← Κύπρος

Charilaos Apostolides Public Ltd ν. Αχιλλέα Πισύρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 63/15, 18/1/2016

Charilaos Apostolides Public Ltd ν. Αχιλλέα Πισύρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 63/15, 18/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 63/15 Μεταξύ :- Charilaos Apostolides Public Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - αιτητών και

  1. Αχιλλέα Πισύρη, εκ Λευκωσίας
  2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18.1.16 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές : κ. Κυριάκου Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 2 : κα Λιβέρα ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, επί γενικής οπισθογραφήσεως, αξιώνουν εναντίον των εναγομένων:
  3. Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η ανέκκλητη ανάληψη υποχρέωσης αρ.50064/153/2011 που εκδόθηκε από την Marfin Popular Bank Public Ltd, τις εργασίες της οποίας ανέλαβε η εναγομένη 2, για το ποσό των €147.
  4. Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η αγωγή δεν αποτελεί κώλυμα για μεταγενέστερη αγωγή για τερματισμό ή και διεκδίκηση αποζημιώσεων εναντίον των εναγομένων 1 σε σχέση με τη συμφωνία.
  5. Δήλωση του δικαστηρίου ότι η εναγομένη 2 υποχρεούται να αποδεχθεί υποθήκη επί του διαμερίσματος με αριθμό 407 στον 4ο όροφο του κτιρίου Β με χρήση χώρου στάθμευσης που ανεγέρθηκε στο τεμάχιο 1458, με αριθμό εγγραφής 0/7904 Φ/ΣΧ/ Σ21/540204 στους Άγιους Ομολογητές
  6. Δήλωση του δικαστηρίου ότι η εναγομένη 2 πρέπει να επιστρέψει την εγγυητική προς την ενάγουσα και/η να την ακυρώσει. Στα πιο πάνω πλαίσια αποτάθηκαν μονομερώς στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους να απαιτήσουν πληρωμή και/ή εξαργυρώσουν και/ή κατάσχουν το ποσό των €147.000 ή οποιουδήποτε ποσού από την πιο πάνω περιγραφείσα εγγυητική. Η αίτηση κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου επιδόθηκε στους καθ ων η αίτηση
  7. Κατά την ημερομηνία που η αίτηση ορίστηκε για επίδοση, δικηγόρος εκ μέρους της εναγομένης 2 δήλωσε στο δικαστήριο ότι η εναγομένη 2 θα συμμορφωθεί με οποιοδήποτε διάταγμα του δικαστηρίου, νοουμένου ότι δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της από την εγγυητική και την ταυτόχρονη μεταβίβαση και υποθήκευση του ακινήτου, ή πληρωμής της εγγυητικής. Ο δικηγόρος των αιτητών ζήτησε χρόνο να επιδώσει την αίτηση στον καθ ου η αίτηση
  8. Ακολούθησαν νέες ημερομηνίες για να διενεργηθεί επίδοση στον εναγόμενο - καθ ου η αίτηση 1, ενώ ο δικηγόρος της καθ ης η αίτηση 2 δήλωσε ότι θα τοποθετηθεί όταν επιδοθεί και στον καθ ου η αίτηση
  9. Η καθ ης η αίτηση 2 καταχώρισε, τελικά, ένσταση, χωρίς η αίτηση να επιδοθεί στον καθ ου η αίτηση
