraph 8 above).
  7. The Court considers that a fundamental distinction needs to be made between reporting facts - even controversial ones - capable of contributing to a debate in a democratic society relating to politicians in the exercise of their functions, for example, and reporting details of the private life of an individual who, moreover, as in this case, does not exercise official functions. While in the former case the press exercises its vital role of "watchdog" in a democracy by contributing to "impart[ing] information and ideas on matters of public interest (see Observer and Guardian, loc. cit.), it does not do so in the latter case.
  8. Similarly, although the public has a right to be informed, which is an essential right in a democratic society that, in certain special circumstances, can even extend to aspects of the private life of public figures, particularly where politicians are concerned (see Editions Plon, loc. cit.), this is not the case here. The situation here does not come within the sphere of any political or public debate because the published photos and accompanying commentaries relate exclusively to details of the applicant's private life.
  9. As in other similar cases it has examined, the Court considers that the publication of the photos and articles in question, the sole purpose of which was to satisfy the curiosity of a particular readership regarding the details of the applicant's private life, cannot be deemed to contribute to any debate of general interest to society despite the applicant being known to the public (see, mutatis mutandis, Campmany y Diez de Revenga and Lopez Galiacho Perona v. Spain (dec.), no. 54224/00, ECHR 2000-XII; Julio Bou Gibert and El Hogar Y La Moda J.A. v. Spain (dec.), no. 14929/02, 13 May 2003; and Prisma Presse, cited above).
  10. In these conditions freedom of expression calls for a narrower interpretation (see Prisma Presse, cited above, and, by converse implication, Krone Verlag GmbH & Co. KG, cited above, § 37).
  11. In that connection, the Court also takes account of the resolution of the Parliamentary Assembly of the Council of Europe on the right to privacy, which stresses the "one-sided interpretation of the right to freedom of expression" by certain media which attempt to justify an infringement of the rights protected by Article 8 of the Convention by claiming that "their readers are entitled to know everything about public figures" (see paragraph 42 above, and Prisma Presse, cited above).
  12. Τhe Court finds another point to be of importance: even though, strictly speaking, the present application concerns only the publication of the photos and articles by various German magazines, the context in which these photos were taken - without the applicant's knowledge or consent - and the harassment endured by many public figures in their daily lives cannot be fully disregarded (see paragraph 59 above). In the present case this point is illustrated in particularly striking fashion by the photos taken of the applicant at the Monte Carlo Beach Club tripping over an obstacle and falling down (see paragraph 17 above). It appears that these photos were taken secretly at a distance of several hundred metres, probably from a neighbouring house, whereas journalists' and photographers' access to the club was strictly regulated (see paragraph 33 above).
  13. The Court reiterates the fundamental importance of protecting private life from the point of view of the development of every human being's personality. That protection - as stated above - extends beyond the private family circle and also includes a social dimension. The Court considers that anyone, even if they are known to the general public, must be able to enjoy a "legitimate expectation" of protection of and respect for their private life (see paragraph 51 above and, mutatis mutandis, Halford, cited above, p. 1016, § 45).
  14. Furthermore, increased vigilance in protecting private life is necessary to contend with new communication technologies which make it possible to store and reproduce personal data (see point 5 of the Parliamentary Assembly's resolution on the right to privacy, paragraph 42 above, and, mutatis mutandis, Amann v. Switzerland [GC], no. 27798/95, §§ 65-67, ECHR 2000-II; Rotaru v. Romania [GC], no. 28341/95, §§ 43-44, ECHR 2000-V; P.G. and J.H. v. the United Kingdom, cited above, §§ 57‑60; and Peck, cited above, §§ 59-63 and 78). This also applies to the systematic taking of specific photos and their dissemination to a broad section of the public.
  15. Lastly, the Court reiterates that the Convention is intended to guarantee not rights that are theoretical or illusory but rights that are practical and effective (see Artico v. Italy, judgment of 13 May 1980, Series A no. 37, pp. 15-16, § 33).
  16. The Court finds it hard to agree with the domestic courts' interpretation of section 23
(1)of the Copyright (Arts Domain) Act, which consists in describing a person as such as a figure of contemporary society "par excellence". Since that definition affords the person very limited protection of their private life or the right to control the use of their image, it could conceivably be appropriate for politicians exercising official functions. However, it cannot be justified for a "private" individual, such as the applicant, in whom the interest of the general public and the press is based solely on her membership of a reigning family, whereas she herself does not exercise any official functions. In any event the Court considers that, in these conditions, the Act has to be interpreted narrowly to ensure that the State complies with its positive obligation under the Convention to protect private life and the right to control the use of one's image. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Αξιοσημείωτη, είναι και η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση, Sciacca v Italy, no. 50774, ημερομηνίας 11/01/2005, στην οποία αναφέρονται τα εξής σχετικά (δέστε την παράγραφο 29 του κειμένου της απόφασης): «Regarding whether there has been an interference, the Court reiterates that the concept of private life includes elements relating to a person's right to their image and that the publication of a photograph falls within the scope of private life (see Von Hannover, cited above, §§ 50-53). It has also given guidelines regarding the scope of private life and found that there is "a zone of interaction of a person with others, even in a public context, which may fall within the scope of 'private life' " (ibid.). In the instant case the applicant's status as an "ordinary person" enlarges the zone of interaction which may fall within the scope of private life, and the fact that the applicant was the subject of criminal proceedings cannot curtail the scope of such protection. Accordingly, the Court concludes that there has been interference». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) β. Τελικά Συμπεράσματα
  2. Τα ακόλουθα, αποτελούν τα βασικά ευρήματα μου ως προς τα επίδικα γεγονότα, που έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου (λαμβανομένων υπόψη και των παραδεκτών ή/και μη αμφισβητούμενων γεγονότων):
(1)Φωτογράφος, αντιπρόσωπος της Εναγομένης, κατόπιν οδηγιών της, έλαβε διάφορες φωτογραφίες των Εναγόντων, χωρίς την συναίνεση του Ενάγοντα 1, κηδεμόνα κατά τον ουσιώδη χρόνο των ανήλικων Εναγόντων 2 και 3, τις οποίες στην συνέχεια η Εναγομένη, αποθήκευσε σε αρχείο που τηρεί για τον σκοπό, ήτοι, από την ημερομηνία της λήψης τους το έτος 2008, μέχρι και σήμερα[x].
(3)Παρά το γεγονός ότι, οι Ενάγοντες, δεν συνήνεσαν στην λήψη των εν λόγω φωτογραφιών, η Εναγομένη δεν τις έλαβε κρυφά, ή από απόκρυψη, ή παραπλανώντας τους Ενάγοντες με τον οποιοδήποτε τρόπο, ή χρησιμοποιώντας οποιοιδήποτε παράνομο μέσο[xi]. Βρίσκω, συναφώς, ότι, ο φωτογράφος αντιπρόσωπος τις Εναγομένης έλαβε την επίδικη φωτογραφία από μέρος που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τους Ενάγοντες. Δεν έγινε όμως αντιληπτός από τον Ενάγοντα 1 και η Εναγομένη, δεν είχε λάβει διαβήματα ώστε ο φωτογράφος και δη, ο σκοπός της φωτογράφισης των Εναγόντων, να γινόταν γνωστός στους Ενάγοντες[7].
(4)Μία από τις εν λόγω φωτογραφίες, η επίδικη, κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης, ή εν πάση περιπτώσει, κατόπιν μετέπειτα έγκρισης της, έτυχε επεξεργασίας, και πάλι από αντιπρόσωπο της Εναγομένης, με σκοπό της Εναγομένης, που τελικά επετεύχθη, την χρησιμοποίηση της σε διαφήμιση του Υδροπάρκου, που δημοσιεύτηκε ευρέως, τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό[8] κατά την περίοδο των ετών 2010 και 2011, σε εφημερίδες, περιοδικά, διαφημιστικά έντυπα και διαφημιστικές πινακίδες.
(5)Η επίδικη φωτογραφία, στην διαφήμιση, παρουσιάζει τους Ενάγοντες σε μία σκηνή οικογενειακή, διασκέδασης, να κατέρχονται από νεροτσουλίθρα, καθούμενοι σε ένα φουσκωτό τροχό, φορώντας την κολυμβητική τους ενδυμασία. Δηλαδή, σε μία δραστηριότητα αμιγώς ιδιωτικού χαρακτήρα.
(6)Παρά την επεξεργασία της επίδικης φωτογραφίας, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Εναγόντων, αν και όχι εύκολα, ήταν ορατά και διακριτά στην φωτογραφία που εμφανίστηκε στην δημοσίευση και καθιστούσαν την αναγνώριση των Εναγόντων ως τα πρόσωπα στην φωτογραφία, από το στενό οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον[xii], απολύτως εφικτή[xiii].
(7)Η δημοσίευση της επίδικης φωτογραφίας, σε καμία περίπτωση δεν έγινε από την Εναγομένη, για λόγο που αφορούσε οποιοδήποτε ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος για την κοινωνία, - οι Ενάγοντες άλλωστε δεν είναι δημόσια πρόσωπα[xiv] -, και μοναδικός της σκοπός, ήταν η διαφήμιση της επιχείρησης της, του Υδροπάρκου, δια της επίδικης φωτογραφίας, η οποία παρουσίαζε τους Ενάγοντες σε μία στιγμή πραγματικής διασκέδασης.
(9)Η δημοσίευση της επίδικης φωτογραφίας, για σκοπούς διαφήμισης της Εναγομένης, προκάλεσε προσωπική δυσχέρεια και αναστάτωση στον Ενάγοντα 1 - που κατά την άποψη μου, λόγω του ότι οι Ενάγοντες 2 και 3, ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήλικοι (12 και 10 ετών αντίστοιχα), η δυσχέρεια και αναστάτωση αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ότι επεκτείνεται ως επίπτωση και σε αυτούς[xv] -, από την άποψη ότι, χωρίς την συναίνεση του, τόσο ο ίδιος, όσο και τα ανήλικα παιδιά του, παρουσιάζονταν σε αυτήν, σε μία στιγμή οικογενειακή, διασκέδασης και προσωπική, με ενδυμασία κολύμβησης και με αποκαλυμμένα τα σώματα τους (στην έκταση που αυτό ενέχει), γεγονός που μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τρίτους (ότι δηλαδή αφορούσε αυτούς, έστω και μετά από προσεχτική εξέταση) και να τύχει, σχολιασμού. 34. Με υπόβαθρο τα προαναφερόμενα γεγονότα[9] και τις αρχές της νομολογίας που διέπουν τα ζητήματα που εγείρονται από αυτά, ως αυτές τις έχω ήδη αναλύσει, βρίσκω ότι, υπήρξε, στην προκείμενη περίπτωση, παραβίαση του δικαιώματος των Εναγόντων, σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής, από τις ενέργειες της Εναγομένης,
(1)να διατηρήσει αρχείο με τις φωτογραφίες των Εναγόντων,
(2)να επεξεργαστεί την επίδικη φωτογραφία και να αλλοιώσει τα φυσικά χαρακτηριστικά των Εναγόντων σε αυτές - και μάλιστα, όχι κατά τρόπο που αυτοί να μην είναι αναγνωρίσιμοι, έστω και από το στενό τους οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον -, και
(3)να δημοσιεύσει την επίδικη φωτογραφία για σκοπούς διαφήμισης του Υδροπάρκου, κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 15 του Συντάγματος ως έχουν προαναφερθεί. 35. Καταλήγω, συνεπώς, έχοντας υπόψη μου τον δικαστικό λόγο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τάκης Γιάλλουρος ν Ευγένιου Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ 558[xvi], ότι, η Εναγομένη, προς επανόρθωση της παραβίασης του δικαιώματος των Εναγόντων, σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής και της ηθικής ζημιάς που υπέστησαν συνεπεία αυτής, - πέραν δηλαδή του ευρήματος στο οποίο προβαίνω, αναγνωριστικού της εν λόγω παραβίασης[xvii] -, επιβάλλεται να καταβάλει, σε κάθε ένα από αυτούς, το πόσο των €6.500, το οποίο θεωρώ δίκαιο υπό τις περιστάσεις, ως αυτές έχουν προαναφερθεί (παραπέμπω σχετικά στις παραγράφους 34 και 35 της απόφασης μου) και του γεγονότος ότι, η Εναγομένη, παρά το γεγονός ότι, οι Ενάγοντες, με την επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 09/08/2010, Τεκμήριο ΝΠ2, απαίτησαν την απόσυρση από την δημοσιότητα της διαφήμισης, η Εναγομένη, δεν προέβηκε σε καμία απολύτως ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση και για τουλάχιστον ένα επιπλέον έτος, συνέχισε να επιτρέπει την δημοσίευση ή κυκλοφορία της. γ. Εξέταση Εγερθέντων Ζητημάτων
  1. Θέση της Εναγομένης, είναι, ότι, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, δεν προσέδιδαν στους Ενάγοντες, εύλογη προσδοκία σε ιδιωτική ζωή, ώστε η δημοσίευση της επίδικης φωτογραφίας από την Εναγομένη, να αποτελεί καταπάτηση του εν λόγω δικαιώματος. Φυσικά, η Εναγομένη, βάσισε αυτή την εισήγηση της, επί των γεγονότων που παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υπεράσπιση της, που για τους λόγους που έχω προαναφέρει, κρίθηκαν ότι, κατά σχετικό βαθμό πιθανότητας, δεν αποτελούν την πραγματική εκδοχή σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Παρ' αυτά, κάποιος σχολιασμός της νομικής πτυχής αυτής της εισήγησης της Εναγομένης πρέπει να γίνει, με γνώμονα τα γεγονότα ως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου.
