SILVIA MRAVIKOVA ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΟΥ, Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1013/2015, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2015:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' Αρ.: 1013/2015 Μεταξύ: SILVIA MRAVIKOVA Ενάγουσα / Αιτήτρια - και - ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΟΥ Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 22/12/2015 Αίτηση Για Ενδιάμεσο Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα ημερομηνίας 21/12/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα Μ. Λοΐζου για Γ. Κουζαλής Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Το κλητήριο ένταλμα αυτής της αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της, την 18/12/
- Κάποιες ημέρες μετά, την 21/12/2015 (δηλαδή χθες), η Ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αιτείται, μονομερώς, την έκδοση εναντίον του Εναγομένου (προσωρινά μέχρις εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης), του ακόλουθου ενδιάμεσου διατάγματος, η οποία ετέθη ενώπιον μου προς εξέταση[1], την ίδια ημέρα: «Διάταγμα ή και απόφαση του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση από το να εισέρχεται επί της κατοικίας που βρίσκεται στην οδό Νικηταρά 11, Παραλίμνι εντός του ακινήτου με αρ. εγγραφής 19174, τεμάχιο 84 (παλαιό 584), Φύλλο / Σχέδιο 2-288-381 (παλαιό 33/54 Ε1) στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή και μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου».
- Για σκοπούς εύκολης αναφοράς, στην συνέχεια της απόφαση μου, το ακίνητο που αναφέρεται στο αιτητικό της αίτησης ως έχει προαναφερθεί, θα καλείται ως «η Κατοικία». Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Η Αίτηση βασίζεται «επί των Άρθρων 26 και 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, Άρθρο 32, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5 και 9, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ. 1 - 3, 8 και 9, επί των αρχών του Δικαίου της επιείκειας ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και επί της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου».
- Η Αίτηση συνοδεύεται και υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 21/12/
- Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο όταν κρίνει δίκαιο να εκδίδει Παρεμπίπτοντα Διατάγματα όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν (Παραστράτης ν Γλάυκος Πετρίδης
(1979)1 C. L. R. 231) οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 6. Οι προϋποθέσεις έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων τις οποίες θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, έχουν τύχει νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θα υπομνήσω εδώ απλώς, τις ακόλουθες αποφάσεις. Karydas Taxi Co. v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει Διάταγμα μετά από Αίτηση εκ μέρους ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις, αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
- Αγορεύοντας στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της αίτησης της Ενάγουσας / Αιτήτριας, η συνήγορος της, υποστήριξε ότι, η βάση της Αγωγής της εντολέα της, είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Αυτό άλλωστε καθίσταται ξεκάθαρο και από τους ισχυρισμούς της ίδιας της Ενάγουσας / Αιτήτριας, στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 21/12/2015 την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, καθώς επίσης και από την νομική βάση της Αίτησης που στηρίζεται στο Άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Κάποια ανάλυση, συνεπώς, της νομικής πτυχής του αστικού αυτού αδικήματος, θεωρώ, ότι, είναι απαραίτητη, προς διαπίστωση, ειδικότερα του κατά πόσο πληρείται, στην προκείμενη περίπτωση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Ενάγουσας / Αιτήτριας σε αυτή την Αγωγή, επί της εν λόγω βάσης - διαπίστωση που άπτεται σαφώς, της δεύτερης θεσμικής προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 -, αφού σε σχέση με το κατά πόσο διαπιστώνεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, δηλαδή, σε ότι αφορά την πρώτη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, ικανοποιούμε από το δικόγραφο της γενικής οπισθογράφησης της Ενάγουσας, ότι, υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση, επί της προαναφερόμενης βάσης.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». 10. Η παράνομη επέμβαση, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του. Σχετικά, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 στην παράγραφο 1194, αναφέρεται, ότι, επέμβαση, συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση και ενόχληση της κατοχής περιουσίας, αντίθετα με την βούληση του κατόχου. Στην δε υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, η προστασία που ο νόμος[2] παρέχει σε πρόσωπο που βρίσκεται απλά σε κατοχή ακινήτου, αποτελεί προέκταση της προστασίας που παρέχει στο ίδιο το πρόσωπο. Η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υποδηλώνει, σε κάποιο βαθμό, προσωπική παρουσία και το απαραβίαστο του προσώπου, επεκτείνεται και σε αυτό το είδος της διαταραχής που ένα άτομο μπορεί να υποστεί, ώστε, γενικότερα, να διαφυλάσσεται η κοινωνική τάξη και ειρήνη.
- Συνεπώς, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, είναι αγώγιμο, από το πρόσωπο στου οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται υπό κατοχή, που μπορεί να αξιώσει αποζημιώσεις, ή απαγορευτικό διάταγμα, ή και τις δύο προαναφερόμενες θεραπείες. Ως εκ τούτου, ένας ένοικος ακίνητης ιδιοκτησίας, που έχει την κατοχή της, μπορεί να ενάγει για παράνομη επέμβαση σε σχέση με αυτήν, ενώ ο ιδιοκτήτης της, που δεν την κατέχει, δεν μπορεί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η ακίνητη ιδιοκτησία του ζημιώνεται κατά τρόπο μη ανατρέψιμο.
- Γενικά ομιλούντες, κατοχή, σημαίνει κατάληψη ή φυσικός έλεγχος ακίνητης ιδιοκτησίας. Συναρτώμενη πάντοτε, με τον χαρακτήρα που αυτή μπορεί να προσλάβει, δεδομένου του αντικειμένου της. Δηλαδή, ποιας μορφής κατοχή το σχετικό αντικείμενο μπορεί ειδικά να προσδώσει. Συνεπώς, όταν εξετάζεται επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει σημασία. Αν δηλαδή πρόκειται για τεμάχιο γης κενό, περίκλειστο ή μη, που καλλιεργείται ή δεν καλλιεργείται, ή αν πρόκειται για κάποιο κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που κατοικείται ή δεν κατοικείται. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί, - γιατί σχετίζεται με τα αμέσως προαναφερόμενα -, ότι, αποτελεί αρχή δικαίου, ότι, η ακίνητη ιδιοκτησία, μπορεί να διαχωριστεί κατακόρυφα και κλιμακωτά (όπως π. χ. σε έδαφος, υπέδαφος και υπερκατασκευές, ή όπως είναι η περίπτωση διαμερισμάτων, σε ξεχωριστές μονάδες) και να κατέχεται από διαφορετικά πρόσωπα. Σε μια τέτοια περίπτωση, έκαστο από αυτά τα πρόσωπα έχει δικαίωμα να ενάγει - σε ότι αφορά το συγκεκριμένο αντικείμενο της κατοχής του -, έχοντας ως βάση για την αξίωση του, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης.
- Ως νομικός όρος, κατοχή, μπορεί να είναι δύο ειδών. Πραγματική κατοχή (possession in fact), ή νόμιμη κατοχή (possession in law). Η πραγματική κατοχή, δεν ενέχει την ίδια νομική προστασία, όσο ενέχει η νομική κατοχή. Αν και, πραγματική κατοχή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, νομικής κατοχής, αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί, καθότι, η ύπαρξη νομικής κατοχής απαιτεί κάτι περισσότερο. Ο διαχωρισμός των δύο, έγκειται στην διαφορετικότητα της νοητικής κατάστασης που έκαστη προϋποθέτει. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189, για να υπάρχει νομική κατοχή, «there must be a manifest intent not merely to exclude the world at large from interfering with the thing in question, but to do so on one's own account and in one's own name»[i], χωρίς μάλιστα να προϋποτίθεται ζήτημα φυσικής κατοχής του[ii]. Το κατά πόσο υπάρχει αυτή η πρόθεση, ή όχι, είναι γενικά ζήτημα γεγονότων της κάθε περίπτωσης[iii].
- Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «κάτοχος», αναφέρεται ότι σημαίνει, «πρόσωπo τo oπoίo δικαιoύται έvαvτι τoυ κυρίoυ ακίvητης ιδιoκτησίας vα κατέχει ή χρησιμoπoιεί αυτή, και ελλείψει τέτoιoυ πρoσώπoυ τov κύριo της ιδιoκτησίας αυτής».
- Συνεπώς, η απόδειξη ιδιοκτησίας, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας. Πρόσωπο δε, που ισχυρίζεται δικαίωμα κατοχής, έναντι του νομίμου ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας, πρέπει να αποδείξει ότι, ο νόμιμος ιδιοκτήτης του, έχει αποστερηθεί της κατοχής του. Είτε δυνάμει εχθρικής κατοχής, - όπου τούτο είναι νομίμως εφικτό με βάση την κείμενη Κυπριακή νομοθεσία -, είτε δυνάμει αδειοδότησης από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, πρέπει να αποδείξει και ότι η κατοχή του, της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι αποκλειστική. Δηλαδή, πρόσθεση από κάποιο πρόσωπο, αποκαλυμμένα και για λογαριασμό του, να αποκλείσει γενικά τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη και τον νόμιμο ιδιοκτήτη, αν αυτός δεν βρίσκεται ο ίδιος σε κατοχή του, για όσο είναι λογικά εφικτό και για όσο οι διαδικασίες του νόμου το επιτρέπουν. Σε σχέση με αυτό, διευκρινίζεται, ότι, ένας παράνομος επεμβασίας, ο οποίος εισέρχεται και εκδιώκει το πρόσωπο που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας, κατά νόμο, δεν θεωρείται ότι έχει αποκτήσει κατοχή, τέτοια, που να του δίδει δικαίωμα να βασιστεί στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ώστε να αποκλείσει το αποβαλλόμενο από την κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας πρόσωπο από του να επιδιώξει επανάκτηση της κατοχής. Εκτός εάν, λόγω καθυστέρησης (παράλογης) στην λήψη διαβημάτων για επανάκτηση κατοχής, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται ότι έχει υπαχθεί στην νέα κατάσταση πραγμάτων, έχει εκχωρήσει το δικαίωμα κατοχής και ως εκ τούτου κωλύεται από του να αξιώσει επανάκτηση της. Συνεπώς, ταυτόχρονη (και όχι αποκλειστική) κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υπό την έννοια ότι, εκτός της πραγματικής κατοχής από άλλα πρόσωπα, υπάρχει και πρόθεση κατοχής και από άλλα πρόσωπα, δεν δίδει αυτόνομο αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση.
- Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1232 και παράγραφο 19-19, με παραπομπή στην απόφαση της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Sweet v Mountford
(1985)A.C. 809, αναφέρεται ότι, η πρόθεση των μερών να δοθεί αποκλειστική κατοχή στον χρήστη, γενικά, προκύπτει από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Το ερώτημα που πάντοτε τίθεται, δεν είναι κατά πόσο τα μέρη, ή ο οποιοσδήποτε εξ αυτών, σκόπευαν να δώσουν, ή αντίστοιχα, να πάρουν, αποκλειστική κατοχή, αλλά αν το αποτέλεσμα της συναλλαγής τους, ήταν στην πραγματικότητα, η χορήγηση αποκλειστικής κατοχής. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, όπου το δικαίωμα πρόσβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, διατηρείται και τούτο γνήσια[3], σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής της.