  10. Αναπόφευκτα η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Κατά την ακρόαση της αίτησης ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε και οι δυο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Τίθεται θέμα από την πλευρά της καθ ης η αίτηση 2, τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, όσο και στην γραπτή αγόρευση της κας Λιβέρα, μεταξύ άλλων, ότι η απουσία του εναγόμενου 1 και η μη επίδοση της αίτησης σε αυτόν καθιστά το εγχείρημα των αιτητών αλυσιτελές. Είναι η θέση της κας Λιβέρα ότι η διαδικασία και το αιτούμενο διάταγμα αφορά και τον εναγόμενο 1 και στην απουσία του το δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία για να μπορέσει να αποφασίσει. Στην αντίπερα όχθη είναι η θέση του κ. Κυριάκου για τους αιτητές, είναι ότι η συμπερίληψη του ονόματος του εναγομένου 1 στο κλητήριο ένταλμα έγινε για καθαρά πρακτικούς σκοπούς και ως αναγκαίος διάδικος και είναι ξεκάθαρο ότι οι επιζητούμενες θεραπείες στρέφονται ουσιαστικά εναντίον της εναγομένης
  11. Η επίδοση στον εναγόμενο 1 το μόνο που θα εξυπηρετούσε θα ήταν να ξεφύγει η αίτηση του χαρακτήρα της και να εισέλθει σε μια ατέρμονη διαδικασία έκθεσης γεγονότων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση, το οποίο θα αποτελέσει και το αντικείμενο της αγωγής. Σε άλλο μέρος της αγόρευσης αναφέρεται, και όντως ως συνάγεται εκ της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών έτσι είναι, ότι η εγγυητική είναι αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 1 και αφορά την αγορά από τον εναγόμενο 1 ενός διαμερίσματος, την αξία του οποίου παραχώρησε δυνάμει δανείου στον εναγόμενο 1, η εναγομένη 2 και ως εξασφάλιση κατατέθηκε από τους ενάγοντες η επίδικη εγγυητική. Η προδικαστική ένσταση που εγείρεται από την καθ ης η αίτηση 2 κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει έρεισμα αλλά και νόμιμη βάση. Ενώ από την μια ίδιοι οι αιτητές αποδέχονται ότι ο εναγόμενος 1 είναι αναγκαίος διάδικος, από την άλλη και για σκοπούς του ενδιάμεσου διατάγματος θεωρούν ότι η παρουσία του θα οδηγήσει σε ατέρμονη διαδικασία. Αναγκαίος διάδικος είναι εκείνος που είτε στο τέλος της δίκης η απόφαση του Δικαστηρίου θα επηρεάσει άμεσα τα νομικά του δικαιώματα είτε, όπως το έθεσε ο Lord Denning στην Gurtner v. Circult

(1968)1 All E. R. 328 θα επηρεαστεί η τσέπη του, δηλαδή θα κληθεί να πληρώσει αυτός, χωρίς να είναι ο ίδιος μέρος της διαδικασίας. Κατά συνέπεια η μη επίδοση της αίτησης προς έκδοση του προσωρινού στον εναγόμενο 1, ως επιλογή των αιτητών, παρά το γεγονός ότι ζήτησαν χρόνο να του επιδώσουν την αίτηση, καθιστά το μέτρο αλυσιτελές. Η παρουσία του εναγομένου 1 κρίνεται απαραίτητη, ως αναγκαίος διάδικος για να θέσει τις απόψεις του. Κρίνεται περαιτέρω και ως καταλυτική, δεδομένου ότι οι αιτητές στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως τους αναφέρουν ότι η εναγομένη 2, δόλια και σε σύμπραξη με τον εναγόμενο 1 απαίτησε αιφνιδίως το ποσό της εγγυητικής. Η εμπλοκή του εναγομένου 1 από τους ίδιους τους αιτητές και ο καταλογισμός δόλου σε βάρος του, στα πλαίσια της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αποτελεί ακόμα ένα επιπρόσθετο και ουσιαστικό λόγο για τον οποίο η παρουσία του εναγομένου 1 στην παρούσα διαδικασία ήταν επιβεβλημένη. Δεν είναι συνεπώς τυπικά που τέθηκε ως εναγόμενος 1, άλλωστε οι αξιώσεις επί της γενικής οπισθογραφήσεως εναντίον της εναγομένης 2 διέρχονται αναγκαστικά δια του εναγομένου 1 και δεν θα μπορούσε συνεπώς να απουσιάζει από την παρούσα διαδικασία. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Edward, Πολ. Έφεση 240/08 ημερ. 22.11.2013, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως στην αγωγή προστεθεί διάδικος τον οποίο έκρινε ότι ήταν αναμφισβήτητα αναγκαίος διάδικος και η προσθήκη του ήταν απαραίτητη, δεδομένης της βάσης της αγωγής και του ενδεχόμενου επηρεασμού πιθανών δικαιωμάτων του. Διέταξε δε την επανεκδίκαση της υπόθεσης ακριβώς γιατί δεν ήταν ενώπιον του δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Στην προκειμένη υπόθεση ο εναγόμενος 1 απουσιάζει από την διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, όχι όμως από το κλητήριο ένταλμα. Δεν εγείρεται συνεπώς θέμα να προστεθεί ως διάδικος. Παρά την δήλωση των δικηγόρων των εναγόντων ότι θα επέδιδαν την αίτηση στον εναγόμενο 1, τελικά επέλεξαν να μην το πράξουν. Αυτό όμως έχει καταλυτικές συνέπειες για την τύχη της αίτησης. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση που αναπόφευκτα οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη, το δικαστήριο για να υπάρχει πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα, θα εξετάσει το αίτημα και επί της ουσίας του. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η διαφορά όπως προκύπτει από το σύνολο τόσο των εγγράφων που κατέθεσαν οι δύο πλευρές, όσο και των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων μπορεί να συνοψιστεί στα εξής, ως προς εκείνα τουλάχιστον τα γεγονότα που αναδύονται ως παραδεκτά είτε εκ των εγγράφων, είτε εκ των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Οι ενάγοντες πώλησαν στον εναγόμενο 1 το επίδικο διαμέρισμα, όπως αυτό περιγράφεται στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως. Το τίμημα πώλησης ήταν €160.000 και περαιτέρω, δυνάμει του όρου 4.5 της συμφωνίας, ανέλαβαν την υποχρέωση να εκδώσουν τραπεζική εγγύηση προς όφελος της εναγομένης 2 για το ποσό που ο εναγόμενος 1 θα κατέβαλλε στους ενάγοντες. Στα πιο πάνω πλαίσια οι ενάγοντες εξέδωσαν ανέκκλητη ανάληψη υποχρέωσης για €147.000 προς όφελος της Marfin Laiki Bank. Σε συντομία στην εγγυητική αναφέρεται ότι στα πλαίσια της παροχής πίστωσης και τραπεζικών διευκολύνσεων που παρέχει η εναγομένη 2 στον εναγόμενο 1 για να δυνηθεί αυτός να εκπληρώσει μερικώς τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ.24.12.10 - μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 - οι ενάγοντες ανέλαβαν ανέκκλητα να κρατούν στην διάθεση της τράπεζας το ποσό των €147.000 πλέον τόκο, το οποίο θα πληρώσει στην τράπεζα μόλις γίνει απαίτηση της τράπεζας στην οποία θα αναφέρει ότι ο πωλητής - δηλαδή οι ενάγοντες - δεν θα έχουν μέχρι τις 5.12.11 εγγράψει το ακίνητο στο όνομα του αγοραστή με σκοπό να υποθηκευτεί ταυτόχρονα προς όφελος της τράπεζας και ότι, η τράπεζα, απαιτεί πληρωμή με βάση την ανέκκλητη ανάληψη υποχρέωσης. Αναφέρονται και άλλοι όροι στην υποχρέωση των εναγόντων, οι οποίοι δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν. Πρόκειται ουσιαστικά περί εγγυητικής επιστολής, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε μέχρι την 5.1.15, με την ταυτόχρονη δήλωση εκ μέρους των εναγόντων στην αντίστοιχη επιστολή παρατάσεως - προς την εναγομένη 2 - ότι η ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου τροποποιείται σε 5.12.
  1. Ο ισχυρισμός του ομνύοντος για τους αιτητές ότι πλην της ανανέωσης της εγγυητικής δεν υπάρχει πρόνοια ανανέωσης της και ως εκ τούτου η εναγόμενη 2 δεν μπορεί να προβεί σε απαίτηση, είναι εσφαλμένη ως ορθά αναφέρει και η ομνύουσα για την εναγόμενη 2, αφού η ίδια η επιστολή ανανέωσής της, ρητώς αναφέρει ότι πέραν της τροποποίησης της ημερομηνίας μεταβίβασης, οι «άλλοι όροι και προϋποθέσεις παραμένουν οι ίδιοι». Ορθά επίσης επισημαίνεται από την εναγόμενη 2 ότι η πληρωμή της εγγυητικής θα πραγματοποιείτο «χωρίς οποιαδήποτε αναφορά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση από τον πωλητή», δηλαδή των εναγόντων. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντος ότι οι ενάγοντες έχουν «σχεδόν εκπληρώσει σχεδόν όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις» και ότι έχουν παραδώσει το διαμέρισμα στον εναγόμενο 1 και βρίσκονται στην διαδικασία διαίρεσης και έκδοσης ξεχωριστών τίτλων. Κατά δική τους συνεπώς παραδοχή και κατά παράβαση του όρου της ανανέωσης της εγγυητικής, ότι η ημερομηνία μεταβίβασης θα διενεργηθεί την 5.12.14, αυτό δεν έχει γίνει. Η περαιτέρω θέση του ότι ήταν κοινή πρακτική και σιωπηρός συμβατικός όρος μεταξύ των μερών ότι η εγγυητική θα ανανεώνετο εφόσον οι ενάγοντες θα προωθούσαν την διαδικασία έκδοσης τίτλων, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από τα σχετικά έγγραφα που επισύναψαν, αντίθετα παρελθούσης της τελευταίας προθεσμίας ανανέωσης της εγγυητικής, ήτοι την 5.1.15, η εναγόμενη 2, ως ορθώς και πάλι αναφέρει η ομνύουσα για την εναγομένη 2, είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή του ποσού της εγγυητικής. Όπως και αναντιλέκτως έπραξε δια επιστολής της προς τους ενάγοντες ημερ.5.1.15, τεκμ.Β στην ένσταση. Εκείνο συνεπώς που εξάγεται από τα σχετικά έγγραφα κρίσιμο γεγονός και ουσιαστικό στοιχείο είναι η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του εναγομένου 1 και όχι η παράδοση του διαμερίσματος. Και η μεταβίβαση του ακινήτου, παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει η προθεσμία που οι ίδιοι οι ενάγοντες έθεσαν, έχει μάλιστα παρέλθει και ένας χρόνος από της καταχωρήσεως της παρούσης αιτήσεως, δεν φαίνεται να έχει διενεργηθεί μέχρι και σήμερα. Προβάλλεται ο ισχυρισμός εκ μέρους των αιτητών ότι η εναγομένη 2 αντισυμβατικά, δόλια και σε σύμπραξη με τον εναγόμενο 1 απαίτησε αιφνιδίως το ποσό της εγγυητικής ενώ γνώριζαν ότι προωθείται η έκδοση των τίτλων. Ο ισχυρισμός αυτός πέραν του ότι απορρίπτεται από την εναγομένη 2, αναδεικνύει και το αλυσιτελές του αιτήματος, αφού ως έχει ήδη λεχθεί ο καταλογισμός δόλου σε βάρος του εναγομένου 1 καθώς και η δόλια σύμπραξη μεταξύ των εναγομένων, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στην απουσία του εναγομένου
  2. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πέραν της ρηθείσης απλής φραστικής διατύπωσης δεν υπάρχει ούτε και αναφέρεται οτιδήποτε άλλο που να υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την εναγομένη 2 και το σχετικό επισυναφθέν στην ένσταση τεκμήριο, η εναγόμενη 2 την 5.1.15 απαίτησε την καταβολή του ποσού της εγγυητικής γιατί δεν ενεγράφη το διαμέρισμα στο όνομα του εναγομένου 1 με την ταυτόχρονη υποθήκευση του προς όφελος της εναγομένης