  2. Κατ' αρχήν, σε υποθέσεις αυτού του είδους, πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο η περίπτωση, αποκαλύπτει γεγονότα κατά τα οποία η επίδικη φωτογραφία σχετίζεται με προσωπικά ή δημόσια ζητήματα και κατ' επέκταση, κατά πόσο το υλικό που συνελέγη και περιέχεται σε αυτή, προοριζόταν για κάποιο περιορισμένο σκοπό ή χρήση, ή αν ήταν πιθανόν να γίνει δημόσια διαθέσιμο[xviii].
  3. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Ενάγοντες, που δεν είναι δημόσια πρόσωπα, βρίσκονταν μεν σε χώρο προσβάσιμο στο ευρύ κοινό, αλλά όχι σε δημόσιο χώρο. Για την είσοδο τους στο Υδροπάρκο και την χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων του, οι Ενάγοντες κατέβαλαν στην Εναγομένη χρηματικό αντάλλαγμα, και η εκεί παρουσία τους ήταν με σκοπό την διασκέδαση, οικογενειακά, και όχι για να λάβουν μέρος σε κάποια δημόσια εκδήλωση, δημοσίου ενδιαφέροντος. Τα όσα επισυνέβησαν κατά την εκεί παρουσία τους, που οδήγησαν στην δημοσίευση της επίδικης φωτογραφίας, προαναφέρθηκαν, και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω εδώ (παραπέμπω σχετικά στις παραγράφους 34, 35 και 36 της απόφασης μου). Θα επισημάνω μόνο, την ευρεία δημοσίευση της επίδικης φωτογραφίας, ως μέρος διαφήμισης του Υδροπάρκου της Εναγομένης, - γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε άλλωστε από πλευράς της (ενδεικτικά παραπέμπω στο Τεκμήριο ΝΠ3 και στην σχετική με αυτό μαρτυρία του Ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία, η εφημερίδα CyprusMail τον Αύγουστο του έτους 2010 είχε κυκλοφορήσει 76.743 αντίτυπα) - και το γεγονός ότι, ο τρόπος με τον οποίο αυτή δημοσιεύθηκε, καθιστούσε την αναγνώριση των Εναγόντων, ως τα πρόσωπα στην φωτογραφία, από το στενό οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον, απολύτως εφικτή. Με αυτά τα δεδομένα, με ειδικότερη έμφαση στο γεγονός ότι η επίδικη φωτογραφία, ελήφθη με σκοπό να συλλάβει τους Ενάγοντες σε στιγμές πραγματικής διασκέδασης - αυτό άλλωστε υποστηρίχτηκε και από την ίδια την Εναγομένη - και όχι για να συλλάβει ένα γενικό πλάνο του συγκεκριμένου μέρους του Υδροπάρκου στο οποίο ετύγχανε να συλλαμβάνεται κάπου στο πλάνο (και όχι ως επίκεντρο) και η εικόνα των Εναγόντων[10], βρίσκω ότι, οι Ενάγοντες, είχαν κάθε λογική προσδοκία όταν εισέρχονταν στο Υδροπάρκο, ότι οι στιγμές τους δεν θα δημοσιεύονταν. Έχοντας υπόψη μου και τον δικαστικό λόγο του Ε. Δ. Α. Δ. στην υπόθεση Peck v The United Kingdom υπ' αρ. 44647/98, ημερομηνίας 28/01/2003, καθώς επίσης και τα αναφερόμενα του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Murray v Express Newspapers Plc and Another
(2008)3 W.L.R. 1360, θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, κάθε λογικό άτομο, με τις συνηθισμένες ευαισθησίες, θα έκρινε την δημοσίευση της επίδικης φωτογραφίας των Εναγόντων, ως μέρος της διαφήμισης του Υδροπάρκου της Εναγομένης και μάλιστα στην έκταση που αυτή έλαβε, απαράδεκτη[11].