- Στρεφόμενος τώρα στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης, διαπίστωση μου είναι ότι, η Ενάγουσα / Αιτήτρια σε αυτή την Αγωγή, είναι συνιδιοκτήτης της Κατοικίας με τον Ενάγοντα. Ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα / Αιτήτρια, η Κατοικία είχε αγοραστεί από κοινού με τον Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση, περί το έτος 2009, και σε αυτήν διέμεναν μαζί και με το ανήλικο τέκνο τους[4] μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2015, όπου, λόγω προβλημάτων στις σχέσεις τους, η συμβίωση τους διεκόπη και ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση εγκατέλειψε την Κατοικία και μετακόμισε σε διαμέρισμα της ιδιοκτησίας του πατέρα του. Έκτοτε, η Ενάγουσα / Αιτήτρια βρίσκεται σε κατοχή της Κατοικίας, όπου και διαμένει με το ανήλικο τέκνο τους. Είναι εν προκειμένω ο ισχυρισμός της, ότι, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση της δήλωσε ότι δεν ενδιαφέρεται για την Κατοικία επειδή δεν μπορεί να πληρώνει τις δόσεις του δανείου που εσύναψαν από κοινού για την αγορά της.
- Μετά από την διάλυση του δεσμού της με τον Εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση, η Ενάγουσα / Αιτήτρια, αναφέρει στην μαρτυρία της, ότι δημιούργησε ερωτική σχέση με κάποιο άλλο πρόσωπο, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος έχει εκδηλώσει έναντι της λόγω τούτου, επιθετική συμπεριφορά, και μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις και ενώπιον του ανήλικου τέκνου τους. Ηλικίας σήμερα, έξι ετών.
- Η συμπεριφορά του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση που οδήγησε την Ενάγουσα / Αιτήτρια στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, καταγράφεται στις παραγράφους 6, 7, 8 και 9 της ένορκης της δήλωσης της ημερομηνίας 21/12/2015 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης.
- Σε γενικές γραμμές, η Ενάγουσα / Αιτήτρια υποστηρίζει, ότι, καθημερινά και χωρίς προειδοποίηση, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση επισκέπτεται την Κατοικία και χωρίς λόγο την βρίζει και την απειλεί. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις και μπροστά στο ανήλικο τέκνο τους. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση, ήταν η Ενάγουσα / Αιτήτρια να την καταγγείλει στην Αστυνομία. Ο τοπικός σταθμός Παραλιμνίου, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα / Αιτήτρια, «κατέγραψε τα παράπονα της εναντίον του και οι αστυνομικοί προειδοποίησαν τον εναγόμενο ότι αν δεν σταματούσε την ενόχληση, θα προχωρούσαν με την δίωξη του». - Δεν είναι του παρόντος και συνεπώς δεν θα σχολιάσω την αντιμετώπιση του ζητήματος από πλευράς Αστυνομίας -. Πίστευε η Ενάγουσα / Αιτήτρια, ότι, η προειδοποίηση του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση από την αστυνομία «θα σταματούσε την βίαιη συμπεριφορά του». Φοβόταν, ισχυρίζεται η Ενάγουσα / Αιτήτρια, ότι, «καταγγελία» της υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση, θα προκαλούσε μεγαλύτερα προβλήματα. Αποτέλεσμα, όμως, ως εκ των υστέρων διαπιστώνει, ήταν η κατάσταση να συνεχίζεται και να χειροτερεύει παρά να εξομαλύνεται.
