Νίκος Κωνσταντίνου ν. Αθανάσιος Ορφανίδης, Αρ. Αγωγής: 8829/12, 15/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8829/12 Μεταξύ : - Νίκος Κωνσταντίνου Ενάγοντα και Αθανάσιος Ορφανίδης Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.1.16 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο - Αιτητή : κα Κ. Λιασίδου. Για ενάγοντα - καθ ου η αίτηση : κ. Παγιάσης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων την 11.12.12 δια γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχώρισε την εν τίτλω αγωγή εναντίον του εναγομένου αξιώνοντας αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή λίβελο. Αφορούσε διάφορα δημοσιεύματα και δηλώσεις που έγιναν εκ μέρους του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος. Κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος υποστηριζομένης δι' ενόρκου δηλώσεως του ιδίου, όσο και δικαστικού επιδότη και κατόπιν διατάγματος του δικαστηρίου ημερ.13.2.13, δόθηκε άδεια όπως το κλητήριο ένταλμα επιδοθεί στον εναγόμενο με υποκατάστατο επίδοση δια θυροκολλήσεως σε συγκεκριμένη διεύθυνση στα Λεύκαρα. Σύμφωνα με τον φάκελο του δικαστηρίου στις 23.3.13 το κλητήριο ένταλμα μαζί με αντίγραφο του διατάγματος θυροκολλήθηκε στην οδό Ραφήνας 14 στα Λεύκαρα. Ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο εντός των τασσόμενων υπό του διατάγματος προθεσμιών και ο ενάγων την 30.1.14 καταχώρισε έκθεση απαιτήσεως. Στην συνέχεια, την 22.5.14 καταχώρισε αίτηση για απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης καταχώρισης εκ μέρους του σημειώματος εμφανίσεως, δυνάμει των προνοιών της Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Και πάλι σύμφωνα με τον φάκελο, η ρηθείσα αίτηση αναρτήθηκε στον πίνακα του δικαστηρίου την 23.5.14, ως η διαταγή του δικαστηρίου ημερ.13.2.13 και τη σχετική ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη. Η αίτηση για απόφαση ορίστηκε αρχικά την 6.6.14 και στην συνέχεια για απόδειξη την 27.6.
- Αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου για απόδειξη την 25.9.14 και τελικά κατόπιν προσκόμισης και προφορικής μαρτυρίας, την 23.12.14 εξεδόθη απόφαση υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου για το ποσό των €30.000 πλέον τόκους και έξοδα. Την 17.3.15 ο εναγόμενος υπέβαλε δυνάμει της Δ.26, Θ.4 και Δ.17, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσης αποφάσεως, που έτυχε της ένστασης του ενάγοντα - καθ ου η αίτηση. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται επί ενόρκου δηλώσεως δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του κ. Ευσταθίου, δεόντως εξουσιοδοτημένης να προβεί στην ένορκη δήλωση. Έκαμε έρευνα στον φάκελο του δικαστηρίου και τα γεγονότα που αναφέρει πιστεύει ότι είναι ορθά γιατί προέρχονται από πληροφορίες που της έδωσε ο εναγόμενος. Αναφέρει ότι μετά που ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εκδοθείσης αποφάσεως εναντίον του και αφού ήλθε σε επικοινωνία με τους δικηγόρους του, έγινε έρευνα στον φάκελο του δικαστηρίου, εξασφαλίστηκαν αντίγραφα των εγγράφων και αποστάληκαν στην Αμερική όπου βρίσκεται ο αιτητής. Αφού τα μελέτησε τους ανέφερε ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν είναι αυτά που αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση του διατάγματος για την υποκατάστατη επίδοση δια θυροκολλήσεως. Σύμφωνα με την ομνύουσα ο εναγόμενος το καλοκαίρι του 2012 μετακόμισε οικογενειακώς στην Αμερική. Λόγω της ιδιότητας του, ως ο τέως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, ήταν ευρέως γνωστό και γνώριζε και ο ενάγων ότι ο εναγόμενος μετακόμισε και διδάσκει στο πανεπιστήμιο ΜΙΤ στην Μασαχουσέτη των Η.Π.Α. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο εναγόμενος από το καλοκαίρι του 2012 που μετακόμισε στις Η.Π.Α, επισκέφθηκε τρεις φορές την Κύπρο. Εξ όσων την έχει πληροφορήσει, επισκέφθηκε την Κύπρο την (α) Περίοδο Χριστουγέννων 2012 - Πρωτοχρονιάς του 2013 και επέστρεψε στις Η.Π.Α εντός της πρώτης εβδομάδας Ιανουαρίου και η οικογένεια του επέστρεψε αργότερα εντός του Ιανουαρίου, (β) το καλοκαίρι του 2013 και, (γ) το καλοκαίρι του
- Η σύζυγος του εναγομένου επισκέφτηκε την Κύπρο και μερικές άλλες φορές. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος και του δικαστικού επιδότη στις ένορκες δηλώσεις τους ημερ.15.1.13 και 11.2.13 που συνόδευαν την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, περί του ότι οι εναγόμενος επισκέπτεται πολύ συχνά την Κύπρο και ότι η οικογένεια του διαμένει τον περισσότερο καιρό στην Κύπρο είναι αναληθείς και παραπλανητικοί. Οι αναφορές επίσης των πιο πάνω περί προσπαθειών για επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο είναι επίσης αναληθείς, γιατί το χρονικό διάστημα μετά την καταχώριση της αγωγής και μέχρι τον Ιανουάριο του 2013 ο εναγόμενος και η οικογένεια του βρίσκονταν στην Κύπρο και διέμεναν στα Λεύκαρα, οπόταν και θα μπορούσε να γίνει κανονική επίδοση προς τον εναγόμενο, ή σε κάποιο μέλος της οικογένειας του. Την 23.3.13 που έγινε η θυροκόλληση ουδείς βρισκόταν στην οικία στα Λεύκαρα. Εκ των γεγονότων αυτών προκύπτει ότι αναμφίβολα ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της επίδοσης της αγωγής, ούτε και ήταν δυνατόν να λάβει γνώση κατά το χρονικό διάστημα που έγινε η επίδοση. Κατά συνέπεια εκδόθηκε απόφαση εναντίον προσώπου στον οποίο δεν έγινε νόμιμη επίδοση. Αναφέρει επίσης ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση, προβάλλοντας τους λόγους της υπεράσπισης, αναφορά στην οποία όμως για τους λόγους που θα εξηγηθούν στην συνέχεια, δεν έχουν σημασία. Η πλευρά του ενάγοντα - καθ ου η αίτηση προβάλλει 