  1. Σχετική ως προς το ζήτημα, βρίσκω να είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Ε. Δ. Α. Δ. στην υπόθεση Peck v The United Kingdom υπ' αρ. 44647/98, ημερομηνίας 28/01/2003[xix]: «
  2. . The present applicant was in a public street but he was not there for the purposes of participating in any public event and he was not a public figure. It was late at night, he was deeply perturbed and in a state of distress. While he was walking in public wielding a knife, he was not later charged with any offence. The actual suicide attempt was neither recorded nor therefore disclosed. However, footage of the immediate aftermath was recorded and disclosed by the Council directly to the public in its CCTV News publication. In addition, the footage was disclosed to the media for further broadcasting and publication purposes. Those media included the audiovisual media: Anglia Television broadcast locally to approximately 350,000 people and the BBC broadcast nationally, and it is "commonly acknowledged that the audiovisual media have often a much more immediate and powerful effect than the print media" (Jersild v. Denmark, judgment of 23 September 1994, Series A no. 298, pp. 23-24, § 31). The Yellow Advertiser was distributed in the applicant's locality to approximately 24,000 readers. The applicant's identity was not adequately, or in some cases not at all, masked in the photographs and footage so published and broadcast. He was recognised by certain members of his family and by his friends, neighbours and colleagues. As a result, the relevant moment was viewed to an extent which far exceeded any exposure to a passer-by or to security observation (as in Herbecq and the association "Ligue des droits de l'homme", cited above) and to a degree surpassing that which the applicant could possibly have foreseen when he walked in Brentwood on 20 August
  3. Accordingly, the Court considers that the disclosure by the Council of the relevant footage constituted a serious interference with the applicant's right to respect for his private life.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  4. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή των Εναγόντων επιτυγχάνει. Αποδίδονται συνεπώς σε αυτούς, οι ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου, αναγνωριστική της παραβίασης του δικαιώματος των Εναγόντων της ιδιωτικής ζωής, από τις ενέργειες της Εναγομένης,
(1)να διατηρήσει αρχείο με τις φωτογραφίες των Εναγόντων,
(2)να επεξεργαστεί την επίδικη φωτογραφία και να αλλοιώσει τα φυσικά χαρακτηριστικά των Εναγόντων σε αυτές - και μάλιστα, όχι κατά τρόπο που αυτοί να μην είναι αναγνωρίσιμοι, έστω και από το στενό τους οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον -, και
(3)να δημοσιεύσει την επίδικη φωτογραφία για σκοπούς διαφήμισης του Υδροπάρκου, κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 15 του Συντάγματος. Β. Η Εναγομένη, διατάζεται να καταβάλει σε κάθε ένα από τους Ενάγοντες, ως δίκαιη αποζημίωση για την παραβίαση του δικαιώματος τους της ιδιωτικής ζωής, €6.500, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού, από την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής, μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Απόφαση, ως η παράγραφος 15, υποπαράγραφοι (γ), (δ), (ε), και (στ) της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, με την εξής διαφοροποίηση. Σε κάθε μία από τις εν λόγω υποπαραγράφους, θα προστεθεί η εξής πρόνοια που αφορά τον χρόνο που το Δικαστήριο κρίνει λογικό προς συμμόρφωση της Εναγομένης με τα σχετικά διατάγματα του Δικαστηρίου. Στην πρώτη γραμμή κάθε μιας από τις εν λόγω υποπαραγράφους ως αυτές εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, μετά την αναφορά «με το οποίο», να προστεθεί η πρόνοια «εντός τριάντα ημερών από σήμερα».
  1. Τα έξοδα[xx] που αφορούν την διαδικασία της Αγωγής αυτής, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, με νόμιμο τόκο επί του ποσού που θα εγκριθεί, από την ημερομηνία έγκρισης τους από το Δικαστήριο, μέχρι τελικής εξόφλησης του. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δεν κάνω ειδική αναφορά στον Ενάγοντα 3, καθότι δεν έχω ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία που θα μπορούσε να με οδηγήσει να κρίνω ο ίδιος το ζήτημα, (κατά πόσο εύκολα αναγνωρίζεται από την επίδικη φωτογραφία και ο Ενάγοντας 3), ως διαπιστώνω για τους Ενάγοντες 1 και 2, αλλά αποδέχομαι ως προς το γεγονός αυτό την μαρτυρία, τόσο του Ενάγοντα 1, όσο και της ΜΕ, στην έκταση που αναφέρεται στην συνέχεια της απόφασης μου. [2] Αφαιρέθηκε, ουσιαστικά, κατά την δική μου κρίση, το μουστάκι του Ενάγοντα
