← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΑ ΚΥΖΑ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1373/13, 29/1/2016

ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΑ ΚΥΖΑ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1373/13, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδούλου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1373/13 Μεταξύ:

  1. ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΑ ΚΥΖΑ
  2. ΑΝΘΟΥΛΑ ΚΥΖΑ Ανήλικες μέσω του πατέρα και μητέρας τους Πέτρου Κύζα και Μαρίας Γιωργαλλή, εχόντων την γονική μέριμνα αυτών Ενάγουσες - και - CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόμενη Ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 7.10.2014 Μεταξύ:
  3. ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΑ ΚΥΖΑ
  4. ΑΝΘΟΥΛΑ ΚΥΖΑ Ανήλικες μέσω του πατέρα και μητέρας τους Πέτρου Κύζα και Μαρίας Γιωργαλλή, εχόντων την γονική μέριμνα αυτών, εκ Λευκωσίας Ενάγουσες - και -
  5. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
  6. TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  7. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  8. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 8.10.15 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Α. Μελάς για Κ. Μελάς & Συνεργάτες. Για Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση 1: κ.Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση 2: κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση 3: κα Θ. Ραφτοπούλου-Παναγίδου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση 2: κα Μ. Τσαγγάρη για Γενικός Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.2.13 καταχωρήθηκε η με τον πιο πάνω αριθμό αγωγή εναντίον της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο. Μετά που η εναγόμενη σημείωμα εμφάνισης, οι ενάγουσες καταχώρησαν στις 3.10.13 την Έκθεση Απαίτησής της. Σύμφωνα με αυτήν λόγω της δόλιας συμπεριφοράς, των παραπλανητικών δηλώσεων και ψευδών παραστάσεων και της πρόθεσης καταδολίευσης της εναγομένης, η μητέρα των εναγουσών πείστηκε να αγοράσει και αγόρασε αριθμό αξιογράφων αφού την δανειοδότησε για το σκοπό αυτό η εναγόμενη με ενεχυρίαση τα αξιόγραφα. Είναι ο ισχυρισμός της μητέρας των εναγουσών ότι η εναγόμενη την ξεγέλασε και την παρέσυρε να αγοράσει τα αξιόγραφα κατά παράβαση των νομικών καθηκόντων της και των υποχρεώσεων τους προς αυτήν αλλά και ότι εκμεταλλεύτηκε και τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, γι΄ αυτό και οι ενάγουσες αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων για ακύρωση των αξιογράφων και/ή των δανείων, δήλωση ότι η εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να απαιτήσει από τις ίδιες οποιοδήποτε ποσό για τις συμφωνίες δανείου που συνήφθηκαν για αγορά των αξιογράφων και δήλωση ότι ορθά οι ενάγουσες σταμάτησαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους καθώς και αποζημιώσεις και ειδικά τιμωρητικές αποζημιώσεις και επιστροφή του συνολικού ποσού των €100.000 που ήταν η τιμή αγοράς των αξιογράφων πλέον τόκους και έξοδα. Στις 28.8.14 οι ενάγουσες καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και των δικογράφων α) δια της προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως εναγομένης 2, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως εναγομένης 3 και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως εναγομένου 4 και β) διάταγμα για τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης δια της προσθήκης ισχυρισμών που αναφέρονται σε πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο και/ή αμέλεια κατά την άσκηση της εποπτείας από τους εναγόμενους 3 και 4 και ισχυρισμό ότι η εναγομένη 2 ενάγεται ως το πρόσωπο που υποκαθιστά την εναγομένη 1 με βάση το σχετικό διάταγμα του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκε με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του
  9. Μετά την έκδοση του σχετικού διατάγματος οι ενάγουσες καταχώρησαν τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο και επεδόθη στους εναγομένους 2,3 και 4 οι οποίοι και καταχώρησαν εμφάνιση μέσω δικηγόρων. Στις 27.11.14 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των εναγουσών και ακολούθησαν οι υπερασπίσεις της εναγομένης 3 στις 19.1.15, εναγομένης 1 στις 6.3.15, εναγομένης 2 στις 8.1.15 και εναγομένου 4 την 24.2.