  3. Επειδή η εγγυητική δεν ρευστοποιήθηκε ακόμη, σύμφωνα με τους αιτητές, κωλύει την εναγομένη 2 να την εκποιήσει και ως εκ τούτου έχει καταστεί άκυρη και άνευ αποτελέσματος. Αντιτάσσει η εναγόμενη 2 ότι η απαίτηση έγινε πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, μεσολάβησε Σαββατοκυρίακο και στην συνέχεια η επίδοση της παρούσης αιτήσεως και οι ενάγοντες υποχρεούνται στην καταβολή του ποσού. Εκ του εγγράφου της εγγυητικής, δυο είναι τα κρίσιμα στοιχεία ή γεγονότα που θα πρέπει να συντρέξουν. Πρώτο, να μην έχει μέχρι την 5.1.15 διενεργηθεί η μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του εναγομένου 1 με την ταυτόχρονη υποθήκευση του προς όφελος της εναγομένης 2 και δεύτερο, να γίνει γραπτή απαίτηση μέχρι την 5.1.15, με βάση την παράταση που αιτήθηκαν οι ενάγοντες και αποδέχτηκε η εναγομένη
  4. Εκ των κοινώς παραδεκτών γεγονότων και τεκμηρίων συνάγεται ότι δεν είχε, μέχρι την 5.1.15 εκδοθεί τίτλος του διαμερίσματος και η εναγομένη 2 υπέβαλε γραπτή απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής την 5.1.
  5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομολογία υποδεικνύει ότι στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, η δε ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.170/11 ημερ.20.10.11). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο, δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980), ούτε και εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, και έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί πηγάζουν εκ των συμφωνιών, τεκμ.1 και 2 και ως εκ τούτου αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, με την έννοια ότι συνιστούν ασφαλές έδαφος προς διερεύνηση των εκατέρωθεν θέσεων, χωρίς βεβαίως να συνιστούν και ευρήματα του δικαστηρίου. Αναδεικνύουν χωρίς κάποια αξιολόγηση αλλά στην όψη των πραγμάτων, όπως υποδεικνύει και η νομολογία, ότι για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, καμιά εκ των τασσόμενων και καλά καθιερωμένων αρχών που τάσσει η νομολογία δεν συντρέχουν. Το γεγονός και μόνο της παραδοχής των εναγόντων ότι ο τίτλος του διαμερίσματος δεν έχει εκδοθεί και η κατ' ακολουθία της εγγυητικής απαίτηση της εναγομένης 2 προς πληρωμή, αφαιρεί κάθε υπόστρωμα για περαιτέρω αναζήτηση. Θα πρέπει όμως να λεχθεί πως εκείνο που ουσιαστικά επιζητούν οι αιτητές είναι την αναστολή πληρωμής της εγγυητικής. Εκτεταμένη αναφορά επί τούτου γίνεται στην αγόρευση της κας Λιβέρα. Είναι νομολογημένο ότι οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστεως. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποία διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για την πληρωμή της. (Σ.Π.Ε. Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd,
(2008)1 Α.Α.Δ. 837). Στο σύγγραμμα του Steven Gee, Commercial Injunctions (formerly Mareva Injunctions and Anton Piller Relief), 5η έκδοση σελ. 442 και 443, επεξηγείται ότι οι πιο πάνω αρχές εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν το διάταγμα εκδόθηκε εναντίον του δικαιούχου ή της τράπεζας, ή ακόμα εναντίον και των δύο. Υποδεικνύεται ακόμα, ότι ένα τέτοιο διάταγμα που απαγορεύει στη Τράπεζα να πληρώσει, επεμβαίνει στην εγγυητική επιστολή και αποτρέπει τον χειρισμό της ως μετρητά. Για τους λόγους αυτούς, η γενική αρχή είναι ότι το δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα που να επεμβαίνει στην εκτέλεση τέτοιων εγγράφων, εκτός αν, είτε το τραπεζικό έγγραφο, ή η τραπεζική πίστωση προσβάλλονται για ακυρότητα, ή πριν από την πληρωμή είναι φανερό για την τράπεζα ότι ο δικαιούχος ενεργεί δόλια (δες ομοίως Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.ά και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd). Στην κλασσική επί του θέματος υπόθεση Bolivinter Oil S.A v. Chase Manhattan Bank N.A and others
(1984)1 Lloyd's Rep. 251, υποδεικνύεται ότι: « The wholly exceptional case where an injunction may be granted is where it is proved that the bank knows that the demand for payment already made or which may thereafter be made will clearly be fraudulent. But the evidence must be clear, both as to the fact of fraud and as to the bank's knowledge. It would certainly not normally be sufficient that this rests upon the uncorroborated statement of the customer, for irreparable damage can be done to a bank's credit in the relatively brief time which must elapse between the granting of such an injunction and an application by the bank to have it discharged». Στην υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 Lloyd's Rep. 116, ο L. Denning ανέφερε ότι: » The bank ought not to pay the credit if it knows that the documents are forged or that the request for payment is made fraudulently in circumstances when there is no right to payment». Ο L.J. Ackner στην υπόθεση United Trade Corporation S.A v. Allied Arab Bank Ltd and
(1985)2 Lloyd's L.Rep. 554, χαρακτήρισε τα λεχθέντα στην πιο πάνω υπόθεση ως το: «locus classicus for the proposition that a performance bond, standing on a similar footing to a letter of credit obliges a bank to honour it according to its terms, unless it has notice of clear fraud committed by the beneficiary». Στις United Trade ανωτέρω, όπως και στην Bolivinter ανωτέρω, υποδεικνύονται ότι η απάτη θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη τόσο ως προς το γεγονός της απάτης, όσο και ως προς την γνώση της τράπεζας. Υποδεικνύεται πως γνώση της τράπεζας περιλαμβάνει αυτά που θα έπρεπε η τράπεζα να γνωρίζει στην βάση ξεκάθαρης πληροφόρησης την οποία είχε ήδη λάβει, ή ήταν στην διάθεση της, χωρίς αυτό να περιλαμβάνει απλό ισχυρισμό ότι η απαίτηση είναι απατηλή. Και ο λόγος ως εξηγείται είναι γιατί η τράπεζα δεν έχει υποχρέωση να διερευνήσει τέτοιους ισχυρισμούς. Στην Pakistan Cables ανωτέρω, υποδεικνύεται ότι αυτού του είδους οι υποχρεώσεις « are the life-blood of international commerce» και εκτός στην περίπτωση καθαρού δόλου στον οποίο εμπλέκεται ή έχει γνώση η ίδια η τράπεζα, τα δικαστήρια αφήνουν τους εμπορευόμενους να διευθετήσουν τις διαφορές τους στα δικαστήρια ή με διαιτησία γιατί: « ... the courts are not concern with their difficulties to enforce such claims; these are risks which the merchants take». Η πιο πάνω νομολογία καθιέρωσε την αρχή της αυτονομίας της εγγυητικής επιστολής η οποία μπορεί να προσβληθεί μόνο για δόλο εκ μέρους του δικαιούχου και της τράπεζας. Δεν διαφεύγει την προσοχή ότι στην προκειμένη υπόθεση δικαιούχος είναι η τράπεζα, χωρίς βεβαίως να ατονούν οι πιο πάνω αρχές. Λαμβάνεται ως δεδομένο μη υπάρχοντος περί τούτου ισχυρισμού, ότι η εγγυητική νομίμως εξεδόθη. Με άλλα λόγια δεν προσβάλλεται η εγκυρότητα της εγγυητικής. Από το λεκτικό της εγγυητικής συνάγεται ότι εξεδόθη δυνάμει των προνοιών της συμφωνίας πωλήσεως ενός διαμερίσματος από τους ενάγοντες στον εναγόμενο