  2. [3] Με μαγιό και σε στιγμή προσωπική, διασκέδασης. [4] Υφιστάμενη παράγραφος 4 της έκθεσης υπεράσπισης. [5] Ως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Εναγομένης. [6] Persuasive burden of proof. [7] Είτε πριν την φωτογράφιση τους, ή και αμέσως μετά, ή ακόμη και πριν την απόφαση της δημοσίευσης της επίδικης φωτογραφίας ως μέρος της διαφήμισης της. [8] Ειδικότερα και κατά κύριο λόγο εντός Κύπρου. [9] Παραθέτω σε σχέση με κάθε ένα αυτά και σχετική νομολογία που δικαιολογεί την κατάληξη μου στην συνέχεια. [10] Συμφωνώ, εν προκειμένω, με τον συνήγορο των Εναγόντων, με την θέση που προέβαλε κατά την τελική του αγόρευση, ότι, δεν ήταν τέτοια η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης εν πάση περιπτώσει. [11] Objectionable. [i] Δέστε, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [ii] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Εφετείου στην απόφαση του στις υποθέσεις Τάκης Γιάλλουρος ν Ευγένιου Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ 558 και Μελπωμένη Κατζουράκη ν Μαρίνου Επαμεινώνδα
(2005)1Α Α.Α.Δ 219, ειδικότερα στις σελίδες 223 και 224. [iv] Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Niemietz v Germany Series A, no. 25 - B
(29), ημερομηνίας 16/12/1992, σε σχέση με την ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στον όρο «ιδιωτική ζωή» - που σε κάθε περίπτωση, θεωρείται έννοια διαζευκτική προς την οικογενειακή ζωή -, αναφέρθηκαν τα εξής: «. θα ήταν πολύ περιοριστικό να περιοριστεί η έννοια [της ιδιωτικήε ζωής] σε ένα "εσωτερικό κύκλο" μέσα στον οποίο το άτομο μπορεί να ζει την προσωπική του ζωή όπως αυτό επιλέγει και να αποκλείει από αυτόν απόλυτα τον έξω κόσμο που δεν περιέχεται μέσα σε εκείνον τον κύκλο. Σεβασμός της ιδιωτικής ζωής πρέπει να περιέχει σε κάποιο βαθμό το δικαίωμα να δημιουργεί και να αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους». [v] Ο όρος «οικογενειακή ζωή» έχει επεκταθεί πέραν των τυπικών σχέσεων και νόμιμων διευθετήσεων. Οι βασικές σχέσεις της οικογενειακής ζωής, είναι αυτές μεταξύ συζύγων, γονέων και τέκνων. Ο νόμος όμως, μπορεί να επιτρέψει την δημιουργία και άλλων σχέσεων, που να περιλαμβάνονται στον όρο (π. χ. υιοθεσία, αναγνώριση εξώγαμων τέκνων). Ως έχει αναφερθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις αποφάσεις του στις υποθέσεις K v United Kingdom No 15817/89 72 DR 118 και Marck v Belgium Series A, no. 31, ημερομηνίας 13/06/1979, η ύπαρξη ή μη «οικογενειακής ζωής», είναι, σε κάθε περίπτωση, θέμα πραγματικό και εξαρτάται από την πραγματική ύπαρξη στενών προσωπικών δεσμών. [vi] Το οποίο έχει ως ακολούθως: «1. Everyone has the right to respect for his private and family life, his home and his correspondence. 2. There shall be no interference by a public authority with the exercise of this right except such as is in accordance with the law and is necessary in a democratic society in the interests of national security, public safety or the economic well-being of the country, for the prevention of disorder or crime, for the protection of health or morals, or for the protection of the rights and freedoms of others.». [vii] Δέστε σχετικά την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Αναφορικά με τον Τίτο Χαραλάμπους
(1994)1 Α.Α.Δ
  1. [viii] Δέστε σχετικά, τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Π. Α. Δ., Α. Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, στην σελίδα
  2. Δέστε επίσης τα αναφερόμενα του έντιμου Π. Α. Δ., Μ. Νικολάτου στην απόφαση του στην Πολιτική Αίτηση αρ. 28/2013, Αναφορικά με την Αίτηση του Νεόφυτου Κωνσταντίνου για Προνομιακό Ακυρωτικό Ένταλμα, ημερομηνίας 22/04/2013 και τις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Police v Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Αστυνομία ν Χριστόδουλου Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ 147, Μιχάλης Τσίκκας κ. α. ν Χρίστου Χριστοφή κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1802, 1811, Δημήτρης Σιάμισιης ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 308 και Αναφορικά με την Αίτηση της Νεοφύτας Ασιώτου για Ακυρωτικό Ένταλμα, Πολιτική Αíτηση Αρ. 38/2013, ημερομηνίας 13/02/
  1. [ix] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. στις υποθέσεις Von Hannover v Germany, υπ' αρ. 59320/00, ECHR 2004-VI, (δέστε στην παράγραφο 50), Schüssel v. Austria (dec.), υπ' αρ. 42409/98, ημερομηνίας 21/02/2002 και Sciacca v Italy, no. 50774, ημερομηνίας 11/01/
  2. [x] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ε. Δ. Α. Δ. στις υποθέσεις Rotaru v Romania [GC], υπ' αρ. 28341/95, E.C.H.R. 2000-V και Amann v Switzerland [GC], υπ' αρ. 27798/95, E.C.H.R. 2000-II. [xi] Οι συνθήκες και περιστάσεις λήψης της φωτογραφίας που δημοσιεύεται, έχουν σημασία και λαμβάνονται υπόψη, όταν αποφασίζεται κατά πόσο υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής από την δημοσίευση, καθώς επίσης και όταν κρίνεται η έκταση αυτής της παραβίασης, ως αυτό αναφέρθηκε από το Ε. Δ. Α. Δ. στην απόφαση του στην υπόθεση Verlagsgruppe News GMBH and Bobi v Austria, υπ' αρ. 59631/09, ημερομηνίας 04/03/
  3. Στην παράγραφο 84 του κειμένου της απόφασης του Ε. Δ. Α. Δ., αναφέρεται το εξής: «The Court has already held that the context and circumstances in which the published photographs were taken cannot be disregarded. In that connection regard must be had to whether the person photographed consented to the taking of the photos and their publication or whether this was done without their knowledge or by subterfuge or other illicit means. Regard must also be had to the nature or seriousness of the intrusion and the consequences of the publication of the photo for the person concerned (see Von Hannover (no. 2), cited above, § 113)». [xii] Ακριβώς τέτοια ήταν η περίπτωση και στην υπόθεση που εξέτασε το Ε. Δ. Α. Δ. στην υπόθεση Peck v The United Kingdom, υπ' αρ. 44647/98, ημερομηνίας 28/01/
  4. Και σε εκείνη την περίπτωση, ο παραπονούμενος, Αιτητής, παρά την ευρύτατη δημοσίευση του βίντεο κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης στην δημόσια τηλεόραση, είχε αναγνωριστεί μόνο από ορισμένα μέλη της οικογένειας του, φίλους, γείτονες και συναδέλφους. [xiii] Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, της αλλοίωσης φωτογραφίας που δημοσιεύεται και το πώς πιθανώς να επηρεάζεται, παρ' αυτά, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, το Ε. Δ. Α. Δ. στην απόφαση του στην υπόθεση Mitkus v Latvia, υπ' αρ. 7259/03, ημερομηνίας 02/10/2012, στην παράγραφο 134, αναφέρει τα εξής: «The Court notes that the applicant's features were clearly visible and distinguishable in the photo that appeared in the publication at issue. Since the article also mentioned his first name and the first letter of his surname as well as details of his past criminal convictions and his place of imprisonment, his identification by his fellow prisoners and other persons was perfectly possible (see, mutatis mutandis, Gurguenidze, cited above, § 59). The applicant has furthermore indicated to the Court that as a result of the publication of the disputed article he was ostracised by other prisoners because of the information about his HIV infection (see paragraph 123 above)». [xiv] Ως προς την διάκριση που μπορεί να γίνει, όταν η περίπτωση αφορά δημόσιο πρόσωπο, - από μία άλλη άποψη βέβαια, όπου εγείρεται ζήτημα σε ότι αφορά το παράλληλο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και το πώς τα δύο δικαιώματα ισοζυγίζονται - το Ε. Δ. Α. Δ. στην απόφαση του στην υπόθεση, Mitkus v Latvia, υπ' αρ. 7259/03, ημερομηνίας 02/10/2012, ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα εξής: «With regard to the degree of interference, the Court in its case-law has vigorously defended the privacy rights of individuals who have not consciously and intentionally submitted themselves to public scrutiny (among many other examples, see Reklos and Davourlis v. Greece, no. 1234/05, § 41, 15 January 2009; Gurguenidze, cited above, § 40; and Sciacca, cited above, § 30). The same degree of protection is not afforded to public figures (see Von Hannover v. Germany (no. 2) [GC], nos. 40660/08 and 60641/08, § 110, 7 February 2012, with further references). It is evident from the case file that the applicant is not a public figure, however that term might be interpreted, and there is no suggestion to the contrary in the submissions of the Government». [xv] Δέστε σχετικά και την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Murray v Express Newspapers plc and another
(2008)3 W.L.R. 1360, στην οποία παραπέμφθηκα από την συνήγορο της Εναγομένης, στην οποία αναφέρονται και τα εξής: «
  1. As we see it, the question whether there is a reasonable expectation of privacy is a broad one, which takes account of all the circumstances of the case. They include the attributes of the claimant, the nature of the activity in which the claimant was engaged, the place at which it was happening, the nature and purpose of the intrusion, the absence of consent and whether it was known or could be inferred, the effect on the claimant and the circumstances in which and the purposes for which the information came into the hands of the publisher.
