← Κύπρος

Μιχάλη Προεστού ν. Χριστάκη Ιακωβίδη, ως εκκαθαριστή της Α.Ν.KYRATZIS DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7561/14, 29/1/2016

Μιχάλη Προεστού ν. Χριστάκη Ιακωβίδη, ως εκκαθαριστή της Α.Ν.KYRATZIS DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7561/14, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7561/14 Μεταξύ :- Μιχάλη Προεστού Ενάγοντα - αιτητή και

  1. Χριστάκη Ιακωβίδη, ως εκκαθαριστή της Α.Ν. KYRATZIS DEVELOPERS LTD,
  2. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λακατάμιας Δευτεράς Λτδ Εναγομένων - Καθ ων η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.1.16 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα - αιτητή : κ. Δημητριάδης Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 1 : κ. Σ. Βασιλακκάς Για Εναγόμενους - καθ ων η αίτηση 2 : κ. Γεωργίου μαζί με κα Τσιανή ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 19.12.14 ΠΡΟΣ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων με την παρούσα αγωγή, επί γενικής οπισθογραφήσεως, αξιώνει εναντίον των εναγομένων διάφορα αναγνωριστικά διατάγματα σε σχέση με αγοραπωλητήριο έγγραφο δυνάμει του οποίου αγόρασε ένα διαμέρισμα από τους εναγομένους 1, επί του οποίου, οι εναγόμενοι 1 ενέγραψαν υποθήκη προς όφελος της εναγομένης
  3. Μεταξύ άλλων, επιζητά και διάταγμα ακύρωσης της υποθήκης και μεταβίβασης του διαμερίσματος στο όνομα του, καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, δόλο απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Στα πιο πάνω πλαίσια αποτάθηκε μονομερώς στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο 1 να πωλήσει, επιβαρύνει και/ή αποξενώσει το επίδικο διαμέρισμα και διάταγμα εναντίον της εναγομένης 2 να μην εκποιήσει την υποθήκη. Η αίτηση κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου επιδόθηκε στους εναγομένους καθ ων η αίτηση, οι οποίοι έφεραν ένσταση. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων όλων των πλευρών, χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ομνύοντες. Να προστεθεί εδώ, ότι με την άδεια του δικαστηρίου καταχωρήθηκαν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Επισημαίνεται επίσης ότι ο ενάγων πριν καταχωρίσει την αγωγή εξασφάλισε διάταγμα του δικαστηρίου, το οποίο και επισυνάπτεται του οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, με το οποίο επιτρέπεται να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του εκκαθαριστή της εναγομένης 1 για την εξασφάλιση δήλωσης ότι δικαιούται στην επ' ονόματι του εγγραφή του επιδίκου διαμερίσματος και για την ακύρωση της υποθήκης και/ή για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου. Τα γεγονότα είναι κατά βάση απλά και δεν αμφισβητούνται. Ο ενάγων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ.11.11.96 αγόρασε από τους εναγομένους 1 ένα διαμέρισμα στους Αγίους Ομολογητές, αντί του ποσού των Λ.Κ.30.
  4. Διευθυντής, μέτοχος και υπεύθυνος για όλες τις εργασίες και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εναγομένης 1 ήταν κάποιος Νίκος Κυρατζής. Μετά την σύναψη της συμφωνίας ο ενάγων μετέβη στην Αθήνα και ο ρηθείς Κυρατζής υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι θα κατέθετε το έγγραφο στο κτηματολόγιο, γεγονός που του επιβεβαίωσε πολλές φορές ότι το έπραξε, πλην όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο ενάγων πίστευε ότι η μόνη εκκρεμότητα που παρέμενε ήταν η μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του με την έκδοση των τίτλων. Ο ενάγων εξόφλησε το τίμημα πωλήσεως και από το 1996 το διαμέρισμα του παραδόθηκε και το κατείχε, άλλοτε ενοικιάζοντάς το και άλλοτε, όταν ήταν άδεια και βρισκόταν στην Κύπρο, διέμενε ο ίδιος. Παρά το γεγονός καλούσε την εναγομένη 1 να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, ο ρηθείς Κυρατζής με διάφορες δικαιολογίες του υποσχόταν ότι η μεταβίβαση θα γίνει το συντομότερο δυνατό και τον βεβαίωνε ότι το έγγραφο ήταν κατατεθειμένο στο κτηματολόγιο. Μάλιστα σε κάποια χρονική στιγμή ο Κυρατζής τον κάλεσε και ήλθε από την Αθήνα για να διενεργηθεί η μεταβίβαση και όταν ήλθε, με διάφορες δικαιολογίες η εγγραφή δεν έγινε. Άλλοτε ο ρηθείς Κυρατζής επέρριπτε ευθύνες στο κτηματολόγιο και άλλοτε ότι παρέμεναν ορισμένες εργασίες για να δοθούν οι απαιτούμενες άδειες. Φάνηκε, τελικά, ότι το πωλητήριο δεν κατατέθηκε στο κτηματολόγιο και οι σχετικοί τίτλοι εκδόθηκαν το
  5. Πληροφορήθηκε επίσης ότι από το 2007 οι εναγόμενοι 1 υποθήκευσαν το διαμέρισμα προς όφελος της εναγομένης 2 για το ποσό των €93.000 περίπου με την υποθήκη Υ11225/
  6. Ο ενάγων πληροφορήθηκε για την υποθήκη το 2013 και λόγω εκκαθάρισης της εναγομένης 1 η εκποίηση της υποθήκης είναι θέμα χρόνου. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, πέραν του πωλητηρίου εγγράφου και επιστολή του εκκαθαριστή της εναγομένης 1 ημερ.27.9.13 (τεκμ.4), σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα Κύπρου ενέγραψε μεμο επί του διαμερίσματος και ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο δεν παρουσιάζεται στο πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου και επί του ακινήτου υπάρχει η ρηθείσα υποθήκη. Η θέση της καθ ης η αίτηση 2 είναι ότι ο ενάγων απέκρυψε από το δικαστήριο την επιστολή που απέστειλε ο δικηγόρος του ενάγοντα στους εναγόμενους 1, εις απάντηση της οποίας αποστάληκε η ρηθείσα επιστολή, ούτε και αναφέρει η ομνύουσα για τον αιτητή, ούτε και αποκαλύπτει, από πού γνωρίζει τον αριθμό της υποθήκης, αφού ο εκκαθαριστής στην ρηθείσα επιστολή δεν αναφέρει τον αριθμό της υποθήκης. Είναι επίσης η θέση της ότι όλη η αναφορά του αιτητή για απάτη ή δόλο επικεντρώνεται στον Κυρατζή, ο οποίος όμως δεν είναι διάδικος και συνεπώς δεν ευρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Προβάλλει ακόμα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Αρ.6

(2)του Περί Πωλήσεως Ακινήτων Νόμος, Ν.81
(1)/11. Είναι τέλος η θέση της ότι είναι καλόπιστος ενυπόθηκος τρίτος και πως, από την πλευρά της, έκαμε ότι ήταν επιβαλλόμενο με βάση τις διαδικασίες του κτηματολογίου πριν προβεί σε υποθήκευση του ακινήτου. Η καθ ης η αίτηση 1 δια του εκκαθαριστή, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τις ενέργειες του Κυρατζή οι οποίες δεν δέσμευαν την εταιρεία, ούτε και εμποδίζουν την εταιρεία στην πώληση και υποθήκευση του διαμερίσματος. Είναι επίσης η θέση του ότι ο ενάγων ή και ο δικηγόρος του δεν του προσκόμισαν οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής και με τον αόριστο ισχυρισμό ότι έχει εξοφλήσει το τίμημα της πώλησης δεν έχει συζητήσιμη υπόθεση, γιατί πρόκειται για μετέωρους ισχυρισμούς. Αναφορικά με το θέμα των αποδείξεων πληρωμής και σε απαντητική ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτητή, επισυνάπτεται απόδειξη για το ποσό των Λ.Κ.13.000 και ότι ο ενάγων προβαίνει σε έρευνα για την ανεύρεση και των υπολοίπων αποδείξεων. Αυτά είναι σε συντομία τα γεγονότα επί των οποίων όλες οι πλευρές αγόρευσαν. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των δικηγόρων και έχει υπόψη του το σύνολο των εκατέρωθεν θέσεων όπως αυτές προβάλλονται τόσο στις ένορκες δηλώσεις, όσο και στις αγορεύσεις των δικηγόρων. Να προστεθεί επίσης ότι ο ενάγων έχει καταχωρήσει και έκθεση απαιτήσεως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομολογία υποδεικνύει ότι στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, και περαιτέρω ότι η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Δημοκρατίας κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο, δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980), ούτε και εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Από την άλλη, η μαρτυρία ως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού ανωτέρω, θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική και πρώιμη αξιολόγηση με την έννοια της απεικόνισης της μαρτυρίας, τέτοια ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. (Όξυνου κ.ά ν. Ρόλη
(2011)1 Α.Α.Δ 1066). Και τούτο γιατί δεν είναι το παρόν στάδιο, το κατάλληλο βάθρο για την οριστική επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, απαιτείται να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης. Το δεύτερο κριτήριο, συναφές και συνδεόμενο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Εγείρεται θέμα απόκρυψης εκ μέρους του αιτητή της επιστολής που απέστειλε ο δικηγόρος του στον εκκαθαριστή, εις απάντηση της οποίας απεστάλη η επιστολή του εκκαθαριστή, τεκμ.4 στην αίτηση. Το θέμα της πλήρους αποκάλυψης εκ μέρους του αιτητή εγείρεται εκεί όπου μονομερώς εξασφαλίζει ένα διάταγμα, οπότε έχει και την ύψιστη υποχρέωση να παρουσιαστεί στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και να θέσει ενώπιον του όλα τα αναγκαία γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση παρά τον μονομερή χαρακτήρα της αίτησης, το διάταγμα δεν εξεδόθη και κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου επιδόθηκε στους καθ ων η αίτηση. Ως εκ τούτου κατέστη δια κλήσεως και κατά η συνέπεια η αρχή της πλήρους αποκάλυψης δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση. Πέραν αυτού, δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου η ρηθείσα επιστολή εκ μέρους του καθ ου η αίτηση 1, ώστε να διαφανεί αν καταγράφονται σε αυτήν γεγονότα που διαφοροποιούν το γενικότερο πλαίσιο των γεγονότων όπως τίθενται εκ μέρους του αιτητή. Ούτε και ο ισχυρισμός ότι ο αιτητής δεν αποκαλύπτει από πού γνωρίζει τον αριθμό της υποθήκης, αφού ο διαχειριστής στην συνημμένη επιστολή δεν τον αναφέρει έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Μπορούσε άλλωστε να ζητηθεί να αντεξεταστεί η ομνύουσα για να αποκαλύψει, στο βαθμό που αυτό έχει κάποια αξία, την πηγή της γνώση της. Εκείνο που ενέχει σημασία είναι η ύπαρξη της υποθήκης, γεγονός που καταγράφεται στην επιστολή του εκκαθαριστή. Επί της ουσίας των γεγονότων, δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγων - αιτητής αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, ούτε και ότι από το 1996 ανέλαβε την κατοχή του ως ιδιοκτήτης. Ένας ισχυρισμός που προβάλλεται κατά κόρον από τους καθ ων η αίτηση 2 είναι ότι όλα όσα καταλογίζονται από τον αιτητή ως δόλο και ψευδείς παραστάσεις επικεντρώνονται στον Κυρατζή και όχι στην εναγομένη 1, οι δε καθ ων η αίτηση 1 αναφέρουν ότι ο Κυρατζής ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα και δεν δέσμευε την εταιρεία. Απαντητικώς ο αιτητής αναφέρει ότι ο Κυρατζής ήταν ο διευθυντής και μέτοχος της εναγομένης 1, η οποία ήταν και ο αντισυμβαλλόμενος στο πωλητήριο έγγραφο και πως, όπως αναφέρεται και στην αρχική ένορκη δήλωση, για όλες τις εργασίες και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εναγομένης 1 ήταν αυτός. Δεν αμφισβητείται όμως ότι ο ρηθείς Κυρατζής κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής και μέτοχος της εναγομένης 1 και ότι ενεργούσε εκ μέρους της. Παρόλο που το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ευθύνης των διοικητικών συμβούλων, στην υπόθεση Evans & sons Ltd ν. Ιωάννου κ.ά
(2001)1 Α.Α.Δ. 2092 υποδεικνύεται ότι οι σύμβουλοι δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα τους ως σύμβουλοι και εντός των πλαισίων των δραστηριοτήτων του καταστατικού. Ομοίως στην υπόθεση Χρ. Χατζηπαύλου & Υιοί Λτδ ν. Λαρδή
(2000)1 Α.Α.Δ. 954 επεξηγείται λεπτομερώς η ευθύνη των συμβούλων. Επιγραμματικά αναφέρεται ότι οι σύμβουλοι είναι αντιπρόσωποι της εταιρείας και γι' αυτό δεν ευθύνονται προσωπικά για τις συμβάσεις που δεσμεύουν την εταιρεία. Στα πλαίσια του παρόντος ενδιαμέσου διατάγματος και στην βάση αυτών που παρατίθενται εκ μέρους του αιτητή, κρίνεται ότι ο ρηθείς διοικητικός σύμβουλος της εναγομένης 1 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της, δεν είναι αναγκαίος διάδικος ως φέρον προσωπική ευθύνη. Η απαίτηση του ενάγοντα έχει καταγραφεί. Ο ενάγων αναντιλέκτως ανέλαβε κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος από το 1996 και ως είναι η θέση του, σχετικές είναι οι συνοδεύουσες ένορκες δηλώσεις αλλά και η έκθεση απαιτήσεως που έχει καταχωρηθεί, αυτό ήταν σε γνώση της εναγομένης 2, η οποία παρά ταύτα προχώρησε στην υποθήκευση του ακινήτου. Είναι επίσης η θέση του ότι η εναγομένη 2 υποθήκευσε το επίδικο διαμέρισμα χωρίς να προβεί σε έρευνα και να το επιθεωρήσει για σκοπούς εκτίμησης της αξίας του και να ελέγξει την κατάσταση του, ώστε να αποκαλυπτόταν η ενοικίαση του διαμερίσματος και κατ' επέκταση η πώληση του. Προβάλλεται εμμέσως εκ μέρους κυρίως των εναγομένων 1, ότι οι δικηγόροι του ενάγοντα δεν του κοινοποίησαν τις αποδείξεις εξόφλησης του διαμερίσματος και συνεπώς οι ισχυρισμοί περί εξόφλησης παραμένουν μετέωροι. Αντιπροβάλλει ο αιτητής ότι λόγω της παρόδου του χρόνου δεν μπόρεσε να εξεύρει όλες τις αποδείξεις, πλην μιας που αφορά την προκαταβολή, την οποία και επισυνάπτει και με αναφορά στην επιστολή του εκκαθαριστή, τεκμ.4, αναφέρει ότι ούτε και ο εκκαθαριστής δεν αμφισβητεί την εξόφληση. Προσθέτει περαιτέρω ότι από το 1996 που ανέλαβε κατοχή, ουδείς τον όχλησε ότι οφείλει κάποιο ποσό. Δυο μόνο παρατηρήσεις επί τούτου. Ο εκκαθαριστής που ανέλαβε σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το 2008 και έλεγξε τους λογαριασμούς της εναγομένης 1, στην επιστολή του τεκμ.4 προς τους δικηγόρους του ενάγοντα, δεν φαίνεται να προβάλλει οποιαδήποτε οφειλή του ενάγοντα προς την εναγομένη 1. Ούτε και αναφέρει ότι ο ενάγων οφείλει οποιοδήποτε ποσό εκ της αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος. Άλλωστε η πληρωμή ενός ποσού δεν συνεπάγει απαραιτήτως και την έκδοση απόδειξης, όπως και αντιστρόφως ανάλογα η ύπαρξη απόδειξης δεν αποτελεί αμάχητο τεκμήριο του περιεχομένου της. Αυτά βεβαίως αναφέρονται στα πλαίσια πάντοτε των περιορισμών που τίθενται για τελικά ευρήματα στο στάδιο αυτό και τίθενται προς αναζήτηση της ύπαρξης ή μη των τασσομένων προϋποθέσεων. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802, το πραγματικό νόημα των αποφάσεων που συνήθως παραγνωρίζεται, είναι πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως, ως έχει ήδη λεχθεί, η διεξοδική και σε βάθος ανάλυση των εκατέρωθεν ισχυρισμών θα γίνει κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Στα περιορισμένα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας και στην βάση όσων έχουν εξηγηθεί κρίνεται ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης (Α/φοι Μυλωνα κ.ά ν. Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1513). Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.145/11 ημερομ.13.6.13 υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Το δικαστήριο συνεπώς θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση, υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, σύμφωνα με την οποία εξετάζεται με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το δικαστήριο, ώστε να αποδειχθεί η μικρή έστω πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής σε βαθμό που να είναι ορατή. Όπως τέθηκε στην Hellenic Bank ανωτέρω, το δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Εκ των όσων έχουν εκτεθεί και χωρίς αξιολόγηση, οι διάφοροι ισχυρισμοί των καθ ων η αίτηση 1 και 2 δεν ανατρέπουν την, σε όποιο βαθμό και αν ήθελε καταταχθεί, πιθανότητα και προοπτική επιτυχίας του ενάγοντα. Η επίκληση εκ μέρους της εναγομένης 2 του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Ν.81
(1)/11 και της μη τήρησης των προϋποθέσεων του Αρ.6
(2), δεν θα κριθεί ούτε και θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό, ούτε και είναι στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας που θα εξεταστούν οι παράμετροι του πιο πάνω Νόμου. Αρκεί να υπομνησθεί ότι ο ενάγων εξασφάλισε διάταγμα του δικαστηρίου, συνημμένο ως λέχθηκε του οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, με το οποίο επιτρέπεται να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του εκκαθαριστή της εναγομένης 1 για την εξασφάλιση δήλωσης ότι δικαιούται στην επ' ονόματι του εγγραφή του επιδίκου διαμερίσματος και για την ακύρωση της υποθήκης και/ή για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου. Συνεκτιμούμενα συνεπώς όλα τα στοιχεία και δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, κρίνεται ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Αναφορικά με το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται μεν εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία, ως εισηγούνται οι δικηγόροι της καθ ης η αίτηση 2, αλλά οι αποζημιώσεις, δεν αποτελούν και την μοναδική παράμετρο κρίσης του θέματος. Λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245) και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν κάθε φορά το αίτημα. Στην M and Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1799, υπεδείχθη ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου τη θεραπεία. Ούτε και μπορεί να παραγνωριστεί ότι η εναγομένη 1, που είναι και η αντισυμβαλλόμενη με τον ενάγοντα, έχει τεθεί σε εκκαθάριση. Ως είναι συνεπώς διαμορφωμένα τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, και στην βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, είναι η κατάληξη ότι ο αιτητής έχει ικανοποιήσει και το κριτήριο αυτό. Άλλωστε ένας εκ των σκοπών της έκδοσης ενός συντηρητικού διατάγματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι κυρίως η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η διαφορά και η διατήρηση της επίδικης περιουσίας, εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης αγωγής. (Κουκούνα ν. C and A Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Κατά συνέπεια με την έκδοση του διατάγματος η κατάσταση πραγμάτων θα παραμείνει ως έχει (status quo ante), μέχρι και την τελική εκδίκαση της διαφοράς Και ακριβώς το στοιχείο αυτό θέτει προς τελική εξέταση κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνεται για τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί ότι κλίνει την πλάστιγγα υπέρ του αιτητή, αφού ως υπεδείχθη στην Κούνουνα ανωτέρω, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής έχει ικανοποιήσει όλες τις τασσόμενες υπό του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις και κριτήρια και όλα τα στοιχεία και δεδομένα συνηγορούν υπέρ και δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα αιτούμενα ως Α και Β διατάγματα, νοουμένου ότι ο ενάγων υπογράψει εγγύηση ύψους €50.000. Τα έξοδα κατά την πάγια νομολογία ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του αιτητή και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.