- Παρά την προειδοποίηση της αστυνομίας, αναφέρει περαιτέρω η Ενάγουσα / Αιτήτρια, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση, «το τελευταίο χρονικό διάστημα», πρωινά, προφασιζόμενος ότι επιθυμεί να δει τον γιό του, επισκέπτεται την Κατοικία χωρίς προειδοποίηση. Παρακολουθεί την Ενάγουσα / Αιτήτρια από το παράθυρο της Κατοικίας με ποιόν βρίσκεται στην Κατοικία και τι κάνει. Της χτυπάει επίμονα την πόρτα και αυτή «εξαναγκάζεται να του ανοίξει» για να μην ακούει τις φωνές τους ο γιός τους. Αυτός εισερχόμενος στην κατοικία υβρίζει φωναχτά και μπροστά το παιδί τους, απειλεί ότι θα κάνει κακό στο σύντροφο της. Μάλιστα, έχει παρατηρήσει ότι, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση παρακολουθεί την Κατοικία για να διαπιστώσει αν η Ενάγουσα / Αιτήτρια βρίσκεται εντός της με τον νέο της σύντροφο. Αυτό, είναι, ισχυρίζεται, κάτι το οποίο της προκαλεί έντονο άγχος και φόβο. Ειδικότερα ότι θα εισέλθει εντός της Κατοικίας και θα κάνει κακό τόσο στην ίδια, όσο και στον σύντροφο της, μπροστά στο παιδί τους. Το αποκορύφωμα της απαράδεκτης συμπεριφοράς του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση, έλαβε χώρα την 03/12/2015, όταν ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση εισήλθε εντός της Κατοικίας, συνοδεία του ανήλικου γιού τους του οποίου αμέσως πιο πριν είχε την επιμέλεια, άρχισε την υβρίζει χυδαία και την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Το περιστατικό η Ενάγουσα / Αιτήτρια το κατήγγειλε στην αστυνομία, όπου και της διαβεβαιώθηκε ότι, «αυτή την φορά θα λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα εναντίον του».
- Καταληκτικά των ισχυρισμών της, η Ενάγουσα / Αιτήτρια στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 21/12/2015 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της, αναφέρει: «Θεωρώ πως ο Εναγόμενος δεν έχει κανένα δικαίωμα να επεμβαίνει ή να εισέρχεται στην κατοικία την οποία εγκατέλειψε και για την οποία έχω αδιαμφισβήτητο δικαίωμα κατοχής εξ' όσων γνωρίζω και συμβουλεύομαι και από τους δικηγόρους μου. Αν επιτραπεί στον Εναγόμενο να εοσέρχεται στην κατοικία την οποία διαμένω και προχωρά σε απειλές και εξυβρίσεις προς το πρόσωπο μου η ζημιά τόσο στη δική μου ψυχική υγεία αλλά και του παιδιού μου θα είναι ανεπανόρθωτη. Φοβάμαι παρά πολύ τόσο για την δική μου σωματική ακεραιότητα όσο και του ανήλικου Αλέξανδρου καθότι ένεκα της τελευταίας συμπεριφοράς του εναγομένου όπου με απείλησε μπροστά στο ανήλικο ότι θα με σκοτώσει, υπάρχει άμεσος και ορατός κίνδυνος να προβεί σε εγκληματικές πράξεις τόσο εναντίον μου όσο και εναντίον του νέου μου συντρόφου στην παρουσία του ανήλικου παιδιού μας και η ζημιά που θα προκληθεί από τις εγκληματικές πράξεις θα είναι αδύνατο να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε μεταγενέστερη θεραπεία στο τέλος της αγωγής».