  2. In the case of a child the position is somewhat different from that of an adult. The judge recognised this in [23] of his judgment, where he said this, albeit in the context of a somewhat differently formulated test discussed by Lord Hope at [100] in Campbell: "This test cannot, of course, be applied to a child of the Claimant's age who has no obvious sensitivity to any invasion of his privacy which does not involve some direct physical intrusion into his personal space. A literal application of Lord Hope's words would lead to a rejection of any claim by an infant unless it related to harassment of an extreme kind. A proper consideration of the degree of protection to which a child is entitled under Art. 8 has, I think, for the reasons which I gave earlier to be considered in a wider context by taking into account not only the circumstances in which the photograph was taken and its actual impact on the child, but also the position of the child's parents and the way in which the child's life as part of that family has been conducted. This merely reinforces my view about the artificiality of bringing the claim in the name of the child. The question whether a child in any particular circumstances has a reasonable expectation for privacy must be determined by the Court taking an objective view of the matter including the reasonable expectations of his parents in those same circumstances as to whether their children's lives in a public place should remain private. Ultimately it will be a matter of judgment for the Court with every case depending upon its own facts. The point that needs to be emphasized is that the assessment of the impact of the taking and the subsequent publication of the photograph on the child cannot be limited by whether the child was physically aware of the photograph being taken or published or personally affected by it. The Court can attribute to the child reasonable expectations about his private life based on matters such as how it has in fact been conducted by those responsible for his welfare and upbringing."
  3. Subject to the point we made earlier that we do not share the judge's view that the proceedings are artificial, we agree with the approach suggested by the judge in that paragraph. Thus, for example, if the parents of a child courted publicity by procuring the publication of photographs of the child in order to promote their own interests, the position would or might be quite different from a case like this, where the parents have taken care to keep their children out of the public gaze.». [xvi] Παραπέμπω επίσης και στην απόφαση του Ε. Δ. Α. Δ. στην υπόθεση Peck v The United Kingdom υπ' αρ. 44647/98, ημερομηνίας 28/01/2003, όπου αναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων από ζημιά, όχι χρηματική, αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  4. The applicant claimed 7,500 pounds sterling (GBP) in respect of non-pecuniary damage. He underlined the distress, anxiety, embarrassment and frustration suffered by him as a consequence of the impugned disclosures: he had been the subject of taunts, jokes and abuse from neighbours, the assumption was made that he was part of a crime problem and he had to explain his personal problems to his family after the relevant coverage in the media. He emphasised that the footage related to a distressing time for him, that the dissemination was without his knowledge or consent, that the consequent publications and broadcasts were at local and national level and that he had no remedy in national law. The Government argued that the finding of a violation would constitute sufficient just satisfaction in itself or, alternatively, that a sum of approximately GBP 4,000 would be appropriate compensation.
  5. The Court observes that some forms of non-pecuniary damage, including emotional distress, by their very nature cannot always be the object of concrete proof. However, this does not prevent the Court from making an award if it considers that it is reasonable to assume that an applicant has suffered injury requiring financial compensation (see Davies v. the United Kingdom, no. 42007/98, § 38, 16 July 2002).
  6. The Court has noted above the reasons why it considered the interference with the applicant's private life to be a serious one and the personal consequences for the applicant of the wide dissemination of the footage, together with the absence of any effective remedy in these respects (on this latter point, see D.P. and J.C. v. the United Kingdom, no. 38719/97, § 142, 10 October 2002). It considers that the applicant must thereby have suffered significant distress, embarrassment and frustration which are not sufficiently compensated by a finding of violation.
  7. The Court therefore awards the applicant on an equitable basis 11,800 euros (EUR) in respect of non-pecuniary damage». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xvii] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Ε. Δ. Α. Δ. στις υποθέσεις Sciacca v Italy, υπ' αρ. 50774, ημερομηνίας 11/01/2005 και Peck v The United Kingdom υπ' αρ. 44647/98, ημερομηνίας 28/01/
  8. [xviii] Δέστε σχετικά την απόφαση του Ε. Δ. Α. Δ στις υποθέσεις Lupker v Τhe Netherlands, υπ' αρ. 18395/91, ημερομηνίας 07/12/1991, Friedl v Austria, ημερομηνίας 31/01/1995, Σειρά Α, υπ' αρ. 305-B και Peck v The United Kingdom υπ' αρ. 44647/98, ημερομηνίας 28/01/
  9. [xix] Δέστε επίσης και την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Campbell v MGN Ltd
(2004)2 A.C. 457. [xx] Ως προς το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας, στην υπόθεση Μάρως Ζαβρού ν Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389. .». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.