  10. Στην Υπεράσπιση της εναγομένης 2 εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η απαίτηση των εναγουσών δεν εμπίπτει άμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου από την Λαϊκή Τράπεζα με βάση τα διατάγματα που εκδόθηκαν από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και ότι ουδέποτε αποτέλεσαν ούτε και αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής αλλά λειτουργούν ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν με βάση τα διατάγματα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και επομένως θεωρούν ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Στη δική της Υπεράσπιση η εναγομένη 3 επίσης εγείρει προδικαστική ένσταση ότι δεν αποκαλύπτεται εναντίον της βάση αγωγής, δεδομένου ότι δεν της καταλογίζεται από τις ενάγουσες ότι οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψή της δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους της. Προδικαστική ένσταση για το ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής, αγώγιμο δικαίωμα και ή δικαίωμα θεραπείας εναντίον του εναγομένου 4, υπάρχει και στην Υπεράσπιση του εναγομένου
  11. Οι ενάγουσες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση σε όλες τις Υπερασπίσεις και αίτηση ορισμού μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Ακολούθως καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση στις 8.10.15 με την οποία ζητούν τροποποίηση της έκθεσης Απαίτησης δια της αντικατάστασης διαγραφής, προσθήκης διαφόρων παραγράφων μεταξύ των οποίων λεπτομέρειες αμέλειας αναφορικά με τις πράξεις των εναγομένων 3 και 4, λεπτομέρειες αμέλειας και άλλους ισχυρισμούς εναντίον της εναγομένης
  12. Ειδικότερα εναντίον της εναγομένης 3 επιθυμούν να προσθέσουν ισχυρισμούς για βαριά και/ή σοβαρή και/ή ασύγγνωστη αμέλεια και κακή πίστη και αδιαφορία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ισχυρισμούς για απάτη εναντίον της εναγομένης
  13. Στην υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν ενστάσεις εκ πλευράς εναγομένων 1, 3 και 4 ενώ η εναγόμενη 2 προέβηκε σε δήλωση μέσω του συνηγόρου της ότι δεν θα καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και ότι θα δεσμευτεί από την απόφαση του Δικαστηρίου. Σημειώνω στο σημείο αυτό τη δική μου παρατήρηση ότι η αίτηση τροποποίησης που εξετάζεται δεν αφορά ουσιαστικά την εναγόμενη 2 αφού καμία πρόθεση τροποποίησης σε ότι την αφορά δεν υπάρχει στην αίτηση. Η βάση της αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 9 Θεσμοί 2, 4, 5, 7, 10 και 11, Διαταγή 12, Διαταγή 39, Διαταγή 25 θεσμοί 1-5, Διαταγή 48 θεσμοί 2-4 και 9, Δ.63 θ.2, επί της Πρακτικής και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της δικηγόρου Λώριας Χατζηξενοφώντος η οποία όπως αναφέρει είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τις αιτήτριες να προβεί σε αυτήν. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της την οποία κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια, αναφέρεται και η δικαιολογία για την καταχώρηση της αίτησης σ΄ αυτό το χρονικό σημείο: «
  14. Όπως με πληροφορεί ο κ. Μελάς κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων καθώς και νομικών ζητημάτων και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης, καθώς και επεξεργασίας όλου του έγγραφου υλικού με το οποίο μέχρις στιγμής έχουμε εφοδιαστεί, διαπιστώθηκε ότι η έκθεσης απαίτησης χρήζει τροποποίησης ώστε να συμπεριληφθεί σε αυτήν το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών, και αξιώσεων.» Θεωρεί επίσης ότι οι προσθήκες που επιδιώκονται είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, ότι θα πρέπει να αφεθούν οι ενάγουσες να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλους τους ισχυρισμούς τους για να δικαιολογήσουν τις αξιώσεις τους και ότι η αίτηση τροποποίησης γίνεται καλόπιστα πριν την έναρξη της ακρόασης και την θέση ότι από την έκδοση του διατάγματος δεν προκαλείται καμία ανεπανόρθωτη ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά προς τους εναγομένους η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Βασικοί λόγοι ένστασης όλων των ενιστάμενων είναι ότι η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση την οποία οι ενάγουσες δεν δικαιολογούν επαρκώς και/ή καθόλου, οι λόγοι που προβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης είναι γενικοί και ασαφείς από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, εξάγεται με ακρίβεια το γεγονός ότι οι δικηγόροι των εναγουσών γνώριζαν τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που επιδιώκουν να εισάξουν τώρα. Προβάλλεται επίσης όπως και η θέση ότι με την αίτηση επιδιώκεται αναδόμηση της Έκθεσης Απαίτησης, προσθήκη νέων ισχυρισμών και θεμάτων με τρόπο που να μεταβάλλεται σοβαρά και δυσμενώς η θέση των εναγομένων. Οι εναγόμενοι 3 και 4 προβάλλουν επίσης ως βασικούς λόγους ένστασης πρόνοιες του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 και του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Ν.66

(1)/12, θεωρώντας ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 για αστικά αδικήματα που παραγράφηκαν που αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων 3 και 4 που έλαβαν χώρα από το
  1. Σημειώνω ότι στην ένσταση της εναγομένης 3 και ειδικά στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 7 εκθέσεις απαίτησης για ισάριθμες αγωγές που καταχωρήθηκαν από ισάριθμους ενάγοντες εναντίον των εναγομένων όλες εκ των οποίων καταχωρήθηκαν από το δικηγορικό γραφείο Κώστας Μελάς και Συνεργάτες ΔΕΠΕ που είναι το ίδιο γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα και στην παρούσα αγωγή και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στις 30.12.13, 9.1.14, 20.10.14, 6.2.15, 13.5.15, 20.10.14 και 29.3.15 αντίστοιχα προς υποστήριξη της θέσης της ότι τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν τώρα ήταν γνωστά στους δικηγόρους της ενάγουσας από πολύ προηγουμένως. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις που προβάλλουν σε αυτές κάθε πλευρά την δική της θέση. Στην αγόρευση των δικηγόρων των αιτητριών υπάρχει ισχυρισμός ότι η ζημιά για τις ενάγουσες επήλθε και έγινε αντιληπτή και κατανοητή μετά το Μάρτιο του 2013 που κατέρρευσε η εναγομένη
  2. Θεωρούν επίσης ότι εφαρμογή έχει το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Κεφ.148 και δη το άρθρο 68(γ) που προνοεί ότι αγωγή για αστικό αδίκημα αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη, πρέπει να εγερθεί εντός των τριών αμέσως ετών μετά που ο ενάγοντας επέστη τη ζημιά. Εδώ, ως η θέση τους, η βάση της αγωγής είναι η ζημιά που απορρέει από τις πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων η οποία είναι συνεχής και προέκυψε μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας και επομένως ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων των εναγουσών. Αντίθετη είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 σε ότι αφορά το θέμα της παραγραφής, οι οποίοι έχουν τη θέση ότι όλες οι αναφορές για πράξεις που κατ΄ ισχυρισμόν διέπραξαν οι καθ΄ών η αίτηση 3 και 4 και/ή παραλείψεις τους πριν την 1.7.12 δεν μπορούν να προστεθούν στο δικόγραφο των αιτητριών καθότι παραγράφηκαν. Θέση τους είναι ότι ισχύει το άρθρο 68(α) του Κεφ.148 σύμφωνα με το οποίο καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός 3 ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Θέση τους είναι ότι με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις του Άρθρου 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και των Άρθρων 24(ε), 28 και 29 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Ν.66
(1)/12 για πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν αδικήματα που επεσυνέβηκαν πριν την 1.7.12 (ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου 66
(1)/12) ισχύ έχει το Άρθρο 68(α) του Κεφ.
  1. Η θέση τους είναι ότι οι αιτήτριες επιχειρούν να εισάξουν ισχυρισμούς για πράξεις και παραλείψεις των Καθ΄ ων η αίτηση που να αφορούν την περίοδο 2006-2013 και έτσι δεν μπορούν να επιτραπούν αυτές οι τροποποιήσεις. Αναφέρουν επίσης τη θέση ότι η παράλειψη των αιτητριών να συγκεκριμενοποιήσουν τον ακριβή χρόνο στον οποίο διαπράχθηκαν οι εν λόγω πράξεις και παραλείψεις εμποδίζει το Δικαστήριο από το να είναι σε θέση να εξετάσει από το κατά πόσο οι αιτούμενες τροποποιήσεις παραβιάζουν τους κανόνες παραγραφής ή όχι, κάτι που πρέπει να οδηγήσει στην ολική απόρριψη του αιτήματος και παραπέμπουν σχετικά στην απόφαση του Χ. Μαλακτού, Π.Ε.Δ., στην αγωγή 1394/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Χριστίνα Τρικωμίτου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Ltd κ.α. η μερ. 8.12.
  2. Επίσης σε σχέση με τους ισχυρισμούς για μη επαρκή δικαιολογία του αιτήματος για τροποποίηση αλλά και της καθυστέρησης η οποία επίσης δεν δικαιολογείται ως η θέση τους, οι συνήγοροι των εναγομένων 3 και 4 παραπέμπτουν στις Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, Ikos CYF Ltd v. Martin Coward κ.α. ημερ. 20.3.
  3. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών, παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Θεωρώ ορθό όπως επίσης να αναφέρω την πολύ πρόσφατη απόφαση Ikos CYF Ltd v. Μartin Coward κ.α. Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13 ημερ. 20.3.14 στις οποίες έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Επίσης στην ίδια απόφαση έχει υπογραμμιστεί η αρχή ότι «η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο παράγοντας αυτός συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική κρίση του Δικαστηρίου. Κυρίαρχο στοιχείο και γνώμονας είναι πάντα το συμφέρον της δικαιοσύνης». Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην πρώτη αίτηση για τροποποίηση που υπεβλήθη από την ενάγουσα στις 8.5.14 και η οποία συνοδευόταν από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Μακρίδη, υπαλλήλου στο γραφείο Κώστας Μελάς και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, ως δικαιολογία για την καταχώρηση της αίτησης τότε προβλήθηκε η ύπαρξη γεγονότων και εξελίξεων στην οικονομία του τόπου και κυρίως στο τραπεζικό σύστημα, η έκδοση του διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 29.3.13 με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο που οδήγησε στην ανάληψη υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 1 από την εναγομένη 2 και η διεξοδική μελέτη και ενασχόληση του δικηγορικού γραφείου Κ. Μελάς με υποθέσεις αυτής της φύσης καθώς και γενικά οι εξελίξεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Προκύπτει δηλαδή, ότι ουσιαστικά η αιτιολόγηση που προβάλλεται για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι η ίδια με αυτήν που είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο στις 8.5.14 με την διαφοροποίηση ότι προστίθεται και η παράγραφος 3 στην ένορκη δήλωση της Λώριας Χατζηξενοφόντως την οποία έχω παραθέσει στην ολότητα της πιο πάνω. Έχω ήδη αναφέρει ότι ένας από τους κύριους λόγους ένστασης που έχει προωθηθεί από τους εναγομένους 1, 3 και 4 εναντίον της χορήγησης των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης είναι ότι δεν παρέχεται καθόλου και η επαρκής δικαιολογία για την ανάγκη τροποποίησης σε συνδυασμό με το χρόνο που έχει διαρρεύσει για την υποβολή της σχετικής αίτησης. Είναι δεδομένο, και του περί του αντιθέτου εισηγήσεις στην αγόρευση των συνηγόρων της αιτήτριας προφανώς έγιναν εκ παραδρομής, ότι το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε την ενάγουσα ήταν το δικηγορικό γραφείο Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ από την καταχώρηση της αγωγής. Η θέση ότι η αγωγή δεν καταχωρήθηκε από το δικό μας γραφείο και μετά εμείς εμπλακήκαμε και πρέπει να μας δοθεί η ευκαιρία να θέσουμε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που γνωρίζουμε, είναι λανθασμένη. Είναι γεγονός ότι οι λόγοι που προβάλλονται για υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης είναι γενικής φύσεως, γίνεται αναφορά σε γεγονότα και δημόσιες συζητήσεις που περιήλθαν στην αντίληψη των δικηγόρων σε κατοπινό στάδιο αλλά και για μελέτη της υπόθεσης από τους δικηγόρους κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού για σκοπούς προετοιμασίας. Στην υπόθεση Ikos CYF ανωτέρω έχει υπογραμμιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι είναι καταλυτικής σημασίας να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης του αιτήματος για τροποποίηση. Εδώ, όπως και στην υπόθεση Ikos CYF, προκύπτει ότι τα βασικά γεγονότα ήταν γνωστά στους δικηγόρους των αιτητριών όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί και από την ανάγκη που οδήγησε στο αίτημα για προσθήκη νέων διαδίκων και τροποποίηση των δικογράφων στις 8.5.14. Δεν τίθεται θέμα αλλαγής δικηγόρων και αντίθετα μπορεί κάποιος εύκολα να καταλάβει ότι η αίτηση αυτή έχει καταχωρηθεί μετά από τις προδικαστικές ενστάσεις που τέθηκαν στις υπερασπίσεις των εναγομένων 1, 3 και 4 ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής και αγώγιμου δικαιώματος εναντίον εναγομένων 3 και 4 και της θέσης της εναγομένης 2 ότι δεν είναι διάδοχος της εναγομένης 1 για όλα τα θέματα που αφορούν την εναγομένη 1 η οποία εξακολουθεί να υφίσταται. Σημειώνω επίσης ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 στις προδικαστικές ενστάσεις στις υπερασπίσεις τους σαφέστατα προβάλουν τη θέση ότι με βάση το Νόμο 66
(1)/97 και τους Νόμους 17
(1)/13 και 138
(1)/92 η εναγομένη 3 δεν μπορεί να έχει ευθύνη εκτός αν αποδειχθεί όι η πράξη ή παράλειψη που της καταλογίζεται δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα βαριάς αμέλειας και ή δόλου εκ μέρους της. Την ίδια θέση προβάλλει και ο εναγόμενος 4 αναφέροντας ότι το κράτος και/ή το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει εξουσία και αρμοδιότητα να επεμβαίνει στο έργο εποπτικών αρχών, εδώ της εναγομένης 3 ή να ελέγχουν τον τρόπο που γίνεται η εποπτεία από αυτούς. Είναι δηλαδή φανερό ότι οι ενάγουσες επιδιώκουν να δημιουργήσουν νέες βάσεις αγωγής εναντίον όλων των εναγομένων και ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε από τις δικές του θέσεις στα δικόγραφα τους και όχι τα όσα γενικά και αόριστα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση. Εφαρμόζοντας τις αρχές της υπόθεσης Ikos CYF ανωτέρω θεωρώ ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση δεν είναι συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση λόγω των δεδομένων της υπόθεσης έστω και αν η ακρόαση της δεν έχει ακόμα αρχίσει και περαιτέρω, ότι κατά την άποψη μου, η Δ.25 θ.1, δεν δικαιολογεί στην παρούσα περίπτωση την εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής. Παρά το ότι το αποτέλεσμα της αίτησης έχει προδιαγραφεί θεωρώ ορθό να αναφερθώ και στον άλλο σημαντικό λόγο που εγείρεται από τους εναγομένους 3 και 4 και αφορά το θέμα της παραγραφής. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων είχαν την ευγενή καλοσύνη να με εφοδιάσουν με αντίγραφο της ενδιάμεσης απόφασης του Χ. Μαλακτού, Π.Ε.Δ. που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1394/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 8.12.15, όπου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης από τους δικηγόρους των εναγόντων, που είναι οι ίδιοι με τους δικηγόρους της ενάγουσας στην παρούσα περίπτωση και υπό παρόμοια γεγονότα, ο Χ. Μαλακτός, Π.Ε.Δ. για το θέμα της παραγραφής έχει αναφέρει τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η ζημιά των Εναγόντων δεν προέκυψε κατά τους χρόνους που η Εναγομένη 2 ή ο Εναγόμενος 3 κατ΄ ισχυρισμό διέπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν τα όσα τους καταλογίζονται. Για παράδειγμα, η ισχυριζόμενη έλλειψη εποπτείας το 2006 ασφαλώς και δεν προκάλεσε ζημιά στους Ενάγοντες σε εκείνο το χρονικό σημείο αφού δεν είχαν ακόμη αγοράσει αξιόγραφα. Η ζημιά τους επήλθε μεταγενέστερα όταν αγόρασαν αξιόγραφα. Όταν συμβλήθηκαν για τις αγορές τις οποίες με την αγωγή επιδιώκουν να ακυρώσουν. Με τον τρόπο που δικογραφούνται οι πλέον ουσιαστικές παραγράφοι που επιδιώκεται να εισαχθούν είναι αδύνατο να διαγνωσθεί πότε κατ΄ ισχυρισμό διαπράχθηκε η κάθε πράξη ή παράλειψη που καταλογίζεται στους Εναγόμενους. Ήταν υποχρέωση των Εναγόντων να καθορίσουν την Αίτηση πότε επεσυνέβηκε η κάθε ισχυριζόμενη πράξη ή παράλειψη ώστε η καθεμιά να μπορεί να εξεταστεί ξεχωριστά. Δεδομένης της ύπαρξης του ζητήματος της παραγραφής ο κάθε προτεινόμενος ισχυρισμός θα έπρεπε να έχει χρονικό προσδιορισμό Πότε ή σε ποια συγκεκριμένη περίοδο επεσυνέβηκε η πράξη ή η παράλειψη που επιδιώκεται να εισαχθεί. Δεν θα μπορούσε να επιτραπούν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συλλήβδην γιατί αφού εισαχθούν στη δικογραφία θα μπορεί να δοθεί μαρτυρία σε όλο το φάσμα που αυτές καλύπτουν. Πρέπει να απορριφθούν στην ολότητα του εκτός και όπου συγκεκριμένος ισχυρισμός θα διαφαίνετο ότι αφορούσε σε χρόνο μετά την 1.7.2012.» Συμφωνώ πλήρως με την προσέγγιση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στο θέμα αυτό γι΄ αυτό και η δική μου κατάληξη είναι η ίδια. Εν κατακλείδι, αν και η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και η γενική αρχή δείχνει φιλελεύθερη τάση στην αντιμετώπιση αιτήσεων τροποποίησης και ακόμα και η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής με βάση την Δ.25 θ.1 αλλά και την νομολογία δεν είναι καταδικασμένη σε απόρριψη εφ΄ αυτής, στην παρούσα υπόθεση ενόψει α) του θέματος της παραγραφής όπως πιο πάνω αναφέρεται, β) του γεγονότος ότι δεν υπάρχει καλή και επαρκής αιτιολόγηση για την υποβολή του αιτήματος αυτού στο στάδιο αυτό, γ) έχοντας κατά νου το τι προηγήθηκε και ειδικά την προηγούμενη αίτηση τροποποίησης ημερ. 8.5.14 και των προδικαστικών ενστάσεων που έχουν εγερθεί από τους εναγόμενους 2, 3, 4 και δ) του γεγονότος ότι με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής για βαριά αμέλεια, δόλο και κακή πίστη, έχω τη θέση ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν είναι συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση λόγω των δεδομένων της υπόθεσης που μαρτυρούν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους εναγόμενους. Υπογραμμίζω για ακόμη μια φορά ότι τα βασικά γεγονότα ήταν γνωστά στους δικηγόρους των αιτητριών όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί στην ανάγκη για προσθήκη νέων διαδίκων και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και του κλητηρίου εντάλματος στις 8.5.14. Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγουσών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Οι εναγόμενοι είχαν διαφορετική εκπροσώπηση και οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 δικαιούνται σε πλήρες σετ εξόδων. Οι εναγόμενοι 2 δικαιούνται έξοδα μέχρι και τη δικάσιμο 12.1.16. [Υπ.] ................ Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.