15 λόγους ένστασης για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Επιγραμματικά είναι η θέση του, που την υποστηρίζει με την ένορκη του δήλωση, ότι η αίτηση είναι εκ προοιμίου ανυπόστατη και αλυσιτελής γιατί δεν προσβάλλει την εγκυρότητα και/ή τον παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Προβάλλεται θέμα καταλληλότητας της ένορκης δήλωσης υπό δικηγόρου και ότι η έκδοση της απόφασης είναι αποκλειστικό αποτέλεσμα της αδιαφορίας και της αμέλειας του ενάγοντα. Είναι επίσης η θέση του ότι δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε επίσης και εκ μέρους του δικαστικού επιδότη Ανδρέα Αβρααμίδη. Ο ρηθείς δικαστικός επιδότης αναφέρει ότι απορρίπτει τους ισχυρισμούς της δικηγόρου και επαναβεβαιώνει το περιεχόμενο της αρχικής του ένορκης δήλωσης, ό,τι από τις 11.12.12 και έκτοτε μετέβηκε πολλές φορές στην διεύθυνση του εναγομένου στα Λεύκαρα για να του επιδώσει την αγωγή αλλά δεν του άνοιγε κανένας. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του και παρά το γεγονός ότι τηλεφώνησε του εναγομένου, αυτός μόλις κατάλαβε τον σκοπό που ήθελε να τον συναντήσει δεν ήταν συνεργάσιμος και του έκλεισε το τηλέφωνο. Βεβαιώνει ότι και με βάση τις δικές του πληροφορίες ο εναγόμενος παρόλο που ταξίδευε κατά διαστήματα στο εξωτερικό, επισκεπτόταν πολύ συχνά την Κύπρο και διέμενε στα Λεύκαρα. Αυτό του το επιβεβαίωσαν και οι γείτονες του εναγομένου στα Λεύκαρα. Από τη πλευρά του ο ενάγων προβαίνει σε μια μακροσκελή ένορκη δήλωση και επισυνάπτει σειρά εγγράφων, αναφορά επί των οποίων θα γίνει στη συνέχεια. Είναι η θέση του ότι η ομνύουσα αυτά που αναφέρει είναι εξ ακοής και ανακρίβειες, ενώ δεν επεξηγείται γιατί δεν ορκίζεται ο ίδιος ο εναγόμενος. Η δικηγόρος δεν έχει την παραμικρή προσωπική γνώση των ουσιαστικών γεγονότων για τα οποία ορκίζεται και προβαίνει σε εικασίες και αναλήθειες στο όνομα του εναγομένου. Αναφέρεται σε εικασίες και δικά της συμπεράσματα και σε κανένα σημείο δεν προβαίνει σε ρητή και σαφή δήλωση ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Είναι η θέση του ότι η απουσία του όρκου εκ μέρους του εναγομένου του στερεί το δικαίωμα να ζητήσει την αντεξέταση του ώστε να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών του. Επί της επίδοσης της αγωγής, οι θέσεις του ενάγοντα είναι πολυεπίπεδες και μερικές επάλληλες. Βασική του θέση είναι ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της αγωγής και σκόπιμα και προκλητικά επέλεξε να την αγνοήσει. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του επισυνάπτει σχετικά δημοσιεύματα ως τεκμ.1Α. Το ένα φέρει ημερομηνία 23.8.13 και αναφέρει ότι « ο επιδότης ανέμενε σήμερα επί τέσσερις ώρες τον κ Ορφανίδη να ολοκληρώσει την κατάθεση του ενώπιον της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία και να του επιδώσει το ποινικό έντυπο». Αναφέρεται επίσης και σε άλλα δημοσιεύματα για να καταδείξει ότι ο εναγόμενος παρακολουθούσε τον εγχώριο ηλεκτρονικό τύπο, η αγωγή δε που καταχώρισε εναντίον του δόθηκε στην δημοσιότητα από τους δικηγόρους του (τεκμ.4), που δημοσιεύτηκε μεταξύ άλλων και στην συγκεκριμένη ιστοσελίδα, που σύμφωνα με την ομνύουσα εκ μέρους του, αναφέρει ότι από αυτήν ο εναγόμενος πληροφορήθηκε από το γνωστό του πρόσωπο την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Κατά συνέπεια σύμφωνα με την εισήγηση του πως μπορεί να ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι δεν γνώριζε ή δεν πληροφορήθηκε την καταχώριση της αγωγής εναντίον του. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος αρθρογραφούσε στην συγκεκριμένη ιστοσελίδα και υπήρχαν και 115 σχόλια, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο εναγόμενος έχει ιδιαίτερη απήχηση στον συγκεκριμένο ιστότοπο και πάρα πολύς κόσμος παρακολουθεί κάθε σχετικό με αυτόν δημοσίευμα. Σημειώνεται πως γίνεται εκτεταμένη αναφορά με την επισύναψη διαφόρων τεκμηρίων για να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής εναντίον του. Είναι επίσης η θέση του ότι από την θυροκόλληση της αγωγής στην οικία του εναγομένου μέχρι και την έκδοση της απόφασης πέρασε 1 ½ χρόνος και με την δική του παραδοχή ότι τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του επισκέπτονταν την Κύπρο, ο χρόνος ήταν υπεραρκετός για να λάβει τα δέοντα μέτρα και να υπερασπιστεί στην αγωγή. Είναι επίσης η θέση του, για τους λόγους που επεξηγεί, ότι ο εναγόμενος δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, και ότι η αίτηση του είναι κακόπιστη και καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και χωρίς να αντεξεταστεί οποιαδήποτε πλευρά, οι δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Εγείρεται ως λέχθηκε θέμα εκ μέρους του καθ ου η αίτηση για την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα και ότι αυτή γίνεται από δικηγόρο. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Darya Abramchyk κ.ά Πολ. Εφέσεις 319/11 και 320/11 ημερ.13.1.14, υπεδείχθησαν τα εξής: «Η νομολογιακή προσέγγιση του θέματος είναι σαφής. Δεν υπάρχει a priori αποκλεισμός κάτι τέτοιου παρά το ότι τονίζεται το κατ΄ αρχήν ανεπιθύμητο (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, Πολ. Έφεση 130/2009, ημερ. 29.1.2010). Εν τελευταία αναλύσει είναι θέμα που άπτεται της επάρκειας ή μη της Ένορκης Δήλωσης ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Αυτό θα κριθεί κυρίως κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και των αρχών σε αιτήσεις τέτοιου τύπου.» Στην υπόθεση Alexander v. Alexander Πολ.Έφεση 66/11 ημερ. 2013 υπεδείχθη ότι: «Ο ενόρκως δηλών την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί, για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου...» Σχετική είναι και η πιο πάνω υπόθεση Rybolovlev. Εκ του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της δικηγόρου κας Λιασίδου που ορκίστηκε για τον αιτητή, προκύπτει ότι ο αιτητής διαμένει μόνιμα και εργάζεται στις Η.Π.Α και θα ήταν αδύνατο να έλθει στην Κύπρο για να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση. Συνάγεται εκ της νομολογίας που έχει αναφερθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν απαιτείται να ορκιστεί ο ίδιος ο διάδικος, αλλά κάποιο άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν. Υπάρχει όμως, στην παρούσα υπόθεση ακόμα μια διάσταση. Η κα Λιασίδου που ορκίστηκε εκ μέρους του, ήταν και η δικηγόρος που εμφανίστηκε σε όλα τα στάδια της παρούσης διαδικασίας και υπογράφει και την γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή. Σύμφωνα με την υπόθεση Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, η τακτική των δικηγόρων να επισυνάπτουν δικές τους ένορκες δηλώσεις σε υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι έχει επισύρει τα δυσμενή σχόλια των δικαστηρίων, και ότι το θέμα έχει πάρει απαγορευτική μορφή, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 13
(5)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, όταν ένας δικηγόρος προτίθεται να εμφανιστεί ως μάρτυρας θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδιότητα του δικηγόρου. Υπεδείχθη ότι η απαράδεκτη αυτή διαδικασία δυστυχώς εξακολουθεί να συνεχίζει. Το ερώτημα που εγείρεται είναι πως θα πρέπει, τελικά, να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό. Εγείρεται όπως παραδέχεται και η κα Λιασίδου θέμα δεοντολογίας, αλλά ως λέχθηκε και στην Penderhill ανωτέρω, δεν υπάρχει a priori αποκλεισμός κάτι τέτοιου, παρά το ότι τονίζεται το κατ΄ αρχήν ανεπιθύμητο να ορκίζεται δικηγόρος. Παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τακτική αυτή, να ορκίζονται δικηγόροι αντί γραμματέας του γραφείου τους όπου ο διάδικος είναι στο εξωτερικό και όχι μόνο, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να αντιμετωπιστεί. Είτε θα πρέπει να απορρίπτεται η ένορκη δήλωση που προβαίνει ο δικηγόρος, είτε να μην λαμβάνεται υπόψη η αγόρευση του. Η απαγορευτική μορφή που αναφέρεται στην Κεσίδης ανωτέρω, θα πρέπει να έχει μια πρακτική εφαρμογή, πέραν της έκφρασης της απαρέσκειας του δικαστηρίου. Δεν μπορεί να συνυπάρχουν και τα δυο και απλώς να χαρακτηρίζεται το γεγονός αυτό μόνο ως ανεπιθύμητο. Η επιλογή του δικηγόρου να προβεί σε ένορκη δήλωση εκ μέρους του πελάτη του και να καταστεί μάρτυρας στην υπόθεση, εξ ορισμού του στερεί πλέον το δικαίωμα να εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου εκ μέρους του πελάτη του και να χειρίζεται την υπόθεση και κατ' επέκταση να αγορεύει, είτε γραπτώς είτε προφορικώς. Κρίνεται συνεπώς ότι η γραπτή αγόρευση της κας Λιασίδου δεν θα πρέπει και δεν θα ληφθεί υπόψη. Το επόμενο θέμα που εγείρεται αφορά ουσιαστικά την επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει το αίτημα για την ακύρωση της απόφασης. Είναι η θέση του κ. Παγιάση ότι η ένορκη δήλωση εκ μέρους της δικηγόρου, πέραν των άλλων, στερεί το δικαίωμα στον καθ ου η αίτηση να αποταθεί στο δικαστήριο και να ζητήσει άδεια για να τον αντεξετάσει ως προς την ορθότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται. Παρά το θεωρητικό της εισήγησης, γιατί η άδεια για αντεξέταση, ως δυνατότητα, δεν αναιρείται ανάλογα με το ποίος ορκίζεται, ακριβώς δε αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τον οποίο, ως επιλογή, δεν θα πρέπει οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους των πελατών τους, εγείρει ένα γενικότερα θέμα που αφορά το αποδεικτικό βάρος σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Σε αίτηση προς ακύρωση δικαστικής απόφασης, σύμφωνα με τη νομολογία, το βάρος πίπτει επί των ώμων του αιτούντος ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις και τα τασσόμενα κριτήρια. Η μαρτυρία που την υποστηρίζει παρατίθεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Στην υπόθεση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ 1460 αναφορικά με το βάρος απόδειξης επί αιτήσεων υποστηριζόμενων με ένορκες δηλώσεις, υπεδείχθησαν τα εξής: «Θα αντικρίσουμε όλους τους λόγους έφεσης σωρευτικά. Ξεκινώντας από το δεδομένο ότι πρόκειται περί αίτησης στηριζόμενης, ως προς τα γεγονότα που τη συνθέτουν στις ένορκες δηλώσεις, θα εξεταστεί η ορθότητα της προσέγγισης του πρωτόδικου δικαστηρίου επ΄αυτού. Η Δ.48 θ.4, δίδει την κατεύθυνση αντίκρισης εξέτασης αιτήσεων βασιζομένων σε ενόρκους δηλώσεις. Τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται ν΄αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται. (βλ.Iacovou Bros. v. Fashionwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ.1377. Η απόδειξη των αναγκαίων γεγονότων απαιτείται στο βαθμό και στην έκταση που το βάρος απόδειξης επιβάλλει (βλ.Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528.)». Προστίθεται περαιτέρω ότι η αίτηση παραμερισμού, σύμφωνα με την υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Στροβόλου
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιάμεση αίτηση στην οποία δυνατόν να δοθεί και εξ ακοής μαρτυρία υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ως προς το βάρος απόδειξης η σχετική επί τούτου Δ.48 θ.4
(2)προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Με τον θεσμό αυτό σε αμφισβητούμενα γεγονότα αποκλείεται πλέον η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας εκτός βέβαια από τη δυνατότητα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος και τούτο κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω διαταγή επιτρέπει επίσης την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για καλό λόγο. Συνακόλουθη απόρροια της πιο πάνω διαταγής, είναι η καλά παγιωμένη αρχή ότι αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ή με ένορκες δηλώσεις (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.A. 2118). Είναι επίσης καλά νομολογημένο ότι η μη αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων επιφέρει νομικές συνέπειες, με την έννοια ότι το περιεχόμενο τους ή προβαλλόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί παραμένουν ακλόνητα ως μη αμφισβητούμενα και κατ' επέκταση γίνονται αποδεκτά (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, Favero General Trading Ltd κ.ά. v. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12). Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). Η πιο πάνω ανάλυση έγινε για να καταδείξει ότι ακροάσεις επί αιτήσεων που υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις, διαφέρουν αφενός από τη ζωντανή δίκη της ουσίας της υπόθεσης, αλλά αφετέρου ουδόλως δεν θα πρέπει να περιορίζουν τα εχέγγυα μιας δίκαιης δίκης και το αποδεικτικό βάρος που επωμίζεται η κάθε πλευρά. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που με την σχετική διαταγή επιδιώκεται είναι η διεξαγωγή της δίκης ενός δικονομικού διαβήματος με βάση τις ένορκες δηλώσεις και όχι δια της ζωντανής μαρτυρίας. Ο σκοπός και ο στόχος είναι προφανής και αυτονόητος. Την σύντομη εκδίκαση των αναφυομένων δικονομικών ζητημάτων και την αποφυγή καθυστερήσεων, ώστε η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, που είναι το ουσιαστικά ζητούμενο, να διεξαχθεί όσο το δυνατόν συντομότερα. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ανωτέρω, υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους, παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Παραπέμπω σχετικώς και στην υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12 ότι ο καθ ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Τα πιο πάνω καθορίζουν το νομολογιακό υπόβαθρο εντός του οποίου θα εξεταστεί η κρινόμενη αίτηση και συνεπώς μέσα στα πιο πάνω πλαίσια θα αντιμετωπιστούν και θα κριθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Με δεδομένο ότι καμιά πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει ή να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η ακύρωση μιας αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην έχει ουσιαστικά δυο πτυχές. Είτε αυτή εκδόθηκε νομότυπα, οπότε σε αυτή την περίπτωση ο αιτών θα πρέπει να δείξει, κατά τις παγίως εμπεδωμένες αρχές, λόγους για τους οποίους δεν καταχώρισε εντός των τασσόμενων προθεσμιών εμφάνιση, σε συνάρτηση με το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα που αποτάθηκε στο δικαστήριο, αλλά και να δείξει ότι έχει μια καλή υπεράσπιση. Η άλλη περίπτωση είναι εκεί όπου η εκδοθείσα απόφαση πάσχει νομοτυπικά, με την έννοια ότι δεν υπήρξε επίδοση στον εναγόμενο και κατά συνέπεια δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του. Σε τέτοια περίπτωση ως ανάγλυφα υποδεικνύεται στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044: «Δεν θα μας απασχολήσει το δεύτερο σκέλος στην πρωτόδικη απόφαση. Αν ο εφεσίβλητος δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε εις βάρος του, για το λόγο που αποδέκτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τότε έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την όποια υπεράσπιση του. Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ΄αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο. Έχει όμως και συζητηθεί πρόσφατα στις αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή, 19.11.01 Εφόσον ο εφεσίβλητος έδωσε στην ένορκη του κατάθεση πειστικό λόγο γιατί δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος, τον οποίο αποδέκτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εναπόκειτο στην εφεσείουσα να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό, κάτι βεβαίως που δεν έγινε». Άμεσα σχετική είναι και η υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφεση Αρ. 205/2010, ημερ.15.1.13, στην οποία υπεδείχθη ότι: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του». Το θέμα που συνήθως εγείρεται σε τέτοιου είδους διαδικασίες είναι ο τρόπος προσέγγισης της εκατέρωθεν, δι΄ενόρκων δηλώσεων, μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου κ.ά ν. Λουκίας Φωτίου, Πολ. Έφεση 233/09 ημερ.24.1.14, το όλο εγχείρημα τίθεται ως εξής: « Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω - «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω«. Παρεμβάλλεται εδώ ότι σύμφωνα με την νομολογία, ως για παράδειγμα στην Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ.1)
(2012)647, 655: «Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Εκείνο που σύμφωνα με την νομολογία δεν είναι επιτρεπτό στο στάδιο αυτό, είναι το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε θέματα αξιοπιστίας (Irena Knitting Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 816). Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι οι πιο πάνω υποθέσεις εστιάζονται περισσότερο στο θέμα της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης, αλλά αυτό ουδόλως μεταβάλλει ή διαφοροποιεί τα πράγματα ως προς τον υπό του δικαστηρίου τρόπο προσέγγισης και εξέτασης των προβαλλόμενων ισχυρισμών και επί των υπολοίπων εγειρομένων θεμάτων. Στην προκειμένη υπόθεση, με όσα έχουν παρατεθεί εκείνο που επιδιώκεται είναι η ακύρωση της εκδοθείσης αποφάσεως ex debito justitiae. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 έχει εξηγηθεί ότι : «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος)». Κατά συνέπεια όσα προβάλλονται επί της ουσίας της υπόθεσης ως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση εκ μέρους του αιτητή και όσα αντιπροτείνει ο καθ ου η αίτηση επί τούτου, δεν χωρούν και δεν έχουν σημασία στα πλαίσια του προτεινόμενου λόγου ακύρωσης της εκδοθείσης αποφάσεως. Είναι σαφές και ξεκάθαρο πως ο αιτητής στηρίζεται στο ότι δεν του επιδόθηκε η αγωγή και κατά συνέπεια δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό συνεπώς είναι το επίδικο ζήτημα και επί τούτου θα γίνει η εξέταση των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών. Ο καθ ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση αναφέρεται και επισυνάπτει σειρά τεκμηρίων για να καταδείξει ότι ο εναγόμενος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έλαβε γνώση της καταχωρηθείσης εναντίον του αγωγής, είτε μέσω του ημερήσιου τύπου, είτε μέσω σχετικών ιστοτόπων, σχετική είναι η ανακοίνωση των δικηγόρων του - δελτίο τύπου - ημερ.25.1.13 προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έντυπα και ηλεκτρονικά, καθώς και οι αντίστοιχες δημοσιεύσεις που έγιναν επί του θέματος. Και ο λόγος κατά την εισήγηση του, είναι πως αφού έλαβε γνώση της έκδοσης απόφασης εναντίον του από γνωστό του πρόσωπο και από σχετικό δημοσίευμα σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα, η ίδια ιστοσελίδα δημοσίευσε και την καταχώριση της αγωγής εναντίον του, στην οποία μάλιστα ο εναγόμενος αρθρογραφεί, και κατά συνέπεια έλαβε γνώση της καταχώρισης της αγωγής. Ο κ. Παγιάσης για τον καθ ου η αίτηση βασίστηκε στην υπόθεση Zehil v. Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ 678, ότι η δημοσίευση της αγωγής και η γνωστοποίηση της δια του εντύπου και ηλεκτρονικού τύπου αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι ο εναγόμενος είχε πραγματική γνώση για την εναντίον του διαδικασία. Το δικαστήριο δεν θα συμφωνήσει με την εισήγηση αυτή. Εκείνο που υπεδείχθη στην ρηθείσα υπόθεση είναι ότι αν ο αιτητής ήθελε να περιέλθει σε γνώση της καθ ης η αίτηση η αίτηση διαζυγίου, θα μπορούσε να ζητήσει όπως η επίδοση να γίνει και στο δικηγόρο της. Δεν ήταν αρκετό, ούτε και νομότυπο, ότι έλαβε γνώση της αιτήσεως διαζυγίου μέσω του δικηγόρου της στην Αγγλία. Εκείνο που υποδεικνύεται στην πιο πάνω υπόθεση είναι ότι το δικαστήριο λανθασμένα ενέκρινε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, εφόσον: «(α) καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε ότι υπήρχε πρακτική δυσκολία στο να γίνει προσωπική επίδοση, (β) κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σχετικά με τις προσπάθειες που έγιναν για προσωπική επίδοση και ότι είχαν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες για προσωπική επίδοση ή ότι η Εφεσείουσα σκόπιμα απέφευγε επίδοση και (γ) καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε που να δείχνει ότι η δημοσίευση σε αγγλόφωνη εφημερίδα στην Κύπρο, εύλογα θα έφερνε σε γνώση της Εφεσείουσας την αίτηση διαζυγίου. Η δημοσίευση, ως μέθοδος επίδοσης, συνήθως επιλέγεται όταν ο ακριβής τόπος διαμονής του διαδίκου είναι άγνωστος. Όμως προτού εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να περιέλθει στην αντίληψη του διαδίκου. Λόγω της δραστικότητας του μέτρου και των συνεπειών, αυτού του είδους η υποκατάσταση επίδοση εγκρίνεται με φειδώ και ως έσχατη ανάγκη (Βλ. Lazard Bros & Co v. Banque Industrielle de Moscow [1932] 146 L.T. 240)». Κατά συνέπεια το ζητούμενο σε τέτοια περίπτωση είναι το υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου προς έκδοση του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και όχι αν ο εναγόμενος έλαβε γνώση της αγωγής με κάποιο άλλο τρόπο. Σε αυτά τα πλαίσια και από τον φάκελο του δικαστηρίου, σχετική είναι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα, αλλά και του δικαστικού επιδότη Ανδρέα Αβρααμίδη που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου την 15.1.13 και 11.2.13 αντίστοιχα, προς έκδοση του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Ο μεν ενάγων ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, παρά το γεγονός ότι κατά την επίδικη περίοδο βρισκόταν στην Κύπρο και εμφανιζόταν σε διάφορες τηλεοπτικές συνεντεύξεις και αρθρογραφούσε. Πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους του ότι ο εναγόμενος παρά το γεγονός ότι ο δικαστικός επιδότης επικοινώνησε μαζί του στον αριθμό τηλεφώνου 99320322 και του είπε να συναντηθούν για να του επιδώσει την αγωγή, ο εναγόμενος όχι μόνο δεν ήταν συνεργάσιμος αλλά του έκλεισε το τηλέφωνο. Περαιτέρω αναφέρει ότι επικοινώνησε με τον Δήμαρχο Λευκάρων ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ο εναγόμενος ταξιδεύει στο εξωτερικό και όταν επιστρέφει στην Κύπρο διαμένει με την οικογένεια του στο σπίτι του στα Λεύκαρα. Ο δικαστικός επιδότης από την πλευρά του, την 11.2.13, ανέφερε στον όρκο του ότι επισκέφτηκε πολλές φορές την οικία του εναγόμενου στην διεύθυνση του στα Λεύκαρα και δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της αγωγής, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του και του εναγόμενου ο οποίος δεν ήταν συνεργάσιμος και του έκλεισε το τηλέφωνο. Πληροφορείται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος ταξιδεύει ανά διαστήματα στο εξωτερικό αλλά επισκέπτεται πολύ συχνά την Κύπρο. Στην βάση των πιο πάνω δεδομένων το δικαστήριο, την 13.2.13 έδωσε άδεια για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δια θυροκολλήσεως στην οδό Ραφήνας στα Λεύκαρα. Όπως και τελικά έγινε την 23.3.
- Το πρώτο ερώτημα συνεπώς που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν ο εναγόμενος - αιτητής έχει, ή είχε κατά τον επίδικο χρόνο ως κατοικία του την ρηθείσα διεύθυνση. Η απάντηση δίδεται δια της ομνύουσας που υποστηρίζει την αίτηση και είναι σαφώς καταφατική. Σχετική είναι η παράγραφος 11 της ενόρκου δηλώσεως της, όπου ευθέως γίνεται αναφορά και παραδοχή, ότι κατά την περίοδο που ο εναγόμενος και η οικογένεια βρίσκονταν στην Κύπρο, διέμεναν στα Λεύκαρα. Κατά συνέπεια τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου για την κατοικία του εναγομένου και για την θυροκόλληση του κλητηρίου εντάλματος στην διεύθυνση στα Λεύκαρα ήταν ορθά. Προβάλλει η ομνύουσα ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν είναι αυτά που αναφέρθηκαν στο δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Είναι επίσης η θέση της ότι αυτά που αναφέρει ο επιδότης, ό,τι ο εναγόμενος και η οικογένεια επισκέπτονται πολύ συχνά την Κύπρο και πως η οικογένεια του διαμένει τον περισσότερο καιρό στην Κύπρο είναι αναληθή και παραπλανητικά. Παραπλανητικά είναι επίσης όσα αναφέρει περί προσπαθειών του για επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, γιατί το χρονικό διάστημα μετά την καταχώριση της αγωγής και μέχρι τον Ιανουάριο του 2003 ο εναγόμενος και η οικογένεια του βρίσκονταν στην Κύπρο και διέμεναν στα Λεύκαρα και θα μπορούσε να γίνει κανονική επίδοση της αγωγής, ενώ η θυροκόλληση έγινε την 23.3.13, σε περίοδο που ουδείς βρισκόταν στην Κύπρο. Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και σε αυτά που αναφέρει και ο καθ ου η αίτηση. Πέραν του όρκου του επιδότη Αβρααμίδη που δόθηκε προς υποστήριξη της αιτήσεως για υποκατάστατο επίδοση, με άλλη ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και σε απάντηση της ομνύουσας για τον αιτητή, αναφέρει σε συντομία τα εξής. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 11.12.12 και του δόθηκε άμεσα προς επίδοση. Μετέβηκε πολλές φορές στην οικία του εναγομένου στα Λεύκαρα και δεν του άνοιγε κανένας. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του, η επίδοση δεν πραγματοποιήθηκε, παρά το γεγονός ότι τηλεφώνησε στον εναγόμενο αλλά μόλις αυτός κατάλαβε τον σκοπό που ήθελε να τον συναντήσει δεν ήταν συνεργάσιμος και του έκλεισε το τηλέφωνο. Βεβαιώνει ακόμη πως από δικές του πληροφορίες ο εναγόμενος παρόλο που ταξιδεύει ανά διαστήματα στο εξωτερικό, επισκεπτόταν συχνά την Κύπρο και διέμενε στα Λεύκαρα, γεγονός που του επιβεβαίωσαν και οι γείτονες του στα Λεύκαρα. Εκ των όσων έχουν παρατεθεί εξάγονται, ως θέμα λογικής τάξης, διάφορα συμπεράσματα. Αποτελεί πραγματικό γεγονός, με βάση όσα η ομνύουσα για τον αιτητή αναφέρει, ότι ο εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή βρισκόταν στην Κύπρο. Υπάρχει η παραδοχή ότι την περίοδο των Χριστουγέννων 2012 και Πρωτοχρονιάς - πρώτη εβδομάδα Ιανουαρίου του 2013 - ήταν στην Κύπρο, η δε οικογένεια του επέστρεψε στην Αμερική αργότερα εντός του Ιανουαρίου
- Παρά την γενικότητα και την αοριστία του χρόνου που βρισκόταν ο εναγόμενος στην Κύπρο, με την έννοια ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος με συγκεκριμένες ημερομηνίες που επισκέφθηκε την Κύπρο τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι ισχυρισμοί του επιδότη ότι μετά την καταχώριση της αγωγής πήγε πολλές φορές στα Λεύκαρα προς επίδοση, ούτε αναληθείς μπορεί να είναι, ούτε και παραπλανητικοί. Αντίθετα κρίνονται ως ορθοί. Υπάρχει όμως ακόμα ένα σημαντικό, αν όχι και καταλυτικό στοιχείο στο σκηνικό αλλά και στο πλέγμα των γεγονότων. Με δεδομένο ότι ο εναγόμενος κατά την ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο, ο καθ ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ο επιδότης του τηλεφώνησε σε συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου, γεγονός που επιβεβαιώνει ο επιδότης, με την εξής σημαντική προσθήκη. Ότι μίλησε με τον εναγόμενο και μόλις αυτός κατάλαβε τον σκοπό που τον ήθελε να τον συναντήσει, δηλαδή να του επιδώσει την αγωγή, του έκλεισε το τηλέφωνο. Αυτός ο ισχυρισμός του επιδότη προβλήθηκε δυο φορές. Τόσο κατά το στάδιο της αιτήσεως προς υποκατάστατη επίδοση, όσο και στην κρινόμενη αίτηση. Οι ισχυρισμοί αυτοί παρέμειναν τελείως αναπάντητοι. Τόσο η αναφορά του καθ ου η αίτηση περί συγκεκριμένου αριθμού τηλεφώνου, με την έννοια αν όντως ανήκει στον εναγόμενο, όσο και κυρίως οι λοιποί ισχυρισμοί του επιδότη. Έχει γίνει αναφορά στο βάρος απόδειξης και σε νομολογία που αφορά τον τρόπο απόδειξης και αμφισβήτησης ισχυρισμών επί ενόρκων δηλώσεων. Καθώς επίσης και ποιος φέρει το βάρος απόδειξης επί αιτήσεων παραμερισμού. Στο σημείο αυτό κρίνεται ως αναγκαία η παρεμβολή της υπόθεσης King's Head Development Co LTD (Pioneer Beach Hotel), v. Πηλέα,
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Υπεδείχθη ότι: «Η έκθεση και η τεκμηρίωση των γεγονότων, στα οποία βασίζεται ο διάδικος, βαρύνει τον ίδιο, υπό την αίρεση πάντα του δικαιώματος της άλλης πλευράς να τα αμφισβητήσει, ή, ακόμα, να προβάλει άλλα γεγονότα, τα οποία τείνουν να τα αντικρούσουν. Το δικαστήριο λαμβάνει γνώση των γεγονότων από την προσαγόμενη μαρτυρία. Η αμφισβήτηση των γεγονότων, τα οποία καταθέτει ο διάδικος προς υποστήριξη του αιτήματός του, από το Δικαστήριο, πιθανολογώντας την ύπαρξη άλλων γεγονότων, τα οποία τα καθιστούν αβέβαια, αποτελεί παρέκβαση από τα θέσμια της απονομής της δικαιοσύνης. Η γνώση, την οποία το Δικαστήριο μπορεί να λάβει για τα γεγονότα της υπόθεσης, περιορίζεται στη μαρτυρία και σε γεγονότα παγκοίνως γνωστά, για τα οποία χωρεί δικαστική γνώση. Το βέβαιο είναι ότι το Δικαστήριο δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπό το πρίσμα των μη αμφισβητηθέντων γεγονότων, τα οποία κατατέθηκαν ενώπιόν του, γεγονός που υπονομεύει το θεμέλιο της απόφασής του». Κατά συνέπεια και σύμφωνα με την υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ανωτέρω, ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί, οι ισχυρισμοί τόσο του καθ ου η αίτηση περί του αριθμού τηλεφώνου του εναγομένου, όσο και των λοιπών ισχυρισμών του επιδότη παρέμειναν ακλόνητοι και συνεπώς δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το δικαστήριο δεσμεύεται από αναπάντητους ισχυρισμούς και δεν έχει την δυνατότητα να αμφισβητήσει τα γεγονότα που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις. Αναδεικνύεται συνεπώς εξ αυτών ότι ο εναγόμενος κατά την επίδικη περίοδο βρισκόταν στην Κύπρο και μίλησε τηλεφωνικά με τον επιδότη και όταν αντιλαμβανόμενος ότι η συνάντηση τους αφορούσε την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος του έκλεισε το τηλέφωνο. Και περαιτέρω κατά τις επισκέψεις του επιδότη στην οικία του εναγομένου κανένας δεν άνοιγε την πόρτα. Ούτε και επί του ισχυρισμού αυτού υπήρξε κάποια αντίδραση εκ μέρους του εναγομένου - αιτητή. Πρόκειται συναφώς περί σοβαρών ισχυρισμών και αναμένετο με κάποιο τρόπο η αντίδραση του εναγομένου δια της προβολής της δικής του θέσης και εκδοχής. Άλλωστε κατά την ομνύουσα η οικογένεια του εναγομένου επέστρεψε στις Η.Π.Α «αργότερα» εντός Ιανουαρίου και συνεπώς τα μέλη της οικογένειας του ευρίσκονταν και διέμεναν στην οικία, παρά τις προσπάθειες του επιδότη προς επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι παρά τα πιο πάνω, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν επιτεύχθηκε. Με βάση όμως αυτά τα γεγονότα εκδόθηκε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση δια θυροκολλήσεως. Η οποία ως λέχθηκε έγινε τελικά στις 23.3.
- Σύμφωνα με την ομνύουσα για τον αιτητή, ο ίδιος και η οικογένεια του επέστρεψαν στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2013, η δε οικογένεια του επισκέφθηκε την Κύπρο και μερικές άλλες φορές. Ότι πρόκειται περί γενικοτήτων και ασαφειών δεν υπάρχει αμφιβολία. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, επιβεβαιώνεται ο επιδότης ότι, παρόλο που ο εναγόμενος ταξίδευε ανά διαστήματα στο εξωτερικό επισκεπτόταν πολύ συχνά την Κύπρο και διέμενε στα Λεύκαρα. Η φράση ότι η οικογένεια του εναγομένου επισκέφτηκε και «μερικές άλλες φορές» την Κύπρο, καθόλου δεν απέχει με την φράση του επιδότη «πολύ συχνά», αντίθετα τον επιβεβαιώνει. Κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί του επιδότη, όχι μόνο δεν ήταν αναληθείς και παραπλανητικοί, ως είναι η θέση της ομνύουσας, αλλά επιβεβαιώνονται και από την πλευρά του εναγομένου. Μάλιστα, ως προσθέτει ο επιδότης, το γεγονός αυτό του το επιβεβαίωσαν και οι γείτονες του εναγομένου στα Λεύκαρα. Θα ήταν βεβαίως εντελώς διαφορετικό αν η θέση του εναγομένου ήταν πως, παρά την θυροκόλληση, που είναι δεδομένο και αδιαμφισβήτητο ότι έγινε, το κλητήριο ένταλμα για κάποιο λόγο χάθηκε ή καταστράφηκε και δεν ανευρέθη, κατά τις έστω μερικές φορές, που η οικογένεια του, είτε ο ίδιος επέστρεψε στο σπίτι του στα Λεύκαρα, από την πλήρη και γενική άρνηση και άγνοια που προβάλλει. Το αν την 23.3.12 που έγινε η θυροκόλληση ουδείς βρισκόταν στην οικία, πέραν του ότι δεν έχει καταδειχθεί αφού επιμελώς υπάρχει μια σαφής αποφυγή παροχής συγκεκριμένων λεπτομερειών των ημερομηνιών που η οικογένεια του εναγομένου βρισκόταν στην Κύπρο, αυτό δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο και κριτήριο, αφού η θυροκόλληση ως μέθοδος επίδοσης παρέχει εύλογη πιθανότητα και ασφαλή προοπτική ότι ο εναγόμενος θα λάβει γνώση της αγωγής και της έναρξης της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του στο αμέσως επόμενο διάστημα και εν πάση περιπτώσει με την πρώτη επαφή του εναγομένου με την οικία του. Και εδώ πλέον εγείρονται διάφορα ερωτήματα. Πότε και σε ποιες ημερομηνίες επέστρεψε η οικογένεια του στην Κύπρο. Ήταν για παράδειγμα, είτε ο ίδιος είτε η οικογένεια του τον Μάρτιο του 2013 στην Κύπρο πού έγινε η θυροκόλληση. Ποίες είναι οι μερικές φορές που η οικογένεια του βρισκόταν στην Κύπρο. Αναφέρεται στην υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση ότι βρίσκονταν στην Κύπρο το καλοκαίρι του
- Ποιους μήνες ήλθε και πότε έφυγε. Από τα δημοσιεύματα που επισύναψε ως τεκμήρια ο εναγόμενος καθ ου η αίτηση, εξεταζόμενα υπό την συγκεκριμένη και μόνο σκοπιά, εξάγεται ότι ο εναγόμενος τον Αύγουστο του 2013 ήταν στην Κύπρο. Τον Μάρτιο το κλητήριο ένταλμα είχε θυροκολληθεί και συνεπώς έκτοτε, στην απουσία μαρτυρίας περί του αντιθέτου, βρισκόταν επί της πόρτας της οικίας του. Και σημειώνεται εδώ ότι, όπως αναφέρει και ο κ. Παγιάσης, η δικαστική απόφαση εκδόθηκε ενάμιση χρόνο από της θυροκολλήσεως. Τα πιο πάνω ερωτήματα τίθενται ως αυτονόητοι και λογικοί προβληματισμοί και όχι ως μέσο και τρόπος αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών προς εξαγωγή ευρημάτων. Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 55/97 ημερ. 21.7.99 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας που δίδεται με ένορκες δηλώσεις, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Και αντικειμενικά κρίνονται τα πράγματα στην παρούσα υπόθεση και στην όψη των προβληθέντων ισχυρισμών για την διαπίστωση της ύπαρξης κάποιου βαθμού πειστικότητας. Τα ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία διερευνώνται μόνο ως προς την διάγνωση της ύπαρξης βάσιμων ισχυρισμών και λόγων. Και αυτό ακριβώς γίνεται και στην παρούσα υπόθεση. Κάποια όμως προβαλλόμενα στοιχεία ή γεγονότα, ερευνώμενα είτε αυτοτελώς, είτε κατ' αντιπαραβολή των ενόρκων δηλώσεων, δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Κυρίως όταν άπτονται επί γεγονότων που αφορούν την αληθή φύση των πραγμάτων, χωρίς μάλιστα να αξιολογούνται. Κάποιου είδους όμως σχολιασμός και ως άσκηση λογικής, είναι εκ των πραγμάτων αναπόφευκτη και τούτο βέβαια στα πλαίσια της διακρίβωσης αν ο αιτητής θεμελιώνει ή έχει καταδείξει ότι πραγματικά δεν έλαβε γνώση της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας, παραβιάζοντάς του με αυτό τον τρόπο το αυτονόητο και θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί ενώπιον του δικαστηρίου. Επικαλείται ο αιτητής την απουσία τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του από την Κύπρο, αλλά και την επιστροφή τους μερικές φορές, αποφεύγοντας όμως να δώσει πλήρεις λεπτομέρειες και επαρκή στοιχεία. Το βάρος ήταν τους ώμους του να πείσει με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων που να αποδεικνύουν ή με κάποιο πειστικό τρόπο να καταδεικνύουν ότι δεν έλαβε γνώση της θυροκολλημένης αγωγής. Αντίγραφα για παράδειγμα αεροπορικών εισιτηρίων αναχωρήσεως και αφίξεως θα έθεταν ένα κατ΄ αρχή υπόβαθρο αντικειμενικής υπόστασης των ισχυρισμών. Αντίθετα αρκέστηκε σε αορίστου υφής γενικότητες αλλά και ασάφειες επί ενός θέματος καταλυτικού για την υπόθεση του. Το κλητήριο ένταλμα ήταν θυροκολλημένο στην οικία του και συνεπώς, ακόμα και να επέστρεψε το καλοκαίρι του 2013 είτε ο ίδιος είτε η οικογένεια του, το κλητήριο βρισκόταν εκεί. Αν ο εναγόμενος ήθελε να αμφισβητήσει την ύπαρξη αυτού καθαυτού του κλητηρίου εντάλματος επί της πόρτας της οικίας του, όφειλε να αναφέρει ποια ήταν η πρώτη φορά που είτε αυτός είτε η οικογένεια του ήρθαν στην Κύπρο μετά τις 23.3.13, που έγινε η θυροκόλληση, και ότι δεν υπήρχε το ένταλμα στην πόρτα του. Τέτοιος ισχυρισμός όχι μόνο δεν προβλήθηκε, αντίθετα το θέμα αφέθηκε να αιωρείται ασαφώς και αορίστως επικαλούμενος γενικώς την απουσία του στις Η.Π.Α και ότι στις 23.3.12 ουδείς βρισκόταν στην οικία. Άλλωστε θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός και να παραμερίζονται οι δικαστικές αποφάσεις, χωρίς κάποιου είδους διερεύνηση στο κατά πόσο οι προβληθέντες λόγοι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και λογικοφάνειας. Το δικαστήριο στην βάση όσων εκτεθεί δεν έχει πεισθεί ότι ο εναγόμενος, από της θυροκολλήσεως του κλητηρίου εντάλματος στην οικία του στα Λεύκαρα, δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του. Στην βάση συνεπώς όσων έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη. Ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο