← Κύπρος

Μάριος Τσαγγαρίδης ν. Κώστας Χριστοδουλίδης, Αρ. Αγωγής: 6073/08, 29/1/2016

Μάριος Τσαγγαρίδης ν. Κώστας Χριστοδουλίδης, Αρ. Αγωγής: 6073/08, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6073/08 Μεταξύ:- Μάριος Τσαγγαρίδης, εκ Λευκωσίας Ενάγοντος και

  1. Κώστας Χριστοδουλίδης, εκ Λευκωσίας
  2. Θέμης Θεμιστοκλέους, εκ Λευκωσίας
  3. Όμηρος Μοτίτη, εκ Λευκωσίας
  4. Κυπριακή Δημοκρατία, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 29.1.16 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα : κ. Χρ. Γαβριηλίδης και κ. Έλενα Νικολαίδου Για το Εναγόμενο 1 :. κ. Κ. Δημητριάδης Φια τους εναγόμενους 2, 3 και 4 : κ. Α. Αριστείδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης αυτής οδήγησαν σε τροχαίο δυστύχημα που έγινε τα μεσάνυκτα της 27.7.
  5. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο ενάγων να υποστεί πολλά και σοβαρά τραύματα. Ο ενάγων κατά την ακρόαση της υπόθεσης δεν παρουσιάστηκε και δεν έδωσε μαρτυρία στο δικαστήριο, γεγονός για το οποίο, όπως και οι δικηγόροι του παραδέχονται στην γραπτή τους αγόρευση, δημιουργεί κενό στη μαρτυρία, που συμπληρώνεται όμως κατά την εισήγηση τους από την μαρτυρία αστυφύλακα που κάλεσε η πλευρά των εναγομένων. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Την 27.7.07 καθ' ον χρόνο ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αριθμό εγγραφής ΗΧΧ191 επί της Λεωφόρου Λεμεσού με κατεύθυνση προς την Λευκωσία, συγκρούστηκε με τον εναγόμενο 1 που οδηγούσε το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής BAD246, εξερχόμενος της εξ αριστερών σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος, οδού Υπατίας. Η ώρα που έγινε το δυστύχημα ήταν 23.55 και την σκηνή του δυστυχήματος την εξέτασε ο αρχιαστυφύλακας 814 Χαράλαμπος Σιαλή (ΜΕ1) στις 00.10 της 28.7.
  6. Δεδομένης της απουσίας του ενάγοντα από το εδώλιο του μάρτυρα, τα γεγονότα που προηγήθηκαν του δυστυχήματος, στα οποία εμπλοκή είχαν οι εναγόμενοι 2 και 3 και κατ' επέκταση η εναγόμενη 4, στην βάση των οποίων προέκυψε και η συμπερίληψη τους ως εναγόμενους στην αγωγή, τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου από τον ΜΥ1 αστυφύλακα 4474 Όμηρο Μοτίτη, εναγόμενο
  7. Κρίνεται ορθό να γίνει πρώτα αναφορά στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, γιατί το τι προηγήθηκε του δυστυχήματος αποτελεί τον συνδετικό κρίκο των συνθηκών κάτω υπό τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Τα προηγηθέντα γεγονότα συνδέονται άρρηκτα με το επακολουθήσαν δυστύχημα, ώστε κατά λογική τάξη και συνοχή και για καλύτερη παρακολούθηση, αλλά και λογική αλληλουχία των γεγονότων, θα πρέπει να γίνει αναφορά σε αυτά. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο μάρτυρας (ΜΥ1) κατά τον επίδικο χρόνο έδωσε κατάθεση (έγγραφο Β) τα κύρια σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα. Την 27.7.07 ανέλαβε καθήκον από την 15.00 μέχρι την 24.00 για έλεγχο μοτοσικλετών στην Λάρνακα. Περί την 23.30 και ενώ επέστρεφε στο αρχηγείο από τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας με υπηρεσιακή μοτοσικλέτα μαζί με τον εναγόμενο 2, καθώς και τρίτο αστυφύλακα, επιβαίνοντας υπηρεσιακές μοτοσικλέτες, στο ύψος της συμβολής Κοτσιάτη, αντιλήφθηκε μπροστά του δυο μοτοσικλετιστές που οδηγούσαν πολύ επικίνδυνα. Ο ένας οδηγούσε στον πισινό τροχό και ο άλλος προσπερνούσε πότε από την αριστερή και πότε από την δεξιά λωρίδα και σε κάποιες περιπτώσεις από την λωρίδα ασφαλείας. Βρισκόταν μαζί με τον εναγόμενο 2 περί τα 250μ πίσω τους και άναψαν αμέσως τους φάρους και ανέπτυξαν ταχύτητα και πλησίασαν τους δυο οδηγούς. Ηχώντας τις σειρήνες, τους έκαναν σήμα να σταματήσουν. Οι δυο οδηγοί μόλις τους αντιλήφθηκαν, αντί να συμμορφωθούν με την υπόδειξη τους, ανέπτυξαν ταχύτητα για να διαφύγουν. Τους ακολούθησαν για να προσπαθήσουν να τους ανακόψουν και να προβούν σε έλεγχο και σε καταγγελία τους, αλλά και να μάθουν τα στοιχεία των οδηγών και των μοτοσικλετών, γιατί αυτές δεν έφεραν πινακίδες εγγραφής. Ο ένας εξ αυτών, στην έξοδο προς την Τσερίου έστριψε αριστερά και διέφυγε. Ο άλλος συνέχισε την πορεία του επί του αυτοκινητοδρόμου με κατεύθυνση προς την Λευκωσία. Επρόκειτο, ως διαφάνηκε στην συνέχεια για τον ενάγοντα και για σκοπούς καταγραφής της μαρτυρίας θα γίνεται απευθείας αναφορά στον ενάγοντα. Κοντά στην αερογέφυρα Λατσιών ο ενάγων ελάττωσε ταχύτητα και έτσι ο εναγόμενος 1 που ήταν πιο μπροστά μπήκε στην δεξιά του πλευρά. Είδε το δεξί χέρι του ενάγοντα να κτυπά τον αριστερό ώμο του εναγομένου 1 και να αναπτύσσει ταχύτητα. Στην συνέχεια παρά την έξοδο του κυκλικού κόμβου Καλαμών ο ενάγων μπήκε αριστερά προς την έξοδο ελαττώνοντας ταχύτητα και ο εναγόμενος 1 μπήκε δεξιά του για να τον ανακόψει, όπως και έγινε. Τους πλησίασε και αυτός στα 3-4μ, σταμάτησε και κατέβηκε από την μοτοσικλέτα για να βοηθήσει τον συνάδελφο του. Τότε είδε τον ενάγοντα να κλωτσά με το δεξί του πόδι την μοτοσικλέτα του εναγόμενου 1, να ξεκινά την δική του, να κάνει λίγο προς τα πίσω και να φεύγει. Τότε ο εναγόμενος 1 τον ακολούθησε, ανέβηκε και ο ίδιος στην μοτοσικλέτα και τους είδε να πηγαίνουν στην αντίθετη κατεύθυνση του κυκλικού κόμβου, δηλαδή από δεξιά και έτσι ο ίδιος πήγε και ανέκοψε την οδό Σπύρου Κυπριανού προς τον κυκλικό κόμβο για να μην προκληθεί δυστύχημα. Ακολούθως ο ενάγων πήρε κατεύθυνση προς την Λευκωσία και ο εναγόμενος 1 τον ακολουθούσε. Ανέβηκε στην μοτοσικλέτα του και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Στα φώτα Καλησπέρα το φώς ήταν κόκκινο και σταμάτησε. Τον πλησίασε ο τρίτος συνάδελφος του και αφού άνοιξε το κράνος, του είπε «πάμε αρχηγείο». Όταν έφθασαν στα φώτα του Ρ.Ι.Κ πρόσεξε σταματημένα αυτοκίνητα μετά τα φώτα και τότε αντιλήφθηκε ότι έγινε δυστύχημα και στο μέρος βρισκόταν ο εναγόμενος
  8. Πρόκειται για το επίδικο δυστύχημα. Πέραν των ανωτέρω και κατά την κυρίως εξέταση, ανέφερε ότι όταν είδε μπροστά του επί του αυτοκινητόδρομου τους μοτοσικλετιστές έτρεχαν γύρω στα 130-140χαω και όταν ανέπτυξαν ταχύτητα και πλησίασαν προς την Λευκωσία, παρόλο που έτρεχαν με υπερβολική ταχύτητα και δεν μπορούσε να δει τo μιλίμετρο, έτρεχαν περί τα 180 με 200χαω και ο ενάγων έτρεχε περισσότερο, χωρίς όμως να γνωρίζει πόσο έτρεχε. Όταν ο ενάγων πέρασε τα φώτα του Καλησπέρα δεν ελάττωσε ταχύτητα, αντιθέτως μπορεί να ανέπτυξε και περισσότερη ταχύτητα για να διαφύγει. Ο ίδιος σταμάτησε στα φώτα Καλησπέρα αλλά δεν γνώριζε με τι ταχύτητα ο εναγόμενος μπήκε στην Λευκωσία, δεν ελάττωσε όμως ταχύτητα, χωρίς όμως να μπορεί να το πει αυτό με βεβαιότητα. Σταμάτησε στα φώτα του Καλησπέρα και είπε στους συναδέλφους του να σταματήσουν γιατί μέσα σε κατοικημένη περιοχή δεν ακολουθούν μοτοσικλέτες, εκτός αν είναι πάρα πολύ σοβαρό αδίκημα και κατόπιν οδηγιών. Ο εναγόμενος 2 ακολούθησε τον ενάγοντα και πέρασε τα φώτα του Καλησπέρα, αλλά μέσω του φορητού ασυρμάτου, έχουν ενδοεπικοινωνία μέσα στα κράνη, του είπε να σταματήσει και να πάνε στο αρχηγείο. Οι υπηρεσιακές μοτοσικλέτες αναπτύσσουν μέχρι 280χαω και η μοτοσικλέτα του ενάγοντα αναπτύσσει περίπου την ίδια ταχύτητα γιατί έτυχε και οδήγησε τέτοια μοτοσικλέτα και να αναπτύξει τέτοια ταχύτητα. Ήταν η θέση του ότι με ταχύτητα 150-160χαω στα 100μ αν δεις κίνδυνο είναι σχεδόν αδύνατο να σταματήσεις. Εκ των υστέρων ρώτησε τον εναγόμενο 2 τι έγινε και του είπε ότι σταμάτησε στο κόκκινο φως των φώτων του Ρ.Ι.Κ και άκουσε αυτό που τους είχε πει στον ασύρματο, ο δε ενάγων πέρασε με το κόκκινο φως με υπερβολική ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Γαβριηλίδη ανέφερε ότι όταν τους είδαν για πρώτη φορά στον αυτοκινητόδρομο δεν γνώριζε ποιος εκ των δυο μοτοσικλετών ήταν ο ενάγοντας. Από την εμπειρία του μια μοτοσικλέτα του κυβισμού και του βάρους της μοτοσικλέτας του ενάγοντα, με μια ταχύτητα 160-180χαω μπορεί να οδηγηθεί στον ένα τροχό. Ήταν η θέση του ότι δεν καταδίωξαν τους μοτοσικλετιστές αλλά τους ακολούθησαν για να τους σταματήσουν γιατί δεν είχαν στοιχεία. Είχε τους φάρους και την σειρήνα αναμμένη και τους ακολουθούσαν. Ήταν ο υπεύθυνος των τριών αστυφυλάκων και έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα όταν τους ακολουθούσαν. Ο κυκλικός κόμβος Λατσιών είναι κατοικημένη περιοχή και το όριο ταχύτητας είναι 50χαω. Ευρισκόμενος επί των φώτων του Καλησπέρα ενημέρωσε τους συναδέλφους του ότι σταματούν την καταδίωξη. Δεν γνώριζε αν εκείνη την στιγμή είχε γίνει το δυστύχημα, αλλά ο εναγόμενος 2 του είχε αναφέρει ότι βρισκόταν στο κόκκινο φως στα φώτα του Ρ.Ι.Κ. Ήταν επίσης η θέση του ότι κανένας δεν του απαγορεύσει να ακολουθεί άλλο όχημα εντός κατοικημένης περιοχής αν κρίνει ότι έπραξε κάτι σοβαρό. Στην προκειμένη περίπτωση έκρινε σωστό να μην ακολουθήσουν τον ενάγοντα εντός της Λευκωσίας λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης και να μην προκληθεί κανένα σοβαρό δυστύχημα. Ακολούθησαν τον ενάγοντα γιατί παρά το σήμα που του έκαμαν για να σταματήσει ανέπτυξε ταχύτητα. Δεν είχε στοιχεία η μοτοσικλέτα και θεώρησε ότι για να μην σταματήσει κάποιο κακό είχε γίνει. Αρνήθηκε σε σχετική υποβολή ότι η καταδίωξη που έγινε ήταν εσφαλμένη και ως αποτέλεσμα ήταν η πρόκληση του δυστυχήματος. Στην σκηνή του δυστυχήματος παρέμεινε λίγα λεπτά, ο δε εναγόμενος 2 που ήταν εκεί του είπε ότι άκουσε το δυστύχημα και προχώρησε να δει τι έγινε. Από τις φωτογραφίες που του υποδείχθηκαν είδε ότι το μιλίμετρο της μοτοσικλέτας ήταν σταματημένο στα 150χαω και συνεπώς η ταχύτητα της ήταν μεγαλύτερη. Αυτό το λέει λόγω πείρας γιατί είδε πολλά δυστυχήματα με μοτοσικλέτες και λόγω πείρας εκεί που σταματά το μιλίμετρο κατά τη σύγκρουση έχει ήδη ελαττώσει ταχύτητα ο οδηγός. Εκ πείρας γνωρίζει ότι το μιλίμετρο έχει σύρμα - καδένα και κόβεται και μένει σταθερό το μιλίμετρο. Διώχθηκε πειθαρχικά για το συμβάν και αθωώθηκε. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Αριστείδη ανέφερε ότι ήταν ο αρχαιότερος από τους τρείς και όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα. Ο ενάγων φορούσε κράνος και λόγω πείρας με μια μοτοσικλέτα τα πάντα μπορούν να γίνουν, από ναρκωτικά μέχρι φόνο. Παρεμβάλλεται εδώ για σκοπούς πληρότητας της μαρτυρίας, ότι έγινε παραδεκτό γεγονός με την κατάθεση σχετικών τεκμηρίων (τεκμ.41 και 42) ότι έγιναν πειθαρχικές διώξεις των εναγομένων 2 και 3 και ότι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και οι δυο εναγόμενοι αθωώθηκαν. Εξεταστής του δυστυχήματος ήταν ο αρχιαστυφύλακας 814 Χαράλαμπος Σιαλής (ΜΕ1). Σύμφωνα με την κατάθεση του, τεκμ.1, τα ενεχόμενα αυτοκίνητα τα βρήκε στην τελική τους θέση. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμ.2) καθώς και συμμετρικό (τεκμ.3) και έλαβε και αριθμό φωτογραφιών (τεκμ.4). Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Το όριο ταχύτητας ήταν 50χαω. Η ορατότητα του εναγομένου 1 από το αλτ της οδού Υπατίας προς τα δεξιά με κατεύθυνση προς Ρ.Ι.Κ, καταμετρημένη από την θέση του οδηγού μέσα στο αυτοκίνητο ήταν 83μ. Η περιοχή φωτιζόταν επαρκώς με λαμπτήρες οδικού φωτισμού. Το όργανο ένδειξης ταχύτητας της μοτοσικλέτας ήταν μηχανικού τύπου με βελόνα και συνεπεία των δυνάμεων που δημιουργήθηκαν κατά την σύγκρουση αποσυνδέθηκε από την μοτοσικλέτα και η βελόνα εγκλωβίστηκε γύρω στα 152χαω. Με βάση μετρήσεις που έκαμε στην σκηνή και χρησιμοποιώντας διάφορους τύπους της φυσικής (αναγράφονται στο τεκμ.1) βρήκε ότι α. η ταχύτητα του εναγομένου 1 κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν 16.44χαω, β. ο χρόνος που χρειάστηκε το αυτοκίνητο για να διανύσει την απόσταση από το σημείο που ήταν σταματημένο επί του οδού Υπατίας μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν 3,10 δευτερόλεπτα και γ. η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης που βρισκόταν η μοτοσυκλέτα του ενάγοντα, βάση της τελικής ταχύτητας που είχε κατά την ώρα της σύγκρουσης και του χρόνου που χρειάστηκε το αυτοκίνητο του εναγομένου 1 για να καλύψει την απόσταση του σημείου επαφής του μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν 130,88μ. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η σύγκρουση ήταν βίαιη και υπολογίζει ότι το αυτοκίνητο έλαβε 250 μοίρες κλίση. Έκανε καταμέτρηση της ορατότητας την ίδια ημέρα, πρόσφατα όμως διαπίστωσε ότι η καταμέτρηση είχε κάποιο λάθος. Ο λόγος είναι γιατί εκείνο το βράδυ υπήρχε ένταση, πήγαν τα κανάλια, υπήρχε αντίδραση και ο κόσμος φώναζε εναντίον της αστυνομίας. Επειδή πληροφορήθηκε ότι και η υπεράσπιση έκαμε καταμέτρηση και υπήρχε απόκλιση, αφού εξακρίβωσε από τα Δημόσια Έργα ότι δεν άλλαξε ο δρόμος, επανέλαβε την καταμέτρηση και βρήκε ότι η ορατότητα ήταν 141.47μ. την οποία και αποτύπωσε σε σχεδιάγραμμα (τεκμ.5). Ειδικός μηχανολόγος που εξέτασε το μιλίμετρο της μοτοσυκλέτας του ανέφερε ότι η ελάχιστη ταχύτητα κατά την ώρα της σύγκρουσης ήταν 152χαω. Με βάση τις αρχικές μετρήσεις η μοτοσικλέτα ήταν εκτός ορατότητας του εναγομένου, γιατί την ώρα που ξεκινούσε το αυτοκίνητο, η μοτοσικλέτα βρισκόταν στα 130.88μ και με την ταχύτητα των 152χαω διένυσε την απόσταση αυτή σε 3.10 δευτερόλεπτα. Με την νέα καταμέτρηση που έκαμε, ανεξάρτητα αν είναι ορθή, ήταν οριακά εντός της ορατότητας του οδηγού. Όταν το βράδυ του δυστυχήματος έκαμε τις μετρήσεις δεν βρήκε μέσα στις σημειώσεις του ότι υπήρχε κάποιο εμπόδιο που να εμπόδιζε την ορατότητα. Η καταμέτρηση έγινε με τον τρόπο που εξήγησε χωρίς κάποια σημείωση ότι υπήρχε εμπόδιο ορατότητας. Την δεύτερη φορά δεν υπήρχε εμπόδιο για να του κόβει το οπτικό πεδίο. Την πρώτη φορά το λάθος ήταν στο ότι θα υπήρχε εμπόδιο στο πεζοδρόμιο, γιατί δεν εξηγείται άλλως η διαφορά στην καταμέτρηση. Παρόλο που κοίταξε τις σημειώσεις του δεν βρήκε κάτι σχετικό ως εμπόδιο για την ορατότητα και η καταμέτρηση ήταν 83μ. Η μοτοσικλέτα του ενάγοντα μετά την σύγκρουση κτύπησε στο αριστερό πεζοδρόμιο και πριν την σύγκρουση δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Δημητριάδη ανέφερε ότι σύμφωνα με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμ.1), η ορατότητα του οδηγού ήταν 83μ και δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει για την καταμέτρηση που έκαμε. Η καταμέτρηση έγινε στην παρουσία των προϊσταμένων του και κανένας δεν του ζήτησε να επανεξετάσει το δυστύχημα. Ο λόγος για τον οποίο πήγε και ξαναμέτρησε ήταν γιατί ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του ενάγοντα ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά στην ορατότητα. Ήθελε να ελέγξει ξανά αν έγινε κάποιο λάθος. Τα 83μ τα μέτρησε στην σκηνή και στις σημειώσεις του δεν βρήκε ότι υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο. Είναι φανερό ότι υπήρχε κάποιο εμπόδιο, αλλά δεν βρήκε στις σημειώσεις του τι εμπόδιο υπήρχε. Στην ερώτηση αν τα 83μ είναι αλήθεια ή ψέματα, απάντησε ότι πάντα γράφει αλήθεια και το βράδυ του δυστυχήματος η καταμέτρηση ήταν 83μ, αλλά δεν γνώριζε την στιγμή του δυστυχήματος τι ορατότητα υπήρχε. Την ώρα που καταμέτρησε υπήρχε εμπόδιο αλλά δεν το σημείωσε. Τα 83μ είναι ξεκάθαρα και είναι καταμετρημένα στην σκηνή και τα υιοθετεί και είναι δεδομένη η ορατότητα αυτή. Το αυτοκίνητο του εναγομένου 1 χρειάστηκε 3.10 δευτερόλεπτα για να διανύσει μια απόσταση 7.1μ με τελική ταχύτητα 16.44χαω. Η ελάχιστη ταχύτητα του ενάγοντα ήταν 152χαω και μπορεί την ώρα της σύγκρουσης να ήταν περισσότερη. Την ώρα που εκκινούσε το αυτοκίνητο η μοτοσικλέτα ήταν σε απόσταση 130.88μ. Ο χρόνος που ήθελε να καλύψει η μοτοσικλέτα την απόσταση αυτή ήταν 3.10 δευτερόλεπτα, ήτοι 42.22μ το δευτερόλεπτο. Με τον χρόνο αυτό, η ορατότητα είτε ήταν 83μ είτε 130.88 είναι δεδομένο ότι η σύγκρουση δεν θα αποφευγόταν, γιατί δεν θα ανέμενε το όχημα να έρχεται ο άλλος με τέτοια ταχύτητα όπου εκεί το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ. Σύμφωνα με το τεκμ.5 η μέγιστη απόσταση ορατότητας από την Υπατίας είναι 130μ γιατί είναι η ασφαλής απόσταση που αντιλαμβάνεται ότι το αυτοκίνητο έρχεται ευθεία και δεν θα στρίψει δεξιά. Ούτε όμως και στα 130μ θα αποφεύγετο η σύγκρουση γιατί βγαίνεις από την Υπατίας και σε 3 δευτερόλεπτα γίνεται η σύγκρουση. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή με ελάχιστη ταχύτητα της μοτοσικλέτας 152χαω. Αντεξεταζόμενος εκ μέρους των εναγομένων 2-4 κατέθεσε τις Αστυνομικές Διατάξεις (τεκμ.10) και ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα δεν έφερε πινακίδες. Με βάση τις αστυνομικές διατάξεις μπορούσαν οι εναγόμενοι 2 και 3 να προβούν σε καταδίωξη. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 1 και της συνοδηγού του, ήταν ότι σταμάτησε στο αλτ. Επανέλαβε ότι είτε η ορατότητα ήταν 83μ είτε 130μ, το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Ο Γιώργος Τζιρκαλλής (ΜΕ2) μηχανολόγος εκτιμητής οχημάτων και εμπειρογνώμονας ετοίμασε έκθεση περιγράφουσα αναπαράσταση της σκηνής του ατυχήματος που έγινε εκ μέρους του, κατόπιν οδηγιών του πατέρα του ενάγοντα (τεκμ.11). Έλαβε υπόψη του τα διαθέσιμα στοιχεία, ήτοι την έκθεση της αστυνομίας, σχεδιάγραμμα της σκηνής, φωτογραφίες, κάποιες καταθέσεις, έκθεση εξέτασης των οχημάτων και από επίσκεψη του στον χώρο που έγινε το δυστύχημα. Ουσιαστικά η έκθεση του όπως και η προφορική του μαρτυρία κινήθηκε σε δυο πυλώνες. Από την μια να αντικρούσει τα ευρήματα του εξεταστή του δυστυχήματος (ΜΕ1) ως προς την ορατότητα του εναγομένου 1 και αφετέρου, να αντικρούσει τα ευρήματα του ΜΕ1 ως προς την ταχύτητα τόσο του ενάγοντα όσο και του εναγομένου 1, με δεδομένο κατά την θέση του ότι η ένδειξη του ταχυμέτρου στα 152χαω είναι ανασφαλές στοιχείο για να ληφθεί υπόψη, με παραπομπή σε σχετικό σύγγραμμα. Συνοπτικά με βάση την έκθεση του η ορατότητα του εναγομένου 1 από το σημείο του στοπ επί της οδού Υπατίας είναι πάνω από 145μ. Αναφορικά με τις εξισώσεις που χρησιμοποίησε ο ΜΕ1 για να εξεύρει την ταχύτητα του εναγομένου 1, οι αριθμοί που χρησιμοποίησε είναι οι τυπικές τιμές επιτάχυνσης και επιβράδυνσης σε επίπεδες επιφάνειες με κανονικές επιταχύνσεις από 0-30 χαω, ενώ κατά την εισήγηση του σε ένα τόσο επικίνδυνο δρόμο που κάποιος σκοπεύει να διασχίσει και τις 5 λωρίδες κυκλοφορίες, «είναι επόμενο να περιμένει κάποιος ότι κάθε οδηγός που κινείται σε αυτό το δρόμο θα πρέπει να επιταχυνθεί με πιο γρήγορη επιτάχυνση η οποία με ταχύτητες 0-30χαω είναι 2.94μ/Δ.2» (σελ.8 τεκμ.11). Με βάση μαθηματικές εξισώσεις καταλήγει ότι ο χρόνος που απαιτήθηκε για τον εναγόμενο 1 να διανύσει την απόσταση των 7.1μ μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 2.20δ. και όχι 3.10δ ως ανέφερε ο ΜΕ
  9. Εν σχέση με την ταχύτητα του ενάγοντα, ο μόνος τρόπος εξεύρεσης της είναι από την εξίσωση εκτίναξης του μοτοσικλετιστή παίρνοντας ως δεδομένο την πρώτη επαφή με την άσφαλτο, στο σημείο Β7 όπου βρέθηκε αίμα από τον μοτοσικλετιστή. Με βάση μαθηματικούς υπολογισμούς, η ελάχιστη ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο ενάγων ήταν 71.29χαω. Στην κατάληξη, όποιοι και αν είναι οι υπολογισμοί της αστυνομίας, ο ενάγων ήταν ορατός όταν το όχημα του εναγομένου 1 βγήκε από την οδό Υπατίας. Πρόσθεσε κατά την κυρίως εξέταση ότι η ταχύτητα του ενάγοντα ήταν 71.29χαω νοουμένου ότι ο ενάγων έπεσε στο σημείο Β7 επί του τεκμ.3 που είναι το αίμα στην άσφαλτο. Όταν έγινε η σύγκρουση ο μοτοσικλετιστής εκσφενδονίστηκε, νοουμένου ότι το Β7 είναι η τελική του θέση, γιατί δεν τοποθετήθηκε επί του σχεδιαγράμματος η τελική του θέση. Ανέφερε επίσης ότι αν ο ενάγων έτρεχε με 152χαω οι κόντρα σούστες της μοτοσικλέτας που κρατούν το τιμόνι θα πήγαιναν πίσω και θα στρεβλώνονταν τα ριμς. Η μεγάλη ζημιά στο αυτοκίνητο που είναι στο πίσω μέρος και το φτερό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ενίσχυση και όσο πιο μακριά κτυπάς από το κέντρο βάρους του οχήματος, τόσο πιο εύκολα μπορεί να γυρίσει ένα όχημα με λιγότερη ταχύτητα. Οτιδήποτε ήταν κάτω από τα 145μ της απόστασης ορατότητας, ανεξαρτήτως της ταχύτητας, ήταν ορατό εκ μέρους του εναγομένου
  10. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Δημητριάδη ανέφερε ότι κατά την ετοιμασία της έκθεσης του είχε και την κατάθεση του εναγομένου
  11. Του ζήτησε να υποδείξει εξ αυτής σε ποιο σημείο αναφέρει ότι θα διασταύρωνε 5 λωρίδες κυκλοφορίας και απάντησε ότι ανέφερε ότι «βγήκε». Ήταν επίσης η θέση του ότι από το σχεδιάγραμμα και το σημείο σύγκρουσης συνάγεται (βγαίνει) ότι το αυτοκίνητο πήγε ευθεία. Η κατεύθυνση δείχνει ότι βγήκε ευθεία, θα πήγαινε και στις 5 λωρίδες για να μπει στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου Λεμεσού. Ο σωστός τρόπος θα ήταν να βγει λοξά με 40 μοίρες και δεν βγαίνεις ευθεία όπως φαίνεται και στο σχεδιάγραμμα (τεκμ.3) για να μπεις σε 5 λωρίδες. Το συμπέρασμα του είναι ότι ο εναγόμενος 1 θα περνούσε και τις 5 λωρίδες. Του υπεδείχθη ότι το τόξο Α επί του σχεδιαγράμματος δείχνει την πορεία του αυτοκινήτου και όχι την ακριβή του θέση και ήταν η θέση του ότι με βάση το σημείο Χ εάν ο εναγόμενος 1 δεν έβγαινε ευθεία, το Χ θα ήταν πιο πίσω προς το Ρ.Ι.Κ. Με βάση το σημείο σύγκρουσης το κτύπημα μεταξύ των δυο οχημάτων ήταν σε γωνία 90 μοιρών. Θεωρεί ως δεδομένο ότι ο εναγόμενος 1 θα διασταύρωνε και τις 5 λωρίδες κυκλοφορίας. Αν θα σταματούσε στην μέση του δρόμου και να ελέγξει, η ταχύτητα είναι αυτή που ανάφερε ο ΜΕ1 για 1.47, αν όμως ήθελε να διασταυρώσει και τις 5 λωρίδες η εκκίνηση που θα κάμει θα είναι πιο γρήγορη. Διαφώνησε με την θέση του ΜΕ1 ότι η σύγκρουση δεν θα αποφευγόταν είτε η ορατότητα ήταν 83μ είτε 130.88μ, γιατί ο ΜΕ1 τα έδωσε όλα λάθος. Το μιλίμετρο δεν μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο γιατί έπεσε στην άσφαλτο και πετάχτηκε η βελόνα και μάγκωσε. Διαφώνησε ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Το αυτοκίνητο έκαμε στροφή, γιατί οτιδήποτε είναι πίσω από το κέντρο βάρους θα γυρίσει δεξιόστροφα. Περιστρέφεται γιατί έχει σημασία η δύναμη που υπέστη με τη δύναμη μέχρι το κέντρο βάρους. Παρόλο που ο ενάγων εκσφενδονίστηκε η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Αριστείδη ανέφερε ότι με βάση τους δικούς του υπολογισμούς, ο ενάγων για να διανύσει την απόσταση των 145μ ήθελε 7.32δ. Τέλος μαρτυρία για την πλευρά του ενάγοντα έδωσε και η μητέρα του Ερασμία Τσαγγαρίδη (ΜΕ3) δια γραπτής δηλώσεως (Α). Περιληπτικά και σύμφωνα με όσα καταγράφονται, ο ενάγων γεννήθηκε το 1981 και διακρινόταν για την ζωντάνια και την όρεξη του για την ζωή. Προβαίνει σε εκτεταμένη αναφορά στα ενδιαφέροντα και τα μαθητικά του χρόνια και τις ιδιαίτερες επιδόσεις του στο βιολί και την μουσική καθώς και σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες. Ξεκίνησε σπουδές στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Κρήτης και στην συνέχεια εργάστηκε ως μηχανικός σε διάφορα πλοία. Τον Μάιο του 2007 εργοδοτήθηκε σε Κυπριακή εταιρεία με μισθό €1.057 μηνιαίως. Αναφέρθηκε στην συνέχεια για τον τραυματισμό του από το δυστύχημα. Οι γιατροί τους ενημέρωσαν ότι ήταν σε κρίσιμη κατάσταση και μεταφέρθηκε στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Υπέστη τραύματα στο χέρι, ώμο και αυτί και κρανιοεγκεφαλική κάκωση και οι γιατροί δεν γνώριζαν πως θα εκδηλώνονταν οι βλάβες στον εγκέφαλο. Όταν ο ενάγων ξύπνησε δεν θυμόταν τίποτε, ούτε αναγνώριζε κανένα άτομο και ήταν σε πλήρη αμνησία. Δεν μπορούσε να περπατήσει και δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι δεν μπορούσε να περπατήσει και είχε φρικτούς πόνους. Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στο Μέλαθρον αγωνιστών Ε.Ο.Κ.Α στη Λεμεσό. Εκεί σταδιακά άρχισε να περπατά και σε κάποιο στάδιο μεταφέρθηκε σπίτι. Τρεις φορές την εβδομάδα χρειαζόταν φυσιοθεραπεία και επισκέψεις σε ιδιώτες ψυχολόγους. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, σηκωνόταν το βράδυ και ήθελε να φύγει, οι φίλοι του δεν μπορούσαν να τον κατανοήσουν και σιγά - σιγά απομακρύνθηκαν από αυτόν. Γινόταν εχθρικός και βίαιος και μέχρι σήμερα έχει κενά μνήμης. Παρακολουθείτο από ψυχιάτρους με αποτέλεσμα να κάμνει κατάχρηση της θεραπευτικής αγωγής, τα χάπια με αλκοόλ και έγινε τακτικός ασθενής του θαλάμου
  12. Όταν εκνευρίζεται διαλύει και σπάζει ότι βρει. Προβαίνει επίσης σε εκτεταμένη και παραστατική αναφορά με λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο της συμπεριφοράς του και τα αισθήματα που νοιώθει, αλλά και στην αγωνία και ανησυχία που την διακατέχει για το μέλλον του ως προς το ποιος θα τον φροντίζει. Να παρεμβληθεί εδώ ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου και αναφορά σε αυτά θα γίνει στην συνέχεια. Ερωτηθείσα σχετικώς απάντησε ότι δεν γνωρίζει πως έγινε το δυστύχημα. Ο ενάγων τώρα βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη. Για την πλευρά του εναγόμενου 1 πλην του ΜΥ1, μαρτυρία έδωσε και ο ίδιος, ο Κώστας Χριστοδουλίδης γεννηθείς το
  13. Ο εναγόμενος 1 έδωσε κατάθεση στον ΜΕ1 τα ξημερώματα της 28.7.07 (έγγραφο Γ). Σε συντομία αναφέρει ότι περί την 23.55 της 27.7.07 οδηγούσε το αυτοκίνητο το επί της οδού Υπατίας με συνοδηγό την σύζυγο του. Σταμάτησε στο αλτ για να ελέγξει το δρόμο. Εκείνη την ώρα η λεωφόρος Λεμεσού τόσο αριστερά όσο και δεξιά του ήταν καθαρή και δεν υπήρχαν οχήματα. Καθώς είχε πρόθεση να προχωρήσει για να εισέλθει με κλίση δεξιά στη λεωφόρο Λεμεσού για να κατευθυνθεί προς Ρ.Ι.Κ, ξεκίνησε και άρχισε να διασχίζει τη λεωφόρο Λεμεσού. Ενώ κινείτο και βρισκόταν στην Λεωφόρο Λεμεσού παρά το ύψος της δεύτερης λωρίδας ως η πορεία του, ξαφνικά δέκτηκε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του και στη συνέχεια το αυτοκίνητο κατέληξε στο εξ αντιθέτου ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου Λεμεσού αφού προηγουμένως γύρισε στο δρόμο. Όπως πληροφορήθηκε αργότερα τον κτύπησε μοτοσικλέτα την οποία δεν είδε καθόλου πριν την σύγκρουση. Κατέθεσε περαιτέρω ότι μετά την σύγκρουση κατέβηκε από το αυτοκίνητο και είδε τον μοτοσικλετιστή και δυο αστυνομικούς εκ των οποίων ο ένας ήταν αυτός που έδωσε μαρτυρία στο δικαστήριο. Επί της Υπατίας κοίταξε δεξιά, αριστερά, είδε ότι δεν έρχονταν οχήματα και προχώρησε να διασχίσει τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας για να φτάσει στην λωρίδα που δικαιούται να σταματήσει. Πριν σταματήσει άκουσε την σύγκρουση, το αυτοκίνητο έγειρε έδωσε γύρο και πήγε προς την άλλη πλευρά προς Λευκωσία. Θα σταματούσε στην νησίδα γιατί δικαιούται και αν δεν ερχόταν αυτοκίνητο από την Λευκωσία προς τη Λεμεσό, θα ξεκινούσε να πάει στο σπίτι του που είναι απέναντι από του Καλησπέρα. Συμφωνεί με τα σχεδιαγράμματα τεκμ.2 και
  14. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Γαβριηλίδη ανέφερε ότι το δρομολόγιο δια της οδού Υπατίας το έκαμε πάρα πολλές φορές και επί των φώτων του Ρ.Ι.Κ είδε αυτοκίνητα σταματημένα, δεν είδε αν το φως ήταν κόκκινο και δεν έρχονταν αυτοκίνητα ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Σκοπός του ήταν να σταματήσει στην νησίδα και μετά να προχωρήσει. Κατά την διάρκεια της κίνησης του έβλεπε μπροστά του για να σταματήσει πάνω στην νησίδα, αλλά στο δευτερόλεπτο που σκεφτόταν να σταματήσει έγινε το δυστύχημα. Έβλεπε και δεξιά ότι δεν υπήρχε αυτοκίνητο και έβλεπε και μπροστά του για να σταματήσει στην νησίδα. Η προσοχή του ήταν άμα βγει στην νησίδα να σταματήσει εάν ερχόταν αυτοκίνητο από την Λευκωσία και μετά να μπει. Στην υποβολή ότι αν δεν ερχόταν αυτοκίνητο θα συνέχιζε την πορεία του, απάντησε ότι θα σταματούσε για να βγει. Η έγνοια του ήταν να διασχίσει τις δυο λωρίδες να μπει στην νησίδα να σταματήσει και αν δεν ερχόταν αυτοκίνητο από την Λευκωσία να μπει στην λωρίδα δεξιά για να πάει σπίτι του. Και κάθετα να διασχίσει την λωρίδα μπορεί με ασφάλεια να σταματήσει στην νησίδα γιατί θα στρίψει το αυτοκίνητο να βλέπει προς τα πάνω και αυτό επιτρέπεται, γιατί σταματούν και δυο αυτοκίνητα στην λωρίδα. Κοίταξε για να βγει από την Υπατίας δεξιά και ήταν προσηλωμένος να βγει στην νησίδα για να σταματήσει. Αρνήθηκε ότι ο ενάγων βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του γιατί αν τον έβλεπε δεν θα έβγαινε. Την ώρα που βγήκε δεν υπήρχε η μοτοσικλέτα και το μόνο που άκουσε ήταν το κτύπημα. Στα φώτα του Ρ.Ι.Κ είδε αυτοκίνητα σταματημένα και είπε ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος για να βγει, ούτε και αριστερά είχε αυτοκίνητα. Τα φώτα δεν τα είδε. Ο λόγος που κοίταξε αριστερά ήταν γιατί πάντα κοιτάζει επειδή δεν μπορεί να διασταυρώσει 4 λωρίδες, πρέπει να σταματήσει. Δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι η πρόθεση του ήταν να σταματήσει στην νησίδα, γιατί την έδωσε στις 2.00 το πρωί μετά το δυστύχημα και αφού πήγε στο νοσοκομείο. Παρόλο που είπε του αστυνομικού να την δώσει άλλη ημέρα αυτός αρνήθηκε. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Αριστείδη ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα σιοκαρίστηκε και τους αστυνομικούς τους είδε μετά που βγήκε από το αυτοκίνητο. Β. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι δικηγόροι προχώρησαν γραπτώς σε αγορεύσεις. Θα γίνει μια επιγραμματική περίληψη και όπου χρειαστεί στην συνέχεια θα γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές. Οι δικηγόροι του ενάγοντα αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 κατά παράβαση καθήκοντος και χωρίς να σταθμίσουν τους κινδύνους που μπορούσε να διατρέξει ο ενάγοντας, τον καταδίωξαν με σκοπό την σύλληψη του εντός κατοικημένης περιοχής, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί έντονο στρες σε αυτόν. Αναφορικά με την μαρτυρία του ΜΕ1 την χαρακτηρίζουν ως ειλικρινή και η νέα καταμέτρηση που έγινε από τον μάρτυρα κατέδειξε ότι η ορατότητα ήταν τελικά 141μ. Την ταχύτητα του ενάγοντα ο ΜΕ1 την γνωρίζει από έκθεση λειτουργού της ηλεκτρομηχανολογικής υπηρεσίας, ο οποίος όμως κατά την θέση τους δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία. Οι μαθητικοί υπολογισμοί του ΜΕ1 έγιναν έχοντας ως δεδομένο ότι η ταχύτητα του ενάγοντα ήταν των 152χαω. Δεν αποδέχονται την θέση του ότι με την ταχύτητα των 152χαω την ώρα το δυστύχημα δεν θα αποφευγόταν, γιατί η ορατότητα είναι πέραν των 141μ και ο εναγόμενος όφειλε να δει τον ενάγοντα και να μην εισέλθει στην λεωφόρο Λεμεσού. Η θέση του ΜΕ1 είναι αυθαίρετη και δεν στηρίζεται στην λογική και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Αυθαίρετο επίσης θεωρούν το συμπέρασμα του ότι η τελική ορατότητα του εναγομένου 1 ήταν 130μ. γιατί και αυτή εκφεύγει της λογικής αφού η οπτική επαφή του είναι μέχρι 141μ. Με εκτεταμένη αναφορά στην μαρτυρία του ΜΕ2 είναι η θέση τους ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Γίνεται επίσης αναφορά στους τραυματισμούς του ενάγοντα. Ο κ. Δημητριάδης εκ μέρους του εναγομένου 1 αφού αναφέρεται στην μαρτυρία σχολιάζει την απουσία της μαρτυρίας του ενάγοντα, ώστε καίρια κατά την εισήγηση του ερωτήματα παρέμειναν αναπάντητα. Αν για παράδειγμα μετά τα φώτα του Καλησπέρα συνέχισε η καταδίωξη από τους αστυνομικούς, αν σταμάτησε στα φώτα του Ρ.Ι.Κ ή συνέχισε με την ίδια ταχύτητα, αν είδε τον εναγόμενο 1 πριν το δυστύχημα και αν ο εναγόμενος 1 εισήλθε απότομα στην λεωφόρο και ενώ ο ενάγοντας βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι η θέση του ότι ο ενάγων δεν απέδειξε αμέλεια σε βάρος οποιουδήποτε των εναγομένων. Είναι επίσης η θέση του ότι οι δυο μάρτυρες του ενάγοντα, ο ΜΕ1 και ΜΕ2, συγκρούονται μεταξύ τους διερωτώμενος ποίου την μαρτυρία θα πρέπει να αποδεχθεί το δικαστήριο, με την εισήγηση ότι η μόνη αξιόπιστη είναι εκείνη του ΜΕ
  15. Ο κ. Αριστείδης για τους εναγόμενους 2-4 αναφέρεται στην αστυνομική διάταξη 2/38 (τεκμ.10) και ότι με βάση αυτή δεν απαγορεύεται η καταδίωξη εντός κατοικημένων περιοχών, ούτε και η μαρτυρία κατέδειξε ότι η καταδίωξη συνεχίστηκε μετά το τέλος του αυτοκινητόδρομου. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η καταδίωξη του ενάγοντα τον ανάγκασε να τρέχει στην λεωφόρο Λεμεσού καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Οι αστυνομικοί είχαν κάθε νόμιμο λόγο να ακολουθήσουν τον ενάγοντα για να τον ανακόψουν. Περαιτέρω δεν υπάρχει μαρτυρία για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των αστυνομικών και του δυστυχήματος. Αντίθετα δια του ΜΕ2 ο ενάγων προώθησε την θέση ότι δεν έτρεχε με 152χαω και το δυστύχημα δεν προήλθε από την υπερβολική ταχύτητα του ενάγοντα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΑΡΧΕΣ Πριν γίνει ειδικότερη αναφορά και αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας δεν μπορεί να απομονωθεί από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε με τεκμήρια. Περαιτέρω στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, υπεδείχθη ότι η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Είναι συνεπώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα, που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Αναφορικά με την μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, αποτελεί πάγια αρχή ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει την δική του κρίση (Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή Πολ. Έφεση 290/08 ημερ.23.12.11). Περαιτέρω στην υπόθεση Novichkova ν. Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111, λέχθηκε ότι: «Επί διιστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ΄ αυτά τα δεδομένα Όπως έχει λεχθεί και στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, στις σελ. 451-452: «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως πρέπει να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.» Όπως έχει νομολογηθεί, η πραγματική μαρτυρία από μόνη της δεν αποκαλύπτει πως επεσυνέβη ένα δυστύχημα, αλλά παρέχει εξαιρετικό υλικό για να αποφασιστεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας. Ακόμα, η πραγματική μαρτυρία αποτελεί οδηγό για εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν μια σύγκρουση (Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R 278). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ 213 είναι σχετικό : «Η σημασία και οι προεκτάσεις της πραγματικής μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την ανίχνευση της σκηνής του δυστυχήματος έχει τονιστεί σε πολλές αποφάσεις. Δεν αποτελεί (η πραγματική μαρτυρία) μόνο γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση των διιστάμενων εκδοχών, αλλά και οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα τα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζομένων« Η αρχή αυτής της νομολογίας είναι δυνατό να τυγχάνει εφαρμογής όταν η πραγματική μαρτυρία είναι αποκαλυπτική των γεγονότων και συνθηκών του δυστυχήματος και μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα, ούτε βέβαια να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα (Γενικού Εισαγγελέως κ.α. ν. Πότση κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 252). Η πιο πάνω αναφορά στην σημασία και τις προεκτάσεις της πραγματικής μαρτυρίας, αναδεικνύει το κενό που δημιουργείται στην παρούσα υπόθεση με την απουσία της μαρτυρίας του ενάγοντα για να δώσει απαντήσεις αλλά και εξηγήσεις, μεταξύ άλλων, και στα διάφορα θέματα και ερωτήματα που εγείρει στην αγόρευση του και ο κ. Δημητριάδης, που όντως παρέμειναν αναπάντητα από την πλευρά του. Ενδεικτική της καταλυτικής σημασίας της απουσίας της μαρτυρίας του ενάγοντα, αποτελεί η υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.ά διαχειριστών της περιουσίας της Wang Hogwei ν. Μαυροβελή κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1467, στην οποία η αποβιώσασα πεζή κτυπήθηκε από αυτοκίνητο και παρά την μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης που προέβη σε αναπαράσταση του δυστυχήματος, η αγωγή απερρίφθη γιατί δεν υπήρχε καμιά μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων από την οποία να προκύπτει ποια ήταν η θέση της αποβιωσάσης αμέσως πριν το δυστύχημα, ούτως ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί η δυνατότητα του εναγόμενου να αντιληφθεί την παρουσία της. Η απόφαση αυτή ακριβώς αναδεικνύει και την σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, με την έννοια ότι από μόνη της, στην απουσία της μαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντα, δημιουργεί δυσαναπλήρωτο κενό. Ούτε η μαρτυρία του εναγομένου 1 (ΜΥ2) μπορεί να πληρώσει το κενό, αντίθετα παραμένει ως η μόνη μαρτυρία που υπάρχει ως προς τις πραγματικές συνθήκες που έγινε το ατύχημα. Ούτε και η αντεξέταση μπορεί να καλύψει το κενό, αφού άλλη εκδοχή, υπό την έννοια της διιστάμενης εκδοχής, δεν υπήρξε. Σημειώνεται εδώ και δεν υπήρξε αντίλογος επί τούτου, ότι η μαρτυρία του εναγομένου 1 δεν συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία και κυρίως με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, (τεκμ.2 και 3) το οποίο υπέγραψε, ούτε και διαφώνησε με το σημείο συγκρούσεως, παρά το ότι αντεξετάστηκε. Αλλού επικεντρώθηκε η αντεξέτασή του, αναφορά στην οποία θα γίνει στην συνέχεια. Στα πιο πάνω αποδεικτικά προβλήματα προστίθεται ακόμη ένα ζήτημα που εγείρει και ο κ. Δημητριάδης και είναι διάχυτο και στην αγόρευση του κ. Γαβριηλίδη. Ο εξεταστής της υπόθεσης, ο ΜΕ1, ήταν μάρτυρας για τον ενάγοντα και συνεπώς σύμφωνα με την υπόθεση Νικολάου ν. Στυλιανού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1727, 1735, είναι ανεπίτρεπτο η εφεσείουσα να ζητά, ουσιαστικά, να μη γίνει δεκτή η μαρτυρία του δικού της μάρτυρα - γιατρού -. Υπεδείχθη ότι κάθε διάδικος δεσμεύεται από την μαρτυρία των δικών του μαρτύρων και δεν δικαιούται να τους αμφισβητεί. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Τζιρκαλλή δόθηκε προς αντίκρουση των θέσεων του ΜΕ1 και ως ευθέως κατέθεσε στο δικαστήριο «ο ΜΕ1 τα έδωσε όλα λάθος». Οι δικηγόροι του ενάγοντος τα ουσιώδη δεδομένα της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν τα αποδέχονται, θεωρώντας τα ως αυθαίρετα, σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΕ2 που εισηγούνται ότι αντικατοπτρίζει ορθά τα διάφορα δεδομένα και υπολογισμούς. Βεβαίως δεν παραγνωρίζεται η αρχή, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Arian Keane, 5η έκδοση, σελ. 164, υπό τον τίτλο Unfavourable Witnesses, ότι τέτοιος μάρτυρας δεν είναι εχθρικός και συνεπώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του, αλλά μπορεί να προσκομιστεί άλλη μαρτυρία επί των θεμάτων εκείνων που ο μάρτυρας δεν έφθασε στο ύψος των αναμενόμενων περιστάσεων από τον ενάγοντα (come up to proof). Με αναφορά στην παλιά υπόθεση Ewer v. Ambrose
(1825)3 B & C 746, ο συγγραφέας αναφέρει ότι δεν μπορεί ο διάδικος να προσκομίσει γενική μαρτυρία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν πρέπει να γίνει πιστευτός, δικαιούται όμως να τον αντικρούσει (contradict) με άλλη μαρτυρία. Ακριβώς σε αυτά τα πλαίσια εξηγείται στο σύγγραμμα του Murphy On Evidence, 10η έκδοση, σελ.547επ. ότι τέτοιες περιπτώσεις προκαλούν πηγή κινδύνου για τους δικηγόρους (hazard), γιατί τέτοιος μάρτυρας δεν είναι αναξιόπιστος, ή έχει εχθρικά κίνητρα. Συνήθως η γνώση του ή η μνήμη του δεν είναι η αναμενόμενη και ως τέτοια παραδείγματα αναφέρονται η μεγάλη του ηλικία, αρρώστια και η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από το συμβάν. Στην προκειμένη όμως υπόθεση δεν εγείρεται τέτοιο θέμα και η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν εξ αρχής γνωστή στην πλευρά του ενάγοντα. Επισημαίνεται τέλος, ότι η διιστάμενη μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντος δεν οφειλόταν σε κάποιο εκ των λόγων που αναφέρονται στα ρηθέντα συγγράμματα, αλλά πρόκειται για μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Το σύνηθες είναι να υπάρχουν δυο διαφορετικές μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων εκ μέρους των αντιδίκων και όχι από τον ίδιο διάδικο. Εν πάση περιπτώσει, είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η αξιοπιστία εκάστου μάρτυρα θα κριθεί από το δικαστήριο όχι από τον διάδικο. Υπάρχει όμως ακόμα μια πτυχή θεμελιακής υφής σε σχέση με τους ΜΕ1 και
  1. Αφορά την ταχύτητα του ενάγοντα και στην απόλυτη διάσταση μεταξύ των δυο μαρτύρων. Εντοπίζεται το πρόβλημα από τους δικηγόρους του ενάγοντος και ευθέως αναφέρεται στην γραπτή τους αγόρευση. Αφορά την μαρτυρία του ΜΕ
  2. Κρίνεται σκόπιμο να γίνει αρχικά αναφορά σε αυτά που κατέθεσε ο ΜΕ1 και στην συνέχεια στην εισήγηση των δικηγόρων. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στο μιλίμετρο της μοτοσικλέτας και στην ένδειξη 152χαω. Ανέφερε ότι το μιλίμετρο αποσυνδέθηκε από την μοτοσικλέτα και η βελόνα εγκλωβίστηκε γύρω στα 152χαω. Σχετικές επί τούτου είναι οι φωτογραφίες μέρος του τεκμ.
  3. Πρόσθεσε κατά την κυρίως εξέταση ότι ειδικός μηχανολόγος που εξέτασε το μιλίμετρο ανέφερε ότι η ελάχιστη ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν 152χαω. Οι δικηγόροι του ενάγοντα στην αγόρευση τους (σελ.20) αναφέρουν ότι η πλευρά του εναγομένου 1, η οποία επικαλείται την ταχύτητα των 152χαω, δεν έφερε ως μάρτυρα τον κ. Θ.Α. Δημητριάδη, τεχνικό μηχανολογίας ο οποίος ως ελέχθη από τον ΜΕ1 ήταν αυτός που έβγαλε το πόρισμα. Προσθέτουν πως ναι μεν κατατέθηκε ο φάκελος (τεκμ.6), αλλά αυτό δεν καθιστούσε τα οποιαδήποτε έγγραφα που υπήρχαν ως παραδεκτά γεγονότα. Η μη κλήση του τεχνικού θα πρέπει να οδηγήσει το δικαστήριο στην απόρριψη της εξ ακοής μαρτυρίας του ΜΕ
  4. Αποτελεί γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 στην παράγραφο 4 (δ) και (ζ) της υπερασπίσεως του αναφέρει ότι ο ενάγων οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και/ή με ταχύτητα 152χαω αντί 50χαω. Πρόκειται συνεπώς περί ενός ισχυρισμού το βάρος του οποίου έφερε ο εναγόμενος
  5. Χάριν πληρότητας επί των δικογράφων, να αναφερθεί ότι στην απάντηση του ενάγοντα στην υπεράσπιση του εναγομένου 1 δεν γίνεται καμιά αναφορά στους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγομένου, ούτε και γενικά στην παράγραφο 4 της υπερασπίσεως. Υπάρχει άρνηση της παραγράφου 3 στην οποία όμως ο εναγόμενος 1 προβαίνει σε παραδοχή των παραγράφων 7-10 της εκθέσεως απαιτήσεως. Εν πάση περιπτώσει και αν ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται περί εσφαλμένης καταγραφής και η παράγραφος 2 της απάντησης αφορά την παράγραφο 4 της υπεράσπισης και πάλι η διαπίστωση είναι πως ουδεμία αναφορά γίνεται στην ισχυριζόμενη υπό του εναγόμενου 1 ταχύτητα του ενάγοντα. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση κατέθεσε ότι ζήτησε από ειδικό της ηλεκτρομηχανολογικής να εξετάσει το μιλίμετρο και του ετοίμασε έκθεση και η απάντηση ήταν ότι η ελάχιστη ταχύτητα κατά την ώρα της σύγκρουσης ήταν 152χαω. Ήταν μαρτυρία που εισήγαγε η πλευρά του ενάγοντα, εξ ακοής μεν, αλλά χωρίς καμιά απολύτως ένσταση εκ μέρους των δικηγόρων των εναγομένων. Στην συνέχεια και ενώ ο μάρτυρας συνέχιζε επί ερωτήσεων του κ. Γαβριηλίδη, με παρέμβαση του κ. Αριστείδη, γιατί ο μάρτυρας αναφερόταν επί εγγράφων εντός του ανακριτικού φακέλου, ο κ. Γαβριηλίδης ζήτησε από τον μάρτυρα να καταθέσει τον ανακριτικό φάκελο, μαζί με 3 βιβλιάρια φωτογραφιών, όπερ και έγινε, χωρίς και πάλι ένσταση, αλλά και με την συναίνεση εκ μέρους των δικηγόρων υπεράσπισης. Ούτε και ο κ. Γαβριηλίδης επιφύλαξε ή δήλωσε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση. Στην συνέχεια και πάλι στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1 κατατέθηκε, και πάλι χωρίς ένσταση, ως τεκμ.9 άλλος φάκελος της αστυνομίας. Τόσο εντός του τεκμ.6 όσο και εντός του τεκμ.9, υπάρχει η έκθεση που αναφέρθηκε ο ΜΕ1 αναφορικά με την ταχύτητα των 152χαω. Προστίθεται πως η πλευρά των εναγομένων όχι μόνο δεν έφερε ένσταση και συναίνεσε στην κατάθεση των πιο πάνω φακέλων, αλλά ούτε και δήλωσαν στην επί του συζητούμενου μαρτυρία του ΜΕ1 ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, ούτε επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να αντεξετάσουν επί των φακέλων. Δεν ζήτησαν επίσης να κληθεί για σκοπούς αντεξέτασης ο συντάξας την έκθεση, δυνάμει των προνοιών των Αρ.23 - 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το Αρ.23 εξ ακοής μαρτυρία «σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή». Πρόκειται συνεπώς για μαρτυρία την οποία παρουσίασε η πλευρά του ενάγοντα κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ1 η οποία και τον δεσμεύει, όπως αντιστοίχως δεσμεύει και τους εναγομένους. Στην υπόθεση Δαμιανού ν. White Knight Holdings Ltd κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 699, 704, υπεδείχθησαν τα εξής: «Τα τεκμήρια 1, 2 και 3 κατατέθηκαν από την εφεσείουσα χωρίς ένσταση από τους εναγομένους. ΄Οχι με τη συναίνεσή τους. Η έλλειψη ένστασης από εναγόμενο στην κατάθεση κάποιων τεκμηρίων δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος υιοθετεί τα συγκεκριμένα έγγραφα ή ότι δεσμεύεται από το περιεχόμενό τους. Απλώς δεν έχει ένσταση στην κατάθεσή τους. Στην παρούσα υπόθεση, πολλώ δε μάλλον, γιατί η ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσιβλήτων πρωτοδίκως επιφύλαξε το δικαίωμά της να αντεξετάσει επί των εγγράφων». Περαιτέρω στην υπόθεση Νεφύτου ν. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ.25, 38, αναφέρθησαν τα ακόλουθα, εν σχέση με το Αρ.34 του Κεφ.9, αλλά τυγχάνουν ευρύτερης εφαρμογής: «... δεν αλλοιώνει τον ευρύτερο κανόνα ότι μια δίκη μπορεί να διεξάγεται και στη βάση παραδεκτών ή συναινετικών γεγονότων ή επιμέρους ζητημάτων τα οποία δεν αποτελούν το προϊόν ένστασης από πλευράς οποιουδήποτε διαδίκου. Διαφορετική προσέγγιση θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάζει στο τέλος της ημέρας τη δεκτότητα ή μη των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων που προσφέρονται κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε αντίθεση με τη νομολογιακή επιταγή ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίζει επί ενστάσεων τη στιγμή που αυτές εγείρονται ώστε να μην αφήνεται η δίκη να παραπαίει επί ασαφών και απροσδιόριστων δεδομένων. Και αυτό είναι διάφορο βεβαίως από τη βαρύτητα που το Δικαστήριο θα αποδώσει σε συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο είναι ενώπιον του κατατεθειμένο ως τεκμήριο, ως αποτέλεσμα αποδεκτής μαρτυρίας που προσάγεται είτε κατόπιν ενστάσεως, είτε όχι». Οι πιο πάνω κρίσεις γίνονται γιατί στην παρούσα υπόθεση δεν είναι η πλευρά των εναγομένων που ενίσταται ή εισηγείται ότι δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η εξ ακοής μαρτυρία, αλλά η πλευρά του ενάγοντα, η οποία η ίδια ανεπιφύλακτα την είσαξε δια της μαρτυρίας του ΜΕ1. Ουσιαστικά επιζητά να μην ληφθεί υπόψη ως εξ ακοής μαρτυρία, το βάρος απόδειξης της οποίας φέρουν οι εναγόμενοι. Κατά την κρίση του δικαστηρίου έχουν αντιστραφεί οι όροι, πρόκειται συναφώς για μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του ενάγοντα και τον δεσμεύει. Η πλευρά των εναγομένων δεν είχε καμιά υποχρέωση να προσκομίσει άλλη, ή και περαιτέρω μαρτυρία για να αποδείξει εκείνα που η πλευρά του ενάγοντα παρουσίασε δια της δικής της μαρτυρίας, ως μέρος του μαρτυρικού του υλικού. Η συναίνεση των εναγομένων και η χωρίς ένσταση ή και επιφύλαξη εκ μέρους τους, αλλά και εκ μέρους του ενάγοντα, τόσο κατά το στάδιο της προφορικής μαρτυρίας του ΜΕ1, όσο και στο στάδιο της κατάθεσης των τεκμ.6 και 9 τους δεσμεύει. Πόσω μάλλον τον ενάγοντα που αυτός προσκόμισε την μαρτυρία αυτή. Εν κατακλείδι, με την κατάργηση του κανόνα του αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας, είναι δυνατή η λήψη δήλωσης που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει. ( Μελάς ν. Γενικού Εισαγγελέα της Αστυνομίας
(2018)2 Α.Α.Δ. 412). Σχετικό ως λέχθηκε είναι το άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Ουσιαστικά προσκομίστηκε εκ μέρους του ενάγοντα χωρίς κάποια επιφύλαξη εκ μέρους του και χωρίς ένσταση αλλά και με την συναίνεση των εναγομένων, εξ ακοής μαρτυρία και χωρίς να ζητηθεί από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Κεφ.9 να κλητευθεί και να αντεξεταστεί ο προβαίνων στην αρχική δήλωση. Συνεπώς και σε κάθε περίπτωση παρέμεινε μέχρι τέλους μαρτυρία δεσμευτική για την πλευρά του ενάγοντα, αλλά και τους εναγομένους, ανεξάρτητα από την βαρύτητα που θα της προσδοθεί. ΑΜΕΛΕΙΑ - ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 2-4 Εκ της εκθέσεως απαιτήσεως η καταλογιζόμενη ευθύνη διαφέρει μεταξύ του εναγόμενου 1 από εκείνη που καταλογίζεται στους εναγόμενους 2 και 3 και κατ' επέκταση στον εναγόμενο
  1. Εκ των πραγμάτων και τόσο για λόγους νομικούς, αλλά και πραγματικούς θα γίνει ξεχωριστή ανάλυση της ευθύνης. Η ευθύνη που καταλογίζεται στους εναγομένους 2-4 εστιάζεται σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες αμελείας της παραγράφου 15 της εκθέσεως απαιτήσεως, σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος, ήτοι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή για να μειώσουν στο ελάχιστο και/ή να εκμηδενίσουν τους κινδύνους από την καταδίωξη του ενάγοντα και ότι αυτή έγινε εντός κατοικημένης περιοχής και χωρίς να λάβουν προηγουμένως άδεια από το αρχαιότερο μέλος, ή κατόπιν οδηγιών αξιωματικού. Ανάλογη υποβολή έγινε και προς τον ΜΥ
  2. Έρεισμα προς στοιχειοθέτηση της αμέλειας των εναγομένων 2-3 αποτέλεσε η αστυνομική διάταξη 2/38 ημερομ.27.11.06 η οποία κατατέθηκε ως τεκμ.
  3. Υπάρχει ειδική πρόνοια στην Διάταξη αρ.3 υπό τον τίτλο Καταδίωξη. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, αστυνομικό όχημα δύναται να καταδιώξει άλλο όχημα στις ακόλουθες περιπτώσεις.
(1)α. Για τη σύλληψη δράστη που διέπραξε αυτόφωρο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση β. ........................................... γ. Για ανακοπή αυτοκινήτου που κλάπηκε ή κυκλοφορεί παράνομα, ή υπάρχει εύλογη υποψία ότι οι επιβαίνοντες διέπραξαν, διαπράττουν ή πρόκειται να διαπράξουν έγκλημα. δ. Για καταγγελία οδηγού που διέπραξε σοβαρή τροχαία παράβαση ή που παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού με στολή και εύλογα πιστεύεται ότι αν αφεθεί ανεξέλεγκτος θα συνιστούσε κίνδυνο για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. ε. .............................................
(2). Η καταδίωξη γίνεται πάντοτε με ασφάλεια και στην ανάγκη παραβιάζοντας το ανώτατο όριο ταχύτητας (Ν.86/72). Γίνεται μόνο όταν οι κίνδυνοι από την καταδίωξη είναι μικρότεροι από εκείνους που αναμένονται σε περίπτωση που ο παραβάτης ή εγκληματίας παραμένει ανεξέλεγκτος. Ποτέ δεν βάζουμε σε κίνδυνο τη ζωή μας ή τη ζωή άλλων προσώπων. Είναι προτιμότερο να καταγράψουμε ικανοποιητικά τα στοιχεία του παραβάτη και του οχήματος του και να συνεχίσουμε τις εξετάσεις μας αργότερα παρά να θέσουμε σε κίνδυνο τη ζωή μας ή τη ζωή άλλων προσώπων.
(3). Η καταδίωξη οποιουδήποτε οχήματος αποφασίζεται από το αρχαιότερο μέλος που είναι στο αστυνομικό όχημα ή να γίνεται μετά από οδηγίες που δίδονται από Αξιωματικό αφού συνεκτιμηθούν η κατάσταση του οδικού δικτύου, οι καιρικές συνθήκες, η τροχαία κίνηση, οι δυνατότητες του υπηρεσιακού αυτοκινήτου και η σοβαρότητα της παράβασης.
(4). Το αρχαιότερο μέλος που είναι αστυνομικό όχημα ή ο οδηγός του αστυνομικού οχήματος, όταν αποφασιστεί η καταδίωξη οχήματος, να στέλνει μήνυμα με ασύρματο στο Επαρχιακό Αρχηγείο, σχετικά με το όχημα που καταδιώκεται. Η πρώτη σημαντική διαπίστωση που εξάγεται εκ της πιο πάνω διατάξεως είναι πως, ως ορθά αναφέρει και ο κ. Αριστείδης, δεν διαχωρίζεται η καταδίωξη μεταξύ κατοικημένων ή μη περιοχών. Θα ήταν και εντελώς παράλογο να απαγορευόταν η αστυνομική καταδίωξη, για τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο 1 της Διάταξης 3, εντός κατοικημένων περιοχών. Αντίθετα στο εδάφιο 3 τίθενται κριτήρια τα οποία συνεκτιμούνται από το αρχαιότερο μέλος. Κατά συνέπεια το αν η καταδίωξη συνεχίστηκε και μετά τα φώτα Καλησπέρα, ή και προηγουμένως στην περιοχή του κυκλικού κόμβου Καλαμών, που σύμφωνα με τον ΜΥ1 είναι κατοικημένη περιοχή είναι αδιάφορο. Η μόνη μαρτυρία που δόθηκε για το θέμα αυτό είναι εκείνη του ΜΥ
  1. Δεν θα επαναληφθεί τόσο γιατί τα κύρια σημεία της έχουν καταγραφεί, όσο και κυρίως για ότι αφορά την ουσία της μαρτυρίας ως προς το εγερθέν θέμα της καταδίωξης δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΥ1 άφησε άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο, η μαρτυρία του, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε, ήταν σταθερή και χωρίς αντιφάσεις τέτοιες που να τον καθιστούν αναξιόπιστο, ούτε και έχει διαπιστωθεί από το δικαστήριο ότι είχε τάση προς το ψέμα ή και την υπερβολή. Αντίθετα, κρίνεται ότι ο μάρτυρας ήταν δίκαιος και αντικειμενικός και για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή, ως αληθής και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Γίνεται συνεπώς εύρημα του δικαστηρίου ότι την 27.7.07 ο εναγόμενος 3 μαζί με τον εναγόμενο 2 και ακόμα ένα συνάδελφο τους ήταν καθήκον για έλεγχο μοτοσικλετιστών στην Λάρνακα. Ως ο αρχαιότερος ο εναγόμενος 3 ήταν ο υπεύθυνος της ομάδας. Περί την 23.30 και ενώ επέστρεφαν στο αρχηγείο από τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας στο ύψος της συμβολής του Κοτσιάτη αντιλήφθηκαν μπροστά τους και σε απόσταση περί τα 250μ δυο μοτοσικλετιστές που οδηγούσαν με μια ταχύτητα γύρω στα 130-140 χαω, πολύ επικίνδυνα και χωρίς πινακίδες εγγραφής, γιατί ο ένας οδηγούσε στον πισινό τροχό και ο άλλος προσπερνούσε πότε από την αριστερή και πότε από την δεξιά λωρίδα και σε κάποιες περιπτώσεις από την λωρίδα ασφαλείας. Άναψαν αμέσως του φάρους και ανέπτυξαν ταχύτητα και πλησίασαν τους οδηγούς και ηχώντας τις σειρήνες, τους έκαναν σήμα να σταματήσουν. Οι μοτοσικλετιστές αντί να συμμορφωθούν ανέπτυξαν ταχύτητα για να διαφύγουν. Τους ακολούθησαν με ταχύτητα περί τα 180 - 200χαω για να προσπαθήσουν να τους ανακόψουν και να προβούν σε έλεγχο και να μάθουν τα στοιχεία των οδηγών και των μοτοσικλετών και να καταγγελθούν. Οι μοτοσικλετιστές έτρεχαν με περισσότερη ταχύτητα. Το πρώτο ερώτημα που αναφύεται στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων, είναι αν ορθώς ο ΜΥ1 ως ο υπεύθυνος της ομάδας έδωσε οδηγίες να ανάψουν τους φάρους, να ηχήσουν τις σειρήνες και να αναπτύξουν ταχύτητα για να πλησιάσουν τους μοτοσικλετιστές προς έλεγχο. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ1 οι μοτοσικλετιστές, μεταξύ αυτών και ο ενάγων, διέπραξαν σοβαρές τροχαίες παραβάσεις, ήτοι οδηγούσαν μοτοσικλέτες χωρίς πινακίδες εγγραφής και επικίνδυνα και συνιστούσαν κίνδυνο για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας. Κατά συνέπεια και καθηκόντως ορθώς έπραξαν οι εναγόμενοι 2 και
  2. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η μη συμμόρφωση των μοτοσικλετιστών με το σήμα του ΜΥ1, αλλά και τους φάρους και τις σειρήνες για να σταματήσουν, έδινε δικαίωμα στον ΜΥ1 και στους συναδέλφους του να τους καταδιώξουν. Αναμφίβολα και δυνάμει του εδαφίου 1 (δ) της Αστυνομικής Διάταξης 3 νομίμως οι εναγόμενοι, αλλά και ο ΜΥ1 ως ο αρχηγός της ομάδας, αποφάσισε δυνάμει του εδαφίου 3 να δώσει οδηγίες στους συναδέλφους του προς καταδίωξη των μοτοσικλετιστών. Σύμφωνα λοιπόν με τα ευρήματα, στην συνέχεια ο ενάγων σε δυο περιπτώσεις σταμάτησε και αντί να παραμείνει στη θέση του, την μια φορά κτύπησε τον εναγόμενο 1 με το χέρι του και ανέπτυξε ταχύτητα και την δεύτερη φορά κλώτσησε με το δεξί του πόδι την μοτοσικλέτα του εναγόμενου 1 και εισήλθε στην αντίθετη κατεύθυνση του κυκλικού κόμβου Καλαμών. Εξάγεται συνεπώς πως πέραν των λόγων για τους οποίους άρχισε η καταδίωξη που αφορούσε μόνο τροχαίες παραβάσεις, στην συνέχεια οι ενέργειες του ενάγοντα έδιναν έρεισμα στους εναγόμενους αστυνομικούς για συνέχιση της καταδίωξης δυνάμει και του εδαφίου 1(α) της πιο πάνω αστυνομικής διάταξης, ήτοι του αυτόφωρου αδικήματος της επίθεσης εναντίον αστυνομικού οργάνου που επισύρει κατά το άρθρο 244 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων, αλλά και περαιτέρω τροχαίας παράβασης επί του κυκλικού κόμβου Καλαμών. Η συνέχεια μέχρι και στο τέλος του αυτοκινητόδρομου παρά τα φώτα τροχαίας Καλησπέρα είναι καταγραμμένη και αναμφισβήτητη. Ο ενάγων πέρασε τα φώτα Καλησπέρα, χωρίς να είναι βέβαιος ο ΜΥ1 αν ελάττωσε ταχύτητα, ο δε εναγόμενος 2 συνέχισε την καταδίωξη του ενάγοντα και μετά τα φώτα του Καλησπέρα. Ο ΜΥ1 σταμάτησε στο κόκκινο φως της τροχαίας των φώτων Καλησπέρα. Εκεί, μέσω του ασυρμάτου και της ενδοεπικοινωνίας τους μέσα από το κράνος, είπε του εναγόμενου 2 να σταματήσει την καταδίωξη και να πάνε στο αρχηγείο. Ο εναγόμενος 2 την στιγμή εκείνη βρισκόταν στα φώτα του Ρ.Ι.Κ. Ακολούθως ο ενάγων, σύμφωνα με τον ΜΥ1, πέρασε τα φώτα του Ρ.Ι.Κ με αναμμένο το κόκκινο φως και με υπερβολική ταχύτητα και συγκρούστηκε με το εξερχόμενο εξ αριστερών του από την οδό Υπατίας εναγόμενο
  3. Η εισήγηση των δικηγόρων του ενάγοντα είναι ότι οι αστυνομικοί δεν στάθμισαν τους παράγοντες και κινδύνους που διέτρεχαν οι ίδιοι και οι τρίτοι και συνέχισαν την καταδίωξη εντός κατοικημένης περιοχής. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν σταμάτησε στην υπόδειξη των αστυνομικών δεν έχει καμιά σχέση, γιατί δεν υπάρχει καμία συνάφεια μεταξύ του γεγονότος αυτού και του δυστυχήματος. Σημειώνεται πάντως πως στον ΜΥ1 υπεβλήθη ότι η καταδίωξη που έγινε στον ενάγοντα ήταν εσφαλμένη γι' αυτό έγινε το δυστύχημα. Αν βεβαίως δεν υπάρχει συνάφεια, τότε δεν υπήρχε ο λόγος να εγερθεί η αγωγή και εναντίον των εναγομένων 2-
  4. Η απουσία της μαρτυρίας του ενάγοντα αφήνει κενό ως προς το κατά πόσο αντιλήφθηκε, τελικά, ότι μετά τα φώτα του Ρ.Ι.Κ ο εναγόμενος 2 σταμάτησε την καταδίωξη, παρόλο που είναι εντελώς περιθωριακό το γεγονός αυτό, αφού σύμφωνα με τον ΜΥ1 ο εναγόμενος 2 του είπε ότι ο ενάγων πέρασε με το κόκκινο στα φώτα του Ρ.Ι.Κ και άκουσε το δυστύχημα και πήγε να δει τι έγινε. Αναφορά επ' αυτού θα γίνει στην συνέχεια. Τόσο η ρηθείσα αστυνομική διάταξη, όσο και νομολογία, Αγγλική κυρίως, στην οποία θα γίνει αναφορά στην συνέχεια, δεν απαγορεύουν την αστυνομική καταδίωξη υπόπτων που διέπραξαν κάποιο αδίκημα, είτε αυτή γίνεται σε κατοικημένη ή μη περιοχή. Αντίθετα μάλιστα. Το Αρ.51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί ότι:
  5. Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε. Εκείνο που η νομολογία επιβάλλει τόσο στα αστυνομικά οχήματα, όπως και σε άλλα κρατικά οχήματα, όπως για παράδειγμα ασθενοφόρα και πυροσβεστικές, είναι υπό το φως όλων των περιστάσεων, εκείνο το καθήκον επιμέλειας του συνετού και σώφρονα οδηγού. Στην υπόθεση Gaynor v. Allen
(1959)2 All.E.R 644 τέθηκε η αρχή ότι ο αστυνομικός, όπως όλοι οι άλλοι οδηγοί, έχει το ίδιο καθήκον επιμέλειας και προσοχής προς το κοινό όταν οδηγεί αστυνομικό όχημα. Στην υπόθεση Dyer v. Bannell
(1965)109 Sol Jo 216, υπεδείχθη ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας υπό αστυνομικού οχήματος εντός κατοικημένης περιοχής δεν συνιστούσε αμέλεια, αλλά ο αστυνομικός θα πρέπει να ασκήσει την ανάλογη προσοχή και φροντίδα για τους άλλους οδηγούς. Μάλιστα στην υπόθεση Wood v. Richards
(1977)RTR 201, όπου περιπολικό της αστυνομίας επί του αυτοκινητόδρομου λαμβάνοντας ειδοποίηση για επείγον περιστατικό ανέπτυξε ταχύτητα και προσπέρασε άλλο όχημα προκαλώντας δυστύχημα, το Αγγλικό Εφετείο δεν αποδέχθηκε την εισήγηση ότι εφαρμοζόταν ειδικό επίπεδο για αστυνομικό που οδηγούσε για επείγον περιστατικό (special standard). Υπεδείχθη πως αν ο Νόμος εννοούσε τέτοιο - διαφορετικό δηλαδή - επίπεδο θα το ανέφερε. Όπως ακριβώς, τόσο το Αρ.51 του Κεφ.149 όσο και η ρηθείσα αστυνομική διάταξη, δεν επιβάλλουν διαφορετικό επίπεδο προσοχής για αστυνομικά οχήματα. Στην υπόθεση Keyse v. The Commissioner of Police of the Metropolis and other [2001] EWCA Civ.715, αστυνομικό όχημα έλαβε μήνυμα να πάει ως άμεση προτεραιότητα και στον συντομότερο δυνατό χρόνο σε σκηνή όπου έγινε διάρρηξη. Άναψε τους φάρους και την σειρήνα του οχήματος και με πλήρη τα φώτα του οχήματος ανέπτυξε ταχύτητα για να περάσει το πράσινο φως της τροχαίας (accelerated hard). Το αυτοκίνητο ήταν ορατό από κάποια απόσταση και η παρουσία του ήταν πρόδηλη. Την στιγμή εκείνη πεζός επιχειρούσε να διασταυρώσει με αποτέλεσμα το όχημα της αστυνομίας να τον κτυπήσει. Υπεδείχθη ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν συνιστούσε αμέλεια, αλλά ακόμα και σε περιπτώσεις επειγόντων περιστατικών, ο οδηγός θα πρέπει υπό όλες τις περιστάσεις να οδηγά εύλογα προσεχτικά. Το θέμα που ηγέρθη δεν ήταν αν ο αστυνομικός είχε καθήκον προσοχής, αλλά αν το έπραξε. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και βρήκε ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα την είχε ο πεζός, γιατί το αυτοκίνητο ήταν εμφανές ότι επερχόταν και κανένας πεζός δεν θα μπορούσε να αγνοήσει την επικείμενη άφιξη του στην διασταύρωση. Στην υπόθεση Henry v. Thames Valley Police [2010] EWCA Civ.5 προπορευόμενη μοτοσικλέτα περιπολικού της αστυνομίας ανέπτυξε ταχύτητα και οδηγούσε επικίνδυνα. Ο οδηγός του περιπολικού άναψε τους φάρους και του αναβόσβησε τα φώτα για να του δείξουν ότι θα έπρεπε να σταματήσει. Αυτός ανέπτυξε ταχύτητα με αποτέλεσμα να γίνει καταδίωξη εντός κατοικημένης περιοχής. Σε κάποιο σημείο ο μοτοσικλετιστής ελάττωσε ταχύτητα και κίνησε το αριστερό του χέρι, ενέργεια που οι αστυνομικοί εξέλαβαν ως ένδειξη ότι θα σταματούσε. Στην συνέχεια ανέπτυξε ταχύτητα και η εντύπωση που δημιουργήθηκε στους αστυνομικούς ήταν ότι αυτός ήθελε να τους αποφύγει. Η καταδίωξη συνεχίστηκε μέχρι το σπίτι του μοτοσικλετιστή, όπου εκεί εντός του κήπου του σπιτιού ο μοτοσικλετιστής κατεβαίνοντας από την μοτοσικλέτα κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο της αστυνομίας, που εισήλθε και αυτό στην αυλή και στάθμευσε με τρόπο τέτοιο ώστε να αποκόψει την πιθανότητα διαφυγής του μοτοσικλετιστή. Ο οδηγός του αστυνομικού οχήματος βρέθηκε αμελής γιατί θα έπρεπε, σύμφωνα με το Αγγλικό Εφετείο, να αφήσει περισσότερο χώρο από τα 3 πόδια που άφησε, μεταξύ του αυτοκινήτου και της μοτοσικλέτας. Εκείνο που έχει σημασία στην υπόθεση αυτή, είναι αυτά που ανέφερε η δικαστής L. Smith αναφορικά με τον μοτοσικλετιστή πριν μπει στον κήπο του σπιτιού του. «However, in my opinion and as the recorder plainly thought, he behaved culpably and very foolishly in seeking to evade the police once he knew that they wished him to stop and in particular on failing to surrender to them outside the gate leading into his property. His conduct set the scene and led to the events which followed. As the recorded observed, if he had given himself up outside, there would have been no need for the police car to follow him through the gate into the dark area beyond. There would have been no accident. His culpable conduct was a cause of the accident .». Σημαντική τέλος, αν όχι και θεμελιακή στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως, αποτελεί η υπόθεση Marshall v. Osmond and another
(1983)2 All.E.R
  1. Αστυνομικός με πολιτικό όχημα είχε οδηγίες να παρακολουθεί μαζί με συνάδελφο του κάποια περιοχή γιατί υπήρχε βία και κλοπές, είδαν ένα αυτοκίνητο με νεαρούς που τους κίνησε υποψία. Ακολούθησαν το αυτοκίνητο για σκοπούς παρακολούθησης, χωρίς να έχουν σκοπό την στιγμή εκείνη να το σταματήσουν. Σε κάποιο σημείο το προπορευόμενο όχημα, αντιλαμβανόμενο ότι παρακολουθείτο σταμάτησε, ο δε αστυνομικός σταμάτησε μπροστά του και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Τότε ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου έβαλε με ταχύτητα την όπισθεν και έφυγε. Έγινε καταδίωξη με ψηλή ταχύτητα (high-speed chase) και στην συνέχεια το αυτοκίνητο με τους νεαρούς σταμάτησε σε ένα άλλο σημείο και αυτοί κατέβηκαν από το αυτοκίνητο με σκοπό να διαφύγουν. Στην προσπάθεια ενός εκ των νεαρών να διαφύγει κτύπησε με το όχημα του αστυνομικού που εκείνη την στιγμή προσπαθούσε να σταματήσει και στην προσπάθεια του αυτή το αστυνομικό όχημα γλίστρησε ελαφρά, με αποτέλεσμα να έλθει σε ελαφρά επαφή με το όχημα των νεαρών. Όταν ο αστυνομικός κατέβηκε από το αυτοκίνητο βρήκε τον ένα εξ αυτών στο έδαφος μεταξύ των δυο αυτοκινήτων. Στην πρωτόδικη διαδικασία ο αστυνομικός κρίθηκε ότι δεν ήταν ένοχος « of any want of reasonable care in all the circumstances of the case». Κατ' έφεση, ο S. Donaldson M.R απορρίπτοντας την έφεση, ανέφερε τα πιο κάτω: « There was a plea in this case of volenti non fit injuria. For my part I am bound to say that I do not believe that the defence of volenti non fit injuria is really applicable in the case of the police pursuing a suspected criminal. I think that the duty owed by a police driver to the suspected is, as counsel on behalf of the plaintiff, has contended, the same duty as that owed to anyone else, namely to exercise such care and skill as is reasonable in all the circumstances. The vital words in that proposition of law are "in all the circumstances" and of course one of the circumstances was that the plaintiff bore all the appearance of having somebody engaged in a criminal activity for which there was a power of arrest». Δεν έγινε επίσης αποδεκτή η εισήγηση του δικηγόρου του ενάγοντος ότι στα γεγονότα της υπόθεσης, ο αστυνομικός θα έπρεπε να προβλέψει το ατύχημα (foreseeability of injury). Το κριτήριο που τέθηκε ήταν αν, στα γεγονότα της υπόθεσης, υπήρξε παράβαση καθήκοντος προσοχής εκ μέρους του αστυνομικού. Κρίθηκε ότι ο αστυνομικός δεν ήταν ένοχος αμέλειας. Παρόλο που δεν έχει υποδειχθεί εκ μέρους των δικηγόρων του ενάγοντα ποια ακριβώς ήταν η αμέλεια, ή και η παράβαση του καθήκοντος των εναγομένων 2 και 3, στην κατά την κατά άλλα νόμιμη καταδίωξη του ενάγοντος, είναι φανερό ότι από την πιο πάνω παρατεθείσα νομολογία, ότι τα γεγονότα επί των οποίων τέθηκε το κριτήριο αφορούσε περιπτώσεις όπου το αστυνομικό όχημα συγκρούστηκε είτε με τρίτους, είτε με τον υπό καταδίωξη ύποπτο. Η ειδοποιός βέβαια διαφορά της παρούσης υποθέσεως από τις πιο πάνω υποθέσεις, είναι ότι στην παρούσα υπόθεση, ο υπό καταδίωξη ενάγων δεν συγκρούστηκε με το αστυνομικό όχημα, αλλά με τρίτο πρόσωπο, τον εναγόμενο
  2. Ενώ εκινείτο με την μοτοσικλέτα του στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Λευκωσίας δεν σταμάτησε στο σήμα της αστυνομίας για έλεγχο και στην προσπάθεια του να αποφύγει την αστυνομία και να διαφύγει την σύλληψη του, ανέπτυξε μια ταχύτητα πέραν των 200χαω. Και στην συνέχεια εισερχόμενος από τα φώτα του Καλησπέρα, και ανεξάρτητα από το γεγονός αν η καταδίωξη σταμάτησε ή όχι, εισήλθε από τα φώτα Καλησπέρα εντός της Λεωφόρου Λεμεσού με μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα να περάσει με κόκκινο το φως τα φώτα του Ρ.Ι.Κ και στην συνέχεια να συγκρουστεί με τον εναγόμενο 1, που εξερχόταν από την εκ δεξιών του σε σχέση με την πορεία του πάροδο, την οδό Υπατίας. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Henry ανωτέρω, αν ο ενάγων σταματούσε στο σήμα των εναγομένων αστυνομικών και δεν συμπεριφερόταν με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε, το δυστύχημα θα αποφευγόταν. Ο ενάγων με την συμπεριφορά του έθεσε το υπόβαθρο των γεγονότων που ακολούθησαν. Είναι περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου, ότι στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως όταν ο ενάγων αποφάσισε να αγνοήσει το σήμα των εναγομένων 2 και 3 καθώς και του τρίτου συναδέλφου τους και ανέπτυξε μια ιλιγγιώδη ταχύτητα πέραν των 200χαω επί του αυτοκινητόδρομου με σκοπό να διαφύγει την αστυνομία και να αποφύγει τον έλεγχο, αυτονόητα γνώριζε τους κινδύνους που ελλόχευαν από μια τέτοια ταχύτητα, τόσο εντός του αυτοκινητόδρομου, όσο και στην συνέχεια εντός της λεωφόρου Λεμεσού, αποδεχόμενος όλους τους πιθανούς κινδύνους αλλά και τις συνέπειες που θα μπορούσαν να προκύψουν εξ αυτών. Ήταν δική του η επιλογή να μην σταματήσει στο σήμα των αστυνομικών και να αναπτύξει ταχύτητα για να αποφύγει τους αστυνομικούς καθώς και την πιθανή σύλληψη του. Η καταδίωξη εκ μέρους των εναγομένων 2-3 αυτό ακριβώς το νόημα είχε και αυτό ακριβώς αντελήφθη και ο ενάγων. Ουδείς τον υποχρέωσε, ως ορθά αναφέρει ο κ. Αριστείδης, να πράξει και να ενεργήσει με τον τρόπο που ενέργησε. Όσα αναφέρθηκαν από την L. Smith στην υπόθεση Henry ανωτέρω, τυγχάνουν, δυστυχώς, απόλυτης εφαρμογής και στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως. Αν ο ενάγων σταματούσε στο σήμα των αστυνομικών, όσα στη συνέχεια ακολούθησαν δεν θα συνέβαιναν. Όπως το έθεσε ο Νικήτας Δ. στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864: « Ο Πλάτων θεωρεί τη σωφροσύνη αρετή, αλλά υποδείχνει πως δεν την έχουν όλοι οι άνθρωποι». Είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, όπως είναι διαμορφωμένα τα ευρήματα και τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως, οι εναγόμενοι 2 και 3 και κατ' επέκταση ο εναγόμενος 4 ουδεμία ευθύνη φέρουν για το δυστύχημα. Όπως εξήγησε ο Diplock L.J στην υπόθεση Wooldridge v. Summer
(1963)2 Q.B 43, στην οποία άλογο σε διαγωνισμό ξέφυγε του ελέγχου και ως αποτέλεσμα παριστάμενος φωτογράφος κινήθηκε προς τα πίσω και κτυπήθηκε από το άλογο, ο θεατής αναλαμβάνει τον κίνδυνο όχι στην βάση της αρχής του volenti non fit injuria, αλλά στην βάση της αναγνώρισης εκ μέρους του ότι τέτοιος διαγωνισμός μπορεί να περιέχει εσφαλμένη εκτίμηση (error of judgment), ή έλλειψη ικανοτήτων, εκτός αν η συμπεριφορά του διαγωνιζόμενου καταδεικνύει αμελή αδιαφορία (reckless disregard) για την ασφάλεια των θεατών. Αυτός είναι και ο λόγος, ως είναι αντιληπτό, που στην υπόθεση Marshall ανωτέρω, υπήρξε αμφιβολία κατά πόσο εφαρμόζεται η αρχή του volenti non fit injuria. Και η εξήγηση είναι γιατί για να τύχει εφαρμογής η αρχή αυτή, ως υποδεικνύεται στην Wooldridge ανωτέρω, απαιτείται κάποια παράβαση εκ μέρους του εναγομένου (tortious act). Στην παρούσα υπόθεση οι ενέργειες των εναγομένων 2 και 3 και η απόφαση τους να καταδιώξουν τον ενάγοντα και τον άλλο μοτοσικλετιστή, υπό τις δοσμένες συνθήκες που έχουν περιγραφεί, δεν συνιστούσε κάποια παράβαση καθήκοντος εκ μέρους τους, ή αμελή πράξη έναντι του ενάγοντα (reckless disregard), αλλά μια καθόλα νόμιμη ενέργεια και εντός των καθηκόντων τους και εντός των πλαισίων της υπόθεσης Marshall ανωτέρω. Θα ήταν και αντινομικό αλλά και τελείως παράλογο να επιβάλλεται ειδικό καθήκον επιμέλειας και ευθύνης σε αστυνομικό, όταν σε άρνηση του πολίτη να σταματήσει στο σήμα του και ακολουθήσει νόμιμη καταδίωξη, να έχει καθήκον διαφορετικό από αυτό που έχει εξηγηθεί, ώστε να λάβει μέτρα για την προστασία του καταδιωκώμενου. Και επειδή ακριβώς είναι αδύνατον να τεθούν κριτήρια για τέτοια μέτρα, ούτε και έχει υποδειχθεί ποια είναι αυτά τα μέτρα, αυτό θα κατέληγε στο παράλογο και παντελώς άτοπο αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή, ή να καθίσταται, εκ των πραγμάτων, αδύνατη η καταδίωξη των παρανομούντων. Αντίθετα, όπως κάθε πολίτης, έτσι και ο καταδιωκώμενος από την αστυνομία, και κάθε άλλος παρανομών πολίτης, έχει το ίδιο καθήκον επιμέλειας και προσοχής προς τους τρίτους, στην βάση της διακηρυγμένης αρχής στην κλασσική υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562, ώστε να λαμβάνει μέτρα φροντίδας και προστασίας προς τους τρίτους. Η αρχή είναι καθολική μηδενός εξαιρουμένου. Κατά συνέπεια, η απόφαση του ενάγοντα να αγνοήσει το σήμα των αστυνομικών για να σταματήσει και η προσπάθεια του να διαφύγει αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα, πέραν του ότι αποτελούσε δική του επιλογή, αναπόφευκτα τον επιφόρτιζε με το καθήκον της επιμέλειας και προσοχής προς τους τρίτους που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Στην βάση όσων έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, υπό τις δοσμένες συνθήκες της καταδίωξης του ενάγοντα υπό των εναγομένων 2 και 3 και του δυστυχήματος που στην συνέχεια προκλήθηκε, είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, ότι οι εναγόμενοι 2-4 δεν φέρουν καμιά ευθύνη για το δυστύχημα. Κατά συνέπεια η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2-4 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΑΜΕΛΕΙΑ - ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Αναμφίβολα η ταχύτητα με την οποία ο ενάγων οδηγούσε κατά την στιγμή του δυστυχήματος έχει καθοριστική σημασία, σε συνάρτηση με την ορατότητα του εναγομένου
  1. Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο προσκομίστηκε η μαρτυρία του ΜΕ
  2. Ως θέμα αρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ΜΕ1 κρίνεται ως εμπειρογνώμονας τόσο γιατί εργάζεται από το 2004 στον κλάδο δυστυχημάτων, το δυστύχημα έγινε το 2007, όσο και γιατί κατά την μαρτυρία του με αναφορά στους μαθηματικούς τύπους, ό,τι με βάση τη βιβλιογραφία είναι μαθηματικοί τύποι φυσικής και είναι διεθνείς τύποι, αυτό έγινε αποδεκτό από την υπεράσπιση. Ομοίως δεν έχει αμφισβητηθεί ότι και ο ΜΕ2 είναι εμπειρογνώμονας επί του θέματος και αποτελεί συνεπώς εύρημα του δικαστηρίου, ότι οι ΜΕ1 και 2 είναι εμπειρογνώμονες. Έχει παρατεθεί η διιστάμενη μαρτυρία εκ μέρους των ΜΕ1 και
  3. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι το ταχύμετρο της μοτοσικλέτας μετά το δυστύχημα αποκόπηκε και η ένδειξη που έφερε ήταν γύρω στα 152χαω. Ήταν επίσης αναμφισβήτητο ότι ο ΜΥ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει εκ πείρας ότι το μιλίμετρο έχει σύρμα - καδένα η οποία κόβεται και η ένδειξη παραμένει σταθερή. Άμεσα σχετική ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ1, ό,τι το όργανο ένδειξης της ταχύτητας της μοτοσικλέτας ήταν μηχανικού τύπου με βελόνα και κατά το δυστύχημα, συνεπεία των δυνάμεων που δημιουργήθηκαν, αποσυνδέθηκε και η βελόνα εγκλωβίστηκε στα 152χαω. Αυτό επιβεβαιώνεται, όπως ανέφερε ο ΜΕ1 και από την έκθεση του τεχνικού. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του δικαστηρίου ότι το μιλίμετρο της μοτοσικλέτας ήταν μηχανικού τύπου με βελόνα και όταν αποκόπηκε η βελόνα αποσυνδέθηκε και εγκλωβίστηκε στα 152χαω. Ο ΜΕ2 στην έκθεση του (τεκμ.11) σελ.7 αντί να άλλης δικής του τοποθέτησης, αρκέστηκε στην μετάφραση ουσιαστικά κάποιων σελίδων, επιλεκτικών και αυτών κατά την κρίση του δικαστηρίου αφού δεν φαίνεται να είναι ολοκληρωμένες, τις οποίες επισύναψε στην έκθεση του, από διάφορες εκδόσεις του Traffic Accident Investigation Manual, σύμφωνα με τις οποίες η ένδειξη του ταχυμέτρου μετά από ένα ατύχημα μπορεί να είναι, ή να μην είναι αξιόπιστη και το κατά πόσο η ένδειξη του ταχυμέτρου μπορεί να θεωρηθεί ορθή εξαρτάται από τη φύση της ζημιάς. Αυτό ως είναι αντιληπτό αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο, εξ' ου, ως αναφέρεται και στα συνημμένα έγγραφα «The speedometer reading after the accident may or may not be significant. . Sometimes the nature of the damage to the speedometer will suggest whether the reading is valid». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνουν οι εξής επισημάνσεις. Πρώτο, η αναφορά του μάρτυρα και η επισύναψη ορισμένων σελίδων εκ του ρηθέντος εγχειριδίου, ως είναι φανερό εκ των συνημμένων εγγράφων, αφορά αυτοκίνητα και όχι μοτοσικλέτες. Έχοντας ως δεδομένο ότι το επίδικο ταχύμετρο της μοτοσικλέτας ήταν μηχανικού τύπου ενωμένο με το κιβώτιο ταχυτήτων μέσω συρματόσχοινου που μεταφέρει περιστροφή προς το όργανο, με βελόνα και ελατήριο, και στην απουσία μαρτυρίας αν το ταχύμετρο του αυτοκινήτου λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που λειτουργεί το ταχύμετρο της επίδικης μοτοσικλέτας, εκφράζονται έντονες αμφιβολίες και επιφυλάξεις κατά πόσο αυτά που ανέφερε και επισύναψε ο ΜΕ2 εφαρμόζονται και ισχύουν και για την επίδικη μοτοσικλέτα. Δεύτερο, όπως και το εγχειρίδιο αναφέρει, για να μπορεί να κριθεί αν είναι έγκυρη η ένδειξη του ταχυμέτρου μετά το δυστύχημα αυτό εξαρτάται από τη φύση της ζημιάς. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΕ2 ούτε είδε, ούτε και εξέτασε το ταχύμετρο αναφορικά με την φύση της ζημιάς του. Κατά συνέπεια πέραν του θεωρητικού υποβάθρου, η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου δεν έχει καμιά πραγματική και ουσιαστική αξία. Η θέση του ότι το ταχύμετρο έπεσε στην άσφαλτο και πετάχτηκε η βελόνα και μάγκωσε δεν υποστηρίζεται από κάποιο δικό του επιστημονικό εύρημα, αφού δεν εξέτασε το ταχύμετρο, συνιστά αυθαίρετο συμπέρασμα και ως εκ τούτου απορριπτέο. Με άλλα λόγια δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την θέση ότι η ένδειξη του ταχυμέτρου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ούτε και ο εξεταστής (ΜΕ1) ερωτήθηκε ως προς τις ζημιές που υπήρχαν, αν υπήρχαν, στο ταχύμετρο. Σύμφωνα όμως με την ηλεκτρομηχανολογική, ο άξονας πάνω στον οποίο ήταν τοποθετημένη η βελόνα έχει στραβώσει και εμπόδιζε την περιστροφή της, γεγονός που σημαίνει ότι η βελόνα ήταν κοντά σε εκείνο το σημείο κατά την σύγκρουση. Επί του ιδίου θέματος, ο ΜΕ2 και στην προσπάθεια του να εξεύρει την ταχύτητα του ενάγοντα κατέφυγε σε εικασίες και όχι σε πραγματικά δεδομένα. Ως και ο ίδιος παραδέχτηκε δεν είχε κάποια δεδομένα για να λάβει υπόψη του, και επειδή ο ενάγων εκσφενδονίστηκε, στηρίχθηκε στο σημείο Β7 επί του σχεδιαγράμματος, νοουμένου ως ανέφερε ότι εκεί ήταν η τελική θέση του ενάγοντος, γιατί στο σχεδιάγραμμα δεν τοποθετήθηκε η τελική του θέση. Το σημείο Β7 σύμφωνα με το ευρετήριο του σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμ.3) είναι αίμα στην άσφαλτο από τον μοτοσικλετιστή. Καμία άλλη μαρτυρία υπάρχει επί του συγκεκριμένου θέματος, ούτε και ο ΜΕ1 ερωτήθηκε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε και βεβαίως υπάρχει μαρτυρία σε ποιο σημείο μετά την σύγκρουση εκσφενδονίστηκε ο ενάγων. Είναι συνεπώς σαφές και ξεκάθαρο ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 επί του συγκεκριμένου στηρίζεται και πάλι επί μιας εικασίας και μιας υπόθεσης χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Θα πρέπει τέλος να γίνει και η εξής επισήμανση. Ενώ ως αναφέρει στην έκθεση του (τεκμ.11) μεταξύ των άλλων διαθέσιμων στοιχείων που είχε, ήταν και η έκθεση της εξέτασης που πραγματοποιήθηκε στα δυο οχήματα από τον μηχανικό της ηλεκτρολογικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου και του ταχυμέτρου, είναι αξιοσημείωτο και χαρακτηριστικό σε βαθμό που προξενεί εύλογη απορία, ότι ο ίδιος σε καμιά αναφορά προβαίνει στα ευρήματα της ηλεκτρομηχανολογικής σε σχέση με το ταχύμετρο, σε αντίθεση με τον ΜΕ1 για τον οποίο κατέθεσε ότι όλα τα έδωσε λάθος στο δικαστήριο. Επέλεξε αντί να λάβει υπόψη του έκθεση, να την αποσιωπήσει και να την παραγνωρίσει, αρκούμενος στην επισύναψη ορισμένων σελίδων από κάποιο εγχειρίδιο. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ΜΕ2 αναφορικά με την ταχύτητα του ενάγοντα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αξιόπιστη και να γίνει αποδεκτή, βασιζόμενη σε εικασίες και υποθέσεις άνευ πραγματικού υποβάθρου. Ως εκ τούτου κρίνεται ως εσφαλμένη, ανακριβής και ως εκ τούτου παντελώς ανασφαλής και απορριπτέα. Έχει γίνει αναφορά στα Αρ.23, 24 και 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 ως έχει τροποποιηθεί. Το Αρ.27 προνοεί τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται και αξιολογείται η εξ ακοής μαρτυρία. Στην παρούσα υπόθεση, ως λέχθηκε, έχουν αντιστραφεί οι όροι, με την έννοια ότι δεν είναι οι εναγόμενοι που καλούν το δικαστήριο να μην προσδώσει βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία, αλλά η πλευρά του ενάγοντα που προσκόμισε, με τον τρόπο που έχει αναφερθεί, την εξ ακοής μαρτυρία. Παρά το οξύμωρο της εισήγησης, χρήσιμη κρίνεται η παραπομπή και στην υπόθεση Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/10 ημερ.5.5.15, στην οποία υπεδείχθη ότι στο άρθρο 27
(2)δεν καθορίζονται εξαντλητικά όλοι οι σχετικοί παράγοντες που συνυπολογίζονται. Το δικαστήριο για να αποφασίσει ως προς την βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ' ακοής μαρτυρία, θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψιν του και το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων. Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ένας από τους τρείς σημαντικούς παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν προς διαπίστωση του κατά πόσο παρουσιασθείσα εξ ακοής μαρτυρία, (απόντος μάρτυρα), μπορεί να έχει επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, είναι το κατά πόσο «υπάρχουν άλλοι αντισταθμιστικοί παράγοντες, όπως ισχυρές δικονομικές δικλείδες που να διασφαλίζουν την ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απόντος μάρτυρα». Επισημαίνεται ότι η υπόθεση αυτή αφορούσε αποδοχή κατάθεσης της εναγομένης που την έδωσε στην αστυνομία δυο ημέρες μετά το δυστύχημα, την οποία κατέθεσε ο εξεταστής του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την δήλωση του δικηγόρου της δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί και ως εκ τούτου δεν έδωσε μαρτυρία. Υπεδείχθη ότι το δικαστήριο δεν κατηύθυνε την προσοχή του, δίδοντας βαρύτητα στο περιεχόμενο της κατάθεσης, ότι μεταξύ άλλων η απούσα ήταν διάδικος και επομένως είχε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, σε συνάρτηση με την απουσία αντεξέτασης της για να ελεγχθεί η αξιοπιστία της. Βεβαίως, η πιο πάνω νομολογία δεν ανατρέπει το ανορθόδοξο της εισήγησης, αφού πρόκειται για μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του ενάγοντα. Έχει ήδη γίνει αναφορά στο θέμα αυτό. Παρά ταύτα, κατά την κρίση του δικαστηρίου, υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο αντισταθμιστικό δεδομένο που διασφαλίζει την αξιοπιστία της εξ ακοής μαρτυρίας. Είναι οι φωτογραφίες του ταχυμέτρου εκ των οποίων είναι ευδιάκριτη η βελόνα του ταχυμέτρου να δεικνύει γύρω, όπως κατέθεσε και ο ΜΕ1, στα 152χαω. Δεδομένου ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 ως προς το ζήτημα αυτό έχει απορριφθεί, η μόνη πλέον μαρτυρία που υπάρχει είναι εκείνη του ΜΕ1, ότι η ένδειξη έδειχνε γύρω στα 152χαω καθώς και οι αδιάψευστες φωτογραφίες του ταχυμέτρου. Με βάση συνεπώς την εισήγηση των δικηγόρων του ενάγοντα, η μόνη μαρτυρία που απομένει, αποσυνδεδεμένη από οτιδήποτε άλλο, είναι η πραγματική μαρτυρία του ταχυμέτρου με την ένδειξη 152χαω. Η προσπάθεια να ανατραπεί το εσφαλμένο της ένδειξης του ταχυμέτρου με τον ΜΕ2 έχει αποτύχει, αφού η μαρτυρία του έχει απορριφθεί πλήρως από το δικαστήριο. Ανεξάρτητα από αυτό, η ένδειξη του ταχυμέτρου συνάδει με όσα ο μηχανολόγος της ηλεκτρομηχανολογικής αναφέρει στην έκθεση του. Σημειώνεται επίσης ότι ο μηχανολόγος δεν είναι διάδικος, ούτε και έχει κάποιο συμφέρον στην υπόθεση. Εν σχέση με την ταχύτητα του ενάγοντα υπάρχει ακόμα μια πτυχή συνάδουσα με την ένδειξη του ταχυμέτρου, και αυτή αφορά την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ
  1. Κατέθεσε ότι είδε τον ενάγοντα να εισέρχεται από τα φώτα του Καλησπέρα με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς βέβαια να γνωρίζει πόσο έτρεχε, ενώ ο εναγόμενος 2 εκ των υστέρων του ανέφερε ότι ο ενάγων πέρασε τα φώτα του Ρ.Ι.Κ με το κόκκινο φως και με υπερβολική ταχύτητα. Κατά συνέπεια και υπό όποιο πρίσμα και αν εξεταστεί το θέμα αυτό, η κατάληξη με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, και αυτό αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, είναι ότι η ταχύτητα του ενάγοντα κατά την στιγμή της σύγκρουσης με τον εναγόμενο 1 ήταν το ελάχιστο 152χαω. Το επόμενο θέμα που ηγέρθη μεταξύ των δυο μαρτύρων αφορούσε την ορατότητα του εναγομένου
  2. Ο ΜΕ1 για τους λόγους που εξήγησε αποφάσισε και μέτρησε εκ νέου το πεδίο ορατότητας του εναγομένου
  3. Η καταμέτρηση που έγινε το βράδυ του δυστυχήματος ήταν 83μ, ενώ η νέα καταμέτρηση κατέδειξε ότι η μέγιστη απόσταση είναι 130 παρόλο που η τελική απόσταση ορατότητας είναι 141.47μ. Δικαιολόγησε την απόκλιση ως προς το πεδίο ορατότητας γιατί ως εξήγησε, αν δεν υπήρχε εμπόδιο, ο εναγόμενος 1 μπορούσε να δει μέχρι τα φώτα της διασταύρωσης του Ρ.Ι.Κ, διευκρινίζοντας ότι δεν θα έβαζε ως σημείο αναφοράς τα 141.47μ γιατί η απόσταση αυτή είναι στην αρχή του αλτ και δεν είσαι βέβαιος αν το εξ αντιθέτου όχημα θα πάει ίσια ή θα στρίψει δεξιά. Θα έβαζε ως το μέγιστο πεδίο ορατότητας από την Υπατίας τα 130μ. Είναι ως εξήγησε η ασφαλής απόσταση που καταλαβαίνει ο οδηγός επί της Υπατίας ότι το εκ δεξιών του αυτοκίνητο έρχεται ευθεία και δεν θα στρίψει δεξιά. Δικαιολόγησε την απόκλιση της ορατότητας από την αρχική μέτρηση που έκαμε, στο γεγονός ότι το βράδυ που έγινε η καταμέτρηση, είναι φανερό όπως το έθεσε, ότι υπήρχε εμπόδιο το οποίο όμως δεν σημείωσε. Η μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνεται ως απόλυτα ειλικρινής και αντικειμενική και άφησε άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο. Ακόμα και το γεγονός ότι εξ ιδίας πρωτοβουλίας καταμέτρησε πρόσφατα το πεδίο ορατότητας του εναγομένου 1, γιατί πληροφορήθηκε την μεγάλη απόκλιση που υπήρχε μεταξύ της δικής του καταμέτρησης και εκείνης της υπεράσπισης και μετά λύπης του, όπως κατέθεσε, διαπίστωσε ότι μπορούσε ο εναγόμενος 1, να δει μέχρι τα φώτα του Ρ.Ι.Κ αναδεικνύει μάρτυρα της αλήθειας. Είναι προφανές ότι, όπως και ο ίδιος κατέθεσε, το βράδυ του δυστυχήματος θα υπήρχε κάποιο εμπόδιο κατά την καταμέτρηση, ανεξάρτητα αν δεν το σημείωσε και το γεγονός αυτό με κανένα τρόπο δεν καθιστά τον μάρτυρα αναξιόπιστο. Δεν ανέτρεψε την μαρτυρία του ως προς την αρχικά καταμετρηθείσα απόσταση των 83μ την οποία και αποδέχτηκε ως δεδομένη, δικαιολόγησε όμως επαρκώς και έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις για την παρατηρηθείσα διαφορά. Στο γεγονός ότι υπήρχε εμπόδιο, ανεξάρτητα αν δεν το κατέγραψε στις σημειώσεις του. Οι εξηγήσεις που έδωσε κρίνονται ως απόλυτα ειλικρινείς και αναδεικνύουν πρόσωπο με αίσθημα ευθύνης και προσήλωση στην αλήθεια. Τέλος και καθόσον αφορά το σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμ.3) ο μεν εναγόμενος 1 το αποδέχτηκε και το υπέγραψε, χωρίς να αμφισβητήσει οτιδήποτε εξ αυτού στην μαρτυρία του. Ουσιαστικά δεν υπήρξε καμιά αμφισβήτηση επί του σχεδιαγράμματος, ούτε και έχει προκύψει οτιδήποτε που να δημιουργεί αμφιβολίες περί τούτου, και γίνεται αποδεκτό από το δικαστήριο. Η καταμέτρηση της ορατότητας που έγινε από τον ΜΕ2 μέχρι το αλτ των φώτων του Ρ.Ι.Κ ήταν 145μ. Σχετική είναι η φωτογραφία 6 της έκθεσης του. Σύμφωνα με τον ΜΕ2 οτιδήποτε βρισκόταν σε απόσταση μέχρι 145μ ήταν ορατό από τον εναγόμενο 1 και συνεπώς θα έπρεπε να δει τον ενάγοντα. Διαφώνησε με τον ΜΕ1, γιατί σύμφωνα με την θέση του τα έδωσε όλα λάθος και δεν σχολιάζει κάτι το οποίο είναι εντελώς λανθασμένο, βασιζόμενος στο γεγονός ότι η αρχική απόσταση της ορατότητας που καταμέτρησε ο ΜΕ1 ήταν 83μ. Του υπεδείχθη όμως ότι ο ΜΕ1 με την νέα καταμέτρηση ανέφερε ότι η ορατότητα του εναγομένου 1 ήταν 130.88 και η απάντηση του ήταν ότι την απόσταση αυτή ο ΜΕ1 την βρήκε με βάση την ταχύτητα των 152χαω. Το δικαστήριο δεν έχει κανένα δισταγμό επί τούτου να αποδεχθεί ως ορθή την θέση του ΜΕ1 ο οποίος δικαιολόγησε επαρκώς και εξήγησε με σαφήνεια τους λόγους που τον οδήγησαν να καταλήξει ότι η απόσταση ορατότητας του εναγομένου 1 ήταν 130μ, σε αντίθεση με τον ΜΕ2 που η προσπάθεια του, περισσότερο από εμφανής, ήταν για να ανατρέψει την μαρτυρία του ΜΕ1, παρά να παραθέσει με αντικειμενικότητα την πραγματική κατάσταση πραγμάτων. Βεβαίως είναι δικαίωμα του μάρτυρα, παρόλο που είναι εμπειρογνώμονας, να μην θέλει να σχολιάσει την μαρτυρία άλλου ειδικού, με τον ανάλογο όμως αντίκτυπο που επιβάλλει η κοινή λογική και πείρα στην αξιολόγηση του. Ένα ακόμα δείγμα της προσπάθειας αυτής του ΜΕ2 αποτελεί το γεγονός ότι σε σχετικές υποβολές αρνήθηκε ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή, παρά το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του εναγομένου 1 από την σύγκρουση περιστράφηκε κατά 250 μοίρες και κατέληξε στο εξ αντιθέτου ρεύμα κυκλοφορίας. Προσπάθησε να δικαιολογήσει την θέση του με αναφορά στις ζημιές τις μοτοσικλέτας και ότι ο λόγος που περιστράφηκε το όχημα του εναγομένου 1 ήταν γιατί κτυπήθηκε στο πίσω μέρος. Δεν χρειάζεται η μαρτυρία ειδικού για να χαρακτηριστεί μια σύγκρουση ως σφοδρή όταν το ένα όχημα κινείται με ελάχιστη ταχύτητα 152χαω. Είναι αυτονόητο συμπέρασμα κοινής λογικής και πείρας. Είναι εξίσου αντιληπτό ότι αν ο μάρτυρας δεχόταν ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή, η μαρτυρία του για την ταχύτητα του ενάγοντα, 71.29χαω, αυτοανατρεπόταν. Υπάρχει όμως η μαρτυρία του ΜΕ1 που χαρακτήρισε την σύγκρουση ως βίαιη, η οποία και γίνεται αποδεκτή με την εξαγωγή αναλόγου ευρήματος. Στο σημείο αυτό κρίνεται κατάλληλο να παρεμβληθεί η μαρτυρία του εναγομένου
  4. Η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής και ανεπιτήδευτη. Δεν έχει υποπέσει σε αντιφάσεις και ουσιαστικά παρά την επανειλημμένη επί συγκεκριμένων θεμάτων αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός. Η μαρτυρία του συνάδει και με το σχεδιάγραμμα της σκηνής και για τους λόγους αυτούς γίνεται αποδεκτή. Γίνεται συνεπώς εύρημα του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 το βράδυ της 27.7.07 και περί ώρα 23.55 κινείτο επί της οδού Υπατίας, η οποία ευρίσκεται αριστερά σε σχέση με την πορεία από τα φώτα του Ρ.Ι.Κ προς Λευκωσία. Σταμάτησε στο αλτ με πρόθεση να διασχίσει τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας για να εισέλθει δεξιά επί της λεωφόρου Λεμεσού με κατεύθυνση προς το Ρ.Ι.Κ. Η λεωφόρος Λεμεσού με κατεύθυνση προς την Λευκωσία έχει δυο λωρίδες κυκλοφορίας και από Λευκωσία προς τα φώτα του Ρ.Ι.Κ. έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων μια, η δεξιά σε σχέση με την πορεία προς Ρ.Ι.Κ. έχει στροφή δεξιά προς την οδό Υπατίας. Κοίταξε δεξιά και αριστερά και η λεωφόρος Λεμεσού ήταν καθαρή χωρίς οχήματα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι επί των φώτων του Ρ.Ι.Κ είδε αυτοκίνητα σταματημένα, δεν είδε αν το φως ήταν κόκκινο και δεν έρχονταν αυτοκίνητα ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ο σκοπός του ήταν να σταματήσει στην νησίδα και μετά αν δεν ερχόταν αυτοκίνητο από την Λευκωσία να προχωρήσει. Εδώ να παρεμβληθεί ότι γίνεται αποδεκτή η εξήγηση που έδωσε αντεξεταζόμενος, ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι η πρόθεση του ήταν να σταματούσε στην νησίδα, γιατί η κατάθεση του ως ανέφερε λήφθηκε στις 2.00 το πρωί, αφού προηγουμένως πήγε στο νοσοκομείο. Πράγματι η κατάθεση του (έγγραφο Γ) λήφθηκε δυο ώρες περίπου μετά το δυστύχημα - 02.20 - 02.40 - μετά που ως ανέφερε πήγε στο νοσοκομείο. Περιγράφει, χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες, τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί αναξιόπιστος εκ του γεγονότος αυτού. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι σταμάτησε στο αλτ επί της οδού Υπατίας και ότι είχε πρόθεση να εισέλθει με κλίση δεξιά στην λεωφόρο Λεμεσού. Κατέθεσε επίσης ότι πάντα κοιτάζει αριστερά γιατί δεν μπορεί να διασχίσει 4 λωρίδες. Εδώ θα πρέπει να γίνει η εξής επισήμανση. Η εκ δεξιών λωρίδα από Λευκωσία προς Ρ.Ι.Κ. σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα (τεκμ.3), αλλά και την μαρτυρία του ΜΕ1 (τεκμ.1) προσφέρεται για είσοδο - έξοδο από και προς την Υπατίας και δεν έχει συνέχεια εντός της λεωφόρου Λεμεσού. Κατά συνέπεια ένας που εξέρχεται από την Υπατίας με σκοπό να εισέλθει στην λεωφόρο Λεμεσού και να κατευθυνθεί προς το Ρ.Ι.Κ, πέραν του ελέγχου εκ δεξιών για την τροχαία κίνηση, θα πρέπει να ελέγξει και αριστερά αν εισέρχεται, ή αν υπάρχει αυτοκίνητο ενός της λωρίδας αυτής με σκοπό να εισέλθει στην Υπατίας. Ορθώς συνεπώς ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι κοίταξε και αριστερά γιατί αν ερχόταν αυτοκίνητο θα σταματούσε για να μην «βγει πάνω του». Αφού κοίταξε δεξιά είδε αυτοκίνητα σταματημένα στα φώτα του Ρ.Ι.Κ, δεν είδε άλλο όχημα στο δρόμο εκ δεξιών του, ούτε άλλο αυτοκίνητο αριστερά στην νησίδα και θεώρησε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος για να βγει. Στην συνέχεια εξήλθε, αρνούμενος ότι ο ενάγων ήταν εντός του πεδίου της ορατότητας του και ενώ βρισκόταν εν κινήσει, στο ύψος της δεύτερης λωρίδας, δέχτηκε δυνατό κτύπημα στο πίσω δεξιό μέρος του οχήματος. Η μαρτυρία του εναγομένου 1 επιβεβαιώνει την μαρτυρία του ΜΕ1 ότι, σύμφωνα με την δεύτερη μέτρηση που διενέργησε, ο εναγόμενος 1 είχε ορατότητα μέχρι τα φώτα του Ρ.Ι.Κ και περαιτέρω συνάδει και με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή και ως εκ τούτου γίνεται εύρημα του δικαστηρίου. Απορριπτέα κρίνεται η μαρτυρία του ΜΕ2 ως προς την ταχύτητα που ο εναγόμενος 1 είχε την στιγμή που ξεκινούσε από το αλτ της Υπατίας. Πρόκειται για εικασίες του ΜΕ2 και αυθαίρετα συμπεράσματά του, μη υποστηριζόμενα, ως του υπεδείχθη, ούτε ακόμα και από την κατάθεση του εναγομένου 1, ούτε και βεβαίως από την αποδεκτή μαρτυρία του εναγομένου
  5. Έλαβε ως δεδομένο ότι ο εναγόμενος 1 θα έπρεπε να διασχίσει και τις 5 λωρίδες και συνεπώς είχε επιτάχυνση, γεγονός βέβαια που είναι αναπόδεικτο και άνευ πραγματικού υποβάθρου. Ούτε και το τόξο Α επί του σχεδιαγράμματος, το οποίο θεώρησε ότι αποτελεί την ακριβή θέση του αυτοκινήτου του εναγομένου 1, προδιαγράφει ή σηματοδοτεί την ακριβή κίνηση του εναγομένου 1, αποτελεί απλώς, ως του υπεδείχθη από τον κ. Δημητριάδη, την πορεία που είχε ο εναγόμενος 1, ήτοι από την οδό Υπατίας, όπως ακριβώς αναφέρεται και στο ευρετήριο του τεκμ.
  6. Επιβεβαίωση αποτελεί το τεκμ.2 που είναι το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής που το τόξο Α δεν είναι στην ίδια ευθεία με το σημείο συγκρούσεως (Χ). Υποδεικνύεται πως ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε επί του θέματος αυτού, ούτε και ο εναγόμενος 1 εν σχέση με το τόξο Α. Τέλος ούτε από το σημείο συγκρούσεως το δικαστήριο έχει πειστεί, για τους λόγους που ανέφερε ο ΜΕ2, ότι μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια η ακριβής πορεία του αυτοκινήτου του εναγομένου 1, συναρτώμενη με την ακριβή θέση που είχε ο ενάγων επί της λεωφόρου Λεμεσού, σε συνάρτηση με την ταχύτητα του. Εκ του σχεδιαγράμματος εξάγεται και γίνεται εύρημα του δικαστηρίου ότι το σημείο σύγκρουσης έγινε 10εκ. εντός της δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λευκωσία η οποία έχει πλάτος 3.80μ και η πρώτη λωρίδα πλάτος 3.
  7. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας, η οποία μετά την σύγκρουση άφησε ίχνη τριβής επί της ασφάλτου, στην συνέχεια άφησε σκάψιμο στον δρόμο, συνέχισε με ίχνη τριβής επί της ασφάλτου και κτύπησε στο αριστερό πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία προς Λευκωσία. Το αυτοκίνητο από την σύγκρουση περιστράφηκε κατά 250 μοίρες περίπου και βρέθηκε εντός της μεσαίας λωρίδας του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας επί της λεωφόρου Λευκωσίας - Λεμεσού. Η σύγκρουση έγινε στο πίσω δεξιό φτερό του αυτοκινήτου και ήταν σφοδρή. Ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος στεγνός και καθαρός. Η περιοχή φωτιζόταν επαρκώς με λαμπτήρες οδικού φωτισμού. Το όριο ταχύτητας ήταν 50χαω. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Keyse ανωτέρω από το Αγγλικό Εφετείο, δεν μπορεί, βεβαίως, να αποφασίσει την υπόθεση στην βάση της συμπάθειας προς ένα νέο άνθρωπο που υπέστη εκτεταμένους και σοβαρούς τραυματισμούς, ή την συμπάθεια προς τους γονείς και την οικογένεια του. Η νομολογία υποδεικνύει ότι το δικαστήριο πρέπει να εξετάζει τα θέματα αυτά σε επίπεδο κοινής λογικής και δεν θα πρέπει να περιπλέκεται με μικρολεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα το ακριβές σημείο που είδε ο ένας οδηγός τον άλλο, ούτως ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι ασχολούμαστε με μια μαθηματική άσκηση (Τσολάκης ν. Ανδρέου κ.α.
(2007)1 A.A.D. 129). Καθηκόντως όμως και ενόψει της διιστάμενης μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων, στο τέλος της ημέρας περί μαθηματικής ασκήσεως πρόκειται, για να καταδειχθεί ή όχι η ταχύτητα του ενάγοντα, και αναποφεύκτως θα έπρεπε να γίνει αξιολόγηση καθώς και κρίσεις αλλά και σχόλια επ΄ αυτής. Το ζήτημα της αμέλειας έχει εξεταστεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ώστε η επανάληψη είναι αχρείαστη. Οι βασικές παράμετροι που την καθορίζουν είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια (Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1ΑΑΔ 178). Η αμέλεια είναι θέμα γεγονότων υπό το φως όλων των περιστάσεων και δεν υπάρχει αόριστη ή θεωρητική αμέλεια που να πλανάται στον αέρα. Μόνο όπου οι περιστάσεις είναι τέτοιες που να επισημάνουν στον οδηγό συγκεκριμένο κίνδυνο πέραν του τι άλλως λογικά θα ανέμενε, δημιουργείται υποχρέωση αυξημένης προσοχής (Ανδρέου κ.α. ν. Πηλέα
(2000)1 ΑΑΔ 459). Το κριτήριο της αμέλειας είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού (Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 226). Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369, 375 υπεδείχθη ότι η απόδειξη που θα πρέπει να προσκομίσει ο ενάγων, θα πρέπει πέρα από την καθαρή πιθανολόγηση να φθάνει μέχρι το πεδίο των νομικών συμπερασμάτων. Στην υπόθεση Κτηνοτροφική Επιχ. Π & Π Πέτρου Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, αφορούσε εργατικό ατύχημα, τονίστηκε ότι η αιτιώδης συνάφεια αποφασίζεται ως πραγματικό γεγονός, με βάση τη συνηθισμένη απλή λογική. Με βάση δε την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδειχθεί από τον ενάγοντα η παράβαση του καθήκοντος, ότι ήταν η αιτία της προκληθείσας ζημιάς. Είναι πάγια αρχή ότι η ταχύτητα, ούτε ακόμα και η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από μόνα τους συνιστούν αμέλεια. (Δημητρίου κ.α. ν. Χαραλάμπους
(1992)1 ΑΑΔ 756). Όπως ακόμα ούτε η αποφυγή της σύγκρουσης συνιστά αμέλεια (Οδυσσέως ν. Χ"Λουκά
(2000)1 ΑΑΔ 185). Το κρίσιμο συνεπώς ερώτημα που τίθεται είναι πώς η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον ενάγοντα συνέβαλε, ως αιτιώδης συνάφεια, στο δυστύχημα. Ποια δηλαδή ήταν η συμβολή του στην πρόκληση του δυστυχήματος. Το καθήκον ενός οδηγού είναι εκείνο του συνετού οδηγού, κρινόμενο αντικειμενικά. Ποια είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται αντικειμενικά. Και αντιστρόφως ανάλογα ποια είναι η συμβολή του εναγομένου 1 στην πρόκληση του δυστυχήματος. Έχει ήδη λεχθεί ότι ακόμα και η καταδίωξη εκ μέρους των αστυνομικών να σταμάτησε και ενώ ο εναγόμενος 2 βρισκόταν επί των φώτων τροχαίας του Ρ.Ι.Κ, ως ήταν η μαρτυρία του ΜΥ1, το οποίο και έγινε αποδεκτό, η ουσία δεν μεταβάλλεται, γιατί ήδη ο ενάγων, σύμφωνα με τον ΜΥ1 είχε ήδη περάσει τα φώτα του Ρ.Ι.Κ με υπερβολική ταχύτητα και ενώ το φως ήταν κόκκινο, το οποίο ελέγχεται ως ορθό, αφού σύμφωνα με το εύρημα του δικαστηρίου κατά την ώρα της σύγκρουσης η ταχύτητα του ενάγοντα 152χαω. Ο ενάγων, εξάγεται ως λογικό αν όχι και αυτονόητο συμπέρασμα, ότι συνέχισε πριν ακόμα εισέλθει στα φώτα του Ρ.Ι.Κ την προσπάθεια διαφυγής του από τους αστυνομικούς, γιατί προφανώς δεν γνώριζε, ούτε και μπορούσε να γνωρίζει ότι ο εναγόμενος 2 που βρισκόταν πίσω του και επί των φώτων του Ρ.Ι.Κ, έλαβε οδηγία από τον ΜΥ1 να σταματήσει την καταδίωξη. Αυτό εξηγεί προφανώς και το γεγονός ότι πέρασε με κόκκινο τα φώτα, αλλά και την ταχύτητα με την οποία συγκρούστηκε με τον εναγόμενο
  1. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 κοίταξε δεξιά του προς τα φώτα του Ρ.Ι.Κ και είδε αυτοκίνητα σταματημένα και τον δρόμο καθαρό. Η απόσταση αυτή, είναι 130μ. η οποία σύμφωνα με τον ΜΕ1, είναι η πραγματική απόσταση ορατότητας του εναγομένου
  2. Ο εναγόμενος 1 βλέποντας τον δρόμο καθαρό από οχήματα εκκίνησε από το αλτ της Υπατίας με πρόθεση να φθάσει στην νησίδα διαχωρισμού των δυο λωρίδων της λεωφόρου Λεμεσού. Από την στιγμή που εκκίνησε μέχρι το σημείο συγκρούσεως, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1 ο εναγόμενος χρειάστηκε 3.10 δευτερόλεπτα, όσος ακριβώς και ο χρόνος που απαιτήθηκε από τον ενάγοντα, με την ταχύτητα των 152χαω να διασχίσει τα 130μ. Όσο και αν η μαθηματική άσκηση δεν αποτελεί το ενδεδειγμένο μέτρο αλλά και τρόπος εξεύρεσης της εκατέρωθεν αμέλειας, ο απειροελάχιστος και μηδενικός χρόνος των 3 δευτερολέπτων δεν αφήνει κανένα περιθώριο άλλης κατάληξης. Όταν εναγόμενος κοίταξε δεξιά και κατέθεσε ότι δεν υπήρχε αυτοκίνητο στο δρόμο, ελέγχεται ως ορθό, γιατί ο ενάγων δεν είχε ακόμα περάσει τα φώτα του Ρ.Ι.Κ. Όταν δε, ο εναγόμενος 1 είδε τον δρόμο καθαρό και εκκίνησε, τότε ο ενάγων έφθασε στα φώτα του Ρ.Ι.Κ, που απείχαν 130μ από το αλτ της Υπατίας που βρισκόταν ο εναγόμενος 1, τα οποία πέρασε στο κόκκινο φως με μια κατ' ελάχιστο ταχύτητα 152χαω. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα τι θα μπορούσε να αναμένει εκ δεξιών του ο εναγόμενος 1 ότι θα μπορούσε να προέκυπτε σε ένα χρόνο 3 δευτερολέπτων, αφού από την στιγμή που εκκινούσε από το αλτ δεν είχε αυτοκίνητο στο δρόμο. Ακόμα και να κοίταζε δεξιά του την στιγμή που διέσχιζε την λεωφόρο Λεμεσού, εντός του χρόνου των 3 δευτερολέπτων, όπως του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση, και στον βαθμό που θα μπορούσε ή όφειλε να κοιτάξει και έβλεπε την μοτοσικλέτα του ενάγοντα να έρχεται, ως κινούμενη σφαίρα, τι πραγματικά θα μπορούσε να κάμει για να αποφύγει το δυστύχημα. Όπως παραδέκτηκε και ο ΜΕ2 το δυστύχημα δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί. Aνεξάρτητα από το βαθμό αμέλειας, απαιτούμενο, ως κυρίαρχο και θεμελιώδες συστατικό στοιχείο, είναι ως λέχθηκε η αιτιώδης σχέση μεταξύ της αμέλειας και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Στον Charlesworth on Negligence 5η εκδ. παρα. 77, εξηγείται ότι δεν υπάρχει κάποιος προκαθορισμένος και συγκεκριμένος κανόνας (formulated test), και το δικαστήριο αφού λάβει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, θα πρέπει να καταλήξει ποια ήταν η πιθανότερη αιτία του δυστυχήματος. Στην Αγγλία γίνεται ανάλυση και συζήτηση ως προς την αιτιώδη συνάφεια, και σε σχέση με την ιατρική αμέλεια, αν αυτή πρέπει να είναι "substantial" ή "operative" (R. v. Smith
(1959)2 All E.R. 193) ή "effective" ή ακόμα "significant cause" (R. v. Mellor
(1996)Cr. L.R. 743) (Για περισσότερες λεπτομέρειες δες Smith and Hogan Criminal Law, 9η έκδοση, σελ. 333 επ.). Στην βάση των ευρημάτων και γεγονότων ως και των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα, η μόνη αναπόφευκτη γενεσιουργός αιτία για το δυστύχημα ήταν η ιλιγγιώδης ταχύτητα του ενάγοντα. Ελλείπει ο ουσιώδης συνδετικός κρίκος της αλυσίδας, η αιτιώδης συνάφεια και σχέση μεταξύ της κατ' ισχυρισμό αμέλειας του εναγομένου 1 με το δυστύχημα. Η ταχύτητα των 152χαω του ενάγοντα αποτελεί την μοναδική και αποκλειστική αιτία που έγινε το δυστύχημα. Το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα δεν άφησε ίχνη τροχοπέδησης, υποδηλώνει πως ούτε και ο ενάγων με την ταχύτητα που έτρεχε είδε τον εναγόμενο 1 που ήδη βρισκόταν εντός και διέσχιζε τη λεωφόρο Λεμεσού, ή έδωσε ή και άφησε κάποια ευκαιρία στον εαυτό του ώστε να έχει επαρκή παρατηρητικότητα στο δρόμο. Είναι συνεπώς η κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί και αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος 1 παρέβη οποιοδήποτε καθήκον και/ή ότι η παράβαση του καθήκοντος του ήταν η αιτία της ζημιάς, ήτοι του δυστυχήματος (Κτηνοτροφική Επιχείρηση ανωτέρω). Παρά την πιο πάνω κατάληξη και καθηκόντως, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει των θέμα των τραυματισμών και άλλων ζημιών του ενάγοντα, επί πλήρους ευθύνης. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Α. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ 1. ΑΠΩΛΕΙΑ ΜΙΣΘΩΝ Κατατέθηκαν σειρά εγγράφων ως παραδεκτών γεγονότων στα οποία θα γίνει αναφορά αμέσως στην συνέχεια. Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός ότι οι ειδικές ζημιές του ενάγοντα είναι €6.000, εξαιρουμένης της παραγράφου 20
(1)της εκθέσεως απαιτήσεως και ότι η μοτοσικλέτα είναι ιδιοκτησίας του ενάγοντα. Πέραν των παραδεκτών ειδικών ζημιών, ο ενάγων αξιώνει απώλεια μισθών μέχρι και την έκδοση απόφασης (παραγ.20.1 της εκθέσεως απαιτήσεως). Ο ενάγων κατόπιν εξέτασης του από το ιατροσυμβούλιο εγκρίθηκε στο ποσοστό 85% και με σύνταξη €450,73 μηνιαίως και από 1.1.09 στο ποσό των €460.43 (τεκμ.14). Την 17.2.14 επανεξετάστηκε και το ιατρικό συμβούλιο επαναϋπολόγισε το ποσοστό αναπηρίας σε 75% από 1.2.14 και το επίδομα μειώθηκε σε €448.46 (τεκμ.15). Οι ασφαλιστέες αποδοχές του ενάγοντα για το 2007 ήταν Λ.Κ.5.386 (τεκμ.16), ενώ σύμφωνα με το μισθολόγιο των εργοδοτών του, Cablenet, ο καθαρός μηνιαίος μισθός του για τον Μάιο του 2007 ήταν Λ.Κ.574 και για τον Ιούνιο Λ.Κ.543. (τεκ.17
(1)και
(2)). Σύμφωνα επίσης με το τεκμ.40, βεβαίωση του τελευταίου εργοδότη του, την cablenet, ο ενάγων εργοδοτήθηκε κοντά τους από την 9.5.07 μέχρι την 28.7.07 με ακαθάριστες απολαβές €1,
  1. Παρά την διαφορά και αντίφαση που υπάρχει μεταξύ των ασφαλιστικών αποδοχών του ενάγοντα για το 2007 και του τελευταίου μισθού του, ως ασφαλής βάση υπολογισμού θα ληφθεί ο τελευταίος μισθός του ενάγοντα, εκείνος του Μαίου του 2007, που είναι και ο ψηλότερος, και ανερχόταν στο ποσό των €
  2. Μαρτυρία περί 13ου μισθού που εισηγούνται οι δικηγόροι του δεν υπάρχει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Σύμφωνα με το τεκμ.40 οι εργοδότες του αναφέρουν ότι μέχρι και την 31.12.2007 που ο ενάγων βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, πλήρωναν κανονικά τις εισφορές που αναλογούσαν στο μισθό του. Εγείρεται κατ' αρχή το ερώτημα αν η αναρρωτική άδεια του ενάγοντα ήταν μέχρι την 31.12.07 και αν πληρωνόταν για την περίοδο αυτή και από ποιον. Είναι γνωστή η νομολογία ότι πέραν της δικογράφησης τους, οι ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Από την άλλη η έγκριση της σύνταξης ανικανότητας του ενάγοντα, σύμφωνα με το τεκμ.14 άρχισε από την 1.10.
  3. Υπάρχει επίσης ένα ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ.27
(2)) σύμφωνα με το οποίο συστήνεται άδεια ασθενείας από την 1.1.08 μέχρι την τέλος Μαρτίου του 2008. Το ερώτημα είναι αν λάμβανε επίδομα ασθενείας από το Κράτος και ποιο ήταν το ποσό αυτό. Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1325 υπεδείχθη ότι ωφελήματα από το δημόσιο, όπως κοινωνικές ασφαλίσεις από το Κράτος, είναι αφαιρετέα από το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων. Διαπιστώνεται ότι η κατάθεση ως παραδεκτών γεγονότων σειρά εγγράφων, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, ή προσκόμιση επεξηγηματικής μαρτυρίας, εκεί και όπου χρειάζεται, καθιστά το όλο εγχείρημα αλυσιτελές, αφού τα παρουσιαζόμενα κενά δεν μπορούν να αναπληρωθούν με εικασίες. Σύμφωνα επίσης με το ιατρικό πιστοποιητικό ψυχιάτρου (τεκμ.25) ημερ.20.1.14, « η γνωστική έκπτωση επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα παρακολούθησης θεραπευτικών προγραμμάτων καθώς και την ικανότητα του να εργάζεται» και αυτό παρόλο που το ιατροσυμβούλιο κατέταξε, τελικά, την ανικανότητα του στο 75%. Από την άλλη, ιατρικό πιστοποιητικό ημερ.17.10.08 (τεκμ.27
(3)) αναφέρει ότι συστήνεται να αποφεύγει κάθε είδους εργασία που απαιτεί από τον ίδιο να βρίσκεται σε ψηλά υποστατικά. Υποθέσεις, ακόμα και να είναι εύλογες, αν δεν αποδεικνύονται με την αυστηρότητα που απαιτείται, παραμένουν στο επίπεδο των υποθέσεων. Κυρίως όταν ελλείπει μαρτυρία που να διαλευκάνει ή να υποστηρίζει τα διάφορα αξιούμενα ποσά. Συνοψίζοντας, συνάγεται ότι ο ενάγων ήταν με άδεια ασθενείας μέχρι και το τέλος Μαρτίου του 2009 και από την 1.10.08 άρχισε να λαμβάνει επίδομα ανικανότητας το οποίο στην συνέχεια μειώθηκε. Ένα άλλο ερώτημα που τίθεται, είναι αν ο ενάγων εργάστηκε για κάποια περίοδο και με ποιες απολαβές, ή αν εργάζεται και με ποιο εισόδημα, και ο λόγος είναι γιατί το ποσοστό ανικανότητας του είναι 75%, γεγονός που υποδηλώνει ότι διαθέτει κάποια ικανότητα εργασίας και συνεπώς είναι δυνατό ένα μικρό εισόδημα εκ μέρους του. Συνακόλουθο ερώτημα που εγείρεται είναι ποια ακριβώς ήταν η φύση της εργασίας του στην Cabblenet και αν μπορούσε έστω και μερικώς να ανταποκριθεί και να εργαστεί μετά το δυστύχημα, είτε στους εργοδότες του, είτε σε οποιονδήποτε άλλο εργοδότη. Όλα αυτά θα έπρεπε να αποσαφηνιστούν είτε με παραδεκτά γεγονότα, ή με άλλα έγγραφα, είτε με μαρτυρία. Δεν μπορεί να αναμένεται από το δικαστήριο να προβαίνει σε εικασίες και υποθέσεις. Στην υπόθεση Turner v. Ministry of Defence
(1969)585 C.A, υπεδείχθη ότι: « ... the loss was not the full wages but the wages less sick pay and on that account credit must be given for it» Από την άλλη, όπως υποδεικνύεται στην Λαζάρου ανωτέρω με αναφορά στην υπόθεση Parry v. Cleaver
(1970)1 AC. 1, σύνταξη ανικανότητας δεν είναι αφαιρετέα. Τα θέματα αυτά πραγματεύονται σε έκταση στο σύγγραμμα McGregor On Damages 15η έκδοση σελ.1476 επ. Με δεδομένο συνεπώς ότι ο τελευταίος καθαρός μισθός του ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των €928, ως βάση υπολογισμού θα ληφθεί η ημερομηνία έναρξης της σύνταξης ανικανότητας του, ήτοι από την 1.10.08 αφού για τους προηγούμενους μήνες δεν υπάρχουν ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία για τις απολαβές που έπαιρνε από το Κράτος ως κοινωνικές παροχές, ώστε να γίνουν οι κατάλληλες αναπροσαρμογές. Πρόκειται για 7 χρόνια και 4 μήνες, ήτοι 88 μήνες, και συνεπώς ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των €81.664 μέχρι και την έκδοση της απόφασης. Το σύνολο συνεπώς των ειδικών ζημιών του ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των €87.664 Β. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το ιατρικό του Ορθοπεδικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερ.4.6.08 (τεκμ.18) σε συντομία αναφέρει ότι από το δυστύχημα και από ορθοπεδικής πλευράς παρουσίαζε τα πιο κάτω:
  1. Κάταγμα κλείδας (ΑΡ)
  2. Θλαστικό τραύμα (ΔΕ) άκρου χειρός I. Διατομή ιδίως και κοινού εκτείνοντα μικρού δακτύλου II. Διατομή εκτείνοντα του παραμέσου III. Ημιδιατομή εκτείνοντα μέσου δακτύλου IV. Διατομή του ωλενίου εκτείνοντα του καρπού στο ύψος της μυοτενόντιας συμβολής V. Κάταγμα Ρ.Ι.Ρ δείκτη ενδοαρθρικό. Υπό γενική αναισθησία υποβλήθηκε σε ορθοπεδική επέμβαση για την αποκατάσταση των τραυμάτων. Με το εξιτήριο του η παρακολούθηση συνεχίστηκε στο Μέλαθρο Αγωνιστών και στις 25.9.07 παρουσιάστηκε ξανά για επανεξέταση. Την 4.6.08 παρουσίαζε:
  3. Ουλώδη ιστό στην ραχιαία επιφάνεια (ΔΕ) καρπού περίπου 30εκ.
  4. Κίνηση. Υπολείπεται η κάμψη την Ρ.Ι.Ρ του δείκτη 80ο
  5. Αισθητικότητα φυσιολογική
  6. Κινήσεις (ΑΡ) άνω άκρου φυσιολογικές. Πώρωση στο κάταγμα της κλείδας. Η απώλεια της λειτουργικότητας του δείκτη είναι μόνιμη. Το κάταγμα συντριπτικό ενδοαρθρικά με πώρωση. Δεν αναμένεται βελτίωση της κίνησης. Παρουσιάζει δυσκολία στο δράγμα λεπτών και χονδρών αντικειμένων. Η γραφή μετά δυσκολίας. Σύμφωνα με το τεκμ.19 όταν προσκομίστηκε στο Τ.Ε.Π έφερε πολλαπλά τραύματα και διασωληνώθηκε γιατί βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση. Υπήρχαν τραύματα στο κρανίο, θώρακα (αιμοπνευμοθώρακας, κάταγμα κλείδας) και τα άκρα. Από νευροχειρουργικής άποψης ο ασθενής έπασχε από μια σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, παρουσίαζε ωτορραγία, δεξιά και οι κόρες των οφθαλμών του ήταν ίσες με καλή αντίδραση στο φως. Ο απεικονιστικός έλεγχος με αξονική τομογραφία έδειξε ότι υπέστη εγκεφαλικές θλάσεις και μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία. Παρέμεινε διασωληνωμένος με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής στη Μ.Ε.Θ μέχρι την 31.7.
  7. Μετά την αποσωλήνωση του μεταφέρθηκε στην νευροχειρουργική κλινική. Ο ασθενής ήταν αποπροσανατολισμένος και διεγερτικός κατά διαστήματα. Σταδιακά παρουσίασε βελτίωση του επιπέδου επικοινωνίας και εξήλθε από το νοσοκομείο στις 22.8.07 για να μεταφερθεί σε κέντρο αποκατάστασης. Ήταν προσανατολισμένος ως προς τον χρόνο, τετρακινητικός, παρουσίαζε αστάθεια στη βάδιση και κατά διαστήματα παρουσίαζε επεισόδια διέγερσης για τα οποία του χορηγήθηκε αγωγή από ψυχιάτρους. Σύμφωνα με πιστοποιητικό ψυχιάτρου (τεκμ.20), ο ενάγων εξετάστηκε ψυχιατρικά στις 6.8.07, 9.8.07 και στις 17.8.07 και ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Αναφέρεται σύγχυση, διαταραχή ύπνου και παρουσία ανησυχίας κατά διαστήματα. Επίσης διαπιστώθηκε χάλαση συνειρμών και μυθοπλασίες, έντονο άγχος και φόβος ότι θα σταματήσει η αναπνοή του το βράδυ και όπως αναφέρεται εναντίωση και εκρήξεις θυμού. Τέθηκε σε φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη παράλληλα ψυχολογική στήριξη. Από νευροχειρουργικής απόψεως προκύπτουν τα ακόλουθα (τεκμ.21). Διάγνωση Εισαγωγής. Πολυτραυματίας, Συνοδός ΚΕΚ λόγω τροχαίου δυστυχήματος. Λόγω έκπτωσης του επιπέδου συνειδήσεως διεσωληνώθη και οδηγήθηκε στο ΜΕΘ όπου παρέμεινε υπό καταστολή και σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Εκ της ΚΕΚ. Αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου, T-SAH. Εκ της ΑΜΣΣ. Ουδέν. Εκ του θώρακος, αριστερής κλείδας, θλάση καρυφής αριστερού πνεύμονα Ουδέν. Εκ των άκρων. Διατομή τενόντων, διενέργεια συρραφής. Εκ της κοιλίας. Ουδέν. Στις 31.7.
  8. Επιτυχής αφύπνιση και απογαλακτισμός. Τις επόμενες μέρες βελτίωση όσον αφορά το επίπεδο συνείδησης. Μεταφορά στην νευροχειρουργική κλινική. Απόστολή στο Μέλαθρο για περαιτέρω αποκατάσταση. Κατάσταση κατά την έξοδο από την νευροχειρουργική κλινική.
  9. GCS, E4, Ω-5, Μ-6, 15/
  10. Χωρίς εμφανή εστιακή νευρολογική σημειολογία. Λίαν συγχιτικοδιεγερτικός. Ήπια αστάθεια βάδισης/στάσης.
  11. Ζ.Σ κ.φ
  12. Ελεύθερη σίτιση
  13. Χωρίς Folley's, R/T, ΚΦΓ
  14. Χωρίς τραχειοκομία
  15. Τελευταία εργαστηριακά, ok
  16. Χωρίς MRSA, χρήζει έντονης φυσιοθεραπείας. Σύμφωνα με το τεκμ.22 ο ενάγων πρωτοεξετάστηκε στις 23.11.07 με πρόβλημα ακοής μετά το τροχαίο δυστύχημα. Ωτοσκόπηση. Κατά φύση. Κατά τον ακουολογικό έλεγχο διαπιστώθηκαν τα εξής: Αριστερό ους φυσιολογικό. Δεξιό ους παρουσιάζει μέτριου προς σοβαρού βαθμού βαρηκοΐα. Στις 23.1.08 κατά την επανεξέταση: Ωτοσκόπηση, Κατά φύση. Αριστερό ους φυσιολογικό. Δεξιό ους παρουσιάζει μέτριου προς σοβαρού βαθμού βαρηκοΐα αγωγιμότητας δεξιού ωτός. Υποψία διακοπής ακουστικής αλύσου δεξιού ωτός. Δόθηκε για αξονική τομογραφία μέσου ωτός. Ίδια κατάσταση παρουσιάζεται και στην εξέταση ημερ.30.6.08 και 3.9.
  17. Το τεκμ.23 αποτελεί το αποτέλεσμα της αξονικής τομογραφίας. Δεν είναι ευανάγνωστο, προκύπτει από όσο μπορεί να γίνει αντιληπτό, ότι τα οστάρια των ακουστικών αλύσων απεικονίζονται συμμετρικά. Η απεικόνιση του αναβολέα είναι μάλλον αμυδρά ... έσω ακουστικοί πόροι φυσιολογικοί, πολυτιοειδής βλάβη ..... στο (δε) ιγμόρειο. Στο τεκμ.24 αναφέρονται οι φυσιοθεραπείες που έτυχε ο ενάγων στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με άλλη ψυχιατρική έκθεση ημερ.20.1.14 (τεκμ.25), ο ενάγων είναι νεαρός ηλικίας 31 ετών με φυσιολογική εξωτερική εμφάνιση και αυτοφροντίδα. Παρουσιάζει νευροψυχιατρική συμπτωματολογία, με έναρξη μετά από σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση από τροχαίο δυστύχημα και μετατραυματική εγκεφαλοπάθεια. Παρουσιάζει κατάθλιψη με περιστασιακή παραμέληση της αυτοφροντίδας, με συνυπάρχουσα συμπτωματολογία μετωπιαίου συνδρόμου με απώλεια μνήμης, διαταραχή προσοχής και συγκέντρωσης, απάθεια/αδιαφορία, μειωμένη οργανωτική και εκτελεστική ικανότητα σύνθετων οδηγιών. Παρουσιάζει επίσης μετατραυματική βαρηκοία και μειωμένη λειτουργικότητα της δεξιάς άκρας χείρας. Η γνωστική έκπτωση επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα παρακολούθησης θεραπευτικών προγραμμάτων καθώς και την ικανότητα του να εργάζεται και δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση της κλινικής εικόνας. Παρουσιάζει επίσης κατάχρηση/ εξάρτηση από το αλκοόλ για την αντιμετώπιση της οποίας έχει νοσηλευτεί δυο φορές στην θεραπευτική μονάδα εξαρτημένων ατόμων. Στην παρούσα φάση βρίσκεται σε αποχή από το αλκοόλ από μηνός. Σύμφωνα με πιστοποιητικά του Μελάθρου Αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α. (τεκμ.26) του 2007, ακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης και παρουσιάζει βελτίωση, βαδίζει μόνος του και αυτοεξυπηρετείται. Έτυχε φυσιοθεραπείας, εργοθεραπείας, λογοθεραπείας, υδροθεραπείας, και ψυχολογικής υποστήριξης. Έλαβε επίσης και φαρμακευτική αγωγή. Το τεκμ.27 αποτελεί νευρολογική έκθεση ότι έτυχε παρακολούθησης και έδειξε αρκετή βελτίωση. Συνίστατο η συνέχιση της θεραπευτικής αγωγής και να μην οδηγά αυτοκίνητο. Σύμφωνα με ιατρική έκθεση νευρολόγου που τον παρακολουθούσε στο Μέλαθρο (τεκμ.27
(3)), αναφέρεται ότι κατά την πρώτη εξέταση παρουσίαζε αστάθεια στην βάδιση, επιθετικότητα και προβλήματα ύπνου. Στα αντανακλαστικά των κάτω άκρων του παρουσίασε κλώνο. Λόγω της πιθανότητας να αναπτύξει επιληψία δόθηκε προφυλακτική φαρμακευτική θεραπεία. Σταδιακά η κατάσταση του βελτιώθηκε σε μεγάλο βαθμό ώστε να μπορεί να συνεργαστεί στις φυσιοθεραπείες και να βαδίζει χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα. Τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετώπισαν ήταν πρόβλημα μνήμης, συγκέντρωσης μείωση ακοής στην δεξιά πλευρά και δυσκολίες στις λεπτές κινήσεις του δεξιού χεριού λόγω κατάγματος του δείκτη. Για μεγάλο χρονικό διάστημα έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή, αντιεπιληπτικά, ηρεμιστικά, ψυχοφάρμακα και βιταμίνες. Κατά τις τελευταίες εξετάσεις
(2008)συνεχίζει να έχει προβλήματα ακοής, συγκέντρωσης, μνήμης, κουράζεται εύκολα και κατά καιρούς έχει πονοκεφάλους και ζαλάδες. Εξακολουθεί να έχει προβλήματα ύπνου και νευρικότητα και χρειάζεται στήριξη από ψυχολόγο. Συστήνεται να αποφεύγει κάθε είδους εργασία που απαιτεί από τον ίδιο να βρίσκεται σε ψηλά υποστατικά. Σύμφωνα με το τεκμ.28 νευρολόγου ψυχίατρου, όταν τον παρακολουθούσε στο Μέλαθρο ήταν συγχυσμένος και αποπροσανατολισμένος σε χώρο και χρόνο. Είχε διαταραχές στην συμπεριφορά με επιθετικές τάσεις και δυσκολίες στον ύπνο. Αργότερα ως εξωτερικός ασθενής συνέχισε να έχει προβλήματα σύγχυσης και εμφανείς διαταραχές στην άμεση και απώτερη μνήμη. Είχε άγχος και συμπτώματα κατάθλιψης. Από νευρολογικής πλευράς εξακολουθούσε να υπάρχει αστάθεια στο βάδισμα. Παρουσιάζει αγχώδη κατάθλιψη, δυσκολίες στον ύπνο και είναι υπερευέξαπτος. Έχει σημεία αμνησίας για τα γεγονότα για το ατύχημα αλλά και για πρόσφατα συμβάντα, το πιστοποιητικό φέρει ημερομηνία 16.9.09, καθώς και διαταραχή στην συγκέντρωση και την προσοχή. Υπάρχει αστάθεια στο βάδισμα που τον εμποδίζει στην καθημερινή του εργασία. Κατατέθηκαν επίσης εκθέσεις μαγνητικής τομογραφίας αυχενικής μοίρας και σπονδυλικής στήλης οι οποίες δεν φαίνεται να αναφέρονται στα τραύματα εκ του δυστυχήματος. Τέλος υπάρχει ιατρική έκθεση ψυχιάτρου (τεκμ.30) ημερ.12.3.13 στο οποίο αναφέρεται η φαρμακοθεραπεία και ότι αποδέχεται εισαγωγή του στο ΘΕΜΕΑ. Κατατέθηκαν επίσης διάφορα πιστοποιητικά, στα οποία αναφέρθηκε η μητέρα του, αναφορικά με τα ενδιαφέροντα κατά τα μαθητικά του χρόνια και τις ιδιαίτερες επιδόσεις του στο βιολί και την μουσική καθώς και σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες. Η μαρτυρία της ΜΕ3 επί των θεμάτων αυτών γίνεται αποδεκτή με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων του δικαστηρίου. Κατατέθηκαν επίσης πιστοποιητικά αποδοχών όταν εργαζόταν σε ναυτιλιακή εταιρεία το 2003. Είναι νομολογημένο ότι προηγούμενες αποφάσεις επί παρομοίων θεμάτων προσφέρουν μόνο βοηθητική καθοδήγηση στον καθορισμό του ορθού μέτρου αποζημίωσης στη βάση των ιδιαίτερων δεδομένων της ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεσης (Novichkova ανωτέρω) Στην υπόθεση Ismail v. Αντωνίου κ.ά Πολ. Έφεση 333/09 ημερ.12.2.14, τονίστηκαν τα εξής εν σχέση με την απόδοση γενικών αποζημιώσεων: «Σύμφωνα με τη νομολογία ο «Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. (Βλ. Fletcher v. Autocar Transporters Ltd
(1968)1 All E.R. 726, Constantinou v. Slahouris
(1969)1 C.L.R. 416). Με άλλες λέξεις, το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.» (Βλ. Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1028 και Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (Βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) (πιο πάνω), Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Μαϊττα v. Γεωργίου κ.α., Πολιτική Έφεση 8499, 9.1.99 και Βρυωνίδης ν. Σωφρονίου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1181). Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος». Η εισήγηση των δικηγόρων του ενάγοντα, στηριζόμενοι κυρίως στις υποθέσεις A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416 και Οικονομίδου ν. Κουβέλλα
(2012)1 Α.Α.Δ. 2299, είναι ότι θα πρέπει να δοθεί ένα ποσό ύψους €300.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Το δικαστήριο έχει πλήρως υπόψη του τα τραύματα του ενάγοντα όπως αυτά περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά, καθώς και την ηλικία του, που κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 26 ετών. Στην πιο πάνω υπόθεση Οικονομίδου η ενάγουσα υπέστη, μεταξύ άλλων, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συντριπτικό κάταγμα της αριστερής ωμοπλάτης, κάταγμα του έσω σφυρού της δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης, κάταγμα του αριστερού ηβοισχιακού κλάδου και πολλαπλά κατάγματα πλευρών. Βάδιζε με χωλότητα ενώ οι στροφικές κινήσεις της οσφύος και οι κάμψεις της προκαλούσαν πόνο με αποτέλεσμα να αδυνατεί να επιτελεί τις καθημερινές οικιακές εργασίες της, αλλά και τις συνήθεις δραστηριότητες ατόμου της ηλικίας της. Αρχικά και για 5-6 μήνες μετά το δυστύχημα είχε απώλεια μνήμης, ενώ στη συνέχεια είχε προβλήματα με την όραση της, υπέφερε από ίλιγγο και ζάλη και δεν ήταν ανεκτική στους θορύβους. Ξεπέρασε τους ουσιαστικούς κινδύνους επιληπτικής κρίσης, χωρίς να λάβει αντιεπιληπτική αγωγή, αλλά ο κίνδυνος, αν και μικρός συνεχίζει να υφίσταται. Κατ' έφεση επιδικάστηκε το ποσό των €119.602 (Λ.Κ.70.000). Στην υπόθεση A. Panayides ανωτέρω, ο ενάγων υπέστη σοβαρότατο κάταγμα κρανίου με συλλογή αίματος στον υποσκληρίδιο χώρο και αιμάτωμα στον εγκέφαλο. Υπεβλήθη σε κρανιοτομή και παροχέτευση του αιματώματος, σε χειρουργική επέμβαση για την επανατοποθέτηση του οστικού κρημνού, σε φυσιοθεραπεία, λογοθεραπεία και σε θεραπεία σε νοσοκομείου του Λονδίνου εξειδικευμένο σε εγκεφαλικές παθήσεις. Μόνιμα νευρολογικά κατάγματα, δεξιά σπαστική ημιπάρεση και σπαστική αδυναμία του δεξιού άνω και κάτω άκρου. Σοβαρή δυσκολία στην ομιλία που οφείλεται σε βλάβη του στελέχους του εγκεφάλου. Πιθανότητα μετατραυματικών επιληπτικών κρίσεων, σπαστική αδυναμία αριστερού χεριού απολήγουσα σε πλήρη απώλεια της λειτουργίας του, ακράτεια ούρων, εκρήξεις γέλιου και κλάματος ανεξέλεγκτες και χωρίς αιτία. Δυσκολία στην κατάποση σε βαθμό που προκαλεί ακόμα κίνδυνο πνιγμού, πτώση του φαγητού κατά τη λήψη φαγητού και σιαλόρροια. Επιδικάστηκαν Λ.Κ.200.000. Κρίνεται ότι οι τραυματισμοί στην υπόθεση αυτή, ήταν αρκετά σοβαρότεροι από τους τραυματισμούς του ενάγοντα. Στην υπόθεση Ψαρά ν. Μούσκου άλλως Μακρυγιάννη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1820, η ενάγουσα υπέστη σοβαρής μορφής κρανιοεγκεφαλική κάκωση με υποσκληρίδιο αιμάτωμα, κατάγματα κρανίου, εγκεφαλικές θλάσεις στη δεξιά μετωπιαία και κροταφική χώρα και υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά. Υπεβλήθη σε κρανιοτομή, παρέμεινε σε ελεγχόμενο υπεραερισμό των πνευμόνων ενωμένη με αναπνευστήρα για 10 ημέρες και αποσυνδέθηκε αφού της έγινε τραχειοτομή. Παρέμεινε σε κρίσιμη κατάσταση για 14 ημέρες και υπέστη και δεύτερη εγχείρηση για επανατοποθέτηση του οστικού ελλείμματος και παροχέτευση υγρού. Παραπονείτο για δυσκολίες στη μνήμη, αιμωδίες στα κάτω άκρα, θάμπωμα στην όραση και μείωση της ακοής δεξιά καθώς και για περιτραυματική αμηνσία. Παρουσίασε συναισθηματική αστάθεια και μεταπτώσεις και το είδος της συμπεριφοράς της ήταν εκτός του χαρακτήρα της και οφειλόταν στην κάκωση του μετωπιαίου λοβού. Το επιδικασθέν ποσό των €63.218 δεν κρίθηκε υπερβολικό. Βεβαίως η κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και αυτός είναι και ο λόγος που προηγούμενες αποφάσεις έχουν μόνο βοηθητική καθοδήγηση. Το δικαστήριο έχοντας υπόψη του όλα όσα καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, εκ των οποίων προκύπτει ότι αναμφίβολα ο ενάγων υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς, με επιπτώσεις στην ζωή του, όπως αυτές αρκούντως καταγράφονται σε αυτά, ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν 25 ετών, τις ασχολίες και δραστηριότητες του, καταλήγει ότι το δίκαιο και εύλογο ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγων για τον πόνο την ταλαιπωρία και τα τραύματα που υπέστη είναι το ποσό των €130.000 ΑΠΩΛΕΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΏΝ ΑΠΟΛΑΒΩΝ Σύμφωνα με την νομολογία, Novichkova ανωτέρω, η απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων αποτελεί μέρος των γενικών αποζημιώσεων. Ο ενάγων κρίθηκε την 24.1.14 από το ιατροσυμβούλιο των Κοινωνικών Ασ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.