- Από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας / Αιτήτριας περί τα γεγονότα, εγείρεται το εξής ζήτημα που αφορά την συνιδιοκτησία της Κατοικίας από την Ενάγουσα / Αιτήτρια και τον Εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση. Τούτου δοθέντος, νομιμοποιείται η Ενάγουσα υπό τις περιστάσεις που ισχυρίζεται να εγείρει αγωγή, βασιζόμενη στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1234 και παράγραφο 19-25, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Co-owners. One co-owner of land can only bring an action in trespass against the other if the latter has actually been ousted or dispossessed of the land. Each co-owner is entitled to possession of the whole land, so that if one turns the other off the land or part of it, it is a trespass. If the common property or part of it is destroyed, there is an ouster. So, trespass lies by one co-owner against another who digs and carries away the soil. It is not trespass, however, if one co-owner uses the land in the ordinary and natural way, as by cutting grass and making it into hay, or working a coal mine. In such a case the owner making the hay or working the mine must account for the profits. When there are co-owners of a wall, such as a party wall, one owner can maintain trespass against the other if there is a destruction of the wall. But if the wall has been destroyed with the intention of rebuilding it, or the foundations have been temporarily removed with the object of replacing them, there is no trespass. Trespass will only lie if one owner is ousted from possession of the wall, for example, if the wall is heightened and a building is placed so as to occupy the whole width of the top. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Είναι νομολογημένο και προκύπτει και από την περικοπή από το προαναφερόμενο σύγγραμμα, ότι, αγωγή για παράνομη επέμβαση, χωρεί μόνο από τον ένα συνιδιοκτήτη εναντίον του άλλου, εάν ο πρώτος εξεδιώχθη από την περιουσία ή του αφαιρέθει το δικαίωμα κατοχής. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς Ενάγουσας / Αιτήτριας. Τουναντίον, είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτησης είναι συνιδιοκτήτης της Κατοικίας και δεν φαίνεται να έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη που να καταδεικνύει εκδίωξη της Ενάγουσας / Αιτήτριας από την Κατοικία, ή αφαίρεση του δικαιώματος κατοχής της, το οποίο ισχυρίζεται ότι κατέχει αποκλειστικά. Οι οποιεσδήποτε πράξεις του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση, ως τις ισχυρίζεται η Ενάγουσα / Αιτήτρια, που δεν σχετίζονται με την κατοχή της Κατοικίας, δεν θεμελιώνουν αγωγή για παράνομη επέμβαση. Ακριβώς επειδή ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση είναι συνιδιοκτήτης της Κατοικίας. Τώρα, αν αυτές του οι πράξεις θεμελιώνουν κάποια άλλη βάση Αγωγής, ή την διάπραξη από πλευράς του ποινικών αδικημάτων (σαφώς κατόπιν διερεύνησης από την αστυνομία των ισχυριζόμενων γεγονότων), δεν είναι του παρόντος, γιατί, ως Δικαστήριο που εκδικάζει αυτή την Αγωγή, περιορίζομαι στο να εξετάσω το τι είναι επίδικο, ως έχει τεθεί υπόψη μου από πλευράς της Ενάγουσας / Αιτήτριας. Η προαναφερόμενη αρχή, εξετάστηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263 στην οποία, με παραπομπή στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (ανωτέρω), και την προαναφερόμενη περικοπή, ο έντιμος Δ. Α. Δ. Ναθαναήλ που έδωσε την απόφαση της πλειοψηφίας, ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Εφόσον η βάση της αγωγής ήταν η ανάκληση της άδειας χρήσης της οικίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει κατά πόσο ήταν δυνατή τέτοια ανάκληση υπό το φως του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι και η εφεσείουσα ήταν κληρονόμος μαζί με τους εφεσίβλητους στην οικία. Μεταξύ συνιδιοκτητών δεν επιτρέπεται, ούτε χωρεί ανάκληση άδειας χρήσης ώστε να καθίσταται ο ένας εξ αυτών επεμβασίας τη στιγμή που στην πραγματικότητα είναι συνιδιοκτήτης. Αγωγή για επέμβαση χωρεί μόνο από τον ένα συνιδιοκτήτη εναντίον του άλλου, εάν ο πρώτος εξεδιώχθη από την περιουσία ή του αφαιρέθει το δικαίωμα κατοχής. Όπως αναφέρεται επί λέξει στο σύγγραμμα των Clerk & LIndsell on Torts, 16η έκδ. σελ. 1316, παρ. 23-18: «.». Εδώ βέβαια δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα, ούτε και προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία από τους εφεσίβλητους, ότι η εφεσείουσα τους είχε ποτέ εκδιώξει από την οικία ή δεν τους επέτρεπε κατοχή. Αντίθετα η μαρτυρία είχε καταδείξει ότι ο εφεσίβλητος 4 ζούσε μέχρι το 1990 στην Αμερική και μετέπειτα μέχρι το θάνατο του πατέρα τους τον επισκεπτόταν στην οικία όπου ζούσε με τη σύζυγο του, την εφεσείουσα. Μάλιστα όταν πρωτοήλθε στην Κύπρο από την Αμερική, έμεινε τους πρώτους μήνες εκεί. ................................. Επομένως, λανθασμένα θεωρήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η απόφαση Λάμπρου κ.