  1. Οι ενάγοντες ενώ επικαλούνται και αναφέρουν περί δόλου και σύμπραξης των εναγομένων, ως ορθά αναφέρεται και από την κ. Λιβέρα, καμιά λεπτομέρεια του ισχυριζόμενου δόλου δεν παρατίθεται, ούτε και επεξηγείται ποιος ακριβώς είναι ο δόλος αλλά και η σύμπραξη των εναγομένων, όταν κυρίως η ευθύνη προς έκδοση του τίτλου του διαμερίσματος ήταν στους ώμους των εναγόντων, οι οποίοι παραδέχονται ότι δεν έχει εκδοθεί εντός της τασσόμενης υπό της εγγυητικής χρονικής περιόδου. Ούτε επίσης αμφισβητείται ότι σύμφωνα με το τεκμ.2 της ένστασης η εναγομένη 2 υπέβαλε απαίτηση προς πληρωμή. Εγείρονται συνεπώς ερωτήματα σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης του δόλου ως κύριο συστατικό των προϋποθέσεων που νομολογιακά θα πρέπει να συντρέχουν προς έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων που αφορούν εγγυητικές επιστολές. Η νομολογία καταδεικνύει ότι επί εγγυητικών οι καθιερωμένες και καλά εμπεδωμένες αρχές, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, καθώς και το ισοζύγιο της ευχέρειας (δες Hellenic Bank ανωτέρω) εξετάζονται υπό διαφορετικό πρίσμα και με διαφορετική εμβέλεια, διερχόμενες από διαφορετική πορεία πλεύσης. Λόγω ακριβώς της αυτοτέλειας των εγγυητικών και της σπουδαιότητας - life-blood - που ενέχουν στο εμπόριο και τις συναλλαγές (Pakistan Cables ανωτέρω). Η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής (The Judicial Committee of the Privy Council) στην υπόθεση Alternative Power Ltd v. Central Electricity Board and another [2015] 1 W.L.R. 697 είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστική εν σχέση με το θέμα του δόλου επί εγγυητικών επιστολών. Γίνεται εκτεταμένη αναφορά και επισκόπηση στην Αγγλική νομολογία που πραγματεύεται το θέμα του δόλου επί εγγυητικών επιστολών, καθώς και στο μέτρο και επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στο στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, όπως ακριβώς είναι και το παρόν στάδιο. Στην παράγραφο 57 επ. της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα εξής: «
  2. In a detailed and impressive analysis of the law in Czarnikow-Rionda Sugar Trading Inc v Standard Bank London Ltd [1999] 2 Lloyd's Rep 187 Rix J included the following: "
(4)An additional dimension of complexity is superimposed by the fact that a final decision on the beneficiary's alleged fraud cannot be reached at a merely pre-trial hearing. Of course, the fraud exception is framed in such terms, requiring the fraud to be clear and to come to the timely knowledge of the bank, that in one sense there ought not to be a difference between a pre-trial application and the final trial. But life and the law are not perhaps as simple as that, and the difference between the tests formulated for the pre-trial stage and for final trial emphasize the difficulty. However, the fact that the claimant gets the benefit of a lower standard of proof for the purposes of a pre-trial hearing, places on the Court, as I believe the cases demonstrate, an additional requirement to be careful in its discretion not to upset what is in effect a strong presumption in favour of the fulfilment of the independent banking commitments." (p 202)
  1. In Solo Industries UK Ltd v Canara Bank [2001] 1 WLR 1800, Mance LJ said this at paras 31 and 32: "31 . If instruments such as letters of credit and performance bonds are to be treated as cash, they must be paid as cash by banks to beneficiaries. The courts in the Harbottle and Edward Owen cases emphasised this, and, in my view, set a higher standard than 'a real prospect of success' in relation to all these situations. Short of 'established fraud', a bank will not normally be allowed to raise any defence or set-off based on alleged impropriety affecting the demand.
  2. The Board agrees with the reasoning of Rix J and Mance LJ in those passages. It recognises that the test cannot be quite the same as at a trial and that the test at the interlocutory stage can properly be described as Ackner LJ described it, namely whether it is seriously arguable that, on the material available, "the only realistic inference is that [the beneficiary] could not honestly have believed in the validity of its demands on the performance bonds" and that the bank was aware of that fact. . In summary, the Board concludes that it must be clearly established at the interlocutory stage that the only realistic inference is (a) that the beneficiary could not honestly have believed in the validity of its demands under the letter of credit and (b) that the bank was aware of the fraud». Κατά την κρίση του δικαστηρίου η πιο πάνω απόφαση συμπυκνώνει με σαφήνεια τις εφαρμοζόμενες αρχές στο ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας εκδόσεως διατάγματος επί ισχυριζόμενου δόλου για την αναστολή πληρωμής εγγυητικών επιστολών. Η εναγομένη 2 σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα της παρούσης υποθέσεως υπέβαλε γραπτή απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής γιατί και πάλι ως παραδεκτώς εξάγεται δεν εκδόθηκε από τους ενάγοντες ο τίτλος του διαμερίσματος για να υποθηκευτεί προς όφελος της εναγομένης 2, που να σημειωθεί ήταν και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή εκ μέρους των εναγόντων. Τέλος στην υπόθεση Jonesko v. Beard
(1930)A.C. 298 (H.L.) υπεδείχθη ότι οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να καταγράφονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται για μια τέτοια κατηγορία. Η αυστηρότητα και η καθαρότητα με την οποία απαιτείται να αποδειχθεί ο δόλος είναι γιατί, ως υπεδείχθη, ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και θα πρέπει να αποδεικνύεται καθαρά. Να σημειωθεί ότι η υπόθεση αφορούσε δόλια λήψη δικαστικής απόφασης, αλλά οι αρχές για ισχυριζόμενο δόλο σε κάθε περίπτωση είναι και παραμένουν οι ίδιες. Στην πιο πάνω απόφαση ο δόλος υποδεικνύεται ότι θα πρέπει να είναι εξαιρετικής φύσεως (egregious nature). Ακόμα και στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σύμφωνα με την Alternative Power Ltd ανωτέρω, θα πρέπει εκ του διαθέσιμου υλικού να εξάγεται ως το μόνο ρεαλιστικό συμπέρασμα ότι ο δικαιούχος δεν μπορούσε έντιμα να πιστεύει στην νομιμότητα της απαίτησης του προς την τράπεζα και η τράπεζα να γνώριζε το γεγονός αυτό. Είναι εμφανές ότι οι ενάγοντες, πέραν μιας απλής και φραστικής διατύπωσης περί δόλου και σύμπραξης των εναγομένων, ουδέν άλλο αναφέρουν η αναλύουν ή και επεξηγούν περί αυτού. Ουσιαστικά οι ενάγοντες με κανένα τρόπο δεν έχουν στοιχειωδώς αναδείξει έστω και ένα γεγονός που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη 2 δολίως και σε σύμπραξη με τον εναγόμενο 1 έχει ενεργήσει δόλια ως προς την απαίτηση προς πληρωμή της εγγυητικής. Κατά συνέπεια και πέραν ενός απλού ισχυρισμού εκ μέρους των αιτητών δεν έχει τεθεί κατά θετικό και πειστικό τρόπο οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση. Υπό το φως των όσων έχουν εκτεθεί και όσα η νομολογία επιτάσσει επί εγγυητικών επιστολών, είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τέλος και ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, εν όψει της πιο πάνω κατάληξης δεν τίθεται θέμα. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι τασσόμενες υπό του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις και κριτήρια. Στην βάση των όσων έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί όλα τα στοιχεία και δεδομένα συνηγορούν στην απόρριψη του αιτήματος. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα κατά την πάγια νομολογία ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση 2 και σε βάρος των αιτητών. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.