← Κύπρος

Αντρέα Αντωνίου κ.α. ν. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5994/14, 13/

Αντρέα Αντωνίου κ.α. ν. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5994/14, 13/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδούλου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5994/14 Μεταξύ:

  1. Αντρέα Αντωνίου
  2. Τόνιας Αντωνίου Ενάγοντες - και - Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων Αίτηση υπό Εναγόντων - Αιτητών για Τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και των συναφών δικογράφων με την αντικατάσταση της Εναγομένης 1 και για Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με τη διαγραφή παραγράφων, γραμμών και λέξεων και την αντικατάσταση τους με νέες ημερ. 26.3.2015 Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Αλεξάνδρου για Χρ. Χριστοφή. Για Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση 1: κ. Κλ.Στυλιανού για Τορναρίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση 2: κα Α. Παρπαρίνου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση 3: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση 4: κα Μ. Στυλιανού-Λοττίδη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.10.14 οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, με την οποία αιτούνται την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων και/ή του δανείου και/ή των αξιογράφων κεφαλαίου της εναγόμενης 2 αξίας €374.000, τα οποία εκδόθηκαν μεταξύ 2008 και 2010, καθώς και παντός σχετιζόμενου εγγράφου, λόγω απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης, καθώς και αποζημιώσεις. Όπως καταχωρήθηκε η αγωγή στις 20.10.14, ως εναγόμενη 1 αναφέρεται η «Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013». Η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους εναγομένους, οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν Υπερασπίσεις πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ενώ η Υπεράσπιση του εναγομένου 4 καταχωρήθηκε στις 24.4.
  3. Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής αφενός με την αντικατάσταση της εναγομένης 1 και περαιτέρω τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την διαγραφή μεγάλου μέρους της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης και αντικατάστασης του με νέες παραγράφους, φράσεις και λέξεις. Οι ενάγοντες έχουν επισυνάψει στην αίτηση τους το προτεινόμενο νέο κλητήριο ένταλμα και την Έκθεση Απαίτησης στην μορφή που θα έχει εάν εγκριθούν οι σχετικές τροποποιήσεις ως Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του ενάγοντα 1 ο οποίος προβαίνει σε αυτήν εκ μέρους και της ενάγουσας
  4. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, Δ.12, Δ.25, Δ.48 θθ 1-9, Δ.63 και Δ.64, ως επίσης και στις Συμφυείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 η ανάγκη για την τροποποίηση του τίτλου του Κλητηρίου Εντάλματος προέκυψε λόγω της παραίτησης της κας Άντρης Αντωνιάδου ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Ltd στις 3.3.15 και, μέχρι την ημερομηνία της καταχώρησης της αίτησης, του μη διορισμού άλλου προσώπου στη θέση αυτή ενώ σε ότι αφορά την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης η ανάγκη προέκυψε αφού μετά από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής οι δικηγόροι των εναγόντων είχαν την ευκαιρία λόγω χειρισμού πολλών υποθέσεων εν τω μεταξύ που αφορούν σε αξιόγραφα να λάβουν γνώση για νέα στοιχεία, νέα έγγραφα και νέα γεγονότα που δεν ήταν εις γνώση τους όταν καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και τα οποία φανερώνουν και αποδεικνύουν την αμέλεια και τις παραλείψεις των εναγομένων. Επίσης, έκτοτε έχουν γίνει δηλώσεις αξιωματούχων του κράτους καθώς και αποκαλύψεις που αφορούν τα αξιόγραφα έχουν δει το φως της δημοσιότητας που καθιστούν αναγκαίες τις τροποποιήσεις. Είναι περαιτέρω η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι το αίτημα είναι εύλογο και δικαιολογημένο, δεν υποβάλλεται με καθυστέρηση, δεν προκαλείται ζημιά στην πλευρά των εναγομένων ενώ αντίθετα κατ΄ αυτόν τον τρόπο οι ενάγοντες θα έχουν την ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την αξίωση τους με πάσα λεπτομέρεια και κάθε δικαιολογητικό για να την αποδείξουν κατά την ακρόαση. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους των εναγομένων 1 και
  5. Οι συνήγοροι των εναγομένων 2 και 4 με δήλωση τους ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφεραν ότι δεν θα καταχωρήσουν ενστάσεις, δέχονται την έκδοση διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α, Β και Δ της αίτησης, ζήτησαν όμως όπως τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και εκείνα που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικαστούν υπέρ τους και εναντίον των εναγόντων-αιτητών. Σύμφωνα με την ένσταση της εναγομένης 1 η αίτηση είναι αντικανονική κατά παράβαση των Θεσμών, αδικαιολόγητη, τείνει να δημιουργήσει σύγχυση αφού δημιουργείται πολλαπλότητα ζητημάτων, βάση αγωγής και μεταβάλλεται ουσιαστικά ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγής, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα της εναγομένης 1 και αλλάζει εντελώς η σύσταση των διαδίκων, υποβάλλεται με καθυστέρηση και επιχειρεί να εισάξει μη υπαρκτό και/ή υποθετικό διάδικο. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της δικηγόρου Βαρβάρας Αντωνίου η οποία επαναλαμβάνει με λεπτομέρεια όλους τους λόγους ένστασης. Η ένσταση της Καθ΄ης η αίτηση 1 στηρίζεται τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.1, Δ.2 Δ.9, Δ.12, Δ.25 κ.1, Δ.39, Δ.48 κ.κ.1-4, 6-9, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2,
  6. 30,31, 41 και 43, στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/98, στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Ν.17(Ι)/2013, σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση της Εναγομένης 3 αναφέρεται σε αντικανονική καταχώρηση της αίτησης, λανθασμένους θεσμούς που την στηρίζουν αφού με αυτή επιδιώκεται να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 3 που ως η προδικαστική τους ένσταση στην Υπεράσπιση που έχουν καταχωρήσει από το κλητήριο ένταλμα όπως έχει καταχωρηθεί δεν προκύπτει τέτοιο δικαίωμα, δημιουργεί πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων, μεταβάλλεται εξολοκλήρου ο χαρακτήρας της αγωγής σε ότι αφορά την Εναγομένη 3, θα προκληθεί μεγάλη αδικία στην Εναγομένη 3 και υπάρχει καθυστέρηση και ασαφής δικαιολογία για το στάδιο υποβολής της. Την ένσταση της Εναγομένης 3 συνοδεύει η ένορκος δήλωση της λειτουργού της, Νατάσας Αναστασίου. Η ένσταση της καθ΄ης η αίτηση 3 έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.1, Δ.2 Δ.9, Δ.12, Δ.25 κ.1, Δ.39, Δ.48 κ.κ.1-4, 6-9, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14 του 1960, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2,
  7. 30,31, 41 και 43, στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/98, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, περιλαμβανομένων αλλά χωρίς περιορισμό των άρθρων 2 και 32, στον Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο 138(Ι)/2002, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, περιλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό των άρθρων 2 και 47, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις που προβάλλουν σε αυτές κάθε πλευρά την δική της θέση. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών, παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν.
  1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Ως έχει ήδη αναφερθεί, προβάλλεται ως λόγος ένστασης και από τους δύο ενιστάμενους ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί καθυστέρηση στην διαδικασία. Ανατρέχοντας στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 20.10.14 καταχωρήθηκε Κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο. Και οι τέσσερις Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφανίσεις δια δικηγόρου τον Νοέμβριο του
  2. Η εναγομένη 1 καταχώρησε Υπεράσπιση στις 19.1.15, η εναγομένη 2 στις 5.2.15 και η εναγομένη 3 στις 20.2.
  3. Της καταχώρησης των Υπερασπίσεων των εναγομένων 1, 2 και 3 προηγήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω παράληψης καταχώρησης Υπεράσπισης. Οι Αιτητές καταχώρισαν την επίδικη αίτηση στις 26.3.
  4. Η Υπεράσπιση του εναγομένου 4 καταχωρήθηκε στις 24.4.15 και στις 29.5.15 οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση εναντίον των εναγομένων 1 και 3 με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος για να μην αποξενωθεί περιουσία της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd μέχρι ποσού €374.
  5. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης διέταξε όπως αυτή επιδοθεί στους Εναγομένους 1 και 3 και ακολούθως η αίτηση αποσύρθηκε στις 10.6.
  6. Στις 26.6.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου εκ πλευράς εναγομένης
  7. Η αγωγή δεν έχει οριστεί για οδηγίες. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η κα Άντρη Αντωνιάδου παραιτήθηκε από διαχειρίστρια στις 3.3.2015 ενώ η αίτηση έχει καταχωρηθεί στις 26.3.15 δηλαδή σε πολύ σύντομη ημερομηνία μετά από την παραίτηση της Άντρης Αντωνιάδου που ήταν και η ουσιαστική αφορμή για την καταχώρηση της. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω δεν έχει εντοπιστεί καμία καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης από μέρους των Αιτητών και περαιτέρω δεν διαφαίνεται καθοιονδήποτε τρόπο ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, συνεπεία της επιδιωκόμενης τροποποίησης. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι στην αίτηση δεν εξειδικεύονται οι αιτούμενες τροποποιήσεις και συνακόλουθα ότι η αίτηση είναι αντικανονική. Όπως έχει ήδη αναφερθεί εκείνο που ουσιαστικά επιζητούν με την αιτούμενη τροποποίηση οι Αιτητές είναι κατά πρώτο την αντικατάσταση του ονόματος της Άντρης Αντωνιάδου ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω και προβάλλουν επαρκή λόγο για αυτό, ότι δηλαδή η κα Αντωνιάδου παραιτήθηκε από την ιδιότητα της στις 3.3.2015 και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης κανένα πρόσωπο δεν έχει αναλάβει καθήκοντα ως νέος Ειδικός Διαχειριστής. Πέραν των πιο πάνω οι Αιτητές επίσης επιθυμούν, σύμφωνα πάντα με την αίτηση τους, να τροποποιήσουν σημεία της Έκθεσης Απαίτησης τους τα οποία φαίνονται με έντονα μαύρα γράμματα στο προτεινόμενο ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, Τεκμήριο Α στην Ένορκο Δήλωση του Α. Αντωνίου που συνοδεύει την αίτηση, το οποίο θα καταχωρήσουν εάν η αίτηση εγκριθεί, και προβάλουν ως λόγο για αυτόν το γεγονός ότι από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής έχουν περιέλθει στην προσοχή και/ή κατοχή των συνηγόρων τους νέα έγγραφα που αφορούν την αμέλεια των εναγομένων αλλά και έχουν γίνει νέες δηλώσεις από διάφορους κρατικούς αξιωματούχους που ουσιαστικά επιβάλλουν την τροποποίηση του δικογράφου τους με τον τρόπο που επιδιώκουν. Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice του 1982 σελ. 383 αναφέρονται τα ακόλουθα : «lt is desirable to specify the intended amendments (see Lawrance v. Norreys, 36 Ch. D. p.217/; Derrick v. Williams, 55 T.L.R. 676) either by stating them (if short) in the body of summons or notice, or by referring to them, e.g. 'as set forth in red ink in the pleading annexed' or 'copy documents served herewith'». Είναι η θέση μου ότι, ενόψει του ότι όπως έχω ήδη αναφέρει οι αιτητές έχουν μεριμνήσει να καταχωρήσουν ως Τεκμήριο Α το νέο προτεινόμενο δικόγραφο στην τελική του μορφή σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση από το Δικαστήριο, οι αιτούμενες προσθήκες εξειδικεύονται με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια στην αίτηση και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3 μέσω των συνηγόρων τους δεν με βρίσκει σύμφωνη και απορρίπτεται. Έχω ήδη αναφέρει ότι θεωρώ ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται επίσης οι λόγοι που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και παρέχεται επαρκής δικαιολογία για αυτούς, γι΄ αυτό και απορρίπτω τους σχετικούς ισχυρισμούς των συνηγόρων των Εναγομένων 1 και
  8. Η Εναγομένη 1 - Καθ'ης η αίτηση προβάλλει επίσης ως λόγο ένστασης, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση αντικαθίσταται διάδικος και προστίθεται νέος. Το κλητήριο που καταχωρήθηκε στις 20.10.14 μεταξύ άλλων προσώπων στρεφόταν και εναντίον της «Άντρης Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 ...». Όπως δηλαδή φαίνεται από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος ως αυτό καταχωρήθηκε, η αγωγή δεν στρέφεται προσωπικά εναντίον της κας Άντρης Αντωνιάδου αλλά στρέφεται εναντίον αυτής υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Ltd. Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 η Αρχή Εξυγίανσης δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται να διορίσει Ειδικό Διαχειριστή ο οποίος αναλαμβάνει την διοίκηση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σύμφωνα με τους όρους της πράξης διορισμού και των σκοπών διορισμού (βλ. άρθρα 2 και 14 του πιο πάνω Νόμου). Ως αναφέρεται, η Ειδική Διαχειρίστρια Άντρη Αντωνιάδου έχει παραιτηθεί και έτσι οι Αιτητές επιζητούν την αιτούμενη τροποποίηση με την οποία και πάλιν εναγόμενο πρόσωπο θα είναι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μέσω του νέου Ειδικού Διαχειριστή της ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου με βάση το Ν.17
(1)/13, χωρίς όμως να καθορίζεται ονομαστικά ο διαχειριστής του υπό εξυγίανση προσώπου, εφόσον μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης δεν είχε διοριστεί νέος Ειδικός Διαχειριστής. Είναι κατά την άποψη μου ξεκάθαρο ότι Εναγόμενη 1 είναι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μέσω του Ειδικού Διαχειριστή. Συνακόλουθα η εισήγηση του συνηγόρου των Καθ'ων η αίτηση 1 περί αντικατάστασης διαδίκου δεν με βρίσκει σύμφωνη και επίσης απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση μεταβάλλεται η βάση της Υπεράσπισης και εισάγεται νέα βάση εντελώς διαφορετική από την αρχική που θα έχει ως αποτέλεσμα την διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που μεταβάλλει εξολοκλήρου το χαρακτήρα της και θα δημιουργήσει την ανάγκη καταχώρισης νέων δικογράφων, θέση η οποία κυρίως προβάλλεται από την εναγομένη 3 η οποία είχε καταχωρήσει προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπιση της ότι το κλητήριο ένταλμα ως είχε καταχωρηθεί δεν αποκάλυπτε εναντίον της αγώγιμο δικαίωμα, και την συναφή της θέση ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση οι ενάγοντες επιχειρούν να δημιουργήσουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 3, αναφέρω τα ακόλουθα. Όντως στην Υπεράσπιση της εναγομένης 3 η οποία καταχωρήθηκε στις 20.2.15 υπάρχει προδικαστική ένσταση ότι δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον της καθότι δεν υπήρχαν ισχυρισμοί είτε για δόλο είτε για αμέλεια εναντίον της εναγομένης
  1. Εάν κάποιος ανατρέξει στο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 20.10.14 και στη σχετική Έκθεση Απαίτησης που ενσωματώνεται σε αυτό μπορεί να δει ότι στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχουν ισχυρισμοί για αμέλεια εναντίον μεταξύ άλλων της Εναγομένης
  2. Όντως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πολύ λιγότεροι σε έκταση και σε σοβαρότητα από αντίστοιχους ισχυρισμούς που αποδίδονται από τους ενάγοντες στους εναγομένους
  3. Όμως δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση ότι δεν υπάρχει αναφορά στο δικόγραφο των εναγόντων για αμέλεια εναντίον των εναγομένων 3 και ότι δεν υπήρχε βάση αγωγής εναντίον τους. Υπενθυμίζω ότι η δύναμη της υπόθεσης των εναγόντων δεν θα κριθεί στο στάδιο αυτό. Είναι όμως κατά την άποψη μου ορθή η θέση ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση εξειδικεύεται περαιτέρω το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και οι αξιώσεις τους κατά της Εναγομένης
  4. ΄Αρα όντως μεταβάλλεται ουσιωδώς η αγωγή των εναγόντων σε ότι αφορά την εναγομένη 3 αλλά και την εναγομένη
  5. Είναι το γεγονός αυτό όμως λόγος για να απορριφθεί η αίτηση; Με βάση τη Δ.25 θ.1, επί της οποίας βασίζεται η αίτηση, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα τροποποίησης δικογράφου «.in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». (δική μου υπογράμμιση). Δηλαδή είναι σαφές από την ίδια την πρόνοια που δίδει την ευχέρεια σε ένα διάδικο να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης ότι τέτοια αίτηση δεν περιορίζεται μόνο στα όσα έχει αναφέρει στο δικόγραφο του αλλά το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει οποιαδήποτε τροποποίηση την οποία κρίνει αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει τα πραγματικά επίδικα θέματα και την διαφωνία των μερών. Επομένως η ευχέρεια να εκδοθεί διάταγμα τροποποίησης Υπεράσπισης που να αλλάζει την γραμμή της Υπεράσπισης υπάρχει δικονομικά με βάση την Δ.25 θ1 και με βάση την νομολογία η οποία προνοεί ότι τέτοια δυνατότητα είναι εφικτή όταν δίδεται δικαιολογία για να μπορέσει να συνεκτιμηθεί με όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την υπόθεση. Σημειώνω, ότι οι εναγόμενοι θα έχουν την ευκαιρία να καταχωρήσουν το δικό τους δικόγραφο και συγκεκριμένα Υπεράσπιση με την οποία θα μπορούν να απαντήσουν σε όλους τους νέους και/ή τροποποιημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Επαναλαμβάνω επίσης ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, παράγοντας ο οποίος με βάση τη νομολογία είναι ιδιαίτερα σημαντικός αφού το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με πολύ πιο μεγάλη ελαστικότητα αιτήσεις για τροποποίηση όταν δεν έχει ακόμα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία παρά αιτήσεις όταν έχει αρχίσει η ακρόαση μιας υπόθεσης. Εν κατακλείδι, στην προκειμένη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης το οποίο με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η κα Άντρη Αντωνιάδου παραιτήθηκε ως Ειδική Διαχειρίστρια περί τις 3.3.2015, η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση μετά από το γεγονός αυτό, που ήταν η αφορμή για την καταχώρηση της και επίσης για τις υπόλοιπες τροποποιήσεις δίδεται αιτιολογία για την ανάγκη που προέκυψε σχετικά. Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε στις 26.3.
  6. Όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν υφίσταται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της επίδικης αίτησης και δεν διαφαίνεται ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην περίπτωση επιτυχίας της αίτησης. Δεν διαπιστώνεται καθοιονδήποτε τρόπο η ανυπαρξία καλής πίστης από μέρους των Αιτητών. Περαιτέρω σε περίπτωση που το αίτημα εγκριθεί, δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς οι Εναγόμενοι και δεν εντοπίζω οτιδήποτε που μπορεί να επιφέρει αδικία σ' αυτούς λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων. Δεν έχει καταδειχθεί κατάχρηση ή και κακοπιστία ή και οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αίτησης. Ενόψει των ανωτέρω έχω τη θέση ότι οι ενστάσεις που έχουν εγερθεί από τους εναγόμενους 1 και 3 δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται. Αντίθετα οι αιτητές έχουν πετύχει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι δικαιούνται στις θεραπείες που ζητούν. Εκδίδεται επομένως διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης της υπό αναφορά αγωγής ως οι παράγραφοι Α, Β και Δ της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Σε ότι αφορά τους Εναγομένους 2 και 4 οι οποίοι συγκατατέθηκαν στην αιτούμενη τροποποίηση και σχετική δήλωσή τους έχει σημειωθεί στο πρακτικό ημερ.15.10.15, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2 και 4 και εναντίον των αιτητών μέχρι και την εν λόγω ημερομηνία όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] ................ Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.