ά. v. Κεφάλα κ.ά. ως βοηθητική σε αδίκημα επέμβασης, εφόσον η εφεσείουσα εδώ ήταν συνιδιοκτήτρια της οικίας, έστω κατά μερίδιο. Οι εφεσίβλητοι δεν ηδύναντο να εγείρουν την αγωγή από μόνοι τους χωρίς την προσθήκη και των διαχειριστών του Γαβριήλ Γρηγορίου ως εγγεγραμμένων ιδιοκτητών των 3/18 μεριδίων της οικίας. Η αντίθετη θέση του Δικαστηρίου ήταν πασιφανώς λανθασμένη ενόψει του γεγονότος ότι ανάκληση άδειας δεν μπορούσε εν πάση περιπτώσει να γίνει, ώστε η εφεσείουσα, εξ αιτίας αυτής τούτης της λεγόμενης ανάκλησης, να καταστεί επεμβασίας. Τη στιγμή που δικαιωματικά κατοικούσε στην οικία με τη θυγατέρα της, ως νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της, είχε, δηλαδή, κυριότητα, έστω εν μέρει. Παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αρχή μέσα από το σύγγραμμα των Clerk & Lindsell 14η έκδ. παρ. 1328, ότι ένας συνιδιοκτήτης μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον άλλου συνιδιοκτήτη, σε περίπτωση εκδίωξης του από την περιουσία, εν τούτοις λανθασμένα προσμέτρησε στη σκέψη του ότι επειδή η αγωγή ηγέρθηκε από τον διαχειριστή της περιουσίας της Κλαίρης Γρηγορίου, που στη συνέχεια τροποποιήθηκε να περιλαμβάνει τους εφεσίβλητους 1, 2 και 3 ως συνιδιοκτήτες της οικίας, αυτοί μπορούσαν να στραφούν εναντίον της εφεσείουσας μετά το θάνατο του συζύγου της, τη στιγμή που αν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα έπρεπε να το αξίωναν εναντίον του πατέρα τους, πράγμα που δεν έκαμαν.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 25. Συνεπώς, η Ενάγουσα / Αιτήτρια, υπό τις δοθείσες περιστάσεις, δεν έχει πιθανότητα να δικαιούται τις θεραπείες που αξιώνει με αυτή την Αγωγή, η όποια βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και συνεπώς, για σκοπούς που αφορούν την εξέταση της υπό συζήτηση Αίτησης, με οδηγούν στο εύρημα ότι δεν πληρείται η δεύτερη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. 26. Εν όψει των προαναφερομένων, κρίνω αχρείαστο να ενασχοληθώ με τις λοιπές προϋποθέσεις έκδοσης, προσωρινώς, ενός ενδιάμεσου διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ 27. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται, χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατόπιν εξασφάλισης σχετικής άδειας. [2] (Άρθρο 43 του Κεφ. 148) [3] - ώστε να διαφυλαχθεί κατάχρηση από όρους εικονικού περιεχομένου, ή διευθετήσεις εικονικές, που αποκλείουν το αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής - [4] - σήμερα ηλικίας έξι ετών - [i] Σε ελεύθερη μετάφραση: «πρέπει να υπάρχει εμφανής πρόθεση, όχι μόνο αποκλεισμού του κόσμου γενικά από το να παρεμβαίνει με το υπό εξέταση πράγμα, αλλά αποκλεισμός, σε σχέση με αυτό, για ίδιο όφελος και στο όνομα κάποιου». [ii] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παναγιώτη Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών v Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Σε ότι αφορά το ζήτημα της δικαιοπρακτικής ικανότητας προσώπου που βρίσκεται σε πραγματική κατοχή, να εγείρει αγωγή βασιζόμενο στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100 - το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του, όπως π. χ. στην Ismini Liasidou a. a. v Kyriacos N. Papademetriou as proxy agent of Christakis E. Ioannou
(1975)1 C.L.R. 122 και Γεώργιος Λάμπρου κ. α. ν Ελένης Κεφάλα
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 - ανέφερε τα εξής: «There is no doubt that the plaintiff was in possession of the land in question and has planted the olive trees himself, and clearly in our view the defendant had no right at all to collect the olives and was all along a mere trespasser. It has been said in a number of cases that trespass to land consists in any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of another. Trespass, therefore, is actionable at the suit of the person in possession of land, in spite of the fact that he is neither the owner nor does he derive title from the owner. Once, therefore, the plaintiff was in occupation or physical control of the land in question and because he has planted those trees, he is holding the land as a de facto possessor and it is too late for the defendant—who never had any title to the land—or indeed she never genuinely believed the land to be hers, to allege that the plaintiff had no right of action against her because the Government is the owner of that land. In our view, the slightest amount of possession would be sufficient to enable the plaintiff to bring an action against the defendant. In Bristow v. Cormican, [1878] 3 App. Cas. 641, Lord Hatherley said at p. 657:— "There can be no doubt whatever that some possession is sufficient, against a person invading that possession without himself having any title whatsoever, as a mere stranger, that is to say, it is sufficient as against a wrongdoer. The slightest amount of possession would be sufficient to entitle the person who is so in possession or claims under those who have been or are in such possession, to recover as against a mere trespasser." See also Wuta-Ofei v. Danquah [1961] l W.L.R. 1238, where the dictum of Lord Hatherley in Bristow v. Cormican (supra) was followed and applied. There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner, because he who has such a possession may, just as may the lawful owner, use a reasonable degree of force in the defence of the land which he possesses. He may sue in trespass anyone who disturbs his possession, and in such an action it is no answer for the defendant to show that such title and right to possession is in another person. In our view, jus tertii is no defence to the action, unless the defendant can show when trespassing that he acted under the authority of the true owner or of some person having such a right. Therefore, we find ourselves unable to follow the argument of counsel on behalf of the appellant, because in our opinion, the principle of jus tertii applies equally to a case of land and not only to torts as contended by counsel. We would reiterate that in a case of trespass the defendant has to plead and prove that he had a right to possession of the land at the time of the alleged trespass, or that he acted under the authority of some person having such right. That this is so finds also ample justification in our Civil Wrongs Law Cap. 148, and s. 43 is in these terms:— . It appears that the protection which the law gives to bear possession seems to be nothing more than an extension of the protection that it accords to the person. Possession, as we said earlier in this judgment, implies to some extent personal presence, and the inviolability of the person extends to those sorts of disturbances by which the person might at some time be interfered with. In other words, the explanation of the protection of possession is to be found in the paramount necessity of preventing breaches of the peace.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική, εν προκειμένω, είναι και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση David Charles Orams κ. α. ν Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Άλλο ζήτημα με το οποίο θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε είναι εκείνο της κατοχής της προαναφερόμενης περιουσίας από τον εφεσίβλητο. Η αγωγή του εφεσίβλητου εναντίον των εφεσειόντων ήταν για παράνομη επέμβαση και η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι, ουσιαστικά, αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Δέστε: Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1516). Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές ότι η επέμβαση των εφεσειόντων στην περιουσία του εφεσιβλήτου έχει μόνιμο χαρακτήρα και επομένως, κατ' εξαίρεση, ο εφεσίβλητος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων παρά το ότι δεν έχει κατοχή της περιουσίας του (ένεκα της συνεχιζόμενης παράνομης Τουρκικής κατοχής και της, κατά συνέπεια, παρεμπόδισής του να το πράξει).». [iii] Δέστε σχετικά, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Margarita Ikosi v Andreas Karayiannis and Others
(1971)1 C.L.R. 189. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο